Τάσος Κωστόπουλος, Ολοκαύτωμα και real estate



πλήρης τίτλος:

Τάσος Κωστόπουλος, «Ολοκαύτωμα και real estate»

==


Θέλομεν να παύσωσιν αι διακρίσεις των διαφόρων ομάδων του λαού εις τας διαφόρους «τάξεις»
Βασίλειος Εξαρχος (Νέα Ευρώπη, 17/5/1944)

Απωθημένη επί δεκαετίες στο περιθώριο τόσο της επίσημης όσο και της δημόσιας Ιστορίας του τόπου, η εξολόθρευση των Εβραίων της Ελλάδας από τους χιτλερικούς κατακτητές τα τελευταία χρόνια έχει πάρει πια τη θέση που της αξίζει στη συλλογική μνήμη.
Η θέσπιση της 27ης Ιανουαρίου ως σχετικής «ημέρας μνήμης» (Ν. 3218/2004) και η συνακόλουθη καθιέρωση επίσημων εκδηλώσεων (Π.Δ. 31/2005), η συστηματική έκδοση απομνημονευμάτων και μονογραφιών και η πρόσφατη αναθέρμανση της συζήτησης για το ναζιστικό φαινόμενο και τη γερμανική κατοχή επέδρασαν καθοριστικά σ’ αυτή την εξέλιξη.
Η σημαντικότερη καινοτομία αφορά ίσως την άρση ενός κυρίαρχου, μέχρι πρότινος, ταμπού: της ενασχόλησης με τον ελληνικό αντισημιτισμό, το προπολεμικό παρελθόν και τη σχέση του με το χιτλερικό Ολοκαύτωμα.
Είτε ως πτυχή του ενδιαφέροντος για τον κατοχικό δωσιλογισμό είτε ως επιμέρους σελίδα της γενεαλογίας του ελληνικού εθνικισμού, το φαινόμενο αυτό μελετήθηκε τα τελευταία χρόνια από διάφορες πλευρές.
Σε αντίθεση, μάλιστα, με τις αντιδράσεις που προκάλεσε το 1992 η πρώτη δημόσια εκδήλωση που οργανώθηκε γι’ αυτό (από τη βραχύβια αλλά πρωτοπόρα Εταιρεία για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων), σήμερα οι ίδιες οι εβραϊκές κοινότητες όχι μόνο δεν φοβούνται, αλλά συμβάλλουν και ενεργά στη σχετική συζήτηση.
Μια από τις σκοτεινότερες (και συνάμα λιγότερο γνωστές) όψεις του Ολοκαυτώματος των Εβραίων της Ελλάδας υπήρξε η έμπρακτη αξιοποίησή του από μια μερίδα της τότε ελληνικής κοινωνίας, ως μια ακόμη «ευκαιρία» για ατομικό πλουτισμό και κοινωνική άνοδο, δίπλα σε όσες άλλες πρόσφερε στην «επιχειρηματικότητα του Έλληνα» η ξένη κατοχή (μαύρη αγορά, εργολαβίες δημόσιων έργων για λογαριασμό του κατακτητή κ.ο.κ.).
Η διάσταση αυτή υπήρξε ιδιαίτερα έντονη στη Θεσσαλονίκη, αν μη τι άλλο λόγω του μεγέθους της τοπικής εβραϊκής κοινότητας.
Όταν μέσα σ’ ένα πεντάμηνο η συμπρωτεύουσα άδειασε από το ένα πέμπτο του πληθυσμού της (46.265 σε σύνολο 225.746, σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού του 1940), η έκταση των ευκαιριών που δημιουργήθηκαν απ’ αυτή την εκκαθάριση είναι κάτι παραπάνω από προφανής: σπίτια, καταστήματα και κάθε λογής περιουσιακά στοιχεία άλλαξαν χέρια μέσα σε συνθήκες χαώδεις και με διαδικασίες το λιγότερο αμφιλεγόμενες, όπου οι διασυνδέσεις με τα ανώτερα κλιμάκια της δωσιλογικής διοίκησης και τις γερμανικές Αρχές κατοχής αποτελούσαν ένα κρίσιμο χαρτί.
Η στάση του μεταπολεμικού ελληνικού κράτους, η συνειδητή δηλαδή κωλυσιεργία ή και άρνηση των Αρχών να επιστρέψουν στους επιζώντες του Ολοκαυτώματος τις περιουσίες που αυτοί «εγκατέλειψαν» το 1943, επιβεβαίωσε απλώς αυτή τη διαπλοκή.
Για μια σφαιρική αποτύπωση αυτής της πτυχής του Ολοκαυτώματος, ο αναγνώστης μπορεί ν’ ανατρέξει στο βιβλίο του ιστορικού Μαρκ Μαζάουερ «Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων» (Αθήνα 2006, εκδ. Αλεξάνδρεια, σσ. 495-538).

Μια επιμέρους αλλά αποκαλυπτική ψηφίδα της αποτυπώνεται στο ντοκουμέντο που παρουσιάζουμε στις επόμενες σελίδες: το (τύποις απολογητικό) υπόμνημα του ναζιστή πανεπιστημιακού Βασιλείου Έξαρχου (1903-1973), τακτικού τότε καθηγητή της Θεολογίας στο ΑΠΘ, προς τον πρύτανη του ιδρύματος για όσα καταλόγιζε σε βάρος του ένας αξιωματικός του διαλυμένου ελληνικού στρατού.
Πρώην διερμηνέας της ειδικής μονάδας (Sonderkommando Rosenberg) που το Γ΄ Ράιχ έστειλε το 1941 στην Ελλάδα για την αναζήτηση και κατάσχεση των εβραϊκών αρχείων και βιβλιοθηκών, επικεφαλής αργότερα (1944) του «Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος - Εθνική Ενωσις Ελλάς» της συμπρωτεύουσας, ο Εξαρχος κατηγορείται τον Μάιο του 1943 από τον Ρουμελιώτη λοχαγό Νικόλαο Νικολάου, πρόσφυγα από τη βουλγαροκρατούμενη Θράκη, ότι αξιοποίησε τις επαφές του στη γερμανική διοίκηση για να τον αποβάλει από το (εβραϊκής ιδιοκτησίας) σπίτι όπου έμενε, προκειμένου να ιδιοποιηθεί τον χώρο και τα έπιπλα των ιδιοκτητών που μόλις είχαν σταλεί στο Αουσβιτς.
Ο «απολογούμενος» αντιστρέφει με τη σειρά του τις κατηγορίες και παραθέτει τη δική του εκδοχή των γεγονότων, διανθισμένη με διάφορες εθνικοπατριωτικές κορόνες.
Αυτό που ενδιαφέρει σήμερα δεν είναι φυσικά το «δίκιο» του ενός ή του άλλου καταπατητή, αλλά το ιστορικό φόντο της όλης διένεξης: ο διαγκωνισμός της τοπικής εθνικοφροσύνης για την ιδιοποίηση όσων άφησε πίσω της η Τελική Λύση του «εβραϊκού προβλήματος».
Προσπαθώντας να λύσουν επωφελώς τη διαφορά τους, οι δύο ανταγωνιστές περιοδεύουν αρχικά από υπηρεσία σε υπηρεσία, αναζητώντας «κανένα καλό σπίτι» για τον αξιωματικό, προτού τα επίζηλα έπιπλα τινάξουν στον αέρα τη συνεργασία τους και οι εκατέρωθεν άκρες στην εξουσία επιστρατευθούν για το ξεκαθάρισμα, πλέον, του μεταξύ τους λογαριασμού.
Οι μεσότιτλοι του εγγράφου έχουν μπει από τον επιμελητή, για τη διευκόλυνση του αναγνώστη.
Διευκρινίζεται, τέλος, πως η «Υπηρεσία της οδού Βελισσαρίου 42», που επικαλείται ο Έξαρχος ως πηγή νομιμοποίησης των αξιώσεών του, δεν ήταν άλλη από το επιτελείο των υψηλόβαθμων ναζί (Ντίτερ Βισλιτσένι, Αλόις Μπρούνερ) που οργάνωσε τη γενοκτονία.
Στην είσοδο του κτιρίου, πληροφορούμαστε από το βιβλίο του Μαζάουερ (σ. 505), κυμάτιζε «μια μεγάλη μαύρη σημαία των Ες Ες».

≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈
«ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΝ
Εν Θεσσαλονίκη τη 17 Ιουνίου 1943
Προς την Σεβαστήν Πρυτανείαν του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Ενταύθα
Κύριε Πρύτανι
Εις απάντησιν του υμετέρου υπ’ αριθ. εμπ.90-4/2-6-43 εγγράφου έχω την τιμήν να φέρω εις γνώσιν Υμών τα εξής:
Εν πρώτοις, ας μοι επιτραπή να εκφράσω την κατάπληξίν μου, ότι ευρέθη Ελλην αξιωματικός μόνιμος να συντάξη προς τους προϊσταμένους του αφόβως και άνευ συστολής τινος αναφοράν οία η διαβιβαζομένη μοι. Αύτη απ’ αρχής μέχρι τέλους αποτελεί πρωτοφανή και πρωτάκουστον παραβίασιν της αληθείας. Εν αυτή διά ελατήρια ευκόλως υπονοούμενα επιχειρεί ούτος κατά τρόπον ομολογουμένως σατανικόν την αντιστροφήν των πραγμάτων εις βάρος μου και υπέρ εαυτού εις τρόπον ώστε συσκοτίζων τα πράγματα να προκαλέση την δυσφήμισιν ανωτέρου κρατικού λειτουργού και επιτύχη την υπέρ εαυτού εκδήλωσιν συμπαθείας.
Η ειλικρινής και ακριβής των συμβεβηκότων έκθεσις θέλει περιτράνως αποδείξει ότι ο περί ού ο λόγος εξεμεταλλευθη κατά τρόπον αυτόχρημα ασεβή την, ας μοι επιτραπή να το είπω, εγνωσμένην μου καλωσύνην μετά της εκ της κοινωνικής μου θέσεως κεπτότητος και αξιοπρεπείας επί μακρόν, αποθρασυνθείς δ’ εκ τούτου ακριβώς έφθασε και μέχρι του σημείου να θελήση να μεταβληθή από ένοχος εις κατήγορον και να ζητή οιονεί ως άλλη μαινομένη Ηρωδιάς την κεφαλήν μου επί πίνακι. Ισως τούτο να αποτελή φαινόμενον της εποχής μας, αν όχι και σύνηθες, πάντως όμως πολύ λυπηρόν.
Διότι ενώ κατά την κρίσιμον ταύτην και δυσχερή καμπή των εθνικών μας πραγμάτων θα έπρεπε κατ’ εξοχήν να τιμάται η αλήθεια, “και η αλήθεια ελευθερώση ημάς”, ο πολύς... συντάκτης της αναφοράς αφού εξεμεταλλεύθη υπέρ κόρον τον άκρατον ανθρωπισμόν μου και την άκραν ευαισθησίαν μου, δεν ωρρώδησεν εν τέλει και από του να εκστομίση εναντίον μου και βαρυτάτας απειλάς και εκβιασμόν, πράγματα τα οποία οσονδήποτε και αν αποτελούν εκδηλώσεις χαρακτηριζούσας εκείνον, πάντως γενόμεναι ενώπιον αξιοπίστων μαρτύρων θα καλέσουν αυτόν εις αυστηράν κρίσιν προ της Θέμιδος το ταχύτερον.
Αφού δε πλην τούτων εθόλωσε δι’ ανακριβών διαδόσεων την κοινήν γνώμην του κύκλου του και δι’ αυτής και άλλους ευπίστους, όταν έκρινε κατάλληλον την στιγμήν διά φανερωτέραν εκμετάλλευσιν τής χάριν άλλων σκοπών τεχνητώς δημιουργηθείσης προς δυσφήμισιν και εκβιασμόν ατμοσφαίρας, τότε ακριβώς και μετά ένα περίπου μήνα συνέταξε την διαβιβαζομένην μοι αναφοράν του με το φαντασιόπληκτον περιεχόμενόν της.
Αι συκοφαντικαί μεν και σατανικαί όντως διαδόσεις του ως και η κατάδοσις εις την GFP [Μυστική Στρατιωτική Αστυνομία] (Τσιμισκή 72 και τούτο μετά 12 ώρας από της σαφούς και ρητής εν προκειμένω εξηγήσεως), ότι δήθεν παρουσιάζομαι διατελών εις σχέσιν τινά υπηρεσιακήν μετά της ΓΚΕΣΤΑΠΟ (περί ής πονηρότατα κατά κόρον γίνεται και εν τη αναφορά λόγος) αναδεικνύουν αυτόν εις ήρωα των περιστάσεων, αλλά και η όλη του συμπεριφορα απέναντί μου αποδεικνύει αριδήλως την σατανικήν ενέδραν, εις την οποίαν επεχείρησε να παρασύρη με ανύποπτον. Ολόκληρον δε το περιεχόμενον της οιονεί αναφοράς του, είμαι υποχρεωμένος να το τονίσω, αποτελεί φαντασιόπληκτον και μυσαρόν όντως κατασκεύασμα, ως τοιούτον δε πρέπει και να διερευνηθή.
Περί τούτου δε, ως ήδη ελέχθη, μαρτυρεί άλλως τε και η μετά ολόκληρον μήνα σατανική σύνταξις και υποβολή της, αφού προηγουμένως παρασκηνιακώς είχε διαβολικώ όντως τω τρόπω φροντίσει να προπαρασκευάση την ατμόσφαιραν διαδίδων ανακριβή και παντελώς ανυπόστατα εις βάρος μου (εφαρμόζων ίσως την αυτώ προσιδιάζουσαν πολεμικήν ηθικήν... αρχήν, καθ’ ήν επιτρέπεται το ψεύδος και η διαβολή, αρκεί να βλάπτεται καιρίως ο εχθρός), περί ού έσπευσα αμέσως άμα τη ακοή να διαμαρτυρηθώ προς τον επόπτην των εν Μακεδονία αξιωματικών στρατηγόν κ. Ν. Λιούμπαν δι’ επιστολής μου από 28-5-43.
Ένα πολύφερνο διαμέρισμα
Ισχυρίζεται ότι εν τη επί της οδού Αμαλίας 16 κατοικία διαμένει από μακρού εις δύο (2) δωμάτια, και δη εις μεν το έν βάσει στεγαστηρίου της Προνοίας, εις δε το έτερον δυνάμει ιδιωτικής !!!... συμφωνίας μετά του αναχωρήσαντος εις Πολωνίαν Ισραηλίτου, ως αι εις τας χείρας του... αποδείξεις.
Οι ισχυρισμοί ούτοι είναι αφελείς το ολιγώτερον, ασφαλώς δε ο κ. Νικολάου υποτιμά την νοημοσύνην του αν νομίζη σοβαρώς ότι ταύτα δύνανται να γίνουν πιστευτά. Διότι τα εν λόγω δωμάτια ήσαν πλήρως επιπλωμένα και εχρησιμοποιούντο ως κρεββατοκάμαρα και τραπεζαρία των γερόντων Γκατένιο και της κόρης των, ο δε κ. Νικολάου, ελθών εκ Λιδωρικίου μέσω Αθηνών και εγκατασταθείς αναγκαστικώς υπό της Προνοίας εις έν άλλο δωμάτιον της κατοικίας, έσπευσε να εγκατασταθή αυθαιρέτως εις τα δωμάτια ταύτα ευθύς άμα τη αναχωρήσει εκείνων, εγκαταλείψας δι’ ευνοήτους λόγους το ό είχε πρότερον δωμάτιον, ίνα τώρα εκβιάση προβάλλων άνευ συστολής τον ασύστατον αλλά και ύποπτον ισχυρισμόν, ότι τάχα παραμένει εκεί από μακρού!
Αλλά και τα της πρώτης συναντήσεως την εσπέραν της 20-4-43 παραποιεί και παραχαράσσει επιχειρών και αυτήν την προσηνή και ανθρωπιστικήν συμπεριφοράν μου να παρουσιάση ως δήθεν το ολιγώτερον ανοίκειον, ώστε να καταντά αυτόχρημα “αγνώριστος” δι’ όλους τους γνωρίζοντάς με καλώς και από μακρού, αλλά και... δι’ εμέ τον ίδιον. Και πρώτον αναφέρει ανακριβώς ότι τάχα επήγα τρεις (3) φοράς, ενώ πήγα μόνον δύο (2).
Την πρώτην φοράν μόνον εις την σάλαν (χολ) έμεινα, διότι πάντα τα δωμάτια ήσαν κατειλημμένα υπό οικογενειών. Ερριξα μια ματιά γύρω και ανεκοίνωσα, απλώς, ότι μου είχε παραχωρηθή η κατοικία υπό του Quartieramt [γερμανική “Υπηρεσία Καταλυμάτων”].
Το αυτό ανεκοινώθη και εις τον προσελθόντα εις την σάλαν συντάκτην της αναφοράς, και όταν ούτος μοι είπε περί της Προνοίας, του είπα ότι κατά τα ισχύοντα θα πρέπη να απευθυνθή εις αυτήν, ήτις και θα τον τακτοποιήση πλέον αλλού. Περί του τόνου και του τρόπου της προς αυτόν συμπεριφοράς μαρτυρεί μονονουχί φωνήν αφιέν το γεγονός, ότι τοσαύτην εμπιστοσύνην και φιλικήν διάθεσιν προεκάλεσεν αύτη και εις αυτόν, ώστε ούτος να μη αισθανθή καν την ανάγκην να ερωτήση το όνομά μου, και να μοι εμπιστευθή το στεγαστήριόν του παρά την διασταύρωσιν Σαρανταπόρου-Σπάρτης, για να συνεννοηθώ εγώ, αφού εκείνος δεν εγνώριζε την γερμανικήν, μετά του Quartieramt και ακολούθως της Προνοίας (δείγμα και τούτο των... κακών μου αισθημάτων!!) επί της καταλληλοτέρας τακτοποιήσεώς του και ει δυνατόν επί της από κοινού θεωρηθείσης οδού Σπάρτης 21.
Κατά την δευτέραν μετάβασιν, κατόπιν Διαταγής της Υπηρεσίας Βελισσαρίου 42, της ρυθμιζούσης τας μετοικεσίας των Ισραηλιτών, έπρεπε να σημειωθώσι τα εβραϊκά έπιπλα, τα εν τη κατοικία, και να επιστηθή η προσοχή των ενοίκων, εστενοχωρήθη υπερβολικά όταν επρόκειτο να σημειωθώσιν και τα εν τοις υπ’ αυτού καταληφθείσοις δωματίοις υπάρχοντα. Τότε εξηγέρθη και παρά την ρητήν και κατηγορηματικήν βεβαίωσίν μου, ότι η σημείωσις αύτη ουδαμώς είχε και την έννοιαν της κατασχέσεως, αλλ’ απλώς της ασφαλείας από ενδεχομένην αφαίρεσιν, ούτος εξεδήλωνε την στενοχωρίαν του βεβαιών ότι τα έφερεν από την Αλεξανδρούπολιν διά του τραίνου (η σύζυγός του είπε διά του πλοίου). Εν τη ψυχική ταύτη αμηχανία του, θέλων να ξεσπάση, ηρώτησε μετά θυμού το όνομά μου και με τι δικαίωμα ήλθα στο σπίτι.
Έσπευσα να εκφράσω την απορίαν μου και την κατάπληξίν μου διά την όψιμον ταύτην αμφιβολίαν του, αφού πρότερον μου είχεν εμπιστευθή και το στεγαστήριόν του, αμέσως δε επέδειξα και το στεγαστήριον του Quartieramt (δείξας εν αυτώ το όνομά μου και την οδόν της κατοικίας) και το Πανεπιστημιακόν δελτίον ταυτότητός μου. Εδήλωσα επίσης ότι διά τα ιδικά του πράγματα ουδείς δύναται να ενδιαφερθή, ώστε να μένη απολύτως ήσυχος. Τα περί δήθεν αρνήσεως της ταυτότητος και τα όμοια είναι οικτρά αποκυήματα της φαντασίας του και εκ των υστέρων κατασκευάσματα προς άλλους ανομολογήτους σκοπούς τείνοντα. Δεν επρόκειτο άλλως τε περί περιπτώσεως, καθ’ ην η απόκρυψις της ταυτότητος θα εξυπηρέτει κανένα σκοπόν!
Από υπηρεσίας εις υπηρεσίαν
Ισχυρίζεται επίσης αναληθέστατα ότι τάχα συγκατετέθην να παραμείνη και αυτός μονίμως εν τη κατοικία. Το τοιούτον και θέσει ανακριβές είναι και φύσει αδύνατον. Και φύσει μεν, διότι θα εσήμαινε παραίτησίν μου από της κατοικίας, αφού τα υπ’ εκείνου καταληφθέντα δύο δωμάτια αποτελούν το κυριώτερον μέρος της κατοικίας ως ανατολικομεσημβρινά, οι δε κοινής χρήσεως χώροι ήσαν απλοί και θα επέβαλλον εις την οικογένειάν μου το επαχθές βάρος της συγκατοικήσεως!
Θέσει δε ανακριβές διότι, πρώτον μεν την 22αν-4-43 (και όχι ως αναληθώς βεβαιοί την 21ην) μετέβην εις το γραφείον τού [γενικού επιθεωρητή Νομαρχιών Μακεδονίας] κ. Χρυσοχόου, όπου είχεν είπει πως ειργάζετο, ίνα επιστρέψω το δοθέν μοι στεγαστήριον και να τον πληροφορήσω περί του ακάρπου των κόπων μου και ότι μόνος του να μεταβή εις την Πρόνοιαν διά να τον τακτοποιήση. Αντ’ αυτού ελθών εις το γραφείον ήρχισε να ομιλή εις έντονον ύφος και να διαμαρτύρεται, ο δε κ. Χρυσοχόου ηρνήθη να αναμειχθή.
Κατόπιν και εκτός του γραφείου, αφού εγένετο περαιτέρω συζήτησις με παρακλήσεις και απειλάς περί απονενοημένων διαβημάτων του ως και με ρητάς και κατηγορηματικάς διαβεβαιώσεις του περί αποχωρήσεως εκ της κατοικίας μόλις θα ετίθεντο εις την διάθεσιν της Προνοίας καλλίτερα κάπως οικήματα, μόνον τότε συγκατετέθην να στενοχωρηθώ επ’ ολίγον και να τον φιλοξενήσω.
Το τοιούτον κατεδείχθη φανερώς και όταν την 30ήν Απριλίου το απόγευμα, παρουσία του συναδέλφου καθηγητού του Παν/μίου κ. Β. Ιωαννίδου και του χημικού φαρμακοποιού κ. Λ. Φιλιππίδου, νυν και τελειοφοίτου της Θεολ. Σχολής Θεσ/νίκης, ανεκοίνωσα εις τον συντάκτην της αναφοράς την μόλις εκείνην την στιγμήν μεταδοθείσαν μοι είδησιν, ότι από της προηγουμένης ημέρας είχε παραχωρηθή ο τομεύς της Αγ. Τριάδος εις την Πρόνοιαν, προσθέσας ότι ενεδεικνύετο να ενεργήση το ταχύτερον για να πάρη κανένα καλό σπίτι. Τότε δηλαδή όχι μόνον δεν εξεπλάγη αλλά και μετά χαράς και ικανοποιήσεως ήκουσε την είδησιν, ειπών αμέσως ότι θα μεταβή και μετέβη παρευθύς εις τον φίλον του υπάλληλον της Προνοίας (και προϊστάμενον του τομέως της Αγ. Τριάδος) κ. Παπαϊωάννου. Οταν δε μετά μίαν περίπου ώραν συνήντησα αυτόν τυχαίως επί της Λεωφόρου Στρατού, με επληροφόρησεν ότι είδε τον κ. Π. και ότι είχεν εύρει και μίαν καλήν κατοικίαν εκεί πλησίον, άνωθεν της γραμμής του τραμ, αλλά θα ιδή και άλλα σπίτια και θα τα κανονίση.
Αλλ’ από της εσπέρας ταύτης άρχονται αι εκδηλώσεις εκείναι αίτινες και τον χαρακτήρα του ανδρός παρουσιάζουν σαφή και τους ανομολογήτους σκοπούς του προδίδουν εμφανώς. Παλινωδίαι και αθετήσεις λόγων, διαβεβαιώσεις μετά βυσσοδομητικών εν κρυπτώ και παραβύστω ενεργειών εναντίον μου.
Ενώ δηλαδή την ώραν εκείνην έδωκέ μοι τας ανωτέρω πληροφορίας, το εσπέρας ήρχισε νέα να σκέπτεται και ενεργή, αντίθετα, και εν συνεννοήσει μετά των συζύγων Παπαϊωάννου και Νικολάου. Την επομένην το πρωί, 1ην Μαΐου, με καλεί και άνευ συστολής μου λέγει ότι δεν φεύγει και, αν δεν μου αρέση, ας φύγω. Οταν το απόγευμα διεβίβασα την διαταγήν της Υπηρεσίας Βελισσαρίου 42 όπως εντός [δυσανάγνωστο] εγκαταλείψη την κατοικίαν μεταβαίνων εις παραχωρηθησομένην αυτώ άλλην κατοικίαν υπό της Προνοίας, ήρχισε να καταφέρεται κατά των επεμβαινουσών γυναικών και να παρακαλή διά παράτασιν της προθεσμίας, την δε Κυριακήν, μετά διαφόρους αποτυχούσας αντιθέτους προσπαθείας του, το απόγευμα (2-5-43), επειδή εδήλωσα αυτώ ότι δεν μοι εμπνέει πλέον εμπιστοσύνην ο διδόμενος λόγος του, έσπευσε, μεθ’ όρκου ότι “θα φάγη το παιδί του” και άλλα παρόμοια, να βεβαιώση... ειλικρινώς πλέον ότι θα φύγη οπωσδήποτε.
Αλλά δεν παρήλθον έκτοτε ούτε δώδεκα ώραι και την πρωίαν της Δευτέρας 3-5-43 ηρνήθη, φωνασκών και υβρίζων και απειλών εν μέση οδώ και παρουσία άλλων, ηρνήθη, λέγω, και πάλιν όσα την προηγουμένην εσπέραν μεθ’ όρκων υπεσχέθη, τότε δε ενεθυμήθη να αμφισβητήση το αληθές της διαβιβασθείσης αυτώ διαταγής, παρά την ρητήν δήλωσίν μου ότι, αν και κατ’ ελάχιστον αμφέβαλλεν, ήτο δυνατόν να την ακούση και αυτός ο ίδιος.
Και όταν την Τρίτην 4-5-43 καλείται ο ίδιος υπό της Υπηρεσίας Βελισσαρίου 42 ίνα λάβη απ’ ευθείας την διαταγήν και υφίσταται ιδία υπαιτιότητι την ήν υπέστη περιπέτειαν, τότε εξηγέρθη ως... μέγα θύμα, αποδίδων εις εμέ την ευθύνην, εκμεταλλευόμενος την διαχύτως υπάρχουσαν ευαισθησίαν όλων μας. Και τούτο ενώ ο ίδιος και κακοπίστως την προηγουμένην είχε μεταβή εις την GFP, καταγγείλας συκοφαντικώς εναντίον μου, και επί δύο (2) ημέρας φωνασκών και υβρίζων μετά της συζύγου του έδιδε λαμπρά δείγματα της... μεγάλης του ευγενείας και της εξαιρέτου ανατροφής του, εκμεταλλευόμενος την καλωσύνην της οικογενείας μου και την σιγήν, ήν επέβαλλέν μοι η κοινωνική αξιοπρέπεια της θέσεώς μου ως καθηγητού του Πανεπιστημίου.
Τότε αυτός είχε τελείως λησμονήσει ότι κατά τύχην ήτο και μέλος του τιμίου σώματος των Ελλήνων αξιωματικών! Και ενώ πάλιν είχεν αποστείλει και τον γυναικάδελφόν του ξυλουργόν ονόματι Ιω. Μαργαρίτην, όστις με ανασκουμπομένους τους βραχίονάς του δίκην νταή ήλθε “να λογαριασθούμε”! Παράδοξον ότι και αυτός ακούσας τας παλινωδίας του γαμβρού του κατεπλάγη!!
Για τα έπιπλα, ρε γαμώτο
Εκτοτε και μέχρι σήμερον ακόμη μετήλθε ο συντάξας την αναφοράν ποικίλας μεθόδους προς μη συμμόρφωσίν του προς τα νομίμως ισχύοντα, ώστε το μαρτύριον των ατασθαλιών, παλινωδιών, υπεκφυγών και διαρκών αναβολών να μη σταματήση έως εδώ. Μοναδικός του σκοπός φαίνεται πλέον ότι υπήρξε να με εκβιάση με παν θεμιτόν και αθέμιτον μέσον, ώστε να αναγκασθώ να φύγω.
Οταν δε διεπίστωνεν ότι μέθοδός τις απέβαινε επί ματαίω, έσπευδε να επινοήση νέαν μέθοδον και νέαν μηχανορραφίαν. (Μήπως άραγε ήτο υποκατάστατον άλλου τινός ενστίκτου εμφανισθέντος λόγω της αργίας και ούτω πώς ικανοποιουμένου;) Τοιούτον και εκ τοιούτων λόγων προήλθεν ασφαλώς και το περιεχόμενον της διαβιβαζομένης μοι αναφοράς του, γενομένης ακριβώς κατά την περίοδον ταύτην με όλην την σατανικήν και σοφιστικήν τέχνην, ώστε να προκαλέση μεν τον οίκτον δι’ εκείνον, διεγείρη δε την αγανάκτησιν –δεδικαιολογημένως δε εάν ήσαν αληθή– εναντίον μου. Ομοία την προέλευσιν και τον σκοπόν ήτο και η αναληφθείσα και σατανικώς διεξαχθείσα συκοφαντική δυσφημιστική εκστρατεία (περί ής διεμαρτυρήθην δι’ επιστολής προς τον στρατηγόν κ. Ν. Λιούμπαν τη 28-5-43), ίνα φοβηθώ και αποχωρήσω, ως και αι απειλαί περί δυσφημίσεώς μου δι’ υποβληθησομένων υπομνημάτων προς το κέντρον.
Εν τη μανία ακριβώς ταύτη ηπειλείτο και καταγγελία εναντίον μου προς τας Γερμανικάς Αρχάς Κατοχής, δεν ωρρώδησαν δε οι ενδιαφερόμενοι ούτε και προ του ανωτάτου προϊσταμένου των, ώστε ηθέλησαν και αυτού του όνομα να αναμείξουν εις την προέλευσιν σχετικών χαλκευμάτων ίνα με εκβιάσουν (σχετική επιστολήν έπεμψα προς τον επόπτην των αξ/κών Μακεδονίας στρατηγόν κ. Ν. Λιούμπαν τη 3-6-43). Τακτικής διάβημα ήτο ίσως και η ενώπιον του κ. Παπαϊωάννου τη 27-5-43 περί ώραν 2.30΄ μ.μ. δήλωσις περί του ότι αυτός πάντοτε ήθελε να φύγη, αλλά... δεν είχε πού να υπάγη!!!
Εκ των κατόπιν δε συμβάντων φαίνεται ότι θα ήμην αναντιρρήτως αρεστός εις τον περί ού πρόκειται, εάν λησμονών κάθε τιμήν και υπόληψίν μου απεδεχόμην την δι’ άλλων κατ’ αρχάς, έπειτα δε και απευθείας γενομένην μοι ήκιστα τιμητικήν πρότασιν περί περιέργου «συμβιβασμού», καθ’ ον εκείνος μεν θα απεχώρει άνευ νέων δυστροπιών εις δοθησομένην αυτώ κατοικίαν υπό της Προνοίας (συνεργούντος και εμού!!), εγώ δε θα εφρόντιζα να καταπαύση πάσα ενέργεια του Κτηματικού Γραφείου επί των Ισραηλιτικών περιουσιών περί του ζητήματος των επίπλων και σκευών Ισραηλιτικής προελεύσεως, όσα τυχόν έσχεν εκείνος, ου μην αλλά και να μη ενεργήσω παρά τη αυτή υπηρεσία για να μείνουν επί τόπου, ως ορίζει ο νόμος, όσα είχον υπ’ αυτής καταγραφή και εν τοις υπ’ αυτού καταληφθείσι δωματίοις απέκειντο, αλλά να αφήσω να τα συμπαραλάβη μαζί του αποχωρών! Τι να είπη κανείς εν προκειμένω; Περίεργα πράγματα και ξένα προς τη συνήθη ανωτέρων ανθρώπων συμπεριφοράν, ακατανόητα δε δι’ εμέ!!!
Τα ανωτέρω, Κύριε Πρύτανι, έχω την τιμήν να γνωρίσω Υμίν επί της διαβιβασθείσης μοι αναφοράς. Είναι λυπηρόν το φαινόμενον, εκ της ανωτέρω δε εκτεθείσης κυρίας και πραγματικής γραμμής των γενομένων δηλούνται αρκούντως σαφώς τα ουχί ανώτερα ελατήρια και οι πραγματικοί σκοποί, υφ’ ών ενεφορείτο και εμφορείται ο συντάξας την αναφοράν πολύς λοχαγός κ. Νικολάου.
Ούτος, αφού κυριολεκτικώς ησέλγησεν επί της επιδειχθείσης ευγενείας και κοινωνικής ευαισθησίας μου και αφού αναστάτωσε κυριολεκτικώς την οικογένειάν μου επί δύο (2) περίπου μήνας και κατετάραξε την οικογενειακήν μου γαλήνην δημιουργών και πλείστα άλλα ζητήματα, παρουσιάζεται τώρα εν ενδύματι αθώου αρνίου ως... θύμα, ζητών την κατά το δη λεγόμενον και “ρέστα” διά της άνευ συστολής καταφανούς διαστροφής της αληθείας και όταν ακόμη τα πράγματα μονονουχί φωνήν αφιέντα βροντοφωνούν διαμαρτυρόμενα διά την ασύστολον παραχάραξίν των.
Επέπρωτο μέσα εις την τόσην σκληράν δοκιμασίαν του Εθνους μας να μας αυξάνουν τον πόνον και τοιαύται οικτραί εκδηλώσεις!
Αλλ’ ας ευχηθώμεν και ας ελπίσωμεν ότι ο Αγαθός Θεός της Ελλάδος θα απαλλάξη ημάς το ταχύτερον από τας επηρείας των ανθρώπων, οίτινες εις ουδέν λογιζόμενοι παν θεωρούμενον υπό των ανθρώπων ως ανωτέραν αξίαν και οιωνεί εθισμένοι εκ της χαρτοπαιξίας όπου διακυβεύεται και το παν (“τα ρέστα”!), τολμούν να διακυβεύουν και το παν της ανθρωπίνης καθαυτό υποστάσεως, και τιμήν και υπόληψιν ου μόνον εαυτών, αλλά και των εις ούς ανήκουν και των ανωτάτων εκπροσώπων της κοινωνίας και του έθνους.
Μετ’ εξαιρέτου τιμής
Βασ. Κ. Εξαρχος
Τακτικός Καθηγητής του Παν/μίου»