Οι καπαπίτες του Μπούρινου 1946-1950



αναδημοσίευση από: http://blogs.sch.gr/thankall/?p=981

Ανακοίνωση Θανάση Καλλιανιώτη


 στο διήμερο συνέδριο Τσοτυλίου 30η Αυγούστου έως 1η Σεπτεμβρίου 1996. Δημοσιεύτηκε στον τόμο Η δεκαετία 1940 –1950 στη Δυτική Μακεδονία, Εταιρεία Μελετών Άνω Βοΐου, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 388 –398. Το κείμενο εδώ -παρόλο τον πειρασμό για ένα βαθύτατο χτένισμα- αποδίδεται ως είχε με ελάχιστες μόνο διορθώσεις αβλεψιών, ενώ προστέθηκαν φωτογραφίες, ο χάρτης και η βιβλιογραφία.

 Ο διμοιρίτης του ΕΛΑΣ και λοχαγός μετέπειτα του ΔΣΕ Χρήστος Νομικός το 1943 στην Καισαρειά. Κρατά γερμανικό αυτόματο στάγιερ, ενώ στη ζώνη του έχει γερμανική χειροβομβίδα και πιστόλι (Ιδιωτική Συλλογή οικογένειας Νομικού)

Το πρωτογενές υλικό για την ιστορία του εμφυλίου πολέμου στη Δυτική Μακεδονία σπανίζει, τα δε βιβλία που αναφέρονται στα οροπέδια Κοζάνης, Βοΐου, Πτολεμαΐδας και Γρεβενών είναι λιγότερα από τα δάχτυλα των δυο χεριών. Πρόσωπα που είχαν σημαντικότατη δράση στην περιοχή σαν τον Πετρόμπεη, το Χείμαρρο, τον Υψηλάντη, τον Παλαιολόγο σιωπούν εκδοτικά ως σήμερα.
Ακόμα πιο σπάνιες είναι οι έντυπες πηγές του θέματος που διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα. Εστιάζονται σε δυο μόνο βιβλία: του Γιώργου Γκάσα από τους Μανιάκους με τίτλο «οι Αθάνατοι της Καστοριάς» και του Τάσου Θεοδωρόπουλου με τίτλο «Αγώνες και θυσίες της περιοχής Γρεβενών». Ο πρώτος αφιερώνει 10 σελίδες στο τέλος του βιβλίου του κι ο δεύτερος 15. Δυστυχώς πρόκειται για μια διάχυτη και ιστορικά λανθασμένη αντίληψη, από την οποία διακατέχονται οι αγωνιστές: να γράφουν δηλαδή γενικότητες και να αφήνουν στη λήθη τις λεπτομέρειες των καθημερινών γεγονότων.
 Ο τίτλος της εργασίας μου είναι συνεκδοχικός κι αφορά στους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού, οι οποίοι  από τo ΄46 και μετά δρούσαν στην περιοχή του όρους Μπούρινος, τον Τσιαρτσιαμπά και τα Βέντζια. Tα Κ.Π. δεν λειτουργούσαν μόνο σαν κέντρα πληροφοριών αλλά είχαν και διάφορες επιμέρους υποχρεώσεις, όπως προπαγάνδα, οργάνωση σαμποτάζ, ελευθεροσκοπευτική δράση, σταθμοί περαστικών μονάδων, πολιτοφυλακή και άλλα. Τα καθήκοντα αυτά ασκούνταν στην αρχή από τα μάχιμα τμήματα εξειδικεύτηκαν όμως το 1948, όταν χρειάστηκε βοηθητικό μέτωπο στα μετόπισθεν προς ανακούφιση των ανταρτών, που μάχονταν στο Γράμμο και το Βίτσι. Διατηρήθηκαν μέχρι την πτώση του ΔΣΕ τον Αύγουστο του ΄49.  Μετά άλλαξαν το όνομά τους σε ΠΕΥ, δηλαδή Πολιτικοί Επίτροποι Υπαίθρου και τα μέλη τους ολιγόστεψαν μέσα στο διαρκές κυνηγητό. Όσοι από τους τελευταίους αυτούς επαναστάτες επέζησαν πέρασαν στην Αλβανία την Άνοιξη του 1950.
Κατά τη διάρκεια της εκφώνησης θα αναφερθούν ονόματα, εκτελέσεις και κακοτροπίες και των δυο παρατάξεων. Αυτές οι απωθητικές λεπτομέρειες είναι απαραίτητες για τρεις λόγους: ο απλούστερος είναι ότι ιστορία χωρίς τεκμηρίωση καταντά μυθολογία. Ο  επόμενος αφαιρεί το προσωπείο της αγνής ιδεολογίας και της δικαιοπραξίας στον εμφύλιο πόλεμο. Ο τρίτος σκίζει το ένδυμα του ηρωικού ενθουσιασμού, με το οποίο ντύνεται ο κάθε πόλεμος, και τον αποκαλύπτει ανελέητο κι ανθρωποβόρο, όπως δηλαδή είναι στην πραγματικότητα.
Αν το 1945 οριστεί ως το αρχικό έτος των ασύδοτων επιδρομών από τα αντικομμουνιστικά αποσπάσματα το 1946 είναι ο χρόνος θεμελίωσης του εμφυλίου πολέμου. Παλιοί καπετάνιοι σαν τον Αλέκο Ρόσιο (Υψηλάντη) από τη Σιάτιστα, τον Αλέκο Σακαλή (Πετρόμπεη) από την Κοζάνη και τον Ηλία Ρούνη (Μπαρμπαλιά) από τη Bλαχέρνα Αρκαδίας πλαισιώθηκαν από πιστούς ελασίτες σαν τα εξαδέλφια Λάζο και Κώστα Τσιτούρα από την Αιανή και σχημάτισαν το «συγκρότημα Μπούρινου». Για να δημιουργήσουν ζωτικό χώρο και να αποκτήσουν τρόφιμα χτύπησαν τον Απρίλη του ΄46 χωρίς επιτυχία τον αστυνομικό σταθμό της Κνίδης αφήνοντας τρεις νεκρούς αντάρτες και τον ίδιο μήνα έκλεισαν τους παλιούς λογαριασμούς τους με τον κτηνοτρόφο Δημήτρη Τσίρο.[1]
Το αποκορύφωμα των δραστηριοτήτων τους υπήρξε η φθινοπωρινή άλωση της Δεσκάτης απ’ όπου έλαβαν οπλισμό και πολεμοφόδια.[2]  Οι επιθέσεις συνεχίστηκαν με ένα αποτυχημένο χτύπημα στη Σιάτιστα και το κάψιμο του αστυνομικού σταθμού Αιανής τον Οκτώβρη του ίδιου έτους.[3] Στο μεταξύ το συγκρότημα ενισχύθηκε με μια ομάδα παλαίμαχους ελασίτες, που ήρθαν από το Μπούλκες αλλά και νέους εθελοντές. Η αυξανόμενη ανταρτική δραστηριότητα, συνδυάστηκε με εκτελέσεις εθνικοφρόνων, οι οποίες προκάλεσαν όχι μόνον την μήνιν των αποσπασμάτων, που έδερναν κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων σοδομιστικά τους χωρικούς κι ενίοτε πλιατσικολογούσαν αλλά ανάγκασε το στρατό να διενεργήσει εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στα Βέντζια τον επόμενο μήνα. Οι 64 αντάρτες, που ήταν συγκεντρωμένοι στα «Καστράκια» Ζάμπουρντας κατόρθωσαν να διαπεράσουν τον κλοιό έχοντας 3 μόνο απώλειες. Όταν ο στρατός αποσύρθηκε στη βάση του, συγκεντρώθηκαν ξανά στο ίδιο μέρος.[4]

Ο Γεώργιος Αθανασιάδης από τον Κλείτο, αντάρτης του ΕΛΑΣ και ΠΕΥ υπαίθρου του ΔΣΕ (Ιδιωτική Αθανασιάδη)Συλλογή οικογένειας

Ο Δεκέμβρης του ΄46 ήταν για τους αντάρτες ο μήνας της απραξίας αλλά και των συσκέψεων. Εκτιμήθηκαν οι αποτυχίες, οι οποίες οφείλονταν βασικά στην έλλειψη καλών πληροφοριών και καταστρώθηκε ένα σχέδιο δράσης που προέβλεπε: σύνδεση με άλλα αρχηγεία, απόκτηση οπλισμού και πυρομαχικών, στήσιμο οργανώσεων πληροφοριών και ξήλωμα του δικτύου των συνεργατών του στρατού. Έτσι την πρωτοχρονιά του ΄47 εφτά αντάρτες ξεκίνησαν για το Βέρμιο, αφού εξασφάλισαν πρώτα άρβυλα και ιματισμό από αδειούχους φαντάρους της Λευκοπηγής. Πέρασαν στην Ερμακιά κι, αφού κατάσχεσαν όλα τα λεφτά των χαρτοπαικτών του καφενείου, ανέβηκαν στο Βέρμιο. Συνδέθηκαν και περίμεναν ένα μήνα ώσπου να έρθει οπλισμός από τη Γιουγκοσλαβία. Όταν έφτασε τον φόρτωσαν σε 7 ζώα και μέσω Πιερίων ξαναγύρισαν στα Βέντζια.
Ο στρατός δεν έμεινε αδρανής στο διάστημα αυτό. Διέλυσε το προκεχωρημένο φυλάκιο του ΔΣΕ στο Χρώμιο κι εγκαταστάθηκε στην Ποντινή με ένα τάγμα και στο Χρώμιο με ένα λόχο περιορίζοντας  μ’ αυτόν τον τρόπο την ελεύθερη κυκλοφορία των ανταρτών, οι οποίοι αποσύρθηκαν για ασφάλεια σε ορεινότερα μέρη. Ταυτοχρόνως δόθηκαν όπλα στους συντηρητικούς των χωριών. Οι συμπαθούντες του ΔΣΕ μπήκαν υπό παρακολούθηση και η χωροφυλακή ενέτεινε τις συλλήψεις και τον εκφοβισμό των αριστερών.[5]
Οι αντάρτες αντέδρασαν αμέσως εφαρμόζοντας το δεύτερο σκέλος του σχεδίου, που  ήταν πιο λεπτό κι ως ήταν επόμενο βάφτηκε με αίμα. Προσπάθησαν κατ’ αρχήν να ανεβάσουν το ηθικό των αριστερών και να εμποδίσουν τους διστακτικούς ν’ αλλάξουν στρατόπεδο. Τύπωσαν προκηρύξεις και τις εγχείρισαν σε δικούς τους ανθρώπους να τις ρίξουν στις πλατείες των χωριών. Όταν ξημέρωσε προκλήθηκε ταραχή κι άρχισε το ξυλοφόρτωμα να βρεθεί ο ένοχος. Στην Αιανή η κατάσταση εκτονώθηκε με την δεκάμηνη φυλάκιση του αριστερού Πελέκα Αλέκου.[6] Ολιγομελείς ομάδες ανταρτών αιφνιδίασαν κι αφόπλισαν οπλισμένους χωρικούς απειλώντας τους να μη φέρονται κατά του ΔΣΕ. Κάθε σκέψη των χωρικών για δόσιμο πληροφοριών στο στρατό φρενάρησε απότομα, όταν οι αντάρτες  εκτέλεσαν μερικούς, που θεωρήθηκαν συνεργάτες του στρατού όπως τον παπα-Θύμιο Λιάκο από το Φρούριο, τον αντιπρόεδρο Καισαριάς Αργύρη Γαύρο κι άλλους.[7]
Η απάντηση του κράτους δεν διέφερε καθόλου από την επαναστατική. Στρατιωτικό αεροπλάνο πυροδότησε ρουκέτα εναντίον καταυλισμένων ανταρτών στο Ρύμνιο, αλλά σκότωσε μόνο αμάχους. Για παραδειγματισμό και φρονίμευση στήθηκε σε κοινή θέα στην πλατεία της Κοζάνης το κουφάρι του αντάρτη Στάμου Γρηγόρη από την Αιανή, που είχε σκοτωθεί στο Χρώμιο και ρίχτηκε στη φυλακή η έγκυος γυναίκα του. Εκτελέστηκε στην Αιανή ο Χρωμιώτης Θύμιος Σκόδρας σαν τροφοδότης ανταρτών, αφού ανακρίθηκε πρώτα στην Κοζάνη.[8]
Οι αμοιβαίες βιαιότητες διέρρηξαν την εύθραυστη ήδη κοινωνική συνοχή στα χωριά των Βεντζίων. Ένα μέρος των κατοίκων βγήκε στο αντάρτικο, ενώ οι υπόλοιποι κατέφυγαν στα στρατοκρατούμενα χωριά και τις πόλεις, όπου η UNRRA μοίραζε τροφή κι ενδύματα, παρατώντας τα χωράφια και τους γέρους τους στο έλεος των αποσπασμάτων τη μέρα και των ανταρτών τη νύχτα. Η αραίωση των κατοίκων είχε κι ένα ευχάριστο αποτέλεσμα για τους αντάρτες. Μετά την καταστροφή στον Κόζιακα τα τμήματα του ΔΣΕ Χασίων, που είχαν πιεστεί ελίχτηκαν στο Βόιο, αφήνοντας στα Βέντζια 35 βαριά τραυματίες αντάρτες. Οι τραυματίες μεταφέρθηκαν στη δασωμένη περιοχή της Αγάπης «Καζάνια» με τη φροντίδα του νοσοκόμου Τσιτούρα Λάζαρου και κινητοποιήθηκε η οργάνωση για εξεύρεση φαρμάκων. Υποχρεώθηκε η Ελένη Λαμπαδά από το Χρώμιο, κοπέλα συντηρητικών αρχών, να τα αγοράσει και μεταφέρει στο Χρώμιο. Η, άτυπη ακόμα, πολιτοφυλακή κατάσχεσε τρόφιμα για τους τραυματίες και σε μια περίπτωση δυσεύρετη ζάχαρη και πορτοκάλια. Θυμάται ο Χρήστος Νομικός:
Περνώντας από το Καπνοχώρι είδα στο τραπέζι ενός πορτοκάλια! Ορέ, του λέω, έχεις και πορτοκάλια! Να σου δώσω, μου λέει. Δε θέλω εγώ, ρε, του λέω! Εγώ δεν έχω ανάγκη από πορτοκάλι. Έχει ανάγκη ο τραυματίας να ρουφήξει λιγάκι ζωμό. Όταν τα πήγα και τα δέκα στα Καζάνια μαζί με μια οκά ζάχαρη, μου λέει ο Τάσος, ο επικεφαλής των τραυματιών: Θεός είσαι, Θεός! Πού τα βρήκες; Κοίταξε, του λέω, να τα δώσεις στα παιδιά, μη βρεθεί κανένας μπαγαμπόντης πολιτικός και σου πάρει κανένα! Μη του δώσεις ούτε να το μυρίσει.[9]
Η ανασυγκρότηση του ΔΣΕ σε τακτικό στρατό και η  εκκένωση της υπαίθρου υποχρέωσε τους αντάρτες να συλλέξουν και να αποθηκεύσουν τρόφιμα. Η 16η ανταρτική ταξιαρχία Παλαιολόγου ετοίμασε μια κρούση στο στρατοκρατούμενο Χρώμιο, όπου εκτός από τα κοπάδια των, εκεί καταφυγόντων, ανταρτόπληκτων υπήρχαν και 30 στρατιωτικά μουλάρια.[10] Το χρωμιώτικο βράδυ του Σεπτεμβρίου φωτίστηκε από τις φωτοβολίδες, τα καιόμενα σπίτια και τα αμοιβαία πυρά των αντιπάλων. Κατεβλήθησαν εύκολα οι, στρατοπεδευμένοι στο σχολείο, οπλισμένοι Βεντζιώτες και οι αντάρτες άρπαξαν τρόφιμα κι όλα τα ζώα του χωριού, χωρίς ωστόσο να καταλάβουν το φυλάκιο. Η μάχη τελείωσε το πρωί με 10 νεκρούς πολίτες και 4 αντάρτες.[11]
Το Φθινόπωρο και ο χειμώνας του ΄47 ησύχασε από τα ντουφέκια. Όλα τα τμήματα του ΔΣΕ είχαν συμπυκνωθεί στην Πίνδο. Προσπάθησαν σύμφωνα με το σχέδιο «Λίμνες» να καταλάβουν το Μέτσοβο και την Κόνιτσα, για να αποκτήσουν έδρα της προσωρινής κυβέρνησης των ανταρτών, αλλά απέτυχαν. Μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του στρατού σχεδιάστηκαν για την Άνοιξη. Οι κάτοικοι των ανταρτοκρατούμενων ή αμφισβητούμενων περιοχών ενθαρρύνθηκαν, αν δεν πιέστηκαν, να εγκαταλείψουν τα χωριά τους και να συγκεντρωθούν στις πόλεις, στερώντας έτσι τους αντάρτες όχι μόνον από τρόφιμα αλλά κι από εφεδρείες. Τότε άδειασαν σχεδόν ολοκληρωτικά όλα τα χωριά των Βεντζίων. Ταυτόχρονα η στρατολογία, οι συλλήψεις και οι συνακόλουθες εξορίες των αριστερών πύκνωσαν και οι πολιτικές οργανώσεις του ΔΣΕ δέχτηκαν ένα πλήγμα.
Οι πρώτοι μήνες του ΄48 σηματοδότησαν μια νέα καμπή στην τακτική των ανταρτών μετά από τις παραπάνω κυβερνητικές επιλογές. Επειδή τα τμήματα του ΔΣΕ βρίσκονταν σε διαρκείς πορείες κι ελίσσονταν συνεχώς πάνω στους ορεινούς όγκους, χρειάζονταν σωστές πληροφορίες για την κίνηση και την αριθμητική αναλογία του εχθρού. Έπρεπε να διατηρούν γιάφκες για τους τραυματίες και κρυφές αποθήκες με τρόφιμα, έτοιμες για κάθε πιεστική ανάγκη. Επιβάλλονταν το κράτημα κάποιας επαφής με τους εναπομείναντες αριστερούς στα στρατοκρατούμενα χωριά, για να μην αποσκιρτήσουν. Τέθηκε και το θέμα της τιμωρίας των πληροφοριοδοτών του στρατού. Ήταν απαραίτητη επίσης η δημιουργία μικρών ομάδων ελεύθερων σκοπευτών, οι οποίες, δρώντας μόνιμα στα μετόπισθεν του αντιπάλου, θα τον ανάγκαζαν αφ’ ενός να τραβάει δυνάμεις από τα κύρια μέτωπα κι αφ’ ετέρου θα τον αποπλανούσαν με δευτερεύουσες αψιμαχίες, στην περίπτωση που μεγαλύτερες δυνάμεις χτυπούσαν τον κύριο στόχο. Οι σαμποταριστές θα έπαιζαν τον άχαρο ρόλο να εμποδίζουν την κίνηση ανθρώπων κι οχημάτων τοποθετώντας νάρκες στα κατάλληλα σημεία.
Ο αξιωματούχος του ΔΣΕ Πάνος Ευριπίδης ανακοίνωσε τις αποφάσεις αυτές στους αντάρτες. Στην περιοχή μας τα μόνιμα αυτά αντάρτικα τμήματα, που τα ονόμασα συνεκδοχικά Κ. Π., θα είχαν ως υπεύθυνους τους παλιούς κομμουνιστές Δημήτρη Πολίτη από την Παλιοκνίδη και Δημητρό Γεωργόπουλο από το Τσακνοχώρι. Θα αποτελούνταν μόνο από αντάρτες τοπικής καταγωγής, που γνώριζαν άπταιστα το κάθε σπίτι και το κάθε μονοπάτι. Ο Τσιαρτσιαμπάς και τα Βέντζια ορίστηκαν ως περιοχή της δράσης των. Θα επικοινωνούσαν γραπτά και προφορικά με τους καπαπίτες των άλλων βουνών αλλά και με το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ. Ανώτατη εξουσία γι’ αυτούς χρίστηκε ο Θεόπιστος Παπαδόπουλος από την Άνοιξη, ο οποίος έκρυβε και τον ασύρματο στο Ελάφι.[12]

Οι αντάρτες του ΔΣΕ Κωνσταντίνος Ψάρας από τη Ροδιανή και Χαρίσιος Ευαγγελόπουλος από την Αιανή στην εξορία (Ιδιωτική Συλλογή οικογένειας Ευαγγελόπουλου)
Oι καπαπίτες δραστηριοποιήθηκαν στο έπακρο, όταν ήρθε στα Πιέρια το Μάρτη του ‘48 μια φάλαγγα αόπλων από τα Άγραφα. Η ταξιαρχία Παλαιολόγου τους παρέλαβε και με σκληρές μάχες τους πέρασε μέσω Χασίων στο Γράμμο. Στα μέσα του Ιούνη ‘48 κατέφτασαν στα Καμβούνια θεσσαλικά τμήματα με τους Χαρίλαο Φλωράκη και Καραγιώργη σαν αντιπερισπασμός στο μέτωπο του Γράμμου. Ο πολιτοφύλακας Μητράγκας Μήτσος από τον Κρόκο ήρθε από το Μπούρινο στη Βογγόπετρα φέρνοντας πληροφορίες για τις κινήσεις του εχθρού. Οι σαμποταριστές, για να εμποδίσουν την προσέγγιση των στρατιωτικών αυτοκινήτων, ναρκοθέτησαν τους δρόμους. Mια τέλερμαϊν νάρκη πάτησε στη «Βαλανίδα» Αιανής το τρίτο αυτοκίνητο μιας στρατιωτικής φάλαγγας, που έρχονταν από Κοζάνη και πήγαινε στην Ποντινή, σκοτώνοντας δυο στρατιώτες και τραυματίζοντας αρκετούς. Στη γέφυρα Λευκοπηγής -Πρωτοχωρίου ανατινάχτηκε εργατικό αμάξι με ισάριθμα θύματα. Χτυπήθηκε από τους ελεύθερους σκοπευτές για αντιπερισπασμό ο Άι-Γιάννης Αιανής, όπου είχαν οχυρωθεί  Μάυδες και χωροφύλακες χωρίς όμως επιτυχία παρά τη χρησιμοποίηση πάντσερ από τους αντάρτες.[13]
Η επίταξη πολιτικών αυτοκινήτων από το στρατό οδήγησε τους αντάρτες να τα θεωρήσουν κι αυτά ως στόχους. Ομάδα σαμποταριστών κατέβηκε στα χωράφια της Αιανής κι ο ανθυπολοχαγός και σαμποτέρ του ΔΣΕ Γιώργος Καλπακίδης από το Πρωτοχώρι έκαψε το αυτοκίνητο, που είχε κινηθεί να φορτώσει γέννημα. Ο συνοδός Μάυς Πελέκας Γιώργος αιχμαλωτίστηκε και μεταφέρθηκε στα «Αναβρυκά» Ρυμνίου, ένα βαθύσκιο παραποτάμιο μέρος. Εκεί ο αρχηγός της ομάδας των πολιτοφυλάκων «Πέτρος», ένας πρώην εξόριστος από τη Δράμα και εκτελεστής χωρίς οίκτο, άρχισε την «ανάκριση». Ο Πελέκας σώθηκε, όταν επενέβη ο αντάρτης Τσίρος Μπίντιας από τον Πύργο κι εγγυήθηκε γι’ αυτόν.
Οι πολιτοφύλακες του ΔΣΕ είχαν αρκετές ελευθερίες για τη μεταχείριση των κρατουμένων τους ακόμα και για τη θανάτωσή τους αλλά απέφευγαν την κλοπή και τις γυναικοδουλειές. Ο Τάκης Λαζαρίδης από τον Αϊ  Γιώργη αψήφησε την κομμουνιστική ηθική, όταν κατέβηκε με μια διμοιρία ανταρτών στην περιοχή για να τονώσει το ηθικό του κόσμου. Έκανε εμφανίσεις στα χωριά, πείραζε γυναίκες κι άρπαζε τρόφιμα χωρίς να ρωτά τους υπεύθυνους. Τα παράπονα του κόσμου έφθασαν στους καπαπίτες, οι οποίοι ειδοποίησαν με τον ασύρματο το Γενικό Αρχηγείο. Από κει στάλθηκε ένας λόχος, έδεσε το Λαζαρίδη και τον προώθησε στη Σαμαρίνα, όπου εκτελέστηκε μετά από λαϊκό δικαστήριο. Για παραπλήσιους λόγους εκτελέστηκε και η Κωνσταντινιά Νταγκούλη από το Χρώμιο. Ο κομμουνιστής άντρας της είχε φυλακιστεί, αφήνοντάς την με τέσσερα παιδιά. Για να επιβιώσει μαγείρευε στο στρατιωτικό φυλάκιο του Χρωμίου και σχετίζονταν με τους υπερασπιστές του. Όταν ο στρατός αποσύρθηκε δυο αγριεμένοι πολιτοφύλακες την αποτελείωσαν μέσα στο σχολείο του χωριού της.[14]
Η λειψανδρία του ΔΣΕ είχε ως αποτέλεσμα την επιστράτευση κάθε ικανού να φέρει όπλο από 16 έως 40 χρονών. Οι καπαπίτες μόνοι τους ή σε συνεργασία με περαστικά τμήματα ανταρτών έμπαιναν στα χωριά κι έπαιρναν όποιον έβρισκαν, συνήθως κοπέλες επειδή οι άντρες είχαν νωρίτερα καταταγεί στο στρατό ή κοιμούνταν έξω στην ύπαιθρο. Ο Κώστας Γκατζιάνας από τον Ταξιάρχη κι ο Κίτσιος Μάνιος από τη Σιάτιστα πρωταγωνίστηκαν στη Λευκοπηγή και Ξηρολίμνη σαν επιστρατευτές. Ο Λεωνίδας Κακουλίδης από το Κέντρο με την ομάδα του άρπαξαν μέρα μεσημέρι 4 κοπέλες στο Πρωτοχώρι.
Η μαζικότερη όμως επιστράτευση στην περιοχή έλαβε χώραν τον Οκτώβρη του ΄48. Η ταξιαρχία Μπαντέκου ήρθε στην Αιανή και με την άριστη συνεργασία των καπαπιτών χτύπησε τον Άι-Γιάννη και μάζεψε 42 άτομα. Μετά από μια πρόχειρη διαλογή στο Ζιδάνι έφυγαν όλοι μαζί προς το Αράπι. Οι άρρενες καθ΄ οδόν δραπέτευσαν ενώ τα κορίτσια προωθήθηκαν στον Κραβασαρά.[15]
Το καλοκαίρι του ΄48 οι αντάρτες, που μάχονταν στο Γράμμο, πέρασαν ξαφνικά και μαζικά στο Βίτσι. Ο στρατός άρχισε να στέλνει ενισχύσεις στο δικό του μέτωπο, οπότε ένα μεγάλο σαμποταριστικό τμήμα του ΔΣΕ κατέβηκε στο οροπέδιο Κοζάνης, για να χτυπήσει εφοδιοπομπές κι ακίνητους στόχους, να επιστρατεύσει και να πάρει τρόφιμα. Με τη συνεργασία των καπαπιτών του Μπούρινου χτυπήθηκε η Νεάπολη, η Σιάτιστα και η Εράτυρα. Οι αντάρτες ελίχτηκαν στη Βλάστη, όπου δέχτηκαν αιφνιδιαστική επίθεση από Λοκατζήδες, οι οποίοι κατέλαβαν το ύψωμα του Άι-Λια. Οι ελεύθεροι σκοπευτές του «Πλάτανου» τους εκδίωξαν μετά από σκληρή μάχη, αφήνοντας 16 αντάρτες νεκρούς. Ανάμεσά τους ο Στέργιος Ευαγγελόπουλος από την Αιανή, ο Βαγγέλης Γκατζιάνας από τον Ταξιάρχη κ.α.[16]
Ο χειμώνας του ΄48 -΄49 ξεκούρασε τους αντιπάλους και τους προετοίμασε για τις κατοπινές μεγάλες μάχες. Τον Απρίλη οι μισοί αντάρτες γύρισαν από το Βίτσι και κατέλαβαν μόνιμα το Γράμμο. Ο κύριος πόλεμος μεταφέρθηκε τώρα στα χαρακώματα. Στα μετόπισθεν η κατάσταση σκλήρυνε. Οι πατεράδες και οι γυναίκες των Πολιτικών Επιτρόπων Υπαίθρου, όπως ονομάστηκαν οι καπαπίτες, φυλακίστηκαν κι εξορίστηκαν. Οι Μάυδες πλήθυναν κι άρχισαν να ξεμυτίζουν από τα χωριά τους. Σε μια επιδρομή τους μάλιστα στο Μπούρινο πήραν 17 άλογα και σκότωσαν τρεις αντάρτες. Μια διμοιρία στρατού περιέσφιξε το Μπούρινο, στήνοντας φυλάκιο σε ύψωμα της Μεταμόρφωσης, ενώ στο Χρώμιο εγκαταστάθηκε ένας φρέσκος λόχος «Μακρονησιωτών».[17]
Οι αντάρτες ενισχύθηκαν από το Γενικό Αρχηγείο με όπλα, πολεμοφόδια και ιματισμό. Από την Ξηρολίμνη έφτασαν έξι εθελοντές και ο αριθμός των επαναστατών αυξήθηκε με τις επιστρατεύσεις των γυναικών. Ο πολύγραφος έβγαζε περισσότερο προπαγανδιστικό υλικό, το οποίο κυκλοφορούσε μυστικά από χέρι σε χέρι ή πετιούνταν στις πλατείες. Με προσωπικά γράμματα οι αντάρτες καλούσαν τους χωροφύλακες και τους στρατιώτες να καταταγούν αντάρτες, αν ήθελαν να επιζήσουν. Υποχρεώθηκαν οι κάτοικοι να συνεισφέρουν στον αντάρτη «ταμία» Μητράγκα Μήτσο από μια λίρα για τον «αγώνα». Τα λεφτά χρειάζονταν για την αγορά φαρμάκων, γραφικής ύλης και αρβυλών ή διοχετεύονταν στους κρατουμένους των φυλακών. Πρόσωπα υπεράνω πάσης υποψίας. π.χ. πρόεδροι κοινοτήτων, Μάυδες ή αστυνόμοι αγόραζαν τα ψώνια και τα προωθούσαν στους αντάρτες. Μια σιωπηρή συμφωνία εξυπηρετούσε και τους δυο. Οι εκπρόσωποι της «τάξης» κέρδιζαν μ’ αυτό το φαινομενικά παράδοξο εμπόριο κάποια χρήματα αλλά και τη συνέχιση της ζωής τους.[18]
Κατασκευάστηκαν εκτός από τις πρόχειρες με κλαδιά μόνιμες καλύβες με λαμαρίνες και αντίσκηνα στο «Μεσιό Νερό» του Μπούρινου. Τα περάσματα ναρκοθετήθηκαν κι άρχισαν οι σκοπιές και τα περίπολα. Μια αναδιάρθρωση προσέδωσε διαφορετικά καθήκοντα στις ομάδες, που έμεναν η καθεμιά στο καλύβι της, φροντίζοντας και την ιδία τροφοδοσία.  Οι πολιτοφύλακες βαφτίστηκαν σε ΑΚΕ κι αύξησαν τη δράση τους ως τον Κήπο, όπου ανατίναξαν το σπίτι του αποσπασματάρχη Καρακώστα.
Οι καπαπίτες έστειλαν ορισμένους αντάρτες σαν τον Παναγιώτη Ευαγγελόπουλο από την Αιανή στη σχολή πολιτικών επιτρόπων στο Βίτσι κι έφτιαξαν μια επιτροπή για κατασκοπευτική δουλειά μέσα στις πόλεις. Για να καλυτερέψουν το πληροφοριακό δίκτυό επέκτειναν τις επαφές τους με πολιτικούς επίτροπους άλλων βουνών ορίζοντας δυο εβδομαδιαίες γιάφκες: μια στη Μαυροπηγή για την Εορδαία και μια στο Πιστικό για τα Γρεβενά. Οι ελεύθεροι σκοπευτές οπλίστηκαν καλύτερα κι ενέδρευαν συχνότερα τους ξεθαρρεμένους Μάυδες. Οι σαμποταριστές αναβαθμίστηκαν παίρνοντας πάντσερ και νάρκες κι έστειλαν τη Μαργαρίτα Αμανατίδη και τη Σοφία Καλπακίδη από το Πρωτοχώρι, για εκπαίδευση στη σχολή σαμποταριστών του ΔΣΕ, η οποία λειτουργούσε στο Λαιμό της Πρέσπας.[19]

Αντάρτες και πολιτικοί του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΔΣΕ/ΚΚΕ: Αθανάσιος Λίτσιος από Λευκοπηγή, Γεώργιος Κοκόνας από Αιανή, Θωμάς Καρατζέτζος από Κρόκο (Ιδιωτική Συλλογή οικογένειας Καρατζέτζου)

Εν τω μεταξύ μερικοί Μακρονησιώτες φαντάροι, που είχαν καταυλιστεί στο φυλάκιο του Χρωμίου αυτομόλησαν και πήραν επαφή με τους καπαπίτες. Αποφασίστηκε να χτυπηθεί το φυλάκιο και να «ελευθερωθούν» οι υπόλοιποι στρατιώτες. Ένα θεσσαλικό τάγμα του ΔΣΕ ήρθε στο Μπούρινο και με τη βοήθεια των ΠΕΥ, οι οποίοι ήταν συνεννοημένοι με τους φαντάρους, πολιόρκησαν τα δυο  φυλάκια του Χρωμίου την 10η του Απρίλη του ΄49. Το σχέδιο της μάχης δεν λειτούργησε σωστά -είχαν για σύνθημα το τραγούδισμα του εθνικού ύμνου- και μια διμοιρία στρατιωτών έσπασε τον κλοιό κι έφυγε. Οι υπόλοιποι 32 φαντάροι φορτώθηκαν με πυρομαχικά, όλμους, τρόφιμα και τον ασύρματο κι ακολούθησαν τους αντάρτες στο Γράμμο. Δυο κυβερνητικοί μεταφέρθηκαν σκοτωμένοι στην Αιανή κι ένας αντάρτης αφέθηκε άταφος στο ρέμα.[20]
Οι αντιπερισπαστικές κινήσεις του ΔΣΕ συνεχίστηκαν τους επόμενους μήνες. Ο Πασχάλης Λάζαρης (Τσολιάς) από τον Πεντάλοφο κατέφυγε μετά από πίεση με μια διλοχία στο Μπούρινο. Λίγο αργότερα πέρασε το σαμποταριστικό τάγμα του Βρατσάνου σπέρνοντας τον τόπο νάρκες.
Όταν έπεσε ο Γράμμος η κατάσταση άρχισε να δυσκολεύει για τους αντάρτες. Ο στρατός απαγκιστρώθηκε από τα μέτωπα και ρίχτηκε στο ξεκαθάρισμα των μετόπισθεν. Την 5η Οκτωβρίου του ΄49 ηλικιωμένοι, άρρωστοι, γυναίκες και παιδιά μαζεύτηκαν στο Ελάφι και στάλθηκαν με μια αποστολή στην Αλβανία. Τότε έφυγε η Παναγιώτα Νταζάνη απ’ το Χτένι κι ο υπεύθυνος Μπούρινου μπαρμπα-Μήτσιος Γεωργόπουλος, αφήνοντας στη θέση του τον Κώστα Πολίτη. Τέλη Νοεμβρίου ακολούθησε η δεύτερη αποστολή στην Αλβανία, η οποία περιείχε ξεκομμένους αλλά και παλιούς αντάρτες.
Πίσω έμειναν νεαρά, διαλεγμένα και πιστά στον αγώνα, παιδιά οργανωμένα σε ομάδες ως δέκα ατόμων. Θα έκαναν εμφανίσεις στα χωριά και θα προπαγάνδιζαν την επιστροφή του ΔΣΕ. Μάταια όμως, γιατί ο στρατός και οι Μάυδες ήταν ασταμάτητοι. Περικύκλωσαν στις 3 Δεκέμβρη  του ΄49 μια διαφωτιστική συγκέντρωση των ανταρτών στο Ελάφι και τους διέλυσαν αποκεφαλίζοντας τον τραυματία γραμματέα της νομαρχιακής επιτροπής των πολιτικών επιτρόπων Παπαδόπουλο Θεόπιστο και μαζί του το Σίσκο Στέφανο από το Νησί.[21]
Η εμπιστοσύνη μεταξύ των ανταρτών εξανεμίστηκε, αφού ακόμα και οι εξ αίματος συγγενείς τους τούς κατέδιδαν. Πολλοί παραδόθηκαν, οι γιάφκες κάηκαν, τα σημεία επαφής προδόθηκαν, οι πληροφοριοδότες πιάστηκαν. Άλλοι χρησιμοποιήθηκαν από το στρατό σαν δόλωμα γυρνώντας στα παλιά λημέρια. Μερικοί σκότωσαν τους συντρόφους τους για να σωθούν αυτοί. Όσοι αποφάσισαν να συνεχίσουν ελάχιστες ομάδες  διάλεξαν για συντρόφους πρόσωπα της άμεσης εμπιστοσύνης τους. Ο Λεωνίδας Κακουλίδης, ο Ηλίας Τουρλακίδης από την Κνίδη, ο Δημήτρης Πολίτης κι άλλοι απάρτισαν την ομάδα Σινιάτσικου  Βεντζίων. Ο Καραγιάννης Γιώργος από τη Λάβα, ο Γιωρίκας Αθανασιάδης από τη Χαραυγή κι ο Δημήτρης Τρίγγας από τις Γούλες ανέλαβαν τα Καμβούνια  Μπούρινο.[22]

Χάρτης περιοχής Κοζάνης όπου δραστηριοποιούταν το Κέντρο Πληροφοριών Μπούρινου του ΔΣΕ (λεπτομέρεια χάρτη του Λάμπρου Σκερκέμη, Η Δυτική Μακεδονία, Γκαβανάς Κοζάνη 1951)

Οι συνθήκες ζωής αυτών των δονκιχοτικών επαναστατών ήταν κυριολεκτικά τρομακτικές. Περιγράφει ο Καραγιάννης:
Αφού κάναμε μια αποτυχημένη εξόρμηση με τον Τρίγγα στις Γούλες για να βρούμε ψωμί, φύγαμε μέσα στη δυνατή βροχή να πάμε σε μια απότομη τρύπα -γιάφκα, που είχα σκάψει μόνος κοντά στο χωριό μου. Η βροχή είχε γυρίσει σε πυκνό χιόνι. Φορούσαμε λαστιχένια παπούτσια κι ανεβήκαμε στην τρύπα με αρκετή δυσκολία. Το χιόνι σε λίγο σταμάτησε αλλά δεν έλιωσε. Αν βγαίναμε έξω, θα φαίνονταν τα πατήματά μας, γι΄ αυτό μείναμε μέσα τρία μερόνυχτα. Είχαμε πάνω από δέκα μέρες να φάμε κι ήμασταν βρεγμένοι ως το κόκκαλο. Το ψύχος ήταν δριμύτατο και παγώναμε ιδιαίτερα στα πόδια μας. Σηκωνόμασταν και κάναμε σημειωτόν. Πλαγιάζαμε πλάτη με πλάτη για να ζεσταθούμε αλλά μάταια. Εκεί υποφέραμε τις πιο τρομερές μέρες της ζωής μας.
Οι τσοπαναραίοι οπλοφορούσαν και δεν κρατούσαν ψωμί, τα σπίτια δεν άνοιγαν κι ο κόσμος είχε βαρεθεί τον πόλεμο. Ο στρατός και οι Μάυδες έστηναν ενέδρες στα πιο απίθανα σημεία. Όταν έπεσε το χιόνι η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο. Ο Αθανασιάδης τα παράτησε με βρισιές και κρύφτηκε στο υπόγειο του σπιτιού του, ενώ ο Τρίγγας σκοτώθηκε το Γενάρη του ΄50 έξω από το χωριό του μετά από προδοσία, προσπαθώντας να πάρει λίγο αλάτι. Ο Καραγιάννης προδόθηκε και πιάστηκε στο χωριό του το Φλεβάρη του ΄45. Η ομάδα του Πολίτη στάθηκε τυχερότερη, ξεχειμώνιασε στα δάση του Σνίχοβου και πέρασε στην Αλβανία το Μάη του 1950. [23]

========
ΠΗΓΕΣ

ΒΙΒΛΙΑ
Θεοδωρόπουλος Χρήστος, Αγώνες και θυσίες της περιοχής Γρεβενών 1941 -1949, Ίδμων, Αθήνα 1995

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Αθανασιάδης Νικόλας από Χαραυγή, συνέντευξη, Αιανή 1992
Αμανατίδου Μαργαρίτα, ανθυπολοχαγός ΠΕΥ, συνέντευξη, Πρωτοχώρι 1996
Γκαλγκουράνας Γιάννης, ελασίτης, συνέντευξη, Αιανή 1991
Γκάσας Γιώργος, πολιτικός επίτροπος Σινιάτσικου, συνέντευξη, Μανιάκοι 1992
Γούλας Κωνσταντίνος, συνέντευξη, Αιανή 1991
Γρηγοριάδης Κώστας, ΠΕΥ, συνέντευξη, Ξηρολίμνη 1996
Ευαγγελόπουλος Ζήσης από Αιανή, αντάρτης ΔΣΕ, συνέντευξη, Θεσ/νίκη 1991
Ευαγγελόπουλος Ζήσης, απ’ την Αιανή, καπαπίτης ΔΣΕ, συνέντευξη, Αθήνα 1992
Ευαγγελόπουλος Παναγιώτης, από την Αιανή, ελεύθερος σκοπευτής ΔΣΕ, συνέντευξη, Θεσ/νίκη 1992
Ζαγάρα Βασιλική, συνέντευξη, Αιανή 1990
Ζαγάρας Αργύρης, συνέντευξη, Αιανή 1992
Ζυγούρας Μήτσος, από Βουχωρίνα, υποστράτηγος ΔΣΕ, συνέντευξη, Αθήνα 1992
Kαραγιάννης Βαγγέλης, χωροφύλακας Αιανής, συνέντευξη, Ροδιανή 1994
Καραγιάννης Γιώργος, από Λάβα,  καπαπίτης Καμβουνίων, συνέντευξη, Σέρβια 1993
Καρακούλας Μανώλης, Εαμίτης, συνέντευξη, Αιανή 1992
Καρατζέτζος Θωμάς (Βενιζέλος) από τον Κρόκο, αντάρτης ΔΣΕ, συνέντευξη, Κρόκος 1992
Κατσής Μήτσος, λοχαγός σαμποταριστών ΔΣΕ, συνέντευξη, Αθήνα 1994
Κατσιμπέλης Αριστοτέλης, χωροφύλακας σταθμού Αιανής, συνέντευξη, Θεσ/νίκη 1991
Κουτσονάσιος Κώστας, ανθυπασπιστής, σταθμάρχης Αιανής, συνέντευξη, Αθήνα 1991
Κώστας Κλεισιάρης, μακρονησιώτης ασυρματιστής, συνέντευξη, Πόρος 1992
Κώστας Μωυσιάδης -Παπαχαραλάμπους (Παπάς), ομαδάρχης ΑΚΕ Μπούρινου, συνέντευξη, Αγάπη 1993
Λαμπαδά Ελένη, από Χρώμιο, συνέντευξη, Κοζάνη 1992
Μητράγκας Μήτσος από τον Κρόκο, πολιτοφύλακας ΔΣΕ, συνέντευξη, Κοζάνη 1991
Μπουλοκώστας Γιάννης, εαμίτης, συνέντευξη, Αιανή 1991
Νατσιόπουλος Αλέκος, εαμίτης, συνέντευξη, Αιανή 1992
Νομικός Χρήστος, λοχαγός ΔΣΕ, συνέντευξη, Αθήνα 1991
Πασχάλης Γκαραλιός, συνέντευξη, Αιανή 1990
Πάσχος Βαγγέλης από Κνίδη, συνέντευξη, Αιανή 1991
Πελέκας Αλέκος, εαμίτης, συνέντευξη, Αιανή 1992
Ρόσιος Αλέκος (Υψηλάντης), υποστράτηγος ΔΣΕ, συνέντευξη, Αθήνα 1992
Σακαλής Αλέκος (Πετρόμπεης), ταξίαρχος ΔΣΕ, συνέντευξη, Κοζάνη 1995
Σακκελαρίου Επαμεινώνδας, αρχίατρος ΔΣΕ, συνέντευξη, Θεσ/νίκη 1991
Σιαμπανόπουλος Νίκος, εαμίτης, συνέντευξη, Χρώμιο 1996
Σταθόπουλος Νίκος (Κεραυνός) από το Μικρόβαλτο, ταγματάρχης ΔΣΕ, συνέντευξη, Μικρόβαλτο 1991
Στάμος Χαρίσιος, γιος του σκοτωμένου αντάρτη, συνέντευξη, Αιανή 1991
Σωτήρης Ρούσης, συνέντευξη, Χρώμιο 1991
Τσαούσης Μηνάς, ΠΕΥ, συνέντευξη, Σιάτιστα 1996
Τσιαούσης Μιχάλης από τη Σιάτιστα, ΠΕΥ, συνέντευξη, Ξηρολίμνη 1996
Τσίρος Δημήτριος (Δεσπότης) από τον Πύργο, πολιτοφύλακας ΔΣΕ, συνέντευξη, Κοζάνη 1992




[1] Η επιχείρηση της Κνίδης δεν είχε σχεδιαστεί καλά. Αποτύχαμε και χάσαμε και τον αντάρτη Κρασά Θανάση. Ρόσιος Αλέκος (Υψηλάντης), υποστράτηγος ΔΣΕ, συνέντευξη, Αθήνα 1992 / Πέθανε και ο τραυματίας Γιώργος Βόζιος. Γκαλγκουράνας Γιάννης, ελασίτης, συνέντευξη, Αιανή 1991 / Οι αντάρτες απέτυχαν γιατί στη μάχη επενέβησαν 4 χωροφύλακες από το απόσπασμα Πόρου. Πάσχος Βαγγέλης από Κνίδη, συνέντευξη, Αιανή 1991 / Τα τέσσερα αδέρφια των Τσιραίων ήταν κτηνοτρόφοι. Επί κατοχής είχαν κατηγορηθεί ως κλεπταποδόχοι των Γεωργουλαίων κι ο Βασίλης Τσίρος εκτελέστηκε απ΄ τον ΕΛΑΣ. Το 1945 οπλοφορούσαν, εθνικοφρόνιζαν κι ήταν πολύ βίαιοι. Σιαμπανόπουλος Νίκος, εαμίτης, συνέντευξη, Χρώμιο 1996 / Ληξιαρχείο κοινότητας Χρωμίου / Σακαλής Αλέκος (Πετρόμπεης), ταξίαρχος ΔΣΕ, συνέντευξη, Κοζάνη 1995 / Κουτσονάσιος Κώστας, ανθυπασπιστής, σταθμάρχης Αιανής, συνέντευξη, Αθήνα 1991
[2] Σταθόπουλος Νίκος (Κεραυνός) από το Μικρόβαλτο, ταγματάρχης ΔΣΕ, συνέντευξη, Μικρόβαλτο 1991
[3] Κατσιμπέλης Αριστοτέλης, χωροφύλακας σταθμού Αιανής, συνέντευξη, Θεσ/νίκη 1991 / Σταθόπουλος ό.π. / Σακαλής ό.π. / Κουτσονάσιος ό.π.
[4] Από το Μπούλκες ήρθε στα «Καστράκια» στις 11 Οκτώβρη 1946 μια ομάδα αποτελούμενη από τους: Ζυγούρα Μήτσο (Παλαιολόγο), τους αδελφούς Ντάγκα Γρηγόρη και Αλέκο από τη Σαρακίνα, τον Χρήστο Νομικό (Μπούρινο), το Στέργιο Βλάχο (Φώτη) από την Κοζάνη κι άλλους. Νομικός Χρήστος, λοχαγός ΔΣΕ, συνέντευξη, Αθήνα 1991 / Ζυγούρας Μήτσος, από Βουχωρίνα, υποστράτηγος ΔΣΕ, συνέντευξη, Αθήνα 1992 / Ευαγγελόπουλος Ζήσης από Αιανή, αντάρτης ΔΣΕ, συνέντευξη, Θεσ/νίκη 1991 / Σταθόπουλος ό.π.
[5] Νομικός ό.π. / Καρατζέτζος Θωμάς (Βενιζέλος) από τον Κρόκο, αντάρτης ΔΣΕ, συνέντευξη, Κρόκος 1992
[6] Έφαγα πολύ ξύλο από τους σαδιστές φαντάρους Ζέλλο και Κώστα Ζούρη από το Αγρίνιο, για να μαρτυρήσω. Νατσιόπουλος Αλέκος, εαμίτης, συνέντευξη, Αιανή 1992 / Πελέκας Αλέκος, εαμίτης, συνέντευξη, Αιανή 1992
[7] Τότε αποκεφαλίστηκε ο παπα-Ηλίας Γρίβας του Κήπου, ως υπεύθυνος για την εκτέλεση ενός πληροφοριοδότη των ανταρτών και τη φυλάκιση άλλου. Ο αντάρτης Χ.Ν. τον ρώτησε: «Γιατί πήρες πρωτοβουλία και τους πρόδωσες; Είχαν την ιδεολογία τους όπως και συ. Δεν σκέφτηκες ότι κι αυτοί έχουν παιδιά, όπως και συ»; Ο παπάς άρχισε να βρίζει. Ο άλλος αντάρτης Β.Σ. τράβηξε ξαφνικά το μαχαίρι του..
[8] Το Σκόδρα τον είχαν κρατήσει φυλακισμένο μέχρι να περάσουν οι γιορτές του Πάσχα! / «Χτυπήθηκε άσχημα από το φαντάρο Ζούρη Κώστα, όταν τον πιάσαμε» Kαραγιάννης Βαγγέλης, χωροφύλακας Αιανής, συνέντευξη, Ροδιανή 1994 / Ζαγάρας Αργύρης, συνέντευξη, Αιανή 1992 / Κουτσονάσιος ό.π. / Στάμος Χαρίσιος, γιος του σκοτωμένου αντάρτη, συνέντευξη, Αιανή 1991
[9] Σακκελαρίου Επαμεινώνδας, αρχίατρος ΔΣΕ, συνέντευξη, Θεσ/νίκη 1991 / «Καβαλήσαμε με την κουνιάδα μου ένα ζώο και πήγαμε στην Κοζάνη όπου αγοράσαμε δυο κεφαλοτύρια. Επιστρέφοντας στην Αιανή ο Αλέκος Νατσιόπουλος μας έδωσε δυο τρουβάδες φάρμακα. Όταν φτάσαμε μπροστά από την αστυνομία, μίλησα με το σκοπό και περάσαμε χωρίς προβλήματα προς το Χρώμιο». Λαμπαδά Ελένη, από Χρώμιο, συνέντευξη, Κοζάνη 1992
[10] Ζυγούρας ό.π. / Σιαμπανόπουλος ό.π. / Πάσχος ό.π.
[11] «Πήγαμε μετά τη μάχη στα «Καστράκια» μια επιτροπή και βρήκαμε τον Παλαιολόγο για να μας επιστρέψει τα ζώα μας. Πράγματι τα πήραμε πίσω». Σιαμπανόπουλος Νίκος ό.π. / «Τους αντάρτες τους έθαψαν έξω από το νεκροταφείο, γιατί θεωρούνταν άθεοι». Σωτήρης Ρούσης, συνέντευξη, Χρώμιο 1991 / «Ο Γιαννούλης Σιαμπανόπουλος και οι γιοι του σκοτώθηκαν άδικα. Μπορεί αυτός να ήταν δεξιός αλλά δεν είχε πειράξει κανέναν. Ρώτησα τον αντάρτη, που τους σκότωσε, και απάντησε ότι τον πυροβολούσαν μέσα από το σπίτι, γι΄ αυτό τους έριξε». Ζυγούρας ό.π. / Εκεί εκτελέστηκε κι ο μοναχός Γουρουντής Νικόλαος από τον Πειραιά. Δεινός καλλιγράφος, είχε χρηματίσει για ένα διάστημα και δάσκαλος στην Αιανή. Υπερβολικά αυστηρός, είχε τρεις βέργες, ιδανικές για κάθε παράπτωμα. Γούλας Κωνσταντίνος, συνέντευξη, Αιανή 1991
[12] Κώστας Μωυσιάδης -Παπαχαραλάμπους (Παπάς), ομαδάρχης ΑΚΕ Μπούρινου, συνέντευξη, Αγάπη 1993
[13] Ζυγούρας ό.π. / Μητράγκας Μήτσος από τον Κρόκο, πολιτοφύλακας ΔΣΕ, συνέντευξη, Κοζάνη 1991 / Καραγιάννης Βαγγέλης ό.π. / Κώστας Βόμβας εαμίτης, συνέντευξη, Λευκοπηγή 1992 / Ευαγγελόπουλος Παναγιώτης, από την Αιανή, ελεύθερος σκοπευτής ΔΣΕ, συνέντευξη, Θεσ/νίκη 1992
[14] Πελέκας Γιώργος, ΜΑΥ, συνέντευξη, Αιανή 1992 / «Τον είχαν με τη θηλιά στο λαιμό» λέει ο Τσίρος Δημήτριος (Δεσπότης) από τον Πύργο, πολιτοφύλακας ΔΣΕ, συνέντευξη, Κοζάνη 1992 / Καραγιάννης Γιώργος, από Λάβα,  καπαπίτης Καμβουνίων, συνέντευξη, Σέρβια 1993 / Ζυγούρας ό.π. / Ρούσης ό.π.
[15] Κώστας Βόμβας ό.π. / Πασχάλης Γκαραλιός, συνέντευξη, Αιανή 1990 και Ζαγάρα Βασιλική, συνέντευξη, Αιανή 1990 / Ευαγγελόπουλος Ζήσης, απ’ την Αιανή, καπαπίτης ΔΣΕ, συνέντευξη, Αθήνα 1992
[16] Κατσής Μήτσος, λοχαγός σαμποταριστών ΔΣΕ, συνέντευξη, Αθήνα 1994 / Γκάσας Γιώργος, πολιτικός επίτροπος Σινιάτσικου, συνέντευξη, Μανιάκοι 1992
[17] Φυλακίστηκαν ο Κώστας Καλπακίδης από το Πρωτοχώρι, η Τρίγγα και Μητράγκα.
[18] Τσιαούσης Μιχάλης από τη Σιάτιστα, ΠΕΥ, συνέντευξη, Ξηρολίμνη 1996 / Δυό χωροφύλακες του χωριού μου με ειδοποίησαν ότι θα μας συλλάβουν και το ίδιο βράδυ ανεβήκαμε στο Μπούρινο. Γρηγοριάδης Κώστας, ΠΕΥ, συνέντευξη, Ξηρολίμνη 1996 / Είδα το σταθμάρχη του χωριού μας να επισκέπτεται το φούρνο του «Τζούνα», όπου είχαν άρβυλα για τους αντάρτες. Καρακούλας Μανώλης, Εαμίτης, συνέντευξη, Αιανή 1992 / Μπουλοκώστας Γιάννης, εαμίτης, συνέντευξη, Αιανή 1991
[19] «Στο Λαιμό εκπαιδευτήκαμε 40 μέρες στο σαμποτάζ με θεωρία και ασκήσεις επί 19 ώρες καθημερινά» Αμανατίδου Μαργαρίτα, ανθυπολοχαγός ΠΕΥ, συνέντευξη, Πρωτοχώρι 1996 / Τσαούσης Μηνάς, ΠΕΥ, συνέντευξη, Σιάτιστα 1996 / Γρηγοριάδης ό.π. / Μωυσιάδης ό.π.
[20] Κώστας Κλεισιάρης, μακρονησιώτης ασυρματιστής, συνέντευξη, Πόρος 1992 / Ζήσης Ευαγγελόπουλος ό.π. / Μωυσιάδης ό.π. / Σιαμπανόπουλος ό.π.. / Καραγιάννης Βαγγέλης ό.π.
[21] Καραγιάννης Γιώργος ό.π. / Τσιαούσης Μιχάλης ό.π.
[22] Θεοδωρόπουλος Χρήστος, Αγώνες και θυσίες της περιοχής Γρεβενών 1941 -1949, Ίδμων, Αθήνα 1995, σ.113 / Γκάσας ό.π. / Καραγιάννης Γιώργος ό.π. / Αθανασιάδης Νικόλας από Χαραυγή, συνέντευξη, Αιανή 1992
[23] Καραγιάννης Γιώργος ό.π. / Θεοδωρόπουλος ό.π., σ. 124, 127