Η προστασία του «λαϊκού αγώνα» στον Τσιαρτσιαμπά [...]



Πλήρης τίτλος:
Η προστασία του «λαϊκού αγώνα» στον Τσιαρτσιαμπά: 1941 -1950 (Διμοιρία -ΟΠΛΑ -Λαϊκοί Εκδικητές -Ελεύθεροι Σκοπευτές)

του Θανάση  Καλλιανιώτη, Ιστορικού, Δρ. Ιστορίας ΑΠΘ

Προλογικά
Από την έναρξη της Κατοχής το 1941 ως το 1950 που σταμάτησαν οι ένοπλες συγκρούσεις στη Δυτική Μακεδονία το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) και ο πυρήνας του, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ), θεώρησαν ότι ο αγώνας τους κατά των Ιταλών και Γερμανών στην αρχή κι εναντίον του ελληνικού κράτους μετέπειτα είχε ανάγκη προστασίας. Οπλισμένες, λοιπόν, ομάδες κάτω από διάφορους τίτλους, με παρόμοιους όμως σκοπούς, δρούσαν από το 1941 ως το 1950 στον Τσιαρτσιαμπά, ένα μικρό οροπέδιο του νομού Κοζάνης.
Η εργασία αυτή παρουσιάζει τη δράση των ομάδων αυτών και δείχνει τις ιδιαιτερότητές τους σε σχέση με την υπόλοιπη μάζα των ανταρτών. Ιδιαίτερα εξετάζεται η κατοχική οργάνωση ΟΠΛΑ (Οργάνωση Προστασίας Λαϊκού Αγώνα) που τόσο αρνητικά έχει διαφημιστεί. Από την έρευνα προέκυψε ότι τα θύματα της ΟΠΛΑ στον Τσιαρτσιαμπά αριθμούνται σε 8 μόνον άτομα, ενώ μια ανεξάρτητη Διμοιρία του 1/27 τάγματος του ΕΛΑΣ που δρούσε στην ίδια περιοχή αφήρεσε τις ζωές 11 αντιπάλων της. Παράλληλα η 9η μεραρχία του ΕΛΑΣ εκτέλεσε 164 άτομα στον ίδιο τόπο κυρίως το Νοέμβρη του 1944 (πίνακας 1.). Αποδεικνύεται έτσι μύθος, τουλάχιστον για την εξεταζόμενη περιοχή, η άποψη ότι η ΟΠΛΑ ευθύνεται για το θάνατο εκατοντάδων και χιλιάδων ανθρώπων,[2] όσο και η φήμη ότι κακοποιούσε ή βασάνιζε τα θύματά της.[3] Ο μύθος αυτός ήταν απότοκος της θέλησης των συμμετεχόντων στα γεγονότα της δεκαετίας του ΄40 ανθρώπων, να λησμονήσουν την αγριότητα του πολέμου και να αποσιωπήσουν τις δικές τους ενοχές, του χωριού τους και των ανθρώπων που καθημερινά συναναστρέφονταν φορτώνοντάς τες σε μια μόνο λέξη, την ΟΠΛΑ.
Το μύθο αυτό καλλιέργησε η νικήτρια δημοσιογραφία της Δεξιάς για 30 περίπου χρόνια, από το 1946 ως το 1981, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, ενώ από τότε ως σήμερα πλέει αυτός πλησίστιος ακόμα και μέσα στα ύδατα της κυρίαρχης Αριστεράς, γιατί υφίσταται η ίδια προφανώς σκοπιμότητα, της σιωπής αυτή τη φορά. Ρομαντικοί ερευνητές, λόγω έλλειψης εμπειρικής έρευνας και πιθανώς λόγω ιδεολογικών δισταγμών, αδυνατούν όχι μόνο να δικαιολογήσουν αλλά και να παραδεχτούν την εκπόρευση βίας από την πλευρά της Αριστεράς, οπότε ή αυτή αποσιωπείται τελείως[4] ή επικαλύπτεται χωρίς συγκεκριμένες αναφορές σε γεγονότα. Ονομάζεται για παράδειγμα η βία αυτή ως «γιακωβίνικο habitus» ή σαν «καθαρή επαναστατική βία», η οποία όμως είναι «γνώρισμα της μειοψηφίας»[5]. Οι φόνοι θεωρούνται «συμβολικοί» και τα θύματα βαφτίζονται «κάποιοι εγκληματίες» ή «κάποιοι κακομοίρηδες».[6] Ωστόσο μια απλή ανάγνωση του Θουκυδίδη[7] πείθει ότι η βία στους εμφυλίους πολέμους εξασκείται και από τις δύο πλευρές με την ίδια σχεδόν αγριότητα, οπότε δεν εξαιρείται ο Εμφύλιος Πόλεμος, που άρχισε στη Δυτική Μακεδονία το Μάρτη του 1943 και τελείωσε το 1950. Το παρόν κείμενο βέβαια είναι κατ’ ανάγκην λειψό, επειδή εξετάζει τη βία που εξάσκησε η Αριστερά πάνω στους αντιπάλους της κι όχι την παρόμοια των αντικομουνιστών και της Δεξιάς.
Η εργασία στηρίζεται στη μελέτη τοπικών αρχείων, όπως Δικαστήρια, Μητρόπολη, Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ληξιαρχεία αλλά και γενικών σαν τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) της Αθήνας. Παράλληλα αντλήθηκαν προφορικές πληροφορίες από αρκετούς αυτόπτες μάρτυρες, μερικοί μόνο εκ των οποίων αναφέρονται με τα ακρωνύμιά τους. Χρησιμοποιήθηκαν ακόμα έργα φιλιστόρων ή ιστορικών καθώς και απομνημονεύματα της εποχής. Επιπλέον ο γράφων μόνος ή και παρέα με ηλικιωμένους αυτόπτες βάδισε όλους τους τόπους των εξεταζόμενων γεγονότων, γιατί, αν κανείς αγνοεί το ανάγλυφο της περιοχής, είναι απίθανο να εξηγήσει τη ροή τους. Θα ήταν δύσκολο, π.χ. να ερμηνευτεί η εκτέλεση του εφημέριου της μονής Ζιδανίου από τους «Λαϊκούς Εκδικητές» του ΔΣΕ το Μάη του 1947,[8] για την οποία κανένα ικανό στοιχείο ενοχής ως σήμερα δεν έχει προσκομιστεί. Όποιος όμως γνωρίζει ότι η μονή βρισκόταν τότε μέσα στην ανταρτοκρατούμενη περιοχή, ότι ήταν βασικό πέρασμα από τα Χάσια στα Πιέρια και ότι επικοινωνούσε οπτικά με την Κοζάνη, μπορεί να αισθανθεί ότι ούτε ένα αστείο κατά των ανταρτών δε μπορούσε εκεί να συγχωρεθεί.
[…]
====
[1] Στίχος ανταρτικού τραγουδιού με τίτλο «Παρτιζάνοι» Ιστορία (1979:ΣΤ2369)
[2] Γιαννακάκης (2001β:361)
[3] Ακόμα και στις διπλανές περιφέρειες των Σερβίων και της Εορδαίας οι βεβαιωμένοι φόνοι της ΟΠΛΑ, αν και διπλάσιοι του Τσιαρτσιαμπά δεν είναι υπερβολικοί: 25 άτομα περίπου στα Σέρβια και 20 στην Εορδαία. Στην Πελοπόννησο όμως σύμφωνα με τον Kalyvas (2000) υπάρχουν πολύ μεγαλύτερα ποσοστά θανάτων από την ΟΠΛΑ, οπότε το θέμα χρήζει σύγκρισης
[4] Μαργαρίτης (2001)
[5] Μπουσχότεν (1997:16-7)
[6] Μαργαρίτης (1993:207) -Ο Kalyvas (2001:159) αναφέρει ότι τα θύματα της ΟΠΛΑ στην Αργολίδα ήταν και κοινοτάρχες, γιατροί κλπ
[7] Θουκυδίδης (1991:Γ149-59)
[8] Φάκελος  Λ. (1949) –Μ. (1994) –Λ., Τ. (2001)
[…]
===

Ολόκληρο το άρθρο εδώ