Τάσος Κωστόπουλος, Εθνικόφρων με σημαίες ευκαιρίας: Βίος και πολιτεία ενός Μακεδόνα δωσίλογου


πλήρης τίτλος:

Τάσος Κωστόπουλος, «Εθνικόφρων με σημαίες ευκαιρίας: Βίος και πολιτεία ενός Μακεδόνα δωσίλογου», Η Εφημερίδα των Συντακτών, 28-29 Σεπτεμβρίου 2019, σ. 35-36, 77-78


=== σ. 35===
«Ουδέποτε συμμετείχον εις οργάνωσιν στρεφομένην κατά των εθνικών συμφερόντων της Ελλάδος»,
Μενέλαος Γέλες, «Βιογραφικόν σημείωμα» (9/8/1959)

Έχουν περάσει εξήντα χρόνια από τότε. Στις 4 Σεπτεμβρίου 1959 οι αναγνώστες των ελληνικών εφημερίδων μάθαιναν πως ένας από τους εμβληματικότερους δωσιλόγους της Κατοχής, ο Φλωρινιώτης Μενέλαος Γέλες ή Γκέλεφ, «αρχηγός της Οχράνα εις την Δυτικήν Μακεδονίαν», είχε επιστρέψει στη χώρα από τη γειτονική Γιουγκοσλαβία μ’ έναν ασυνήθιστο -για τα τότε δεδομένα- τρόπο. Σύμφωνα με το πρωτοσέλιδο δημοσίευμα της «Μακεδονίας», «εις το ελληνικόν έδαφος εισήλθεν διά του φυλακίου Νίκης της περιοχής Φλωρίνης εκ Μακεδονίας, εφωδιασμένος με κανονικόν διαβατήριον, το οποίον άγνωστον ποίος και διά τίνα λόγον του το εχορήγησεν». Τον επαναπατρισμό του ακολούθησε η σύλληψη κι ο εγκλεισμός του στις φυλακές του Επταπυργίου, καθώς ήταν ήδη καταδικασμένος ερήμην τρεις φορές σε θάνατο −προκειμένου να ξαναδικαστεί, βάσει του ΙΘ' Ψηφίσματος (1946) που παρείχε δικαίωμα ανακοπής στους ερημοδικασμένους δωσιλόγους.
Η όλη διαδικασία ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με την τότε διοικητική πρακτική απέναντι στους πολιτικούς πρόσφυγες της ίδιας περιοχής. Τον Ιούνιο του 1956, λ.χ., αμαξοστοιχία με περίπου 50 «κομμουνιστοσυμμορίτας προερχομένους εκ Πολωνίας» καθηλώθηκε στην Ειδομένη, ενώ μια εκστρατεία των αθηναϊκών εφημερίδων διά χειρός ΚΥΠ «προειδοποιούσε» προς κάθε κατεύθυνση για τον θανάσιμο κίνδυνο που διέτρεξε το έθνος από κάθε «απόπειραν των κομμουνιστοσυμμοριτών να επαναπατρισθούν ετσιθελικώς» (Κωστόπουλος 2016, σ.110-1). Ειδικά δε για τους σλαβόφωνους Μακεδόνες, όπως ο Γέλες ή Γκέλεφ, η αρμόδια Γενική Διεύθυνση Αλλοδαπών του υπουργείου Εσωτερικών είχε εισηγηθεί από το 1952 την πλήρη άρνηση «της επιστροφής παντός προσώπου υπό οιασδήποτε συνθήκας και αν ευρέθη τούτο εις τας Σλαυϊκάς χώρας (φυγάδες, βιαίως απαχθέντες, εκουσίως αναχωρήσαντες το 1941, Κ/συμμορίται)» (Τ. Κωστόπουλος - Δ. Ψαρράς, «Μακεδονικό. Τα ντοκουμέντα», ένθετο «Εφ.Συν.», 3/3/2018, σ.23).
Μια ευδιάκριτη αμηχανία διαπερνά ως εκ τούτου τη σχετική ειδησεογραφία των ημερών. Παρά το εύλογο τοπικό ενδιαφέρον, ο εθνικόφρων Τύπος της Φλώρινας παρέμεινε λ.χ. απόλυτα σιωπηλός αρχικά, ώσπου στις 19/8 πρόβαλε πρωτοσέλιδα -«διά να λείψουν αι φωνασκίαι»- μια ημιεπίσημη εκδοχή για το «πώς έχει η υπόθεσις Γκέλεφ». Ανάλογη διακριτικότητα επέδειξε και η «Αυγή», φοβούμενη πιθανότατα ότι το ξύσιμο παρόμοιων πληγών μπορούσε να υπονομεύσει την καμπάνια της ΕΔΑ για άνευ όρων επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων. Διακριτικά φιλοκυβερνητικό (και, όπως προκύπτει από το Αρχείο Καραμανλή, συνεργαζόμενο σ’ αυτά τα ζητήματα με την ΚΥΠ), το «Βήμα» δημοσίευσε, τέλος (5/9), ένα εντελώς φανταστικό σενάριο, σύμφωνα με το οποίο «ο συλληφθείς εις την Θεσσαλονίκην Βούλγαρος κομιτατζής Γκέλεφ ήτο κάτοχος καναδικού διαβατηρίου» και «από ετών ευρίσκετο εις τον Καναδάν». Στην πραγματικότητα, το (ελληνικό) διαβατήριό του είχε εκδοθεί στο Βελιγράδι από τον εκεί Ελληνα πρέσβη, ανταρτομάχο στρατηγό Τσακαλώτο.
Ένας πρόσθετος λόγος γι’ αυτή την αμηχανία είχε προφανώς να κάνει με την τότε συγκυρία όσον αφορά την αντιμετώπιση των Γερμανών εγκληματιών πολέμου. Η πολύκροτη δίκη του Μαξ Μέρτεν, στρατιωτικού διοικητή Θεσσαλονίκης-Αιγαίου επί Κατοχής, είχε διεξαχθεί από τις 11/2 ώς τις 5/3/1959 και, παρά την τελική καταδίκη του σε κάθειρξη 25 χρόνων για τη συμβολή του στο Ολοκαύτωμα της εβραϊκής κοινότητας, συνοδεύτηκε από διαδοχικά απαλλακτικά νομοθετικά μέτρα: στις 19/2 δημοσιεύτηκε ο Ν.3933 περί «αναστολής διώξεως Γερμανών εγκληματιών πολέμου»· στις 22/10 ψηφίστηκε και στις 3/11 δημοσιεύτηκε το Ν.Δ. 4016 για την αναστολή της ποινής τυχόν καταδικασμένων· στις 5/11 ο Μέρτεν «εκδόθηκε» στη Δυτική Γερμανία, όπου αφέθηκε αμέσως ελεύθερος κι αποζημιώθηκε χρηματικά για την εν Ελλάδι ταλαιπωρία του. Πολιτικό σκάνδαλο που, όπως ήταν φυσικό, άπλωνε τη σκιά του πάνω σε κάθε ομοειδή περίπτωση.
Ποιος ήταν όμως ακριβώς ο Μενέλαος Γέλες; Η βιογραφία του έχει πολλά να μας διδάξει για την απωθημένη ιστορία (και την ιστοριογραφική διαχείριση) του εγχώριου Μακεδονικού.

Στο μάτι της Ασφάλειας

Ο Μενέλαος Γέλες γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1904 στο Νέρετ (σημ. Πολυπόταμος) της Φλώρινας, σλαβόφωνο χωριό διχασμένο ανάμεσα σε δύο λίγο-πολύ ισοδύναμα «κόμματα», το ελληνικό και το βουλγαρικό. Ο πατέρας του, που στον εκλογικό κατάλογο του 1918 αναγράφεται ως Πέτρος Γήλε, ανήκε σε μια μικρή ομάδα κατοίκων που σε ελληνικές πηγές αναφέρονται ως «ηπειρωτικής καταγωγής», ενώ σε βουλγαρικές ως «Αρβανίτες»· συγγενείς του είχαν επίσης σκοτωθεί στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα από κομιτατζήδες. Ο ίδιος φοίτησε στο ελληνικό σχολείο του χωριού και συνέχισε στο Γυμνάσιο Φλώρινας. Εν έτει 1947, το Κέντρο Αλλοδαπών Φλωρίνης θα ερμηνεύσει
=== σ. 36===
πάντως έμμεσα τη μετέπειτα πορεία του βάσει της μητρικής επιρροής: σε αντίθεση με τον «Ηπειρώτη» πατέρα, διαβάζουμε, «η μήτηρ του κατήγετο εκ Πολυποτάμου και ήτο Βουλγαροφρόνου οικογενείας».
Το 1924 ο πατέρας του πέθανε μετανάστης στις ΗΠΑ, αφήνοντας -κατά τον ίδιο- σημαντική περιουσία, για τη ρευστοποίηση της οποίας ο 20χρονος Μενέλαος ταξίδεψε και παρέμεινε εκεί περίπου δύο χρόνια. Επιστρέφοντας στη Φλώρινα θα ανοίξει ένα από τα 15 ταξιδιωτικά/μεταναστευτικά πρακτορεία της πόλης και θα πλουτίσει ακόμη περισσότερο. Μετά τον θάνατο του γαμπρού και συνεταίρου του το 1930, θα το κλείσει για να σπουδάσει νομικά στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα. Μετά τη λήψη του πτυχίου του (1935), εργάστηκε το 1936-1940 ως δικηγόρος στη Φλώρινα.
Εν μέρει τουλάχιστον, η επαγγελματική αυτή μετατόπιση οφειλόταν σε προβλήματα με τις αρχές και τις υπηρεσίες ασφαλείας. Το 1929 ήρθε -όπως και πολλοί συνάδελφοί του- σε ανοιχτή ρήξη με τον νομάρχη Καλλιγά, που θεωρούσε την υπερατλαντική μετανάστευση μηχανισμό αναπαραγωγής του «βουλγαρισμού» στη φλωρινιώτικη ενδοχώρα και ακύρωσης των αφομοιωτικών προσπαθειών της ελληνικής διοίκησης. Σοβαρότερες τριβές ακολούθησαν την έκδοση της βραχύβιας τοπικής εφημερίδας «Μακεδονικός Σπινθήρ» (1/1/1930), συλλογικού εγχειρήματος ενός κύκλου δυναμικών νέων, με διευθυντή τον ίδιο.
Μεταπολεμικά, η εφημερίδα θα κατηγορηθεί από τις υπηρεσίες ασφαλείας ότι «τόσον ο τίτλος όσον και το εκάστοτε περιεχόμενόν της ενείχε τα σπέρματα της Αυτονομιστικής κινήσεως των Βουλγαροφώνων» (Δημ. Ζαφειρόπουλος, «Το ΚΚΕ και η Μακεδονία», Αθήναι 1948, σ.7). Μεταξύ των ιδρυτών της περιλαμβάνονταν ωστόσο και αδιαφιλονίκητοι εθνικιστές, όπως ο φαρμακοποιός Αργυρόπουλος από τη βλαχόφωνη Κλεισούρα. Καθώς τα φύλλα της δεν φαίνεται να έχουν διασωθεί (ή, τουλάχιστον, δεν έχουν εντοπιστεί από κάποιον ερευνητή), τα μόνα στοιχεία που διαθέτουμε για το περιεχόμενό της προέρχονται από σχετικές επιθέσεις ή σχόλια των άλλων τοπικών εντύπων κατά το σύντομο διάστημα της κυκλοφορίας της. Μετά από ενδελεχή μελέτη τους, ένας σοβαρός τοπικός ιστορικός καταλήγει στο συμπέρασμα πως αυτό που στην ουσία στοχοποίησε τον «Σπινθήρα» ήταν η τάση του για καταγγελία κάθε είδους κακώς κειμένων, με αποτέλεσμα ο διευθυντής του να έρθει σε μετωπική αντιπαράθεση «με το σύνολο σχεδόν των παραγόντων» της πόλης (Ανδρέας Αθανασιάδης, «Στη σκιά του “βουλγαρισμού”», Θεσ/νίκη 2017, σ.232-40). Μπορούμε να υποθέσουμε ότι σ’ αυτήν την εξέλιξη συνέβαλε επίσης κάποια έλλειψη τακτ, ασύμβατη με τα ήθη των κλειστών επαρχιακών κοινωνιών: αμέσως μετά την κυκλοφορία της, η εφημερίδα κατηγορήθηκε λ.χ. από ανταγωνιστικό έντυπο ότι «βάλλει κατά της ατομικής και οικογενειακής τιμής των άλλων». Τελικά, αφού προηγήθηκαν κάποιες κρίσιμες αποστασιοποιήσεις συνεργατών του, ο Γέλες την έκλεισε στα τέλη του 1930.
Έτσι κι αλλιώς, ήταν ήδη υπό παρακολούθηση ως «ύποπτος βουλγαρόφρων». Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η πρώτη σχετική αστυνομική αναφορά συντάχθηκε τον Σεπτέμβριο του 1930, σε μια φάση μετωπικής αντιπαράθεσής του με τη νομαρχία και την τοπική χωροφυλακή. Οι κατηγορίες επικεντρώνονταν κυρίως στην επαγγελματική του σχέση με τη μετανάστευση· εκ των υστέρων θα διατυπωθεί μάλιστα η θεωρία πως αποτελούσε «τον συνδετικόν κρίκον μεταξύ των εν Αμερική και Καναδά οργανώσεων του Βουλγαρικού Κομιτάτου και των εν Ελλάδι Βουλγαροφώνων κατοίκων της περιοχής Κορεστίων και Φλωρίνης» (Ζαφειρόπουλος, όπ.π.). Αν και από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν στοιχειοθετείται μια τόσο βαριά κατηγορία, γεγονός είναι ότι, όπως και όλοι οι συνάδελφοί του στην περιοχή, παρέκαμπτε μέσω Σόφιας την απαγόρευση εισόδου Ελλήνων στις ΗΠΑ: «Επειδή ο αριθμός των Βουλγάρων μεταναστών, των οποίων την είσοδον επέτρεπον αι ΗΠΑ, ήτο μεγαλύτερος», εξηγεί ένας εθνικόφρων Καστοριανός δικηγόρος και τότε φίλος του, «συνειργάζετο με Βουλγάρους πράκτορας μεταναστεύσεως, ελάμβανεν παρ’ αυτών αδείας εισόδου εις ΗΠΑ ως εργατών και εχαρακτήριζε τους Ελληνας μετανάστας ως Βουλγάρους. Εκ της επαισχύντου ταύτης εργασίας του απέκτησεν ακίνητον μεγάλης αξίας εις την οδόν Τσιμισκή Θεσσαλονίκης» (Π. Γυιόκας, «Καιροί εθνικής δοκιμασίας», Θεσ/νίκη 1982, σ.52). Ο λόγος για το διατηρητέο σήμερα «μέγαρον επί της οδού Τσιμισκή 59» (Εμμ. Γρηγορίου, «Το βουλγαρικόν όργιον αίματος εις την Δυτικήν Μακεδονίαν», Αθήναι 1947, σ.135)· κτίριο που -αν και φυλακισμένος- αναγράφει ο ίδιος ως κατοικία του, στην αλληλογραφία του με τις αρχές το 1959.
Στις 12/5/1931, μετά την υποβολή του σε σχετική ανάκριση από την Ειδική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης, ο Γέλες απευθύνθηκε με προσωπική αναφορά στον πρωθυπουργό Βενιζέλο, σκιαγραφώντας τα βάσανά του σαν τυπικό δείγμα υστερόβουλης κακομεταχείρισης των σλαβόφωνων ντόπιων από τις αρχές της ελληνικής Μακεδονίας και αντιπαραβάλλοντας ένα αμιγώς εθνικό σκεπτικό: «Δεν είνε δυνατόν», διαβάζουμε εκεί, «ν’ αφομοιωθή εκείνος προς τον οποίον γίνεται υπόμνησις ότι είνε Βούλγαρος. [...] Ο γηγενής πληθυσμός δεν επετεύχθη να μετάσχη των πανελληνίων αισθημάτων χαράς ή λύπης, διότι πάντοτε εθεωρήθη ξένος προς τον Ελληνισμόν υπό παντός οργάνου της εξουσίας» (Αρχείο Φ. Δραγούμη, φ.35, εγγρ.250α). Δεν πήρε «ουδεμίαν απάντησιν», συνεχίστηκε δε η παρακολούθησή του από αστυνομικούς με πολιτικά. Μετά τη νίκη των Λαϊκών, θα προσφύγει στον νέο γενικό διοικητή Μακεδονίας, Φίλιππο Δραγούμη (5/1/1933), ζητώντας αναψηλάφηση της υπόθεσης, «εξαφάνισιν πάσης κατ’ εμού σκηνοθετηθείσης κατηγορίας» και απομάκρυνση του υπαίτιου διοικητή χωροφυλακής Φλωρίνης (5/1/1933).
Τα επόμενα χρόνια τον συναντάμε στο πλευρό του Δραγούμη, διευθυντή του πολιτικού του γραφείου στη Φλώρινα (1/2-15/8/1936) μετά την αποτυχία του στις τελευταίες προπολεμικές εκλογές −και «τον πιο καλό του φίλο» εκεί, σύμφωνα με τον ομόλογό του στην Αθήνα, Γιώργο Γιαννούλη. Ερωτήματα υπάρχουν, ωστόσο, για τη στάση του απέναντι στη μεταξική δικτατορία. Συνάδελφός του δικηγόρος τον θυμάται λ.χ. «εις μίαν μασωνικήν συγκέντρωσιν στη Φλώρινα κατά το έτος 1937» να προσπαθεί διακαώς «ν’ αποδείξη την ελληνικότητα της Μακεδονίας και του εαυτού του με τέτοιο πάθος και φλόγα, που θα τον εζήλευε και ο πλέον φανατικός Ελλην» (Γ.Θ. Μόδης, «Περί Μακεδονίας», Λουγκάνο 2014, σ.64). Σύμφωνα πάλι με το Κέντρο Αλλοδαπών (3/7/1947), ο μεταξικός νομάρχης Φλώρινας Ιωάννης Τσακτσήρας, διαβόητος για την αξιοποίηση της εθνικόφρονος καταστολής προς ίδιον όφελος, έδωσε επί 4ης Αυγούστου εντολή στη χωροφυλακή να καταστρέψει τον «ογκώδη ατομικόν του φάκελον».
Η όποια κάλυψη δεν τον προστάτευσε, πάντως, τελικά από την καταστολή. Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 συνελήφθη κι εκτοπίστηκε «προληπτικά» στην Κόρινθο κι εν συνεχεία -τον Μάρτιο- στη Χίο, μαζί με μερικές ακόμη χιλιάδες κατοίκους της ελληνικής Μακεδονίας, βάσει καταλόγων «υπόπτων» που είχαν συνταχθεί προπολεμικά γι’ αυτόν τον σκοπό. Ο ίδιος θα ισχυριστεί τα επόμενα χρόνια σε διάφορους γνωστούς του πως αυτή η εμπειρία καθόρισε τις μετέπειτα επιλογές του: «με κάνατε με το στανιό Βούλγαρο», «αφού όλοι με θεωρούν Βούλγαρο, έγινα κι εγώ» (καταθέσεις στη δίκη του, εφ. «Μακεδονία», 13/11/1959).

Βουλγαρική Επιτροπή και βουλγαρικό καλαμπόκι

Το μόνο βέβαιο είναι ότι, μετά την επιστροφή του στη Φλώρινα τον Ιούνιο του 1941, ο Γέλες ανέλαβε την προεδρία της ημιπαράνομης εκεί «Βουλγαρικής Επιτροπής», που είχε συσταθεί στις αρχές Μαΐου ως τοπικό παράρτημα της «Βουλγαρικής Κεντρικής Επιτροπής Κινητοποίησης Μακεδονίας» (Български Централен Акционен Комитет на Македония) των Σκοπίων.
Μετά τη διάλυση της τελευταίας
=== σ. 77===
από τις βουλγαρικές κατοχικές αρχές της Βόρειας Μακεδονίας (7/8/1941), η επιτροπή της Φλώρινας συνέχισε να λειτουργεί ως άτυπος φορέας· από την Ειδική Ασφάλεια Φλώρινας αναφέρεται π.χ. παρεμπιπτόντως ως «Διοικούσα Επιτροπή των ενταύθα Βουλγαροφρόνων» (9/9/1942), ενώ στο καθημερινό λεξιλόγιο των κατοίκων ταυτίζεται συνήθως με την καθοδήγηση της μυστηριώδους «Οχράνα».
Ο ίδιος ο Γέλες θα ισχυριστεί το 1959 πως δεν είχε καμιά απολύτως σχέση μ’ αυτόν τον μηχανισμό κι ότι απλώς δήλωσε «Βούλγαρος» για λόγους αυτοπροστασίας, μετά τη σύλληψή του από τις ελληνικές δωσιλογικές αρχές τον Αύγουστο του 1941, όταν υποχρεώθηκε να παρακολουθήσει μαζί με άλλους κρατούμενους τον δημόσιο παραδειγματικό τουφεκισμό «τριών Ελλήνων» από τους Γερμανούς. Η σύλληψή του και η εκτέλεση των τριών «βουλγαριζόντων» χωρικών, καθ’ υπόδειξιν του νομάρχη Κωνσταντίνου Μπόνη (19/8/1941), είναι βέβαια πραγματικά γεγονότα· όχι όμως και η αθωότητά του. Τον διαψεύδει έγγραφο της βουλγαρικής Ασφάλειας (9/8/1941), όπου μνημονεύεται ρητά ως «πρόεδρος της Βουλγαρικής Επιτροπής στη Φλώρινα» (ЦДА, ф.264к, оп.1, а.е.185. д.228).
Τι είδους δράση ανέπτυξε όμως στο πλαίσιο αυτής της προεδρίας; Το βέβαιο είναι πως επιδόθηκε σε προπαγανδιστικές εξορμήσεις υπέρ της Βουλγαρίας, επισκεπτόμενος τα χωριά στο πλευρό του υπολοχαγού-συνδέσμου με τη Βέρμαχτ, Αντόν Κάλτσεφ. Λιγότερο τεκμηριωμένος αποδεικνύεται ο ρόλος του ως καταδότη. Μεταπολεμική βρετανική έκθεση για το αυτονομιστικό κίνημα της περιοχής, συνταγμένη στις 10/10/1945 από το Γραφείο Θεσσαλονίκης της Ιντέλιτζενς Σέρβις αλλά γεμάτη πραγματολογικές ανακρίβειες, τον θέλει «σε σύνδεση με τη Γκεστάπο» και «πιθανόν υπεύθυνο για πολλές συλλήψεις μη συνεργατών» του κατακτητή (FO 371/48185/265). Όπως όμως επισημαίνει στη διδακτορική διατριβή του για τα γερμανικά αντίποινα ο ιστορικός Στράτος Δορδανάς, η συμβολή του «βουλγαρικού παράγοντα» (εν γένει) στην επιλογή των εκάστοτε εκτελεσθέντων είναι κάτι που «δεν μπορεί να εξακριβωθεί» («Το αίμα των αθώων», Αθήνα 2007, σ.281).
Ως προσωπικό του καταδότη, που επέφερε τη σύλληψη και τον εγκλεισμό του στο στρατόπεδο Παύλου Μελά (18/2/43), κατονόμασε μεταπολεμικά τον Γέλε ο Φλωρινιώτης πολιτικός Γεώργιος Μόδης, ισχυριζόμενος ότι το πληροφορήθηκε από κάποιον συνεργάτη των Γερμανών. Στην περίπτωση που αυτό αληθεύει, επρόκειτο πάντως για ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ γερμανόφιλων. Ο ίδιος ο Μόδης μόλις είχε βγάλει, γαρ, λόγο στη μητρόπολη, εκθειάζοντας τους κατακτητές και τον φίρερ τους: «Έχομε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι στη νέα τάξι του κόσμου η πατρίδα μας θα καταλάβη την αρμόζουσα θέσι ανάλογα με την ιστορία, την συνεισφορά και τες θυσίες της. Η καλυτέρα γι’ αυτό εγγύησις είναι ο θαυμασμός του Αδόλφου Χίτλερ προς την αρχαία Ελλάδα, η αγάπη του προς τη νέα, η αφοσίωση ολοκλήρου του Γερμανικού λαού προς το αρχαίον ελληνικόν ιδεώδες» («Έθνος» Φλώρινας, 14/11/1942).
Απόλυτα τεκμηριωμένη είναι, αντίθετα, μια άλλη ενέργεια του Γέλε: η συνυπογραφή έκκλησης προς τον Χίτλερ (24/6/1943), στην οποία διεκτραγωδείται η κατάσταση στην ύπαιθρο μετά την εμφάνιση του ΕΛΑΣ και διατυπώνεται το αίτημα «να σταλεί επαρκής γερμανικός στρατός για την καταδίωξη κι εξόντωση των ελλήνων συμμοριτών ή ένα μικρό τμήμα βουλγαρικού στρατού από τα Βιτώλια, το οποίο με τη συνεργασία του τοπικού βουλγαρικού πληθυσμού θα μπορέσει να εξοντώσει τις ελληνικές συμμορίες στο συντομότατο χρονικό διάστημα» (Георги Даскалов, «Участта на Бълнарите в Егейска Македония, 1936-1946», Σόφια 1999, σ.315).
Ακόμη πιο εύγλωττη είναι μια συμπληρωματική πλευρά αυτής της δραστηριότητάς του: ο πρωταγωνιστικός ρόλος του στη διακίνηση εκατοντάδων τόνων καλαμποκιού από τη Βουλγαρία, ως επισιτιστική βοήθεια στους χειμαζόμενους «ομογενείς». Κατά την απολογία του το 1959, ο ίδιος θα ισχυριστεί πως εισαγωγέας του καλαμποκιού ήταν ο «μαυραγορίτης» Σταύρος Μάγγος, πρώην κομματάρχης του Δραγούμη από τη Βεύη, και πως ο ίδιος απλά «παρίστατο ως δικηγόρος του»! Σαφώς λιγότερο κολακευτική εικόνα για την ίδια υπόθεση αντλούμε όμως από έγγραφη καταγγελία τριών άλλων στελεχών της Βουλγαρικής Επιτροπής Φλώρινας προς τον πρωθυπουργό Μπογκντάν Φίλοφ (28/6/1942), καταγγελία που εντοπίστηκε στα βουλγαρικά αρχεία και δημοσιεύτηκε πρόσφατα (Κωστόπουλος 2018, σ.195-7). Γέλες και Μάγγος κατηγορούνται εκεί με συγκεκριμένα στοιχεία πως επέπεσαν σαν «όρνια και γδάρτες» πάνω «στο φτωχό βουλγαρικό πληθυσμό» της περιοχής και, σε στενή συνεργασία με τον Έλληνα νομάρχη Μπόνη και τον δήμαρχο Φλώρινας, κερδοσκοπούσαν ασύστολα σε βάρος των πεινασμένων, πουλώντας το καλαμπόκι 3-4 φορές πάνω από την αξία του στη νόμιμη και 50 φορές στη μαύρη αγορά...
Όπως και σε ουκ ολίγες άλλες περιπτώσεις δωσιλόγων, η φάση αυτή έκλεισε με τη φυγή του Γέλε και της συζύγου του με γερμανικό τρένο (στις 15/9/1944 κατά τη χωροφυλακή, στις 18/10/1944 σύμφωνα με τον ίδιο) και την εγκατάστασή του στο γειτονικό Μοναστήρι (Μπίτολα), λίγα χιλιόμετρα από τα σύνορα. Στις 4/10/1945 το Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων Θεσσαλονίκης θα τον καταδικάσει ερήμην τρις εις θάνατον και σε ολική δήμευση της περιουσίας του ως «συνειδητό όργανον του εχθρού (Βουλγάρων και Γερμανών)», «αρχηγόν κινήσεως τεινούσης εις την προσβολήν της ακεραιότητος της χώρας» και καταδότη Ελλήνων υπηκόων στις αρχές κατοχής.

Ο «συμμορίτης» που δεν υπήρξε

Σύμφωνα με το αυτοβιογραφικό σημείωμα που υπέβαλε στις ελληνικές αρχές πριν από τον επαναπατρισμό του, αλλά και συνοδευτικά επίσημα τεκμήρια της δικογραφίας, ο Γέλες έζησε στη Λ.Δ. Μακεδονίας από το 1944 μέχρι το 1957 σ’ ένα καθεστώς επιτηρούμενης ανοχής. Τον Ιανουάριο του 1947 μεταφέρθηκε από τα Μπίτολα στο βορειότατο Κουμάνοβο και τον Νοέμβριο διορίστηκε καθηγητής των γαλλικών στο Βέλες, πολύ μακριά από τα ελληνικά σύνορα.
Πίσω στην Ελλάδα, η εθνικόφρων παραφιλολογία τον θέλει, ωστόσο, άλλοτε ανώτατο αξιωματούχο -ακόμη και υπουργό- του γειτονικού «ψευδομακεδονικού κράτους» κι άλλοτε ηγετικό στέλεχος των «συμμοριτών» του ΝΟΦ και του ΚΚΕ. Παρόμοια σενάρια θα εμφιλοχωρήσουν στη διάρκεια του Εμφυλίου σε πληροφοριακά δελτία των υπηρεσιών ασφαλείας, ακόμη και στην προαναφερθείσα έκθεση της Ιντέλιτζενς Σέρβις −κι από εκεί θα αναπαραχθούν σε σχετικά πρόσφατα ιστορικά έργα (π.χ. Ι. Κολιόπουλος, «Λεηλασία φρονημάτων», τ.Α', Θεσ/νίκη 1994, σ.170, και τ.Β', Θεσ/νίκη 1995, σ.141). Τον Ιανουάριο του 1950, μετά τη στρατιωτική συντριβή του ΔΣΕ, η Επιτροπή Δημοσίας Ασφαλείας του Ν. Φλώρινας θα τον επικηρύξει μάλιστα σαν «δρώντα
=== σ. 78===
εγκληματικώς ένοπλον συμμορίτην», με αμοιβή 10.000.000 δρχ. για τη σύλληψη και 5.000.000 δρχ. για την αποτελεσματική κατάδοσή του!
Στην πραγματικότητα, τίποτα τέτοιο δεν συνέβη, για προφανείς λόγους. Σε έκθεσή του τον Σεπτέμβριο του 1945, ένας από τους ηγέτες του ΝΟΦ -ο Πασκάλ Μιτρέφσκι- καταγράφει χαρακτηριστικά ως ακραία συκοφαντία του Ζαχαριάδη (και «της αντίδρασης σε όλες τις επιθέσεις της») την τάση να «συγχέει το κίνημά μας με το πρόσωπο του Γκέλεφ, δικηγόρου από τη Φλώρινα που βρίσκεται σήμερα στα Μπίτολα κι είναι γνωστός για τη βουλγαρόφιλη πολιτική του» (Архив на Македониjа, «Егеjска Македониjа во НОБ», τ.Β', Σκόπια 1973, σ.300). Αλλά και η Γενική Διεύθυνση Αλλοδαπών, η μητέρα δηλαδή της ΚΥΠ/ΕΥΠ, διαπίστωσε μετά τον Εμφύλιο πως ο Γέλες, «διαφυγών εις Γιουγκοσλαυΐαν το 1944, διέμεινεν εκεί μάλλον εν αδρανεία, χωρίς εκδήλωσιν τινά, παρά την μεσολαβήσασαν Κ/Σ [κομμουνιστοσυμμοριακήν] και Νοφικήν δράσιν».

Το παρασκήνιο της επιστροφής

Για το παρασκήνιο και τους λόγους της επιστροφής του Γέλε στην Ελλάδα, διαφωτιστικό είναι ένα πολυσέλιδο «βιογραφικό σημείωμα» που υπέβαλε στις 9/8/1959 στην πρεσβεία Βελιγραδίου και αντίγραφό του εντοπίστηκε στο αρχείο του τότε υφυπουργού Προεδρίας Τρύφωνα Τριανταφυλλάκου, στο ΕΛΙΑ (φ.ΥΠ2, εγγρ.14). Εκεί πληροφορούμαστε πως από τις αρχές του 1953 ο αυτοεξόριστος πρόεδρος της Βουλγαρικής Επιτροπής διατηρούσε επαφή με το ελληνικό προξενείο Σκοπίων, στο οποίο υπέβαλε αίτηση επαναπατρισμού (17/2/1953)· ισχυρίζεται μάλιστα πως το έκανε με παρότρυνση του προξένου Δημητρίου Ηρακλείδη, που του δήλωσε «ότι τούτο είναι επιθυμία ωρισμένων παραγόντων στην Ελλάδα, οι οποίοι νομίζουν ότι η επιστροφή μου θα ωφελήσει τα εθνικά συμφέροντα». Ακολούθησαν νέες αιτήσεις το 1954-1955, με θετικές (κατ’ αυτόν) προξενικές γνωμοδοτήσεις «δι’ Εθνικούς κυρίως λόγους». Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το εθνικό κέντρο έκρινε αλλιώς.
Τα πράγματα έσφιξαν με τη σύλληψή του στο Βέλες (15/1/1957) και τη δίωξη και καταδίκη του (5/4/1957) σε διετή φυλάκιση για «αντικαθεστωτική προπαγάνδα». Στο σημείωμά του προς την πρεσβεία ισχυρίζεται ότι καταδικάστηκε για «προπαγάνδαν υπέρ τε της Ελλάδος και των Δυτικών Δυνάμεων εν γένει», με βάση ψευδομαρτυρίες «φυγάδων κομμουνιστών εξ Ελλάδος». Από το κείμενο της δίωξης που καταχωρίστηκε στη δικογραφία επιβεβαιώνεται μεν το αντικομμουνιστικό και φιλοδυτικό σκέλος (ο κατηγορούμενος φέρεται να κατακρίνει την επαναπροσέγγιση Γιουγκοσλαβίας-ΕΣΣΔ και να υποστηρίζει μια αντικομμουνιστική εξέγερση τύπου Ουγγαρίας που θα οδηγήσει σε δυτική επέμβαση), όχι όμως και το «φιλελληνικό». Απεναντίας, ο Γέλες κατηγορείται ότι κήρυττε πως «η εφημερίδα Νόβα Μακεντόνιγια δεν τολμά να γράψει τι συμβαίνει στη Μακεδονία του Αιγαίου και στους Αιγαιάτες, αφού Μακεδονία δεν υφίσταται στην Ο.Σ.Δ. Γιουγκοσλαβίας αλλά σε όλα κάνει κουμάντο το Βελιγράδι», καθώς και ότι τους πρόσφυγες από την Ελλάδα «μόνο ένας νέος πόλεμος θα τους σώσει». Ό,τι υποστήριζε, δηλαδή, την ίδια εποχή στη Διασπορά η προπαγάνδα της σλαβομακεδονικής Ακροδεξιάς.
Μετά την έκτιση της ποινής του, ο Γέλες θα παραμείνει στο Βελιγράδι με ανανεούμενη προσωρινή άδεια ώς τον επαναπατρισμό του. Το «βιογραφικό σημείωμά» του κλείνει δε με ακόμη μια διακήρυξη υγιών εθνικών και κοινωνικών φρονημάτων: «Υπόσχομαι ότι θα διάγω βίον κατεξοχήν νομιμόφρονα και ήρεμον, αποφεύγων επιμελώς πάσαν πράξιν ήτις θα αντιτίθηται εις τα εθνικά συμφέροντα και το σημερινόν κοινωνικόν καθεστώς της Ελλάδος, θα φροντίζω δε να προβαίνω εις πάσαν ενέργειαν τείνουσαν εις την κατοχύρωσιν τούτων». Στις 20/8/1959 του χορηγήθηκε εντέλει διαβατήριο και τις 30 του μήνα πέρασε τα σύνορα. Από Φλωρινιώτες κομμουνιστές ο επαναπατρισμός του θα αποδοθεί πάντως στον πανίσχυρο συμπατριώτη τους υπουργό Εσωτερικών Τάκο Μακρή, «συνεργάτη του στην Κατοχή» και κεντρική φυσιογνωμία του σκανδάλου Μέρτεν.

Δικαστική αποκατάσταση

Η δευτεροβάθμια δίκη του διεξήχθη στις 12-18/11/1959 στη Θεσσαλονίκη. Ως μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσαν μεταξύ άλλων ο κατοχικός νομάρχης Μπόνης, ο Μόδης και διάφοροι άλλοι εθνικόφρονες, πολλοί από τους οποίους τόνισαν πόσο φιλικοί θα ήταν απέναντι στον ελληνικό λαό οι Γερμανοί, αν δεν τους παρέσυρε ο καταχθόνιος βουλγαρικός δάκτυλος. Στη δική του πάλι παρέμβαση, ένας πρώην φίλος του -μάρτυρας κατηγορίας- «εξέφρασε την γνώμην ότι [ο Γέλες] επανήλθε διά να περισώση την περιουσίαν του και διά να επιδιώξη την είσπραξιν των μισθωμάτων της δημευμένης κτηματικής του περιουσίας» («Ελευθερία», 13/11).
Απ’ αυτή την άποψη, η τελική ετυμηγορία τον δικαίωσε: η ποινή του μειώθηκε από τρις εις θάνατον σε εικοσαετή κάθειρξη, η δε δήμευση περιορίστηκε στο 20% της περιουσίας του. «Το δικαστήριον εδέχθη μόνον την μίαν των κατηγοριών, ότι εγένετο αρχηγός και οδηγός κινήσεως αποσκοπούσης εις την προσβολήν της ακεραιότητος της Ελλάδος. Απηλλάγη της κατηγορίας ότι κατέδωσεν Έλληνας πατριώτας εις τον κατακτητήν. Απαθής ήκουσε την απόφασιν. Μειδιών εξήλθεν του δικαστηρίου» («Μακεδονία», 18/11).
Κατά τη διετή παραμονή του στις φυλακές Επταπυργίου, μας πληροφορεί ένας κομμουνιστής συμπατριώτης του, ο Γέλες «ήταν το δεξί χέρι της διεύθυνσης των φυλακών. Συνέτασσε κι εκφωνούσε τους λόγους στις εθνικές επετείους, ενώ οι κρατούμενοι αγωνιστές έμεναν κλεισμένοι στα κελιά τους» (Σταύρος Κωτσόπουλος, «Η εθνική αντίσταση στη Φλώρινα», αδημοσίευτο δακτυλόγραφο, σ.91). Σε αντίθεση με άλλους επιφανείς δωσιλόγους δεν πρόλαβε, ωστόσο, να χαρεί και πολύ όσα του επιστράφηκαν: πέθανε στη φυλακή το 1961, σε ηλικία 57 ετών.
Κάποιοι συνεργάτες του αποδείχθηκαν τυχερότεροι. Καταδικασμένος επίσης ερήμην το 1945, στην ίδια δίκη και στην ίδια ποινή για τις ίδιες με τον Γέλε κατηγορίες, ο Βασίλειος Σταυρέτης ή Κάρστεφ επαναπατρίστηκε σιωπηλά επί χούντας το 1968, όταν η ποινή του είχε πλέον παραγραφεί, «κατόπιν ενεργειών» του εθνικόφρονος γαμπρού του, με διαβατήριο μιας χρήσης που κατακρατήθηκε στα σύνορα −κι έζησε ανενόχλητος στη Φλώρινα ίσαμε τον θάνατό του το 1976. Δεν μπόρεσε όμως να ανακτήσει την κατασχεθείσα περιουσία του (σπίτι, φούρνο και «οικόπεδον μετά τριών καταστημάτων»), καθώς η αίτησή του για απονομή χάριτος, που θα έσβηνε την ποινή και την κατάσχεση, απορρίφθηκε στις 3/11/1969 από τη Δικαιοσύνη· το Ν.Δ. 1108/1972 της χούντας, πάλι, που επέστρεψε στους δωσιλόγους τα κατασχεθέντα, αφορούσε αποκλειστικά και μόνο αγροτικά ακίνητα σε οικισμούς κάτω των 5.000 κατοίκων. Βάσει ενός άτυπου διακανονισμού που εφαρμόστηκε μεταπολεμικά σε παρόμοιες περιπτώσεις, η οικογένειά του διατήρησε πάντως τη νομή των επίμαχων στοιχείων, καταβάλλοντας ενοίκιο στο κράτος-ιδιοκτήτη και διεκδικώντας ποικιλότροπα την επιστροφή τους. Με τη δέουσα, εννοείται, εθνική επιχειρηματολογία...

Διαβάστε
 
 Ανδρέας Αθανασιάδης, Στη σκιά του “βουλγαρισμού” (Θεσσαλονίκη 2017, εκδ. Επίκεντρο). Εξαιρετική ανατομία της διαπλοκής των εθνικών, κοινωνικών και πολιτικών ταυτοτήτων και αντιπαραθέσεων στον μεσοπολεμικό Νομό Φλώρινας, από την ανταλλαγή των πληθυσμών ώς τη συνθηκολόγηση του 1941. Ειδική αναφορά στην περίπτωση του Μενέλαου Γέλε.

 Τάσος Κωστόπουλος, «Οι αλύτρωτοι, τα όρνια και το καλαμπόκι. Μια έκθεση του 1942 για τη βουλγαρική επισιτιστική βοήθεια στην κατεχόμενη Δυτική Μακεδονία» (περ. Αρχειοτάξιο, τχ.20 [12.2018], σ.185-197). Σχολιασμένη δημοσίευση της έκθεσης τριών στελεχών της Βουλγαρικής Επιτροπής Φλώρινας εναντίον των Γέλε και Μάγγου, που εντοπίστηκε στα βουλγαρικά αρχεία.

 Τάσος Κωστόπουλος, «Καινούρια κατάσταση, τα ίδια καθήκοντα: το βαθύ κράτος του ελληνικού “πολεμικού αστισμού” απέναντι στην κομμουνιστική στρατηγική της “ειρηνικής συνύπαρξης”» (περ. Αρχειοτάξιο, τχ.18 [11.2016], σ.98-116). Οι διεργασίες στο εσωτερικό του βαθέος κράτους για τη διαχείριση του εσωτερικού εχθρού, μετά τις δραματικές ανατροπές του 1956 στο παγκόσμιο και εγχώριο κομμουνιστικό κίνημα. Εκτενής αναφορά στη σκλήρυνση της κρατικής πολιτικής απέναντι στους πολιτικούς πρόσφυγες του Εμφυλίου και στη σύμπραξη ΚΥΠ-ΜΜΕ για τη διάχυση της σχετικής κινδυνολογίας.

 Τάσος Κωστόπουλος, «Το Μακεδονικό στη δεκαετία του ’40», σε Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, εκδ. Βιβλιόραμα, τ. Δ1, Αθήνα 2009, σ.363-415. Συνοπτική σκιαγράφηση όλων των πτυχών του ζητήματος, του δωσιλογισμού συμπεριλαμβανομένου.