Κριτική στο βιβλίο «Στη σκιά του “βουλγαρισμού”», από Τάσο Κωστόπουλο

 

πηγή: 

Τάσος Κωστόπουλος, «Οι ρίζες της “εθνικής επιτήρησης”», στο Τάσος Κωστόπουλος, «Το δίκοπο φακέλωμα», Η Εφημερίδα των Συντακτών, Αθήνα, 8.7.2018

 

Για τη βαθύτερη κατανόηση των μηχανισμών που επικαθόριζαν τις υπηρεσιακές αποτιμήσεις των «εθνικών φρονημάτων» των κατοίκων της ελληνικής Μακεδονίας στον Μεσοπόλεμο, εξαιρετικό χρήσιμο αποδεικνύεται το πρόσφατα δημοσιευμένο βιβλίο του εκπαιδευτικού Ανδρέα Αθανασιάδη («Στη σκιά του “βουλγαρισμού”», Θεσσ/νίκη 2017, εκδ. Επίκεντρο).

Ενα εξαίρετο δείγμα τοπικής ιστορίας, με αντικείμενο ακριβώς τη διασύνδεση «εθνικού» και πολιτικού στην περιοχή της Φλώρινας από την ανταλλαγή των πληθυσμών ώς την κατάρρευση του μετώπου το 1941.

Δάσκαλος στη γενέτειρά του Ποντοκώμη, καλός γνώστης ανθρώπων και πραγμάτων αλλά και των παραδοσιακών λειτουργιών της εθνικοφροσύνης στην περιοχή, ο συγγραφέας επικεντρώνεται κυρίως στο φάντασμα του «βουλγαρισμού», που κρεμόταν εκείνα τα χρόνια σαν δαμόκλεια σπάθη πάνω από τον ντόπιο πληθυσμό.

Μέσα από τη μελέτη μιας ευρύτατης γκάμας ατομικών και συλλογικών περιπτώσεων, εξετάζει πώς αυτή η κατηγορία αποδείχθηκε χρήσιμο εργαλείο για την προώθηση κάθε είδους συμφερόντων και στρατηγικών, ως βολική συνήθως συκοφαντία αλλά και προκαθορίζοντας ενίοτε την προσωπική διαδρομή των στοχοποιημένων πολιτών.

Η οξυδέρκειά του και η γνώση του πεδίου δεν τον αφήνουν να παρασυρθεί από τους ισχυρισμούς των πηγών· τις εξετάζει απεναντίας κριτικά, αποκρυπτογραφώντας τις ιδιοτελείς -συχνά- στοχεύσεις των συντακτών τους και εντάσσοντάς τες στο πολιτικό παιχνίδι των ημερών.

Παρά τους εξαιρετικά ήπιους τόνους της γραφής, απολαυστική καθίσταται έτσι η διακριτική αποδόμηση δομικών θεωρημάτων της εθνικόφρονος βιβλιοπαραγωγής, ακόμη κι εκείνης που προέρχεται από επιφανείς πανεπιστημιακές γραφίδες.

Το βιβλίο απαρτίζεται από έξι κεφάλαια. Το πρώτο εξετάζει την κρίσιμη διαπλοκή ανάμεσα στην ιδιοκτησία της γης και την εθνική ταυτότητα: πώς, δηλαδή, η ιδιοποίηση και διανομή των πρώην οθωμανικών κτημάτων μετατράπηκε στο κυριότερο διακύβευμα των κοινωνικοπολιτικών αντιπαραθέσεων της περιόδου και πώς οι συνακόλουθες αντιθέσεις μεταγράφηκαν σε «εθνικές».

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αποδεικνύεται η επισήμανση του κοινωνικού υπόβαθρου της διαφοροποίησης των Καυκασίων από τους υπόλοιπους πρόσφυγες − διαφοροποίησης που απαντάται τόσο στις ριζοσπαστικές πρακτικές της εν λόγω πληθυσμιακής ομάδας όσο και στην υπηρεσιακή στοχοποίησή της σαν «μολυσμένης από κομμουνιστικές ιδέες» ή ακόμη και «ρευστής εθνικής συνειδήσεως».

Οι πρόσφυγες από το Καρς, εξηγεί ο Αθανασιάδης, δεν είχαν έρθει μόνο σ’ επαφή με τα κηρύγματα της Ρωσικής Επανάστασης του 1917. Διέθεταν επίσης μια ιδιαίτερη παράδοση κοινοκτημοσύνης των κοινοτικών κτημάτων κι, επιπλέον, ήταν οι μόνοι κάτοικοι της περιοχής που «δεν υπήρξαν Οθωμανοί υπήκοοι» και συνεπώς «δεν βίωσαν την ιδιαίτερη μητροπολιτική εξουσία των υπολοίπων ελληνικών πληθυσμών της Ανατολής» (σ.74).

Οι κρατικές πολιτικές εξάλειψης της σλαβοφωνίας και αφομοίωσης του ντόπιου πληθυσμού, οι αντιστάσεις αυτού του τελευταίου και η ανακλαστική καταγγελία κάθε τοπικιστικής τάσης σαν «βουλγαροκίνητου αυτονομισμού» εξετάζονται στο δεύτερο κεφάλαιο, ενώ το τρίτο είναι αφιερωμένο στην τοπική παρουσία δύο οριακών συλλογικών υποκειμένων: της φασιστικής ΕΕΕ, που απολάμβανε την πλήρη στήριξη των αρχών, και του ΚΚΕ, που δρούσε σ’ ένα περιβάλλον αλλεπάλληλων διώξεων.

Ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στην κεντρική έκφραση και στοχοθεσία τους· εστιάζει κυρίως στη γείωσή τους στις τοπικές κοινωνίες, τη στελέχωση και τη δράση τους εντός αυτών των τελευταίων.

Η τελική εικόνα είναι δύο ασύμπτωτα σύνολα. Η ΕΕΕ προσελκύει την αφρόκρεμα της εγχώριας «εθνικής» διανόησης κι αυτοδιαφημίζεται σαν προνομιακός εταίρος του κράτους: «Πόσον χρήσιμον δι’ ένα έκαστον είνε το δελτίον ταυτότητος» της οργάνωσης, διαβάζουμε σε ανακοίνωσή της τον Ιούνιο του 1933, «τούτο θα φανή εκ της μόνης επιδείξεως τούτου εκεί ένθα θα παρίσταται ανάγκη διεκπεραιώσεως των υποθέσεών του» (σ.117-8).

Στενός συνεργάτης της είναι άλλωστε ο παραδοσιακός ταγός εθνικοφροσύνης, ο «Σύλλογος Μακεδονομάχων “Παύλος Μελάς”», το τοπικό παράρτημα του οποίου θα χαιρετίσει πρώτο πρώτο το 1931 το αντισημιτικό πογκρόμ του Κάμπελ.

Οι κομμουνιστές, αντίθετα, αναλώνονται στην προάσπιση των κοινωνικά αδύναμων: οργανώνουν τις πρώτες εργατικές απεργίες, υπερασπίζονται τα γλωσσικά δικαιώματα των σλαβόφωνων Μακεδόνων και πολεμούν τον εθνοτικό διαχωρισμό: σε μια εποχή που ντόπιοι και πρόσφυγες διαγκωνίζονται για να εκτοπίσουν οι μεν τους δε από τα επίζηλα χωράφια, το ΚΚΕ διακηρύσσει ότι μόνο με κοινούς αγώνες, «και όχι με αμοιβαίες κλεψιές, μπορούν πραγματικά να καλυτερέψουν τη θέση τους» (σ.147).

Η αξιοποίηση της εθνικής κινδυνολογίας στις τοπικές πολιτικές αναμετρήσεις, μέσω της διαβολής των αντιπάλων σαν ατόμων «ρευστής συνειδήσεως» ή ακόμη και «ανθελλήνων» είναι το αντικείμενο του πέμπτου κεφαλαίου.

Στις δημοτικές εκλογές του 1934, ακόμη και το σύνθημα «Ζήτω η Φλώρινα» του ντόπιου υποψηφίου των Λαϊκών καταγγέλθηκε έτσι από την αντίπαλη παράταξη των Μοναστηριωτών σαν «κρυπτοβουλγαρικό».

Στις βουλευτικές πάλι εκλογές του 1935, ανάλογες κατηγορίες θα επιφυλάξουν οι Λαϊκοί στον πρώην ομόφρονά τους πολιτευτή Φίλιππο Δραγούμη, που είχε ταχθεί υπέρ μιας διευρυμένης αυτοδιοίκησης και της αβασίλευτης δημοκρατίας.

Ειδικά για το ζήτημα του «βουλγαρισμού», εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το τέταρτο κεφάλαιο, όπου εξετάζονται δυο διαφορετικές πτυχές: η σποραδική δράση των κομιτατζήδων του (ακροδεξιού μεγαλοβουλγαρικού) ΒΜΡΟ και η προσωπική διαδρομή του Μενελάου Γέλε, ενός δυναμικού τοπικού παράγοντα, που στοχοποιήθηκε ως «εθνικά επικίνδυνος» από τους πολιτικούς αντιπάλους κι επαγγελματικούς ανταγωνιστές του.

Ως προς το πρώτο, ο Αθανασιάδης αποδομεί κριτικά την αχαλίνωτη κινδυνολογία των ημερών περί «κομιτατζηδοκρατούμενης Φλώρινας», μέσα από τη συστηματική εξέταση των κυριότερων υποθέσεων της εποχής − οι περισσότερες από τις οποίες υπήρξαν τελικά έργο κομιτατζήδων μόνο στη φαντασία του εθνικόφρονος αθηναϊκού Τύπου.

Όσον αφορά το δεύτερο, επιχειρεί τον προσεκτικό διαχωρισμό των πραγματικών δεδομένων από τον μύθο που χτίστηκε μεταπολεμικά, μετά τη δωσίλογη πολιτεία του Γέλε στη διάρκεια της Κατοχής.

Το βιβλίο κλείνει με την ανατομία του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου στην περιοχή, όταν η αιχμή του δόρατος της εθνικοφροσύνης των προηγούμενων χρόνων αναγορεύτηκε σε ανεξέλεγκτη εξουσία.

Εκτός από τη σκιαγράφηση της αμείλικτης κρατικής καταστολής, διερευνώνται επίσης φαινόμενα όπως η μαζικότητα και εμβέλεια της τοπικής ΕΟΝ, αλλά και τα οικονομικά συμφέροντα που επενδύθηκαν στη φλωρινιώτικη εκδοχή του Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού, προδικάζοντας την τραγωδία που ακολούθησε.