Στα όπλα με το ζόρι: αναμνήσεις επιστρατευμένων γυναικών στο ΔΣΕ



αναδημοσίευση από: http://blogs.sch.gr/thankall/?p=989

του Θανάση Καλλιανιώτη



Ελάχιστες δημοκρατικές δομές χαρακτήριζαν τους σχηματισμούς των ανταρτών του ΔΣΕ, αφού στην πλειονότητά του απαρτιζόταν από επιστρατευμένους, φανερά τη μέρα, κρυφά το βράδυ, νεαρούς και νεαρές. Οι τελευταίες, παρά την αλλεπάλληλη διαφώτιση προσπαθούσαν πάντα να λιποτακτήσουν. Όσες επέζησαν προσεγγίζονται με δυσκολία και η μνήμη τους είναι επιλεκτική: γενικά ομιλούν με περηφάνια για τους ανδρικούς τους ρόλους, αλλά σιωπούν περί των γυναικείων.

Αντιφάσεις

 Κοινοτική εξουσία, αγροφύλακες και χωροφύλακες το 1949 στο λόφο του Αγίου Προδρόμου Αιανής. Αντιμετώπισαν αναποτελεσματικά όλες τις επιδρομές του ΔΣΕ στο χωριό, ιδιαίτερα την τελευταία το φθινόπωρο του 1948 κατά τη διάρκεια της οποίας επιστρατεύτηκαν νεαρά κορίτσια (Ιδιωτική Συλλογή οικογένειας Κύρινα)

Είναι εξαιρετικά απίθανο να υπάρχει κανείς εδώ μέσα που να αμφιβάλλει ότι από το 1946 ως το 1949, οι αντάρτες στην Ελλάδα επιστράτευαν με τη βία άντρες, γυναίκες κι εφήβους. Αν όμως αρχίσουμε να επεξεργαζόμαστε ιστορικά το θέμα, αναζητώντας π.χ. την αναλογία επιστρατευμένων -εθελοντών, τον τρόπο που τους έπαιρναν από το σπίτι, τα συναισθήματά τους, σίγουρα θα προκύψουν διαφωνίες, καθώς διάφοροι αγνοί ιδεολόγοι, σκληροί επαγγελματίες ή εύπιστοι φιλίστορες θα επιμένουν ότι στην πλειονότητά τους οι αντάρτες του ΔΣΕ ήταν εθελοντές και άλλα ρομαντικά παρόμοια.
Στην ερώτηση αν ο στρατός των ανταρτών, ο ΔΣΕ, ήταν πράγματι δημοκρατικός η απάντηση είναι πολύ απλή: κανείς στρατός δε δομείται με δημοκρατικές λειτουργίες, αφού οι αποφάσεις της κορυφής στέλνονται στη βάση ως αναντίρρητες εντολές. Οπότε ο λογότυπος ΔΣΕ είναι επίπλαστος. Θα ήταν ορθότερο ο κομματικός αυτός στρατός να ονομαστεί λαϊκός, όπως ο προκάτοχός του ο ΕΛΑΣ. Για λόγους όμως συνεννόησης μεταξύ μας θα κρατήσουμε τον τίτλο που δόθηκε από τους αυθέντες του, θα αναφέρεται δηλαδή ως ΔΣΕ.

Για ένα Νέο Στρατό

Επιστράτευε λοιπόν ο ΔΣΕ με δύο τρόπους: α) ο θεσμικός που ομοίαζε με τον αντίστοιχο του Εθνικού Στρατού (περιέλαβε όμως αργότερα και τις γυναίκες) και λάβαινε χώραν στη ζώνη ελέγχου των ανταρτών: κολλούσαν στο πλατάνι της πλατείας το φιρμάνι της επιστράτευσης ή μετέδιδαν προφορικά την ύπαρξή του. Ελάχιστοι χωρικοί ήταν διατεθειμένοι να δοκιμάσουν τη νομιμοφροσύνη τους έναντι του κράτους των ανταρτών, αφού ήταν γνωστό ότι η διαφωνία έφερνε κυρώσεις που κυμαίνονταν από την κατάσχεση υλικών αγαθών ως τον προσωπικό θάνατο.
Ο επόμενος τρόπος εύρεσης «νέου υλικού», όπως ονομάζονταν από τους διαφωτιστές του ΚΚΕ οι επιστρατευμένοι, άρχισε να εφαρμόζεται μαζικά από το φθινόπωρο του 1948 και μετέπειτα, θεωρητικά για να σχηματιστούν οι «στρατηγικές εφεδρείες» των ανταρτών, πρακτικά για να συνεχίσει ο ΔΣΕ να υπάρχει. Νύκτωρ κι απροειδοποίητα οι αντάρτες έμπαιναν το βράδυ σε χωριά και κωμοπόλεις κι απασχολώντας τις αντίπαλες δυνάμεις αιχμαλώτιζαν άντρες, γυναίκες, αγόρια και κορίτσια. Κατά την απόσυρσή τους όλοι σχεδόν οι άντρες και τα αγόρια δραπέτευαν. Την επόμενη μέρα με τη βοήθεια των κατά τόπους ΚΠ οι παντρεμένες συνήθως αποδεσμεύονταν κατά τη διαλογή, ενώ οι ελεύθερες, από 16 χρονών και άνω, προωθούνταν σε έμπεδα (στρατόπεδα εκπαίδευσης), διαδρομή που διαρκούσε από λίγες νύχτες έως μερικές εβδομάδες.
Εννοείται ότι σχεδόν κανένα κορίτσι δεν επιθυμούσε να ενταχθεί στο ΔΣΕ, αφού ελάχιστα γνώριζαν κάτι περισσότερο από τη διαδρομή σπίτι –χωράφι –εκκλησία –βρύση. Γι αυτό οι επιστρατευμένες, ντυμένες με τις παραδοσιακές τους στολές, ολόλυζαν χωρίς σταματημό. Κι όχι μόνο αυτές: ένα φθινοπωρινό πρωινό του 1948 στον αυλόγυρο του ενοριακού ναού ενός χωριού της Δυτικής Μακεδονίας (στην Αιανή Κοζάνης) είχαν μαζευτεί όλοι οι κάτοικοι κλαίγοντας για τους δεκάδες άντρες, νέους και νέες που οι αντάρτες είχαν πάρει μαζί τους μερικές ώρες πιο πριν, μια εικόνα χρωσμένη με θλιβερές πινελιές.
Όμως οι νέοι συνηθίζουν τις καινούργιες καταστάσεις και σε αυτό προσφέρει την αρωγή της η κοινοβιακή ζωή. Στα έμπεδα τα κορίτσια μάθαιναν την τέχνη του πολέμου, αλλά περισσότερη επιμονή δινόταν στη «διαφωτιστική δουλειά». Εθεωρείτο ότι έτσι το «υλικό» θα «αφοσιωνόταν» στο ΔΣΕ, με σημερινά δηλαδή λόγια στόχος ήταν η μετάλλαξη των κοριτσιών της επαρχίας σε σκληρές φονταμενταλίστριες που έπρεπε να «μισούν» τον αντίπαλο, το λιγότερο για να αποσοβούνται οι λιποταξίες, που όσο σκλήραιναν οι μάχες τόσο αυτές πλήθαιναν.
Κατόπιν τα κορίτσια έπαιρναν όπλο, ντύνονταν στο χακί, όταν αυτό υπήρχε, και μοιράζονταν στα τμήματα αναλαμβάνοντας βοηθητικές επί το πλείστον εργασίες, γεμίστριες π.χ. οπλοπολυβόλων και πολυβόλων θέσεως, τραυματιοφόρισσες κλπ. Τις ομορφότερες οι ηγέτες μεριμνούσαν να τις έχουν κοντά τους, πράξη που δυσαρεστούσε βεβαίως αρκετούς αντάρτες, όμως οι σχετικές διαμαρτυρίες τους δεν έφταναν ποτέ πουθενά προς συζήτησιν.
Η αναλογία γυναικών στο ΔΣΕ αύξαινε όσο περνούσε ο καιρός και κυμαινόταν από το 1/3 έως και το ½, ανάλογα με τις μονάδες. Καθώς όμως σχεδόν όλες ήταν επιστρατευμένες, η μαχητική αξία των τμημάτων ήταν περιορισμένη, όχι τόσο επειδή οι γυναίκες ήταν αμαθείς του πολέμου ή λόγω της διαφοράς του φύλου, αλλά περισσότερο διότι είχαν ριχτεί σε έναν αγώνα που άλλοι είχαν επιλέξει. Έτσι με την πρώτη ευκαιρία κατέφευγαν στο στρατό. Ως το τέλος έμειναν στο βουνό όσες δεν κατάφεραν να φύγουν κι αυτές που δημιούργησαν ερωτικές σχέσεις με συναγωνιστές τους. Αρκετές κείτονται για πάντα σκοτωμένες στις χαράδρες και τα ρουμάνια, φορώντας τότε χακί ή μεσαιωνικά φουστάνια.

Οι γυναίκες της διπλανής πόρτας

Δεξιά με την παραδοσιακή στολή η Βασιλική Στόκα -Ζαγάρα από την Αιανή. Στην ηλικία των 16 ετών, το φθινόπωρο του 1948, αρπάχτηκε από τους αντάρτες του ΔΣΕ και χρημάτισε αντάρτισσα μέχρι να καταφύγει κρυφά στις τάξεις του Εθνικού Στρατού (Ιδιωτική Συλλογή οικογένειας Ζαγάρα)

Δεν βρίσκονται εύκολα έντυπες μαρτυρίες από γυναίκες που είχαν αρπαχτεί με το ζόρι και ο λόγος φυσικά εστιάζεται στις μεταλλαγές της μνήμης. Όσες επιστρατεύτηκαν από ανταρτοκρατούμενες περιοχές κι έπειτα κατέφυγαν στο εξωτερικό ή αιχμαλωτίστηκαν από το στρατό είναι φυσικό να αισθάνονται (κατά πολύ, ακόμη κι εντελώς) εθελόντριες, όπως π.χ. ορισμένα κορίτσια που ομιλούν στο έργο της Ρίκης Μπουσχότεν ή η Σταματία του Διπλού Βιβλίου της Τασούλας Βερβενιώτη. Αυτές όμως που πάρθηκαν με τη βία από τη ζώνη επιρροής του στρατού κι επέστρεψαν στα σπίτια τους καταχώνιασαν αυτή τη θύμηση, μην τολμώντας να δείξουν στο αυστηρό αντρικό περιβάλλον της επαρχίας ότι είχαν, έστω κι ολιγόχρονες, διαφορετικές εμπειρίες. Για μία που τόλμησε να μην το κρύψει, λέχτηκε (ψευδώς) ότι, όταν είχαν έρθει οι αντάρτες να πάρουν τα κορίτσια κι αυτά προσπαθούσαν να κρυφτούν, αυτή φώναζε «ιμένα μη μι παίρτι, είμι μκρή!» δηλώνοντας έτσι την παρουσία της.
Πρόσφατα φιλίστορας νεαρός αρχαιολόγος ρωτούσε για τη μάχη της Καρδίτσας του 1949. Ο γράφων τον υπέδειξε ως ρέουσα πηγή τη σπιτονοικοκυρά του, επιστρατευμένη με τη βία αντάρτισσα. Με τεράστια έκπληξη αναφώνησε: «θα τρελαθώ, η Βασίλω αντάρτισσα;» «Ναι», τον είπα, «με στεν και παντελόνι!» Η Βασίλω ποτέ δεν είχε κουβεντιάσει μαζί του κάτι σχετικό και ούτε η κορμοστασιά της έχει κάτι από τις ψευδείς υπερβολές των έργων του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Πρόκειται για μία συνηθισμένη πρεσβυτέρα της διπλανής πόρτας, που ξέρει όμως να κρύβει καλά το πολεμικό παρελθόν της.
Η μνήμη των επιστρατευμένων γυναικών συνεχίζει ως σήμερα να ρέει υπόγεια, και γι αυτό ίσως κάποτε, σε εξαιρετικές περιστάσεις, εκρήγνυται: μία ηλικιωμένη γυναίκα που πριν από λίγο αρρώστησε βαριά, παραληρεί σήμερα ζητώντας επιτακτικά τη γειτόνισσά της, με την οποία πριν από μισό αιώνα βρισκόταν μαζί στο βουνό, αρπαγμένες και οι δύο με το ζόρι. Είναι ένα πραγματικά εκπληκτικό φαινόμενο: καθώς το σώμα έχει σχεδόν σβήσει το ακοίμητο υποσυνείδητο αναζητά εναγωνίως στηρίγματα για τη ζωή κι ένα από αυτά είναι οι πολεμικές περιπέτειες, το δίκοχο, το στεν, το παντελόνι, μνήμες έντονες αλλά καλά σφραγισμένες επί δεκαετίες.

Ενθυμήσεις και σιωπές

Καθώς οι έντυπες σχετικές πηγές είναι παραλλαγμένες ή σπανίζουν, θα πρέπει να αναζητηθούν αντίστοιχες προφορικές. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι εύρεσης, αλλά δύο είναι οι συνηθέστεροι: οι ερωτήσεις εκ του μακρόθεν και οι επιτόπιες επισκέψεις στα χωριά. Όσο ικανότερος είναι ο ερευνητής (ικανότητα σημαίνει μελέτη, επιμονή, ευτολμία, φαντασία) τόσο περισσότερο ευρίσκεται το υλικό σε πλάτος και σε βάθος. Με μία όμως ιδιαιτερότητα: οι ερευνήτριες πλεονεκτούν έναντι των ερευνητών, όταν στο χώρο της συνέντευξης παρίσταται ο σύζυγος ή άλλος άνδρας συγγενής, διότι αισθάνεται αμήχανος ο άνδρας, όταν η γυναίκα του ταξιδεύει σε ένα πολεμικό παρελθόν που από το ένα μέρος του είναι άγνωστο κι από το άλλο θεωρείται αποκλειστικό προνόμιο των ανδρών.
Αρνητικά αντιδρά ο ωτακουστής σύζυγος, όταν τεθούν συναισθηματικής φύσεως ερωτήσεις από τον ερευνητή, παρομοίως και η σύζυγος. Το ζήτημα ειδικά των ερωτικών σχέσεων το καταπλακώνει μια σιωπή. Ποτέ μια επιστρατευμένη αντάρτισσα δεν αναφέρεται σε αυτό, αν δεν πιεστεί. Ακόμα και τότε όμως οι απαντήσεις είναι στερεότυπες: «αν έκανες κάτι, σε  έστηναν στα έξι μέτρα». Έχει γραφεί από επαγγελματία ιστορικό ότι οι έρωτες στο βουνό «γίνονταν κατ΄ ανάγκην ιδανικοί», αλλά η πρόταση δεν ισχύει, διότι με βάση τη λογική αλλά και από την (ελάχιστη σχετική) βιβλιογραφία γνωρίζουμε ότι συνέρχονταν συχνά άντρες και γυναίκες στο βουνό, ιδιαίτερα στα έμπεδα ή τα τμήματα θέσεων. Οι περισσότερες σχέσεις δεν κατέληξαν σε γάμο, μάλλον λόγω των μετακινήσεων, των λιποταξιών και του θανάτου. Αυτές οι ιστορίες βεβαίως μεγεθύνονταν και αποτελούσαν μέρος της προπαγάνδας του αντιπάλου, ο οποίος μεμφόταν τους αντάρτες ως ανήθικους και τις (εθελόντριες) αντάρτισσες σαν πόρνες.
Οι επιστρατευμένες γυναίκες συνήθως ξεχνούν τα επίθετα των συμμαχητών τους (θυμούνται όμως τα ονόματα των ταξιάρχων και των λοχαγών τους) και λησμονούν τους περισσότερους τόπους που βάδισαν. Θυμούνται όμως έντονα ότι μερικοί αντάρτες που είχαν τσάντες τις μιλούσαν συνεχώς, λέγοντας ότι θα «φέρουμε τη λευτεριά!», μόνο αυτό. Δηλαδή η καρδιά της φιλοσοφίας του ΔΣΕ, η πολιτική δηλαδή επικοινωνία (προπαγάνδα), αποδείχτηκε λειψή στο πρακτικό επίπεδο, γι αυτό και σχεδόν όλοι οι αντάρτες, επιστρατευμένοι και μη, αγνοούν τόσο τα λεγόμενα των κατηχήσεων όσο και τα ονόματα των κατηχητών τους.

Γεώργιος Σιούστης από την Αιανή. Έφηβος επιστρατεύτηκε βιαίως από τους αντάρτες του ΔΣΕ κι εντάχθηκε στις γραμμές του μέχρι να παραδοθεί κι αυτός στον Εθνικό Στρατό (Ιδιωτική Συλλογή οικογένειας Σιούστη)

Αν και γενικώς οι επιστρατευμένες χαρακτηρίζουν τους αντάρτες με διάφορα αρνητικά επίθετα, π.χ. ξιπατουμέν(οι), αστράφτουν από περηφάνια όταν, όπως ειπώθηκε, αναφέρονται στο στρατιωτικό τους παντελόνι, το δίκοχο ή το όπλο τους. Πρόκειται προφανώς για ένα δείγμα όψιμου φεμινισμού, που εκδηλώνεται μονάχα υπογείως.
Συχνή επωδός πολλών συνεντεύξεων με επιστρατευμένες γυναίκες είναι η απορία, γιατί αυτές, αν και πολέμησαν δεν παίρνουν σύνταξη, οπότε προσκαλούν τον ερευνητή να μεσιτεύσει.
Για μια πλήρη πάντως μελέτη της μνήμης των επιστρατευμένων με τη βία γυναικών χρειάζεται επιπλέον η εξέταση παράπλευρων ενθυμήσεων, π.χ. της οικογένειας, του χωριού, των ανταρτών, συνολικά της κοινωνίας. Εντάσσεται έτσι ομαλά το συγκεκριμένο στο γενικό και ο ερευνητής ή ο αναγνώστης ασκείται σε συγκρίσεις και διαφορές εννοιών, όπως π.χ. η θεωρία με την πράξη, η αλήθεια με το ψεύδος κλπ.

Υ.Γ. Ανακοίνωση του Θανάση Καλλιανιώτη που γράφτηκε για την Κορησό Καστοριάς την 8η Ιούλη 2006, στο συνέδριο που οργάνωσε το Δίκτυο Μελέτης Εμφυλίων Πολέμων από 6 έως 9 Ιούλη 2006 με θέμα «Μνήμες των Εμφυλίων Πολέμων. Τόποι και Εργαλεία». Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Παρέμβαση 136 (Καλοκαίρι 2006) 71-4. Η παρούσα διαδικτυακή δημοσίευση ακολουθεί πιστά το πρωτότυπο, το οποίο όμως δεν περιέχει τις εικονιζόμενες φωτογραφίες.