Λαμπάδιασε ο Γράμμος τον Αύγουστο του 1949



της Βασιλικής Λάζου[1]

 

αναδημοσίευση από: Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 07.09.2014

 

Στις 30 Αυγούστου του 1949 στα πρωτοσέλιδα των αθηναϊκών εφημερίδων υπήρχε η είδηση πως το ύψωμα Κάμενικ στο Γράμμο, το τελευταίο προπύργιο του Δημοκρατικού Στρατού, καταλήφθηκε από τον Εθνικό Στρατό. Ήταν το στρατιωτικό τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, της σκληρότατης αυτής αναμέτρησης που είχε ξεκινήσει το 1946 και είχε στοιχίσει τη ζωή χιλιάδων Ελλήνων.
Η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει κάποιους μήνες νωρίτερα. Από τέλη Μαρτίου 1949, ο ΔΣΕ έπαψε να υπάρχει ως υπολογίσιμη δύναμη στην Πελοπόννησο. Την ίδια τύχη ακολούθησαν από τα μέσα Μαΐου 1949 οι δυνάμεις του στη Στερεά Ελλάδα, παρά τις επιτυχίες τους στην Καρδίτσα και το Καρπενήσι. Ως το καλοκαίρι του 1949, ο κύριος όγκος του ΔΣΕ περιοριζόταν, με μικρές εξαιρέσεις, στις εστίες που αυτός κατείχε επί των βορειοδυτικών συνόρων της χώρας, στους ορεινούς όγκους του Βίτσι και του Γράμμου. Η τελική φάση του επιχειρησιακού σχεδίου του Εθνικού Στρατού με την κωδική ονομασία «ΠΥΡΣΟΣ» είχε ως στόχο την κατάληψη των ορεινών αυτών περιοχών, την καταστροφή των δυνάμεων του ΔΣΕ που τις κατείχαν και το σφράγισμα των ελληνοαλβανικών συνόρων.
Το κύριο βάρος της επίθεσης ανέλαβε το Στρατηγείο Ηπείρου και Δυτικής Μακεδονίας με δύναμη περίπου 200.000 ανδρών και ενισχυμένες μονάδες πυροβολικού, διαβιβάσεων και μηχανικού. Επρόκειτο για μία αξιόμαχη στρατιά η οποία διέθετε σε αφθονία πεδινό και ορεινό πυροβολικό, όλμους, τεθωρακισμένα και άρματα μάχης, ποσότητες εφοδίων και νέα όπλα, όπως «μπαζούκας» και βόμβες ναπάλμ. Κυρίως, όμως, διέθετε κατ' αποκλειστικότητα Αεροπορία με εκατό περίπου αεροπλάνα Spitfire και τα άρτι αφιχθέντα στην Ελλάδα βομβαρδιστικά καθέτου εφορμήσεως Helldiver.
Απέναντι σε αυτές τις δυνάμεις ο ΔΣΕ αντέταξε 15.000 μαχητές, άνδρες και γυναίκες, περιορισμένη δύναμη πυρός και πενιχρά πολεμικά μέσα. Αν και οι μονάδες του αντιμετώπιζαν προβλήματα συνοχής και ποιότητας και οι εφεδρείες ήταν σχεδόν ανύπαρκτες, το αξιόμαχο της δύναμής του διατηρούνταν χάρη στο ομοιογενές και πειθαρχημένο σώμα στελεχών, την ύπαρξη κάποιων επίλεκτων μονάδων πιο καλά στελεχωμένων και εξοπλισμένων, καθώς και την οργάνωση της διάταξης των μαχητών γύρω από ισχυρές βάσεις πυρός - πολυβολεία.
Οι αντίπαλες δυνάμεις ήταν εξαιρετικά άνισες μεταξύ τους, με συντριπτική την υπεροχή του Εθνικού Στρατού όχι μόνο σε έμψυχο υλικό αλλά και στην ποσότητα και την ποιότητα του οπλισμού. Η στρατιωτική βοήθεια που έφτανε στον ΔΣΕ από τις γειτονικές Λαϊκές Δημοκρατίες ούτε κατ' ελάχιστον δεν μπορούσε να συγκριθεί με την πλουσιοπάροχη αμερικανική βοήθεια προς τον Εθνικό Στρατό. Το γεγονός αυτό απέβη καθοριστικό για την έκβαση των επιχειρήσεων, πόσω μάλλον όταν οι δύο αντίπαλοι έμελλε να συγκρουσθούν όχι πια με τους όρους του ανταρτοπολέμου, αλλά σε τακτική αναμέτρηση.
Στις 24 Αυγούστου 1949, ο «ΠΥΡΣΟΣ Γ» βάζει φωτιά στις κορυφές του Γράμμου. «Λαμπαδιασμένος ο Γράμμος τραντάζεται από τις μαζικές εκρήξεις των ολοήμερων βομβαρδισμών. Μια απερίγραπτη γιγαντομαχία διεξάγεται. Τα τμήματά μας μάχονται σκληρά με αφάνταστο ηρωισμό και αυτοθυσία, με άνισους όρους, πολλές φορές κυκλωμένα και μεμονωμένα, μέσα σε μια λάβα φωτιάς και σίδερου. Δεν παραδίνονται, όμως, πολεμάνε, σπάζουν κλοιούς και συμπτύσσονται μέσα από τις εχθρικές δυνάμεις», γράφει ο Θανάσης Ανάγνου, διευθυντής τότε του 3ου Επιτελικού Γραφείου της 9ης μεραρχίας του ΔΣΕ.
Την επόμενη κιόλας ημέρα, ωστόσο, μία μεραρχία του Εθνικού Στρατού κατορθώνει να υπερκεράσει τη γραμμή άμυνας του ΔΣΕ, να εγκατασταθεί μεταξύ της συνοριακής γραμμής και των μονάδων του ΔΣΕ και να βρεθεί στα μετόπισθεν του αντάρτικου στρατού, όπου κατέλαβε την Πόρτα Οσμάν, κύριο σημείο εξόδου των μαχητών του ΔΣΕ προς την Αλβανία. Παρά τις δυσκολίες που προκαλούσαν το διακεκομμένο έδαφος, η ναρκοθέτηση του εδάφους και προβλήματα στην υποστήριξη του πυροβολικού και της αεροπορίας, ο Εθνικός Στρατός κατόρθωσε να καταλάβει την κορυφογραμμή του Γράμμου στις 28 Αυγούστου 1949.
Απέναντι στον κίνδυνο να αποκλειστεί και η μοναδική απομένουσα δίοδος Μπάρα, και οι δυνάμεις του ΔΣΕ να βρεθούν περικυκλωμένες, το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ τις διέταξε να εκκενώσουν τον Γράμμο και να περάσουν στην Αλβανία...

Μια ολοκληρωτική σύγκρουση

Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος συνιστά μαζί με τη Μικρασιατική καταστροφή ένα από τα πιο τραυματικά επεισόδια της ελληνικής ιστορίας. Δεν αποτέλεσε απλά μια τρίχρονη στρατιωτική σύρραξη με βάση ένα προαποφασισμένο σχέδιο αλλά υπήρξε μια βαθύτατα πολιτική σύγκρουση με ολοκληρωτικό χαρακτήρα ανάμεσα σε αντιτιθέμενα κοινωνικά και ταξικά συμφέροντα. Απόρροια των πολιτικών και κοινωνικών διεργασιών της Κατοχής συνιστά το πρώτο «θερμό επεισόδιο του ψυχρού πολέμου» με το δίπολο φασισμός - αντιφασισμός να μετασχηματίζεται στο πλαίσιο της ιδεολογικής αντιπαράθεσης στην αντίθεση κομμουνισμός - αντικομμουνισμός.
Αν και στρατιωτικά μπορούμε να ερμηνεύσουμε την έκβαση της αναμέτρησης βασισμένοι στον δραματικά αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων σε βάρος του Δημοκρατικού Στρατού, η απάντηση στο ερώτημα γιατί νίκησε ο Εθνικός Στρατός και χάθηκε ο πόλεμος για τον ΔΣΕ δεν είναι τόσο αυτονόητη. Οι ερμηνείες που έχουν δοθεί είναι πολλαπλές και συχνά αντικρουόμενες και αποδίδουν τα αίτια της ήττας τόσο σε εσωτερικούς όσο και εξωτερικούς παράγοντες. Στην 6η Ολομέλεια που συγκάλεσε η ηγεσία του ΚΚΕ στις 9 Οκτωβρίου 1949, για να εκτιμήσει τις αιτίες της «υποχώρησης» και να θέσει τα νέα καθήκοντα εν όψει της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί, τα αίτια αποδόθηκαν στην αδυναμία επίλυσης του ζητήματος των εφεδρειών και του ανεφοδιασμού, ιδιαιτέρα στα τμήματα του ΔΣΕ της Νότιας Ελλάδας, στη βοήθεια των Βρετανών και των Αμερικανών και στην «προδοσία του Τίτο». Στις ολομέλειες και συνδιασκέψεις του κόμματος που ακολούθησαν κυριάρχησε η άποψη του Ζαχαριάδη, για την ορθότητα της θέσης της καθοδήγησης αλλά την κακή της υλοποίηση, και το σύνθημα «με το όπλο παρά πόδα»: η ήττα ήταν προσωρινή, η υποχώρηση του ΔΣΕ ένας τακτικός ελιγμός ενώ επίκειται νέος γύρος ένοπλης πάλης.

Χάθηκε πολύτιμος χρόνος

Κρίνοντας εκ των υστέρων, η καθυστερημένη απόφαση της ηγεσίας του ΚΚΕ για ένοπλη μορφή πάλης, παρά την ύπαρξη ομάδων ένοπλων καταδιωκόμενων στα ορεινά, είχε ως αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος στην ανάπτυξη του ΔΣΕ ενώ έδωσε τη δυνατότητα στον Εθνικό Στρατό να οργανωθεί και να ενισχυθεί με τη βρετανική και την αμερικανική υποστήριξη. Το πρόβλημα των εφεδρειών επιτάθηκε με την αναγκαστική μετακίνηση 700.000 ανθρώπων από τα ορεινά στις πόλεις, γεγονός που στέρησε τον ΔΣΕ από πηγές εφοδιασμού και πληροφόρησης. Η μερική εγκατάλειψη της αντάρτικης τακτικής και η ρήξη Τίτο-Στάλιν συνέτειναν στο να χάσει ο ΔΣΕ το μηχανισμό στήριξης και ενότητας των δυνάμεών του, ενώ το κλείσιμο των συνόρων, δύο μήνες πριν από την κατάρρευση, απλώς επιτάχυνε το αναπόφευκτο.
Αν και στρατιωτικά η έκβαση του πολέμου κρίθηκε στις κορυφές του Γράμμου τον Αύγουστο 1949, ο Εμφύλιος και το πνεύμα του εξακολούθησαν να βρίσκονται στο προσκήνιο για ένα τέταρτο του αιώνα ακόμη...
Η άρση των κληροδοτημάτων του Εμφυλίου ήρθε το 1974 και επισήμως μόλις το 1989. Η «εθνοενωτική αφήγηση» της δεκαετίας του 1980 μέσω της υπέρβασης των αντιθέσεων που γέννησε ο εμφύλιος πόλεμος, η έκρηξη του επιστημονικού και δημόσιου ενδιαφέροντος τις επόμενες δεκαετίες και η εν εξελίξει προσπάθεια αναθεώρησης της ιστορίας με την επαναφορά ψυχροπολεμικών επιχειρημάτων καταδεικνύουν ότι ο Εμφύλιος Πόλεμος και τα πολιτικά του διακυβεύματα κάθε άλλο παρά στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας πέρασαν.



[1] ιστορικός