Η «Ο.Π.Λ.Α» και η εμφυλιοπολεμική ανάγνωση της ιστορίας



του Μιχάλη Λυμπεράτου

Κύριες προϋποθέσεις από μεθοδολογική σκοπιά όταν κανείς επιχειρήσει το δικό του αφήγημα σε σχέση με μια ιστορική περίοδο ή διαδικασία είναι να αναλύσει τις σχέσεις που συγκροτούν τη διαδικασία αυτή, να καταστήσει συνεκτική την αφήγηση και να διατηρεί σαφή εικόνα της σχέσης που το ενέργημά του έχει με την εκάστοτε συγκυρία. Το τελευταίο είναι και το πιο σημαντικό: με τον τρόπο αυτό, και έχοντας πλήρη επίγνωση των επιπτώσεων της αφήγησης αυτής σε σύγχρονα επίδικα πολιτικά αντικείμενα, διεκδικεί τη δυνατότητα να περιορίσει τα ιδεολογικά προσκόμματα που συναντά και τον συναισθηματισμό που κάθε διανοητική προσέγγιση περιέχει, ιδίως έναντι γεγονότων που έχουν περιενδυθεί και ενσωματώσει, και έτσι έχουν παραδοθεί στον ιστορικό και τον απλό πολίτη, την «οργή» του κόσμου της Εθνικοφροσύνης.
Όμως, ακόμα και όταν έχεις πλήρη γνώση του γεγονότος αυτού, η «αποστασιοποίηση του επιστήμονα» έναντι της συγκυρίας δεν σε γλυτώνει από τον κίνδυνο να υποπέσεις σε στείρους  ιδεολογισμούς, ακόμα και αν έχεις προβεί στις πλέον φιλότιμες μεθοδολογικά προσπάθειες. Να τηρήσεις, δηλαδή, όρους υποστήριξης του πραγματολογικού υλικού και λογικής οργάνωσης του αφηγήματος ώστε να του επιτρέψεις να εμπλακεί σε έναν επιστημονικό αλλά και δημόσιο διάλογο. Γιατί το εμπειρικό υλικό, όσο και να έχεις επιχειρήσει να  αποστασιοποιηθείς από αυτό, έχει διαμεσολαβηθεί από τόσο ισχυρά και επάλληλα στρώματα ιδεολογίας ώστε καθίσταται ιδιαίτερα επίπονη και ίσως ατελέσφορη η διαδικασία να αποφύγεις την ιδεολογική γενίκευση και να αναδείξεις επιτυχώς την ιστορική μοναδικότητα των εκάστοτε γεγονότων (το ιστορικά συγκεκριμένο). Το πετυχαίνεις ως ένα βαθμό, και ποτέ πλήρως, όταν συγκροτήσεις επιστημονικά το αντικείμενό σου επί τη βάσει ενός μεθοδολογικού πλαισίου τα χαρακτηριστικά του οποίου έχουν με σαφήνεια τεθεί και επιχειρήσεις μέσω αυτού να «αφαιρέσεις» από το πρωτογενές υλικό τον εμπειρισμό που συγκροτήθηκε μέσω της προβολής του από την κυρίαρχη ιδεολογία.
 Πράγματι, η ιστορική μοναδικότητα, το κάθε φορά συγκεκριμένο μιας ιστορικής διαδικασίας, δηλαδή η επιστημονική αναπαραγωγή του πραγματικού, έχει καταστρατηγηθεί, συνήθως σκανδαλωδώς όταν αφορά στην ιστορία των κοινωνικών αγώνων, έχοντας υποστεί την επενέργεια γενικεύσεων του τύπου να αποδίδεις ανιστορικά και ομογενοποιημένα αίτια  στις ιστορικές πράξεις, να επιβεβαιώνεις διαχρονικές ιδεολογικές παραδοχές και να αναπαράγεις σχήματα σκέψης καθαγιασμένα από την κυρίαρχη ιδεολογία. Προμετωπίδα αυτών η προβολή του «εσωτερικού εχθρού», των κομμουνιστών, ως το διαρκές ιστορικό «κακό», ανεξαρτήτως συνθηκών και ιστορικών διαδικασιών, εκείνων που η κυρίαρχη ιδεολογία υπαγορεύει να εμπλέκονται ως ιστορική πολιτική τους έξη σε αιματηρές διαδικασίες που τις ονομάζουν επαναστάσεις (όπως αντιλαμβάνεται την επανάσταση και έχει την παράστασή της ένας εθνικόφρον πολίτης), ένα διαρκές στοιχείο πολιτικής συμπεριφοράς που δεν μπορεί παρά να επιβεβαιώνεται παντού και πάντα. Ό, τι και να δείχνει η επιστημονική έρευνα ο κομμουνιστής θα είναι πάντα αιμοβόρος. Και μάλιστα ως δια μαγείας απουσιάζει κάθε διάκριση μεταξύ του κομμουνιστή και οποιουδήποτε άλλου αριστερού. Όλοι είναι κομμουνιστές ή ενεργούμενα τους, αυτοί που θα τον συνδράμουν στη βία που θα ασκήσει, αυτοί που οι Αμερικανικές υπηρεσίες ονόμαζαν οι «fellow travellers».
 Αυτό ακριβώς το σχήμα ανάγνωσης και η πρόθεση προσέγγισης  επικράτησε στους ιδεολογικούς μετεμφυλιακούς κύκλους, αυτή τη λογική αξιοποίησε η κυρίαρχη ιδεολογία και μέσω αυτής της αφηγηματικής λογικής παρήγαγε «ταυτότητες», που ορισμένοι ιστορικοί (Δίκτυο των Εμφυλίων Πολέμων, Αναθεώρηση), αναπαράγουν και σήμερα.  Τι και αν η πολιτική του ΚΚΕ της εποχής της Κατοχής ήταν προσανατολισμένη στο σχήμα της ολοκλήρωσης της αστικοδημοκρατικής εξέλιξης, στη λογική του πατριωτικού πολέμου που αναστέλλει όλες τις ταξικές διεκδικήσεις και υποχρεώνει στην κατεύθυνση  διαφύλαξης της αντιφασιστικής συμμαχίας ακόμα και όταν αυτή εκτείνεται, με ευθύνη του ΚΚΕ, μέχρι και τον βασιλιά; Τι και ο αντιστασιακός αγώνας εντάχθηκε, επίσης με ευθύνη του ΚΚΕ, στον επιχειρησιακό έλεγχο του Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής (Ιούνιος 1943), τι και αν υπέγραψε τη συμφωνία του Λιβάνου και της Καζέρτας, τι και αν τήρησε τις υποχρεώσεις του που απέρρεαν από τις συμφωνίες αυτές, τι και αν, για να τις τηρήσει, έδωσε  εντολή στον ΕΛΑΣ κάποιων περιοχών να υπαχθεί στην εξουσία του Ζέρβα,[1] τι και αν παρέδωσε ομαλά την εξουσία κατά την Απελευθέρωση στην κυβέρνηση Παπανδρέου. Οι κομμουνιστές ως τέτοιοι, για τον μεγάλο όγκο μιας εμφυλιοπολεμικής ιστοριογραφίας, δεν μπορεί παρά να ρέπουν προς την επαναστατική βία, δεν μπορεί παρά να την εκδηλώνουν, και ακόμα και όταν, για κάποιους πιο ειλικρινείς αφηγητές, ακολουθούν συμβιβαστική πολιτική δεν μπορεί παρά να σκευωρούν, να συγκαλύπτουν τις υπόγειες προθέσεις τους και να σωρεύουν «κονσεβοκούτια», προθέσεις τις οποίες ένας «σοβαρός» ιστορικός πρέπει με το έργο του να επιβεβαιώσει και να αποκαλύψει.
Κεντρικής σημασίας ζήτημα για τη συλλογιστική αυτή είναι η αναζήτηση των εκδηλώσεων της βίας της Αριστεράς, όσο επουσιώδης και αν είναι. Οποιαδήποτε εκδήλωση αυτοδικίας, κάθε βίαιη ενέργεια, έστω και ενός αλητήριου που επικαλείται  αριστεροφροσύνη ή κομματικό ενθουσιασμό, εκλαμβάνεται ως επιβεβαίωση της συνολικής πολιτικής της κομμουνιστικής Αριστεράς, που αποκαλύπτει τον ολοκληρωτισμό της, ακόμα και όταν φροντίσει να συγκαλύψει τα επαναστατικά της βίαια χούγια. Ο καλός ιστορικός δεν παρασύρεται αλλά τα ανακαλύπτει, ακόμα και αν πρέπει να διαγράψει όλα τα πραγματολογικά δεδομένα που δεν συνάδουν στις «ανακαλύψεις» του. Αντίθετα, όταν ένας ταγματασφαλίτης κρεμά με τα ίδια του τα χέρια μια γυναίκα κάπου στην Πελοπόννησο εκδηλώνει μεν βία, που δεν μπορεί όμως παρά να αφορά μόνο αυτόν τον ίδιο, δεν επιτρέπει γενικά συμπεράσματα ή αν τα επιτρέπει δικαιολογούνται πάντα ως αμυντική βία έναντι των κομμουνιστών.
 Τι και να πάσχει από συνοχή και λογική τάξη το σχήμα; Τι και αν δεν εξηγεί γιατί οι « κόκκινοι σφαγείς»  του ελληνικού λαού συμμετείχαν στην εθνική κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής και συνέβαλαν όσο μπορούσαν στις διευθετήσεις που από κοινού επιχειρήθηκαν με τους δεξιούς και τους Βρετανούς, τι καν αν αυτοδιάλυσαν τη δική τους εξουσία, την ΠΕΕΑ και της στέρησαν κάθε μέσο κρατικής βίας, τι και αν επέβαλαν μια πρωτοφανή τάξη σε σχέση με τα μίση που είχαν δημιουργηθεί, όταν μέχρι να εγκατασταθεί η εθνική κυβέρνηση υπήρχε πλήρες κενό εξουσίας και δεν προέβησαν σε αυτό που προπαγανδιστικά καλλιεργούσε το Φόρειν Όφις, την υλοποίηση των προγραφών 60.000 εθνικοφρόνων πολιτών μόνο στην Αθήνα;[2] Τι και να διατάχθηκε η συγκέντρωση του ατομικού οπλισμού για να περιοριστούν τα φαινόμενα αντιδικιών κατά την απελευθέρωση;[3] Τι και αν γύριζε τα χωριά της Πελοποννήσου ο Ζεύγος με τον Κανελλόπουλο κατά την αποχώρηση των Γερμανών για να εγγυηθεί την τάξη, τι καν αν το ΠΓ του ΚΚΕ έδινε ρητές οδηγίες και κατήγγειλε ως εχθρό του κόμματος κάθε θερμοκέφαλο  κομμουνιστή, όλα αυτά δεν μετρούν αφού ο κομμουνιστής θα είναι πάντα, από το DNA του, δυνάμει σφαγέας. Και αν παρόλα αυτά η επίσημη πολιτική γραμμή του ΕΑΜ και του ΚΚΕ ήταν άλλη και δεν συνάδει με το σχήμα των «εγκλημάτων» της Αριστεράς, ο καλός ιστορικός του μετεμφυλιακού κλίματος την απέδιδε στην πονηρία των κομμουνιστών να ρίχνουν στάχτη στα μάτια, στην ηττοπάθειά τους ή, στην καλύτερη περίπτωση,  στην επαναστατική μανία της βάσης των οπαδών του κομμουνιστικού κόμματος που αποκαθιστούσε τα πράγματα υπέρ της βίας όταν η ηγεσία αδρανούσε, και που πάντως την υπέθαλπτε σιωπηλά και τη δικαίωνε έπειτα.
Η περίπτωση της ΟΠΛΑ τέτοια «απόδειξη» συνιστά.  Ήδη από την εποχή που εμφανίστηκε για τους αστούς πολιτικούς και τους Βρετανούς ήταν η οργάνωση που ταίριαζε στην πολιτική φυσιογνωμία των κομμουνιστών, ο μηχανισμός που έκανε τη βρώμικη δουλειά στα πλαίσια του επαναστατικού προτάγματος του ΚΚΕ, της μορφής της περιόδου της Τρομοκρατίας της Γαλλικής Επανάστασης. Ακραίοι κομμουνιστές ξεκαθάριζαν τους μαχητικούς εθνικόφρονες πολίτες που θα τους απέτρεπαν να καταλάβουν την εξουσία. Τα μέσα πάντα τα ίδια: δολοφονίες στο σκοτάδι, με συνοπτικές διαδικασίες από ανθρώπους με τυφλή προσήλωση στη βία και αντικοινωνικό μίσος. Ενίοτε και από πρόθεση εκδίκησης, όπως ένας άνθρωπος της νύκτας, ένας μαφιόζος ξέρει να εκδικείται. Όπως έγραφαν τα φυλλάδια των νικητών του εμφυλίου έπρεπε να πολεμά κανείς διαρκώς τους κομμουνιστές, και να μην παρασυρθεί από τη φιλειρηνική τους ρητορεία  για να μην «ιδή την γυναίκα του να ατιμάζεται, τα παιδιά του είτε να τσακίζονται κάτω από το πέλμα του Σλάβου, είτε να απάγωνται από την γενιτσαριά, είτε να σφάζονται στους δρόμους και τις πλατείες»[4].
[…]
===
[1] Ε.Λ.Α.Σ, Γενικο Στρατηγειο, Επιτελικό Γραφείο ιι, αριθ. ε.π.10173, 1ην Ταξιαρχίαν,  Κοινοποίησις VΙΙΙ Μεραρχίαν, Επί Ε.Π 1473/21.10.1944 σας Στοπ. Κατά συμφωνίαν Γκαζέρτας ΕΛΑΣ ουδαμού  αφοπλίζεται Στοπ. Τμήματα ΕΛΑΣ Κερκύρας δεν θα αφοπλισθώσιν Στοπ. Αλλά θα υπαχθώσι τακτικώς υπό διοίκησιν στρατιωτικού διοικητού ΕΔΕΣ Στοπ. Εφόσον πρόκειται περί εφεδρικού ΕΛΑΣ επανέλθωσιν εργασίας των Στοπ. Υπό προϋπόθεσιν  κρατήσωσιν οπλισμόν των συμφώνως Ε.Π 9838 διαταγήν μας Στοπ., Σ.Δ. Γεν Στρατηγείου 25.10.1944, Άρης Βελουχιώτης, Στέφανος Σαράφης, Αρχείο Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, τομ Δ, σ. 67.
[2] P. Papastratis, British Policy towards Greece during the Second World War, 1941-1945 Cambridge 1984, σ. 213.
[3] Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 145, φ 7/32/135, αρ. 45, Σιάντος προς όλες τις κομματικές επιτροπές περιοχής, 7 Σεπτεμβρίου 1944.
[4] «Διατί Αγωνιζόμεθα»,  Εις την Πνευματικήν Συμπαράστασιν του Εθνικού Αγώνος, Αθήνα 1949, σ. 30.
[…]
===
Ολόκληρο το άρθρο εδώ