Η Οικονομία από την Κατοχή ώς την Απελευθέρωση



αναδημοσίευση από: Η Εφημερίδα των Συντακτών, 5.3.2014

του Βασίλη Γ. Μανουσάκη[1]

«Προχθές έφαγα δύο πάστες στου Μιλάνου στην Κηφισιά. Την πρώτη την πλήρωσα 16.000.000˙ τη δεύτερη, αμέσως μετά, ούτε πέντε λεπτά δεν είχαν περάσει, 20.000.000!»
 Ελένη Βλάχου: «Πενήντα και κάτι… δημοσιογραφικά χρόνια», τόμος Α΄, σελ. 163.

 Η αναφορά αυτή τον Αύγουστο του 1944 δείχνει μια από τις γνωστότερες πτυχές της Οικονομίας κατά το τελευταίο έτος της Κατοχής: αυτή του υπερπληθωρισμού. Ταυτόχρονα όμως υποδηλώνει πως, παρά τις δυσκολίες και τις ελλείψεις, το 1944 δεν ήταν σαν τον χειμώνα του 1941-42 που οι περισσότεροι κάτοικοι των ελληνικών πόλεων αντιμετώπιζαν το φάσμα της πείνας. Το επισιτιστικό δεν αποτελούσε πια το 1944 το κυρίαρχο πρόβλημα των Ελλήνων, κάποιοι από τους οποίους μπορούσαν να ξεγελιούνται με τις καθημερινές μικρές απολαύσεις όπως οι πάστες, ενώ κάποιοι άλλοι είχαν ακόμα και τη δυνατότητα να «συγκεντρώνονται στις αίθουσες νέων καζίνων» και να ποντάρουν μικρές περιουσίες ή να αγοράζουν για δώρα πολυτελή «ρολογάκια ελβετικά» με ρουμπίνια, φώσφορο και άθραυστο γυαλί.
 Αυτοί οι θαμώνες των κατοχικών καζίνων και οι αγοραστές των ειδών πολυτελείας ανήκαν κυρίως στην κατηγορία των νεόπλουτων της Κατοχής. Τα εισοδήματά τους έρχονταν από τρεις πηγές: α) τη μαύρη αγορά, συνήθως τροφίμων, β) τις προμήθειες και τα έργα των Αρχών Κατοχής και γ) την εκμετάλλευση της τεχνητής ισοτιμίας μάρκου-δραχμής, η οποία τους επέτρεπε να κερδίζουν αξιόλογα ποσά από τα είδη που μπορούσαν να εισάγουν στη χώρα. Το φθινόπωρο του 1942, για παράδειγμα, τα κέρδη από την πώληση των τεχνητά φτηνών αυτών προϊόντων έφταναν στο 40.000% – 50.000% της αρχικής επένδυσης.
 Ιδιαίτερα στη βόρεια Ελλάδα υπήρχε εξάλλου και η κατηγορία κάποιων Ελλήνων εθνικοσοσιαλιστών και άλλων συνεργατών του κατακτητή, οι οποίοι λάμβαναν ως αμοιβή την άδεια να εκμεταλλευτούν τις περιουσίες των Εβραίων που αποστέλλονταν για εξόντωση στα στρατόπεδα της Γερμανίας και –κυρίως– της Πολωνίας.
[…]

Ολόκληρο το άρθρο: εδώ



[1] Ο Βασίλης Γ. Μανουσάκης ολοκληρώνει την περίοδο αυτή το διδακτορικό του που εκπονεί στο ΑΠΘ για την Οικονομία την περίοδο της Κατοχής. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε πρακτικά συνεδρίων και ιστορικά αφιερώματα εφημερίδων.