Κωνσταντίνος Βατάλης, Το φαινόμενο του δοσιλογισμού στην Κοζάνη κατά τη διάρκεια της ιταλικής και γερμανικής κατοχής

===

 πλήρης τίτλος

 

Κωνσταντίνος Βατάλης, Το φαινόμενο του δοσιλογισμού στην Κοζάνη κατά τη διάρκεια της ιταλικής και γερμανικής κατοχής, μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Θεσσαλονίκη 2021

 

===

Βλέπε το πλήρες κείμενο της εργασίας εδώ

===

 

Περίληψη (πηγή: ΙΚΕΕ/ΑΠΘ)

 

Σκοπός της διπλωματικής εργασίας ήταν η μελέτη του φαινομένου του δοσιλογισμού στην περιοχή της Κοζάνης κατά τη διάρκεια της ιταλικής και γερμανικής κατοχής (1941-1944). Η περιοχή του νομού Κοζάνης, με τα γεωγραφικά όρια της εποχής εκείνης, είχε την ιδιαιτερότητα να γνωρίσει την διπλή κατοχή Ιταλών και Γερμανών, αλλά και την παρουσία Βουλγάρων αξιωματικών στην περιοχή της Εορδαίας, που ασκούσαν έντονη προπαγάνδα. Η εργασία διαρθρώνεται πάνω στη διάκριση/τυπολογία του δοσιλογισμού σε τρεις βασικές κατηγορίες: Πολιτικό/ιδεολογικό δοσιλογισμό, ένοπλο και οικονομικό. Ο πολιτικός δοσιλογισμός, που έχει ως κύριο χαρακτηριστικό την εξυπηρέτηση των πολιτικών στόχων των κατακτητών, αφορά κυρίως όσους υποστήριξαν τις ενέργειες της Βουλγαρίας για αυτονόμηση ή απόσχιση της Μακεδονίας και τις ενέργειες της Ιταλίας για ίδρυση βλάχικου κρατιδίου, αλλά και οπαδούς του εθνικοσοσιαλισμού. Ακολούθως παρουσιάζεται η περίπτωση του οικονομικού δοσιλογισμού, δηλ. τις περιπτώσεις οικονομικής συνεργασίας με τον εχθρό «επί σκοπώ πλουτισμού». Στα πλαίσια αυτά παρουσιάζεται και η μεταπολεμική προσπάθεια φορολόγησης των πλουτισάντων στην Κατοχή. Στην κατηγορία του ένοπλου δοσιλογισμού εντάσσονται κυρίως όσοι προέβησαν σε πράξεις βίας σε βάρος Ελλήνων αντιστασιακών και όσοι παρείχαν συστηματικά στον εχθρό πληροφορίες για τις κινήσεις ατόμων ή οργανώσεων, που συμμετείχαν στον εθνικό ή συμμαχικό αγώνα και γενικά όσοι παρεμπόδισαν με οποιοδήποτε μέσο εθνική ή συμμαχική πολεμική εν γένει ενέργεια. Ο ένοπλος δοσιλογισμός στην εξεταζόμενη περιοχή αφορά κυρίως τη δράση των εθνικιστικών ενόπλων ομάδων και άλλων σωμάτων που εξοπλίστηκαν από τους Γερμανούς και έδρασαν στην περιοχή. Ακολούθως γίνεται η παρουσίαση του θεσμικού – νομικού πλαισίου της δίωξης των δοσιλόγων μεταπολεμικά. Το βασικό νομοθέτημα ήταν η Συντακτική Πράξη 6/1945 «Περί επιβολής κυρώσεων κατά των συνεργασθέντων μετά του εχθρού», όπως τροποποιήθηκε με τον ΑΝ 533/1945, που αποτέλεσε το βασικό νομοθέτημα για τη δίωξη του δοσιλογισμού και το οποίο βασίστηκε σε αντίστοιχα νομοθετήματα άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Παράλληλα γίνεται μία προσπάθεια παρουσίασης και αποτίμησης του έργου του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων Κοζάνης. Τέλος, η εργασία προσπαθεί να δώσει μία απάντηση στο ερώτημα ποιοι ήταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που συνεργάστηκαν με τους κατακτητές και συγκεκριμένα, από πού προέρχονταν, ποια ήταν η ιδεολογική τους αφετηρία, ποιος ο στόχος που επεδίωξαν να εκπληρώσουν μέσα από τη συνεργασία αυτή και ποια η κατάληξη τους, όταν αποχώρησαν οι κατακτητές

===

The purpose of the thesis was to study the phenomenon of collaboration in the area of Kozani during the Italian and German occupation (1941-1944). The area of the prefecture of Kozani, with the geographical boundaries of that time, had the peculiarity of experiencing the double occupation of Italians and Germans, but also the presence of Bulgarian officers in the area of Eordea, who exercised intense propaganda. The paper is structured on the distinction/typology of collaboration in three main categories: Political/ideological, armed and economic collaboration. The political collaborationism, which has as its main characteristic- the service of the political goals of the conquerors-, mainly concerns those who supported the actions of Bulgaria for the autonomy or secession of Macedonia and the actions of Italy for the establishment of a Vlach state, but also supporters of National Socialism. The following is the case of financial collaboration, significantly cases of financial cooperation with the enemy "for the purpose of enrichment". In this context, the post-war effort to tax the rich during the Occupation is presented. The category of armed collaboration includes mainly those who committed acts of violence against Greek resistance fighters and those who systematically provided the enemy with information about the movements of individuals or organizations that participated in the national or allied struggle and generally those who obstructed by any means national or allied action. The armed collaboration in the area in question mainly concerns the activities of nationalist armed groups and other corps armed by the Germans and operating in the area. Then the institutional - legal framework of the prosecution of collaborationists is presented. The basic legislation was the Constitutional Act 6/1945 "On the imposition of sanctions against those who collaborated after the enemy", as amended by Law 533/1945, which was the basic legislation for the prosecution of Collaborationists, and which was based on similar legislation of other European countries. At the same time, an attempt is made to present and evaluate the work of the Special Court of Collaborationists of Kozani. Finally, the paper tries to give an answer to the question who were all these people who collaborated with the enemies and specifically, where did they come from, what was their ideological starting point, what was the goal they sought to fulfill through this collaboration and what was their end after the occupation

Ανδρέας Αθανασιάδης – Ηλίας Γρούιος, Ζαχαριάδης και «Μακεδονικό εθνικό ζήτημα» 1949-1956

 



πλήρης τίτλος:

Ανδρέας ΑθανασιάδηςΗλίας Γρούιος, Ζαχαριάδης και «Μακεδονικό εθνικό ζήτημα» 1949-1956. Η περίπτωση της οργάνωσης «Ήλιντεν», Λ.Ι. Αριστείδου, Φλώρινα 2020

 

 

 

 

Με το τέλος του εμφυλίου, ένα μεγάλο πλήθος Ελλήνων πολιτών είχε ήδη μετακινηθεί εκτός επικράτειας. Οι ροές αυτές είχαν ξεκινήσει επί κατοχής και πολλαπλασιάστηκαν στη διάρκεια του εμφυλίου και κυρίως με τη λήξη του. Ο πληθυσμός αυτός που βρέθηκε εκτός συνόρων δεν αποτελούσε ενιαίο σύνολο και κατευθύνθηκε προς διάφορες χώρες των Βαλκανίων, της Ανατολικής Ευρώπης και περιοχές της Σοβιετικές Ένωσης.

Η καταγραφή της ιστορίας των πολιτικών αυτών προσφύγων, στις χώρες εγκατάστασής τους, έτυχε του ενδιαφέροντος των μελετητών ευρύτερα και τα τελευταία χρόνια και της επιστημονικής κοινότητας.

Μπορούμε να πούμε ότι ιδιαίτερα έχει μελετηθεί η μετακίνηση των σλαβομακεδόνων, κυρίως όμως αυτή που είχε κατεύθυνση προς την -τότε- Ομοσπονδιακή Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΟΛΔΜ).

Δεν έχει όμως παρουσιαστεί μέχρι σήμερα, στην ελληνική βιβλιογραφία, μια ευρύτερη μονογραφία ή μια συλλογική εργασία που να προσεγγίζει το ζήτημα της εγκατάστασης και βίωσης των σλαβομακεδόνων στις χώρες των υπολοίπων Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης. To εγχείρημα φαντάζει δύσκολο λόγω προβλημάτων με τις απαιτούμενες αρχειακές διαθεσιμότητες, που προφανώς είναι διάσπαρτες σε διάφορα αρχειακά ιδρύματα και κράτη, εκεί όπου είχαν εγκατασταθεί σλαβομακεδόνες πρόσφυγες μετά τον εμφύλιο.

 

Στην παρούσα μελέτη, προσπαθήσαμε να διερευνήσουμε ένα από τα  ζητήματα που απασχόλησαν τον σλαβομακεδονικό (και όχι μόνο) προσφυγικό πληθυσμό που εγκαταστάθηκε μετά την ήττα του ΔΣΕ στις βαλκανικές (πλην της ΟΛΔΜ) και ανατολικές Λαϊκές Δημοκρατίες. Προσπαθήσαμε να προσεγγίσουμε συγκεκριμένα τη σλαβομακεδονική οργάνωση «Ήλιντεν», από την ίδρυσή της, που έγινε στην υπερορία με πρωτοβουλία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ), μέχρι και τη διάλυσή της, με πρωτοβουλία και πάλι του ΚΚΕ.

Στη μελέτη μας, επιλέξαμε να αναδείξουμε συγκεκριμένες πτυχές του θέματος∙ επιλέξαμε συγκεκριμένα να περιοριστούμε στην αναζήτηση του βαθμού εξάρτησης της Ήλιντεν από το ΚΚΕ και κυρίως να καταγράψουμε την πορεία της Ήλιντεν σε σχέση με τη μεταβολή των θέσεων της ηγετικής ομάδας του ΚΚΕ πάνω στο «Μακεδονικό», όπως αυτές -οι μεταβολές- γίνονταν εμφανείς στο πλαίσιο των αλλαγών που επέρχονταν στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κόμματος αλλά και στον διεθνή περίγυρο. Μας ενδιέφερε επίσης να διερευνήσουμε αν τα στελέχη της ηγετικής ομάδας της Ήλιντεν λειτουργούσαν πρώτιστα ως σλαβομακεδόνες ή πρώτιστα ως κομμουνιστές.