H περιοχή Φιλώτα στον κυρίως Εμφύλιο Πόλεμο 1945 -1949



Σε αντίθεση με την περίοδο της Κατοχής η περιοχή Φιλώτα διήγε από το 1945 έως το 1949 σε καθεστώς ηρεμίας. Ήταν μία βαθύτατα συνειδητή επιλογή της πλειονότητας των κατοίκων να μείνουν στο πλευρό του πεδινού κράτους, μακριά από ορεινές περιπέτειες αποχωρισμών κι αποσχίσεων.

του Θανάση  Καλλιανιώτη, Ιστορικού, Δρ. Ιστορίας ΑΠΘ

αναδημοσίευση από: http://blogs.sch.gr/thankall/?p=898


Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Το απόγευμα της 28ης Οκτωβρίου του 1944 πέρασαν ανενόχλητοι οι τελευταίοι Γερμανοί μέσα από το χωριό Λακκιά (σήμερα Λεβαία) της Φλώρινας οδεύοντας προς τα γιουγκοσλαβικά σύνορα, εικόνα που έκλεινε την αυλαία της τετράχρονης Κατοχής στην ηπειρωτική Ελλάδα. Ανοιχτός όμως ήταν ακόμη στην περιοχή ο ενδοελληνικός διχασμός, σπαρμένος από την άνοιξη του προηγουμένου έτους, μεταξύ των αλληλοϋποβλεπόμενων αντιστασιακών οργανώσεων ΥΒΕ/ΕΚΑ/ΠΑΟ[1] κι ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, πατριωτών των πρώτων, διεθνιστών των δεύτερων. Ακόμη δε περισσότερο ανοιχτοί ήταν οι λογαριασμοί μεταξύ των τελευταίων και του Εθνικού Ελληνικού Στρατού (ΕΕΣ), οργανώσεως των χωρικών της Μακεδονίας εναντίον των αριστερών ανταρτών του ΕΑΜ.
Τα κίνητρα της ένταξης σε ένα από τα δύο στρατόπεδα, εθνικιστικό ή κομμουνιστικό, ήταν ποικίλα κι όχι εξ αρχής ιδεολογικά. Πίσω από τον πρώιμο φόνο ενός 33χρονου Ποντίου από το προσφυγικό χωριό Φιλώτας το Μάρτιο του 1943 δεν κρύβονταν ιδέες, παρόλο που ο αδελφός του θύματος διέπρεψε αργότερα ως τοπικό στέλεχος του ΚΚΕ,[2] ενώ οι θύτες είχαν επιλέξει την αντικομουνιστική παράταξη (η επίσημη καταγραφή πως είχε φονευθεί «υπό Γερμανών»[3] είναι αμάρτυρη). Επικάλυμμα προσωπικών επίσης διαφορών περισσότερο παρά κοσμοθεωρητικές αντιθέσεις ήταν μία σειρά φόνων τον Ιούνιο του ιδίου έτους, όταν κατά τη διάρκεια βραδινής καταδρομής ανταρτών του ΕΛΑΣ στο Φιλώτα τέσσερις κάτοικοι μη φιλικώς διακείμενοι προς το ΕΑΜ και υποστηρικτές ή, καλύτερα, γνώριμοι της εθνικιστικής οργάνωσης ΥΒΕ/ΕΚΑ έχασαν τη ζωή τους από επαναστατικές σφαίρες.[4]
Παρ’ όλο το δολοφονικό αυτό πρόλογο μάλλον ανεπαισθήτως άγγιξε την κοινή μνήμη του χωριού το αυτό καλοκαίρι η ένοπλη ένταξη τριών νεαρών Φιλωτιανών στην οργάνωση των αξιωματικών ΠΑΟ τουλάχιστον λόγω της εδαφικής απόστασης, αφού η ΠΑΟ είχε την έδρα της στην ορεινή περιοχή Ζαρκαδόπετρα της Κοζάνης, απόσταση δύο ημερών με τα πόδια κι ανήκουσα σε άλλη επαρχία. Μη αισθητή ήταν για τους ίδιους λόγους η προηγούμενη καταφυγή τεσσάρων συνομηλίκων τους στον κομμουνιστικό ΕΛΑΣ.[5] Το σκηνικό φαινόταν αμετακίνητο και οι κάτοικοι συνέχιζαν όπως πριν να καλλιεργούν τον καπνό,[6] το σίτο και τον αραβόσιτο, να βόσκουν τα γελάδια τους και να μεταφέρουν εμπορεύματα με τα κάρα από το σιδηροδρομικό σταθμό του Αμυνταίου ως την Καστοριά. Ωστόσο κάτω από το σεντόνι της ήρεμης καθημερινότητας αρκετοί άνδρες του Φιλώτα διατηρούσαν κρυφά οπλισμό, με την ανοχή, αν όχι τη συναίνεση της Χωροφυλακής του χωριού, φοβούμενοι τη βουλγαρική προπαγάνδα και τους ανθέλληνες που περιφέρονταν φανερά στα γειτονικά χωριά των Σλαβομακεδόνων και την κωμόπολη του Αμυνταίου. Περισσότερα όμως και καλύτερα όπλα, αγορασμένα από Βλάχους αγωγιάτες, διέθεταν υπό την κάλυψη των αρχών της Ελληνικής Πολιτείας, οι τουρκόφωνοι αγρότες των οικισμών Αντίγονο, Μανιάκι και Πελαργός, αρκετοί εκ των οποίων είχαν διαπρέψει ως αντάρτες εναντίον των Τούρκων στο Δυτικό Πόντο στη δεκαετία του 1910: «Απολίτιστα ίσως τα χωρία ταύτα, πάντα όμως Ελληνικά και πειθαρχικά εις τα Κρατικά κελεύσματα»[7] έγραφε μεταπολεμικός νομάρχης εκφράζοντας την πραγματικότητα που απλώνονταν στην τουρκόφωνη ζώνη της περιοχής.
Από την άνοιξη του 1943 οργίαζαν στα προσφυγικά χωριά της Εορδαίας καθοδηγητές όλων των ειδών (εκτός Βουλγάρων και Βλάχων), όμως η πλειονότης δεν είχε ακόμη αποφασίσει με ποιον από όλους να δεθεί. Γι αυτό άνδρες που έτειναν τα αυτιά τους σε αξιωματικούς της ΥΒΕ/ΠΑΟ όπως ο ταγματάρχης Βασίλειος Παπαβασιλείου ή ο συνταγματάρχης Ιωάννης Παπαπέτρου[8] προσέφεραν παράλληλα με τα χέρια τους τρόφιμα στο ΕΑΜ ή και τον εαυτό τους στην υπηρεσία του Εφεδρικού ΕΛΑΣ.[9] Δεν είχαν ακόμη επιλέξει στρατόπεδο οι κάτοικοι του Πελαργού, όταν γερμανοντυμένοι Έλληνες με αρχηγό τον απόστρατο αντισυνταγματάρχη Γεώργιο Πούλο εγκατέστησαν φυλάκιο στα χωριό τους για να ελέγξουν το βραδινό ταξίδι της σοδειάς από την πεδιάδα προς τα ανταρτικά κρησφύγετα του Βερμίου, κι ούτε μπορούσαν να πράξουν αντίθετα αφού κανείς δεν ήθελε να έχει την ίδια τύχη με το γειτονικό Μεσόβουνο που είχε υποστεί φρικώδη γερμανικά αντίποινα. Ορισμένοι μάλιστα Πελαργινοί κι ακόμη άνδρες από τα περίγυρα χωριά κατατάχθηκαν στη μονάδα του Πούλου,[10] περισσότεροι για να προσποριστούν τροφές κι ολιγότεροι για να εκδικηθούν τους προσωπικούς τους αντιπάλους.
Ακόμη και τότε η ισορροπία δεν είχε διαταραχθεί, διότι κανείς από τους μνηστήρες της τοπικής ισχύος, κομμουνιστές, εθνικιστές  και γερμανόφιλοι, δεν είχε επιδιώξει σοβαρά την πρωτιά. Από την πολιτική ιστορία του παρελθόντος δεν ήταν δυνατό να αντλήσουν κομμουνιστές ή εθνικιστές επιχειρήματα για να πείσουν τους κατοίκους να εκτεθούν. Οι πεδινοί αγρότες του Φιλώτα ανήκαν συντριπτικά στη Φιλελεύθερη Παράταξη, η οποία είχε λάβει 315 ψήφους στις εκλογές του 1936, σε αντίθεση με τους Λαϊκούς που είχαν λάβει απογοητευμένοι μόνον 12 και τους κομμουνιστές που κοιτούσαν απέλπιδες από τη γωνία με 6 μόνο ψήφους.[11] Οι ύβρεις που εξεστόμιζαν παλαιότερα οι Πόντιοι εναντίον των Θρακιωτών του χωριού και τα κοσμητικά επίθετα Βρομοπόντιοι και Παλουκάδες των δεύτερων εναντίον των πρώτων είχαν με τις επιγαμίες λησμονηθεί.[12] Εξ άλλου οι γόνοι αμφοτέρων παρακολουθούσαν μαθήματα στο ίδιο Σχολείο, το οποίο λειτουργούσε ακατάπαυστα σχεδόν μέχρι να αποχωρήσουν οι Γερμανοί.[13] Παρόμοια συνέβαιναν και στους άλλους γειτονικούς μικτούς οικισμούς: Πόντιοι –Τουρκόφωνοι στον Πελαργό, Πόντιοι –Θρακιώτες –Προυσαλήδες -Τουρκόφωνοι στη Λακκιά.
Με ελατήριο την προσωπική βεντέτα Θρακιώτης αγρότης από το Φιλώτα, που είχε ντυθεί στα γερμανικά, σταδιοδρόμησε, ενίοτε με την αρωγή Ελλήνων συνεργών (κατηγορήθηκαν εντόπιοι Πουλικοί), ως φονιάς εκτελώντας δέκα περίπου άτομα στο χωριό του κι αλλού. Για την ευκολία πατήματος της σκανδάλης ο εν λόγω άνδρας προήχθη από τον αρχηγό του Γεώργιο Πούλο σε επιλοχία.[14] Επομένως η απαγωγή και δολοφονία της θείας του Ευαγγελίας από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ[15] δεν θεωρήθηκε αφύσικη από τους κατοίκους, αν και χρειάζεται κάποτε να ερευνηθεί η σχέση της με το διανοητικά διαταραγμένο δράστη.
Οι γέφυρες άρχισαν να κόβονται το φθινόπωρο του 1943, όταν με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας αδυνάτισαν οι Γερμανοί κι ο ΕΛΑΣ ενισχυμένος με οπλισμό, ηθικό κι εδραίωση σε ελεύθερη περιοχή αισθάνθηκε έτοιμος να αναλάβει τη σύνολη εξουσία. Η ΠΑΟ καταδιώχτηκε σκληρά, ενώ σε ομηγύρεις το ΕΑΜ ζήτησε από τις κεφαλές των οικισμών παράδοση των κρυμμένων όπλων. Οι μόνοι που αντέδρασαν φανερά, από προσωπική διάθεση παρά από ιδεολογία, διότι αγαπούσαν πολύ τα όπλα, ήταν οι Πελαργινοί: «μποϊλέ κιμπή κομουνισιονού ταναμάιζ»: εμείς δεν αναγνωρίζουμε τέτοια συγκέντρωση.[16] Πριν εκπνεύσει το έτος, στην 30ή Δεκεμβρίου του 1943 το απροσκύνητο χωριό υπέστη πυρφόρα επίθεση από τον ΕΛΑΣ.
Ο κύβος του κατοχικού Εμφυλίου Πολέμου είχε ριφθεί. Ακολούθησε άλλη μία πολιορκία του Πελαργού από τον ΕΛΑΣ την 9η Φεβρουαρίου 1944, ανεπιτυχής αφού μόνον το 1/10 των οικιών είχαν καεί.[17] Κτυπήθηκε επίσης το Μανιάκι και οι παραδοθέντες εθνικιστές οπλίτες, 35 εν συνόλω άνδρες, παραδόθηκαν κι εκτελέστηκαν μαζικά στα δάση του Βερμίου από τον ΕΛΑΣ. Στην αιματηρή αντίθεση οι κάτοικοι της Βεγόρας, της Λακκιάς και του Φιλώτα δεν εξεδήλωσαν ενδιαφέρον συμμετοχής για λόγους που ήδη ειπώθηκαν και για άλλους τρεις: η γλωσσική συνάφεια ήταν απογοητευτική, καθώς οι Τουρκόφωνοι του Φιλώτα και της Λακκιάς αριθμούνταν σε ολίγες μόνον οικογένειες. Εξ άλλου με τις οικίες των κτισμένες εκατέρωθεν ή κοντά στο δημόσιο δρόμο είχαν τη δυνατότητα να ισχυριστούν ότι δεν υπήρχε χρεία οπλισμού των εναντίον του ΕΛΑΣ, αφού θεωρητικά διέθεταν την αρωγή των Γερμανών που είχαν την άνεση να προστρέξουν από τις κοντινές επισταθμίες του Αμυνταίου και της Πτολεμαΐδας. Οι Σμυρνιοί πρόσφυγες του Φαραγγίου ήταν ολίγοι και το χωριό απόμακρο των οδών και των εξελίξεων.
Στην εμμονή της αποχής των Θρακιωτών και Μικρασιατών από τον εξοπλισμό εναντίον του ΕΛΑΣ συνεισέφερε ο ηγέτης των αντικομουνιστών οπλιτών της Εορδαίας Φραγκίσκος Κολάρας, ο οποίος είχε συγγενείς στη Λακκιά και γνωριζόταν με αρκετούς αγωγιάτες της περιοχής.[18] Δεν ήταν δύσκολο στο σκληρό οπλαρχηγό να καταλάβει πως οι κάτοικοι προσπαθούσαν να ισορροπήσουν μεταξύ των διεκδικητών τους, αντικομουνιστών[19] κι εαμιτών και τους άφησε στην επιθυμία τους.
Μονιμότερο προβληματισμό έσπειραν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ που άρχισαν να στρατολογούν από τον Οκτώβριο του 1943[20] και μαζικότερα την άνοιξη του 1944[21] τοιχοκολλώντας διαταγές[22] ή με συγκεντρώσεις όπου στο τραπέζι των ομιλητών αφήνονταν περίστροφα. Έτσι από τη Βεγόρα 7 άνδρες κατατάχτηκαν μόνιμοι στον ΕΛΑΣ Βιτσίου, ενώ καθ΄ ολοκληρίαν επιστρατεύονταν για ορισμένο χρόνο.[23] Για λογαριασμό του 3/28 τάγματος του Εφεδρικού ΕΛΑΣ επιστρατεύτηκαν εβδομήντα άνδρες από το Φιλώτα τον Ιούνη του 1944[24] κι ακόμη περισσότεροι ολίγες ημέρες αργότερα. Σε χειρόγραφες αναμνήσεις του επιστρατευμένος αντάρτης από το Φιλώτα αναφέρεται στη ρήση Καυκάσιου στρατολόγου του ΕΛΑΣ από τους Αγίους Αναργύρους όπου βάλλεται η θεωρούμενη μαζική εθελοντική συμμετοχή στο ΕΑΜ:
«εμείς ζητήσαμαι εθελοντές 10 με 15. η οργάνοση έκανε γενηκή επιστράτευση… όλλους τους διόξαμαι, έμειναν απάνο περίπου 140 από το φιλώτα, τους είπαμε από εσάς όποιος θέλη να φύγη. φαίνεται φοβίθηκαν και έμειναν.[25]
Η ισχύς του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, ιδιαίτερα η νυκτερινή, οφειλόταν εν πολλοίς στη γεωγραφία, αφού εκκινώντας από τους δαιδαλώδεις καλαμιώνες του Ρούντνικ (σήμερα Χειμαδίτις λίμνη) προσέγγιζαν με τα πόδια τη Βεγόρα, τη Λακκιά και το Φιλώτα σε διάστημα μικρότερο της μιας ώρα. Όποιοι αντιδρούσαν στο κράτος των ανταρτών αντιμετώπιζαν συνέπειες κι ευτυχής υπήρξε ο εφημέριος του Φιλώτα που απήχθη τον Ιούνιο του 1944 από τους αντάρτες,[26] αλλά επέστρεψε τελικά σώος. Δυστυχώς την ίδια καλή τύχη δεν είχε ένας οπωροπώλης, σώγαμπρος στο Φαράγγι, που απήχθη κι εκτελέστηκε από τον ΕΛΑΣ μαζί με τον πατέρα του στο Βέρμιο.[27] Μάλλον τον ιερέα έσωσε το σχήμα του, ενώ οι άλλοι είχαν θεωρηθεί αναλώσιμοι.

ΕΑΜΟΚΡΑΤΙΑ

Αρχάς Νοεμβρίου 1944 κανείς λοιπόν Γερμανός δεν υπήρχε στην ηπειρωτική Ελλάδα. Όμως οι εκατοντάδες επιστρατευμένοι αντάρτες όπως και καταφανώς ολιγότεροι εθελοντές συνάδελφοί των στα 28ο και 16ο Συντάγματα του ΕΛΑΣ παρέμεναν ακόμη ένοπλοι. Αντί να επιστρέψουν στα χωριά τους κατευθύνθηκαν στην επαρχία της Κοζάνης και το νομό του Κιλκίς. Είχαν δράσει προηγουμένως εναντίον Ιταλών, Γερμανών και Κομιτατζήδων στο Βίτσι, αλλά τώρα επέπρωτο να αντιμετωπίσουν Έλληνες αντικομουνιστές οπλίτες. Στις μάχες που ακολούθησαν ο αριθμός των θυμάτων αυξήθηκε κατά 4 αντάρτες για το Φιλώτα (φονεύθηκαν στα Πετρανά της Κοζάνης), ενώ για τους αντικομουνιστές οπλίτες η θλίψη ήταν απογοητευτική: σε διάστημα τριών ημερών έχασαν τη ζωή τους 18 άνδρες μόνον από τον Πελαργό, οι περισσότεροι από εκτελεστικά αποσπάσματα του ΕΛΑΣ.
Καθόλου δεν ξεκουράστηκαν μετά οι αντάρτες. Έστριψαν αμέσως για την Ήπειρο προς δίωξιν της ανταρτικής οργάνωσης ΕΔΕΣ του Νικολάου Ζέρβα, υπόθεση στην οποία δεν συμφωνούσαν όλοι, θεωρητικά διότι αν οι αντικομουνιστές της Κοζάνης θεωρούνταν συνοδοιπόροι των Γερμανών, ο ΕΔΕΣ δεν είχε πράξει το ίδιο και πρακτικά επειδή έφευγαν πολύ μακριά από τον τόπο τους. Όταν ένας 37χρονος Πόντιος αντάρτης από τον Πελαργό αρνήθηκε να ακολουθήσει στην Ήπειρο, οι ηγέτες του τον αφόπλισαν,[28] ενώ λίγο λοιπόν πριν περάσουν τον κορμό της Πίνδου αντάρτες από το Φιλώτα υποκρίθηκαν τον άρρωστο για να μην ακολουθήσουν. Ένας συγχωριανός τους περισσότερο αποφασισμένος αυτοτραυματίστηκε στο πόδι.[29] Οι μακρόχρονες ομιλίες των πολιτικών του ΕΑΜ δεν είχαν απήχηση στους επιστρατευμένους αγρότες.
Εν μέσω παρόμοιων ηθικών και πρακτικών στεναγμών οι αντάρτες του ΕΛΑΣ και οι επιστρατευμένοι μαζί τους χωρικοί πέρασαν τον κορμό της Πίνδου και διαμέσου των Ιωαννίνων έφθασαν στο Μεσολόγγι όπου προορίζονταν για την Αθήνα. Συσκεπτόμενοι εκεί για τη χρεία της εκστρατείας, τους βρήκε η ανακωχή μεταξύ Βρετανών κι ΕΑΜ και το Φεβρουάριο του 1945 πήραν το μακρύ δρόμο της επιστροφής. Από την εξάντληση ορισμένοι όπως ο αντάρτης Χρήστος από το Φιλώτα έμειναν στην Κόνιτσα περισσότερες ημέρες.[30] Τον επόμενο μήνα παρέδωσαν τα όπλα τους, όσοι δεν τα πέταξαν στο δρόμο, κι αποστρατεύθηκαν. Τελευταία παρέδωσε όπλα η αστυνομία του ΕΑΜ, η Πολιτοφυλακή, γραμματέας της οποίας στο Αμύνταιο ήταν Πόντιος από το Φιλώτα,[31] ο οποίος αργότερα αποκήρυξε κι αυτός το ΚΚΕ κατόπιν δηλώσεως.[32] Δεν υπήρχε άνθρωπος άμεσης εμπιστοσύνης φαίνεται, γι αυτό στο Σταθμό της (Εαμικής) Πολιτοφυλακής Φιλώτα στα καθήκοντα του διοικητή είχε διοριστεί ένας Καυκάσιος από το Λιμνοχώρι.[33]
Όσοι αντικομουνιστές οπλίτες επέζησαν από τις μάχες του Νοεμβρίου του 1944 κι εμφανίστηκαν ή ευρέθησαν κρυμμένοι οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα κρατουμένων που διατηρούσε ο ΕΛΑΣ αρκετά μακριά, στα χωριά Βυθός και Δίλοφο του Βοΐου, ενώ οι δακτυλοδεικτούμενοι εθνικιστές κλείστηκαν στους στρατώνες της πόλης Κοζάνης. Είκοσι τρεις ονομαστικά καταγεγραμμένοι Πελαργινοί[34] κρατήθηκαν από τους αντάρτες για τέσσερις μήνες μέχρι να επιστρέψουν, αλλά ένας 57χρονος συγχωριανός τους αρρώστησε και πέθανε από μηνιγγίτιδα το Φεβρουάριο του 1945,[35] ασθένεια προκληθείσα κατά μία πηγή από κρυολόγημα που είχε επιταθεί κατόπιν αντάρτικου ξυλοδαρμού.[36] Εντελώς άτυχος ήταν ο 50χρονος σαλπιστής των εθνικιστών του Πελαργού, ο οποίος υπέκυψε ως κρατούμενος κατόπιν βασάνων του ΕΛΑΣ.[37]
Στους μήνες της «καθαρής» Εαμοκρατίας, Νοέμβριο 1944 έως και Μάρτιο του 1945, η ΕΠΟΝ γνώρισε τη μέγιστη ανάπτυξή της. Υπό την καθοδήγησιν ενός Καυκάσιου από το Βαλτόνερο[38] οι νέοι συγκεντρώνονταν σε χοροεσπερίδες ή έπαιζαν σε θεατρικές παραστάσεις.[39] Το γαλλικό δράμα οι «δύο λοχίαι» σύνηθες έργο παλαιότερα στον Πόντο και την Ανατολική Θράκη,[40] επρόκειτο να παιχτεί στο χωριό Βεγόρα, αλλά τελικά είχε αναβληθεί.[41] Ακόμη και γόνοι τουρκόφωνων οικογενειών, αγόρια και κορίτσια, που έως τότε ήταν αμέτοχοι, αν όχι εχθρικά διακείμενοι προς το ΕΑΜ, συμμετείχαν ως εκφωνητές προσκλήσεων[42] ή ως ηγέτες της νεολαίας του οικισμού των. Στον Πελαργό π.χ. υπεύθυνη της ΕΠΟΝ ήταν η κόρη ενός κρατουμένου από τους αντάρτες αντικομουνιστή οπλίτη.[43] Το ΕΑΜ θεωρούταν τότε η μοναδική κρατική οντότητα και ήταν φυσικό να ακολουθεί κανείς τις εντολές του, αλλά μάλλον η συμμετοχή των νέων οφειλόταν στην αναπάντεχη δυνατότητα για συναντήσεις αγοριών και κοριτσιών, κάτι έως πρότινος μη επιτρεπτό. Παρόλο που σχετικές πηγές ελλείπουν, δύναται βάσιμα να υποτεθεί ότι οι Επονίτες της Βεγόρας, της Λακκιάς και του Φιλώτα, λάμβαναν μέρος και στα εκάστοτε συλλαλητήρια του ΕΑΜ/ΚΚΕ στους οικισμούς των ή και στο γειτονικό Αμύνταιο, ιδιαίτερα στα πυκνά αντίστοιχα του Δεκεμβρίου του 1944.[44]
Τα Λαϊκά Δικαστήρια λειτουργούσαν με όλη τους την ένταση. Η βαριά ποινή με δημόσιο ξυλοδαρμό ενός νέου του Πελαργού που «τσίμπησε» συνομήλική του,[45] δεν άρμοζε στο γενικό κανόνα και πιθανόν να πραγματοποιήθηκε για λόγους επιβολής ή εκδικήσεως. Συνήθως οι τιμωρίες ήταν ασήμαντες όσο και το περιεχόμενο των δικών: εφηβικά ερωτικά πειράγματα π.χ. ή κλοπές φρούτων.[46] Ήταν ερμηνεύσιμη η παρανομία των νέων της εποχής, αφού τα ορφανά παιδιά των εθνικιστών, για τα οποία ουδέν ενδιαφέρον έδειχνε το ΕΑΜ, πλεόναζαν: στον Πελαργό π.χ. 3 μόνο από τα 115 παιδιά είχαν πατέρα.[47]
Εν συγκρίσει με τους περίγυρους μικρότερους οικισμούς ο Φιλώτας κατείχε μάλλον προνομιούχα θέση, παρόλο που 33 νέοι, άνδρες και γυναίκες είχαν χάσει τη ζωή τους στην πενταετία 1940 -1945, οι 7 από αυτούς στον πόλεμο της Αλβανίας. Σε σχέση με τον Πελαργό που είχε υποστεί δύο πυρφόρες επιθέσεις ούτε μία οικία του δεν είχε καταστραφεί κι αν εξαιρεθούν τα θύματα, οι εξαναγκασμοί των αντικομουνιστών οπλιτών, οι εισφορές των κατοίκων στην Επιμελητεία Του Αντάρτη (ΕΤΑ) στην οποία αρχήγευε ένας 37χρονος Θρακιώτης,[48] οι δαρμοί αντιφρονούντων όπως π.χ. ένας ιερέας κι άλλος έτερος κάτοικος από το ΕΑΜ και οι κίνδυνοι που αντιμετώπιζαν οι εθελοντές ή οι επιστρατευμένοι αντάρτες κατά τη διάρκεια της ένοπλης θητείας των ο Φιλώτας δε δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα τόσο κατά την περίοδο της Κατοχής όσο και της Εαμοκρατίας.
Πράγματι ο γερμανοντυμένος συγχωριανός τους είχε φύγει τη Γερμανία (συνελήφθη αργότερα και φυλακίστηκε στη Θεσσαλονίκη), ενώ άνδρας, ιδιοκτήτης εμπορικού καταστήματος στο Αμύνταιο, που είχε καταφύγει στη Θεσσαλονίκη αμέσως μετά τη φυγή των Γερμανών, απελευθερώθηκε καθώς όδευε προς το στρατόπεδο κρατουμένων αντικομουνιστών της Αριδαίας κατόπιν παρεμβάσεως από τα χέρια του ΕΛΑΣ. Πέθανε όμως αργότερα από τα εν πορεία βασανιστήρια των ανταρτών[49] σύμφωνα με μία αδιασταύρωτη πηγή.

ΝΕΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ

Νέος παράγοντας, αναμενόμενος για όσους είχαν πλουσιότερες πηγές πληροφόρησης εκτός από την «επίσημη» του ΕΑΜ, εμφανίστηκε στην παγιωμένη σκηνή της Εαμοκρατίας. Τέλη Μαρτίου του 1945 έφθασαν στην περιοχή στρατιώτες της Εθνοφυλακής από τη Νότια Ελλάδα.[50] Μερίδα κατοίκων θεώρησε τότε πως χρειαζόταν απεμπλοκή από το ανταρτοκρατούμενο παρελθόν και αναζήτηση μιας μέσης οδού, γι αυτό φαίνεται στο Φιλώτα τον Απρίλιο του ιδίου έτους οι ιδρυτές του Συλλόγου Πολυτέκνων «η Αγία Βαρβάρα» θεώρησαν ορθό να ξεκαθαρίσουν ότι η συσσωμάτωσή τους ήταν «ανεξαρτήτων πολιτικών φρονημάτων».[51] Τους επόμενους μήνες επανδρώθηκε ο Σταθμός Χωροφυλακής του Φιλώτα και διορίστηκαν νέοι κοινοτάρχες. Όταν όμως άρχισε ο κυρίως Εμφύλιος Πόλεμος πριμοδοτήθηκαν από το ελληνικό κράτος πιστότεροι στην άμεση δράση,[52] γι αυτό στον Πελαργό διορίστηκε το καλοκαίρι του 1946 ως νέος κοινοτάρχης ο πρώην λοχαγός της Επιμελητείας του κατοχικού ΕΕΣ, αντικαθιστώντας τον διορισμένο προ έτους προκάτοχό του.[53]
Το παλαιό μονοπώλιο του ΕΑΜ άρχισε να κλονίζεται δυνατά. Οι άνδρες του Πελαργού ξέθαψαν τα κρυμμένα όπλα τους καθώς μερικά μόνον χιλιόμετρα μακριά Σλαβομακεδόνες εκδικητές του ΝΟΦ[54] δήλωναν καθαρά την αιματηρή παρουσία τους ανατινάζοντας ένα μύλο στον Άγιο Παντελεήμονα κι εκτελώντας άνδρες στο Φανό και τη Γαλάτεια. Στην περιοχή της Άρνισσας οι ίδιοι είχαν απαγάγει κι οδηγήσει στη Γιουγκοσλαβία το καλοκαίρι του 1945 τρεις Έλληνες πολίτες.[55] Καθόλου τυχαία δεν ήταν λοιπόν η καταστροφή της λέσχης της ΕΠΟΝ του προσφυγικού χωριού Βεγόρα[56] που συνόρευε με το Αμύνταιο και τον Άγιο Παντελεήμονα, κωμοπόλεις όπου διαβιούσαν Σλαβομακεδόνες.
Ο Φιλώτας, η Βεγόρα και η Λακκιά φαίνονταν θωρακισμένοι απέναντι στις επιδρομές του ΝΟΦ αφού κατοικούνταν μόνον από Πρόσφυγες, αλλά τι μπορούσε να αφιχθεί τη νύχτα μέσα σε μιάμιση ώρα από το βάλτο του Ρούντνικ ελάχιστοι είχαν τη μαντική ικανότητα να προβλέψουν. Όντως μέσα στα νερά και τα καλάμια κρύβονταν διαφόρων ειδών παράνομοι, πρώην Κομιτατζήδες κι Ελασίτες κι Σνοφίτες,[57] Νοφίτες και Κομμουνιστές που διστάζοντας ή φοβούμενοι να εμφανιστούν, τροφοδοτούνταν κρυφά από γνωστούς και οικείους των.
Στην ύπαρξη κι εν μέρει στη δράση αυτών οφείλεται ο ερεθισμός της τοπικής Χωροφυλακής, η οποία σύμφωνα με εαμική εφημερίδα προχωρούσε σε συλλήψεις πολιτών στο Φιλώτα ακόμη και κατά τη διάρκεια γάμων. Κατά την ίδια πηγή «οπλισμένοι μοναρχικοί» από το Αντίγονο είχαν δείρει αδικαιολόγητα μία συγχωριανή τους,[58] επίσης δύο γυναίκες συγγενείς ενός Ελασίτη στον Πελαργό,[59] κι ακόμη ένα νεαρό της ΕΠΟΝ στη Λακκιά.[60] Παρομοίου είδους ειδήσεις διαδίδονταν κάποτε, αν όχι συχνά, διαθλασμένες: στην ίδια εφημερίδα π.χ. είχε γραφεί ότι ο ενωμοτάρχης του ΣΧ του Φιλώτα ξυλοκόπησε χωρίς αιτία,[61] προπολεμικό αγροτικό παράγοντα του Φιλώτα[62] και αντιπρόεδρο της κοινότητας επί στρατιωτικής διακυβερνήσεως Μεταξά.[63] Φαίνεται όμως πως υπήρξαν διαμαρτυρίες περί αναληθείας, γι αυτό στο επόμενο φύλλο η είδηση διορθώθηκε, εγράφη πως τον είχε μόνον απειλήσει.[64] Είναι όμως αναμφισβήτητο γεγονός πως άγνωστοι, προφανώς εθνικιστές κάτοικοι του ιδίου χωριού που είχαν θύματα, έσπασαν τη θύρα του Ποντίου πρώην κοινοτάρχη του Πελαργού.[65] Σύμφωνα με μιαν ύστερη προφορική κατάθεση ενός επιστρατευμένου πρώην Εαμίτη:
«μας καλούσαν στην αστυνομία για ανακρήσεις, όποιος τα πέρδευαι ή έλεγαι ψέματα χτυπούσαν. είναι αλήθεια πολύ».[66]
Ο αριθμός των συλληφθέντων οπαδών ή συνοδοιπόρων του ΕΑΜ είναι άγνωστος. Πρώτος όλων συνελήφθη μέσα Μαρτίου του 1945 στη Θεσσαλονίκη Καυκάσιος Πρόσφυγας από τη Βεργίνα της Ημαθίας που με το ψευδώνυμο Γεροδήμος ηγείτο της ΠΕ Εορδαίας του ΚΚΕ.[67] Από τους κατοίκους της περιοχής Φιλώτα ελάχιστοι γνώρισαν επί πολύ τα δεσμά: ένας 37χρονος Πόντιος από το Φιλώτα, στέλεχος του ΕΑΜ/ΚΚΕ παρέμεινε για άγνωστη περίοδο έγκλειστος,[68] αφού αρχικά κατά τον εαμικό τύπο είχε πρώτα βασανισθεί.[69] Ένας ορφανός Μικρασιάτης από τη Λακκιά, απόφοιτος του Γυμνασίου Τσοτυλίου και μέλος της ομάδας κρούσης του ΕΛΑΣ Φλώρινας με το ψευδώνυμο Φάνης[70] αποφυλακίστηκε έπειτα από έξι χρόνια.[71] Έξι περίπου μήνες (χειμώνας 1945-46) έμεινε στη φυλακή της Κοζάνης[72] ένας αγρότης από το Φιλώτα, του οποίου ο Επονίτης υιός είχε φονευθεί επί Κατοχής από αντικομουνιστές οπλίτες.[73] Το 1946 κρατούνταν δύο άνδρες από το Φιλώτα μάλλον επειδή υποστήριξαν ενεργά την αποχή από τις βουλευτικές εκλογές: ένας 22χρονος Πόντιος αγρότης,[74] που ελευθερώθηκε το 1947 καταδικάζοντας «το κομμουνιστικόν κόμμα»,[75] κι άλλος ένας περίπου συνομήλικός του,[76] ο αδελφός του οποίου είχε αποκηρύξει το ΚΚΕ.[77]
Την ίδια περίοδο κρατούνταν στην Κοζάνη δύο άνδρες και τρεις έφηβοι Πελαργινοί ποντιακής και καυκάσιας καταγωγής:[78] ο υιός ενός πρώην κοινοτάρχη που είχε φυλακιστεί το 1945 αλλά αφεθεί πριν λήξει το έτος[79] κι ένας 19χρονος πρώην Ελασίτης, του οποίου ο πατέρας παραδίδεται ότι είχε δαρθεί από συγχωριανούς του εθνικιστές.[80] Φαίνεται πως κι αυτοί δεν έμειναν για πολύ στο κελί, διότι ο τελευταίος σταδιοδρόμησε αργότερα πάλι στους αντάρτες, αυτή τη φορά στο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ).[81]
Αλληλοσυγκρουόμενες φήμες διαθλούσαν την πραγματικότητα, τα γεγονότα ντύνονταν με ιδεολογικά επικαλύμματα και η ευκολία παρερμήνευσής των ήταν εντυπωσιακά αυξημένη. Όταν στον Πελαργό μία 18χρονη έφηβη πυροβολήθηκε στην αυλή του σπιτιού της και υπέκυψε,[82] η Χωροφυλακή ισχυρίστηκε επισήμως ότι φονεύθηκε από «τρομοκράτες» της Αριστεράς.[83] Προφανώς για το συμβάν είχαν ερωτηθεί μόνον οι Τουρκόφωνοι κάτοικοι του χωριού κι όχι οι συγχωριανοί τους Πόντιοι, οι οποίοι βρίσκονταν σε σοβαρή αντιπαλότητα μεταξύ τους από την προπολεμική ήδη περίοδο.[84] Όμως απεσταλμένος της Ιεράς Μητροπόλεως για επιτόπια συλλογή μαρτυριών κατέθεσε ότι την άτυχη φόνευσαν «Πουλικοί».[85] Σημερινές προφορικές πηγές θεωρούν ως θύτη ένα στενό συγγενή της για προσωπικούς και μόνο λόγους.[86] Μία ακόμη γυναίκα την ίδια περίοδο στο αυτό μέρος έχασε τη ζωή της πέφτοντας σε φρέαρ του Άνω Μαχαλά[87] –την έσπρωξαν ισχυρίζονται μερικοί.
Ταυτοχρόνως εκατοντάδες μηνύσεις για φόνους που διαπράχτηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής εκτράχυναν περαιτέρω την κατάσταση. Ένας Θρακιώτης αξιωματικός των ανταρτών από το Φιλώτα κατηγορούνταν για το φόνο ενός ενωμοτάρχη στο Βαψώρι (Ποιμενικόν) Βιτσίου,[88] ενώ ένας 20χρονος Πόντιος ως μέλος της «Θύελλας», εκτελεστικής ομάδας τάγματος του ΕΛΑΣ.[89] Αναμενόταν φυσικά ότι οι συγγενείς των θυμάτων, τα οποία είχαν χάσει τη ζωή τους εξαιτίας των ανταρτών, θα αναζητούσαν ευθύνες από τους τοπικούς ηγέτες του ΕΑΜ/ΚΚΕ, αν δε γνώριζαν τους φυσικούς εκτελεστές. Παρόμοιος φόβος συνείχε και τους επιστρατευμένους Ελασίτες, που είχαν συμμετάσχει σε επιχειρήσεις εναντίον των οπλισμένων χωριών της Κοζάνης όπου τα θύματα (ουσιαστικά εκτελεσμένοι) ξεπερνούσαν κατά πολύ τις τρεις εκατοντάδες.
Μια λύση αποφυγής των διώξεων ήταν η καταφυγή στο βάλτο μέχρι να εξομαλυνθεί η κατάσταση, άλλη η μετανάστευση σε άλλον τόπο. Ο υπεύθυνος του ΚΚΕ Φιλώτα μετακόμισε οικογενειακώς στα προάστια της Αθήνας, ενώ ένας λοχαγός του ΕΛΑΣ από το ίδιο χωριό έφυγε στην Ανατολική Μακεδονία.[90] Άλλοι κατέφυγαν σε οικισμούς της Ημαθίας όπου βρίσκονταν συγγενείς τους.[91] Ενδεικτικά από τον Πελαργό πέντε νεαροί Πόντιοι εντάχθηκαν στο ΔΣΕ έχοντας εξαφανιστεί από τον οικισμό οι τρεις ήδη από το Νοέμβριο του 1945, ενώ οι άλλοι δύο τον Οκτώβριο του 1946 και το Νοέμβριο του 1948.[92] Πού ακριβώς κρύβονταν οι τρεις πρώτοι δεν έχει με ακρίβεια διευκρινιστεί. Όμως οι πολλοί, ιδιαίτερα όσοι είχαν συμμετάσχει (επιστρατευμένοι) στον ΕΛΑΣ ή την ΕΠΟΝ, παρέμειναν επιτόπου. «Τυφλή πίστη στη νίκη»,[93] ελάχιστοι είχαν, αλλά οι περισσότεροι δεν μπορούσαν να αγνοήσουν την ύπαρξη ενόπλων αντιεξουσιαστών στο βάλτο, ορισμένοι από τους οποίους έφθαναν το βράδυ στα κράσπεδα του Φιλώτα και των υπόλοιπων οικισμών προς αναζήτησιν τροφής και πληροφοριών.[94]

ΚΛΙΣΗ ΕΠΙ ΔΕΞΙΑ

Το πνεύμα της «νίκης» διαδίδονταν κρυφά, γι αυτό την 31η Μαρτίου του 1946 αρκετοί άνδρες αντί να ψηφίσουν, επέλεξαν να τριγυρνούν στα καφενεία αψηφώντας τη Χωροφυλακή. Είχαν φαίνεται πιάσει τόπο οι απειλές όσων επαναστατών κρύβονταν στο βάλτο και μάλλον θεωρούσαν οι κάτοικοι πως θα τους προστάτευε το απόσπασμα της Εθνοφυλακής που είχε προσέλθει να διαφυλάξει την εγκυρότητα των εκλογών πριν από ολίγες ημέρες.[95] Σε εαμική εφημερίδα παραδίδεται ως ποσοστό αποχής το 53% των κατοίκων,[96] αλλά, αν πράγματι ισχύει, πώς εξηγείται ότι πέντε μήνες αργότερα στο δημοψήφισμα για την επάνοδο του Βασιλέως μόνο το 36% των κατοίκων του χωριού εξεφράσθη υπέρ της Δημοκρατίας;[97] Το ποσοστό αποχής για να φαίνεται αληθές χρειάζεται ριζικότατη μείωση και ίσως το ύστερο 36% είναι το αληθές, αν συνεκτιμηθεί πως οι νέοι του Φιλώτα, ανάμεσά τους και οι εθελοντές Ελασίτες, κατετάγησαν στο Στρατό και πολέμησαν εναντίον των ανταρτών. Ορισμένοι δε στρατιώτες τραυματίστηκαν στα πεδία των μαχών,[98] ενώ άλλοι σαν ένα λοχία από το Αντίγονο φονεύθηκαν.[99]
Προς προσπορισμόν χρημάτων νέοι κι άνδρες της περιοχής κατετάγησαν στη Χωροφυλακή ως οπλίτες άνευ θητείας, εργασία που ενείχε κινδύνους αφού οι Σταθμοί Χωροφυλακής βάλλονταν με μανία από τους αντάρτες κι επιπλέον οι χωροφύλακες συνόδευαν τμήματα Στρατού σε επιχειρήσεις. Σε μία από αυτές προφανώς έχασε τη ζωή του στα Ασπρόγεια ένας 44χρονος χωροφύλακας, Πρόσφυγας από το Κερμένι της Θράκης και κάτοικος του χωριού Λακκιά.[100]
Στη Χωροφυλακή εντάχθηκαν επίσης για προφύλαξη από τους αντάρτες ή εξαιτίας της έλξη που ασκούν τα όπλα ως ενωμοτάρχες κι αρχηγοί Μεταβατικών Αποσπασμάτων μερικοί οπλαρχηγοί του ΕΕΣ: το 2ο Μεταβατικό Απόσπασμα (Χωροφυλακής) Εορδαίας είχε αρχηγό έναν 37χρονο σιδηρουργό από τον Πελαργό, πρώην οπλαρχηγό του ΕΕΣ. Αργότερα ο ίδιος ονομάσθηκε τιμητικά έφεδρος ανθυπολοχαγός και ηγήθηκε της οργάνωσης ΜΑΥ (Μονάδαι Ασφαλείας Υπαίθρου) του χωριού του.[101] Μία άλλη μερίδα νέων ακολούθησαν την Ελληνική Βασιλική Εθνική Νεολαία (ΕΒΕΝ),[102] άμεσα σχετιζόμενη με το Σταθμό Χωροφυλακής.[103] Αρχηγός της στο Φιλώτα ήταν ένα νέος Τουρκόφωνος,[104] ο οποίος είχε απαχθεί για ένα διάστημα από τον ΕΛΑΣ.[105] Πόσοι από τους νεολαίους της ΕΒΕΝ έφεραν όπλα δεν έγινε γνωστό ούτε ξέρει κανείς αν στους 50 «εξοπλισμένους μοναρχοφασίστες» που αναφέρονται στο Φιλώτα (κι άλλοι ισάριθμοι στη Λακκιά) την άνοιξη του 1947[106] συμπεριλαμβάνονταν κι ΕΒΕΝίτες.
Όπως ήδη αναφέρθηκε το Σεπτέμβριο του 1946 το 64% των ψηφοφόρων του σημερινού Δήμου Φιλώτα υποστήριξαν το Βασιλέα, ο οποίος επέστρεψε στην Ελλάδα. Τον επόμενο μήνα η επίσημη εμφάνιση των ανταρτών κάτω από τη σημαία του ΔΣΕ επιχείρησε να σπρώξει, όπως περίπου κατά την παρελθούσα Κατοχή, ακόμη μία φορά τη μάζα στην κόψη δύο κόσμων, της Κυβέρνησης από το ένα μέρος, των ανταρτών από το άλλο. Με μία όμως διαφορά και δύο ομοιότητες: η κυβέρνηση ήταν εκλεγμένη, ενώ οι αντάρτες (για δεύτερη φορά) όχι.
Στο Αιγαίο πνίγηκε τον Ιανουάριο του 1947 ένας 28χρονος από το Φαράγγι όταν ναυάγησε το εμβριθές αριστερών κρατουμένων[107] ατμόπλοιο Χειμάρα.[108] Η περίπτωσή του δεν έχει επαρκώς ερευνηθεί, αλλά η πρώιμη εξορία του οφείλεται προφανώς στη δράση του στη Θεσσαλονίκη κι όχι στην Εορδαία όπου οι εντολές του κέντρου έρχονταν κάπως αργά. Τον Ιούνιο του 1947 το ΚΚΕ κηρύχτηκε παράνομο και οι αντάρτες επιτέθηκαν στην ορεινή Βλάστη. Τον επόμενο μήνα ο ΔΣΕ κτύπησε αιματηρότατα τους πεδινούς οικισμούς Ανατολικό και Γαλάτεια.[109] Στην αναφερθείσα δραστική εγγύτητα των ανταρτών, την οποία επιθυμούσε ο Στρατός να αποδυναμώσει ζητώντας έγγραφα την προσήλωση στο Έθνος, οφείλεται προφανώς η κατάθεση δηλώσεων αποκήρυξης του ΚΚΕ από κατοίκους του Φιλώτα,[110] οι οποίες συνεχίστηκαν έκτοτε τουλάχιστον έως τη δεκαετία του 1960. Η αθροότης των δηλώνει ότι ο ζυγός της ισχύος είχε χωρίς αμφιβολία γείρει από νωρίς υπέρ του κράτους. Φανερώνουν ακόμη πως οι συλλήψεις και οι απειλές εξορίας ή φυλάκισης διενεργήθηκαν εναντίον ανδρών που ουδεμία ή ελάχιστη σχέση είχαν με την πολιτική, επρόκειτο για προσωπικές αντιδικίες. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά άνδρας του Φιλώτα: «από αυτούς που έσωσα τη ζωί τους. ειπέγραψαν και μου έστειλαν εξωρία στη Μακρόνησο».[111]

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΩΣ ΕΜΦΥΛΙΟ

Το Φεβρουάριο του 1946 γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη η οργάνωση «Πολεμιστών Εθνικής Αντιστάσεως» αποτελούμενη από πρώην Ελασίτες. Λίγο αργότερα στην ίδια πόλη εμφανίστηκαν Εθνικόφρονες Ελασίτες με ηγέτες πρώην μέλη του 28ου συντάγματος του ΕΛΑΣ, οι οποίοι επί Κατοχής είχαν δικαστεί και φυλακιστεί από τους αντάρτες ως αντιδραστικοί:[112] ο δικηγόρος π.χ. Χαράλαμπος Δώδος, ο ταγματάρχης Χρήστος Λαζαρίδης, ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Θεόδωρος Εφραιμίδης, ο ιατρός Κωνσταντίνος Σαμαράς κ.α.
Στην ιδρυτική τους διακήρυξη, η οποία έβρισκε σύμφωνους τους περισσότερους, αν όχι όλους, Πρόσφυγες Ελασίτες της Εορδαίας δηλωνόταν ότι «κάθε προσπάθεια για την οικειοποίηση του αγώνα μας, που ήταν μόνο εθνικός, θα προσκρούση στη δύναμη των πραγματικών πολεμιστών της Αντιστάσεως».[113] Δύο έτη αργότερα ο πρώην στρατιωτικός διοικητής της ΙΧ μεραρχίας του ΕΛΑΣ συνταγματάρχης Ευάγγελος Καλαμπαλίκης, ο οποίος είχε εγκαταλείψει τους αντάρτες το Νοέμβριο του 1944 διαφωνώντας με τις επιθέσεις εναντίον Ελλήνων ίδρυσε στην Αθήνα σωματείο με το όνομα «Ένωση πολιτικώς ανοργανώτων (ακομματίστων) αγωνιστών Εθνικής Αντιστάσεως 1914 –1944».[114]
Αντικομουνιστές της Θεσσαλονίκης φθάνοντας στα τέλη του 1947 στο Αμύνταιο και την Πτολεμαϊδα[115] επισκέφτηκαν φαίνεται και το Φιλώτα όπου είχαν γνωστούς ήδη από τη θητεία τους στον ΕΛΑΣ. Προφανώς από αυτούς παρακινήθηκαν πρώην αντάρτες του Φιλώτα και ίδρυσαν το Φεβρουάριο του 1948 το ««Σωματείον Εθνικοφρόνων Ελασιτών «Η Φιλοπατρία»»,[116] κίνηση μοναδική στη Δυτική Μακεδονία. Στα μέλη της συγκαταλέγονταν διακεκριμένοι μαχητές του πρώην ΕΛΑΣ, οι οποίοι έδειχναν ανυπακοή στα συνεχή κελεύσματα του ΔΣΕ προς ενίσχυσιν των τάξεών του. Η εγγραφή στο Σωματείο ήταν εθελοντική, αλλά κατά μία ύστερη μαρτυρία ο σταθμάρχης του Φιλώτα προσέφερε εντέχνως την αρωγή του λέγοντας όσους πρώην Ελασίτες καλούσε στο γραφείο του: «το μόνο που σου επιμένω, πρέπει να οπληστής, δε θα περάσης καλλά».[117] Έχοντας ως φυλάκιο ένα σπίτι οι Εθνικόφρονες πρώην Ελασίτες περιπολούσαν ένοπλοι ως τα όρια του οικισμού. Οι μόνοι που δεν εντάχθηκαν στη Φιλοπατρία ήταν δύο αδέλφια Πόντιοι κι ένας Μικρασιάτης από το Φιλώτα που προτίμησαν ξανά το δρόμο του βουνού.[118]
Την πλήρη κατίσχυση του κράτους σήμανε στο Φιλώτα μία συγκέντρωση των κατοίκων την 31η Μαϊου του 1948 στην πλατεία, στην οποία προΐστατο πρακτικώς ο διοικητής της ΥΧ Εορδαίας κι εκπαιδευτικώς ο επιθεωρητής των Δημοτικών Σχολείων της περιοχής. Θέμα της «η αναβάπτισις εκ του αμαρτωλού παρελθόντος» νεαρής Θρακιώτισσας, πρώην καθοδηγήτριας του ΕΑΜ και κόρης του κατοχικού Επιτρόπου του Λαϊκού Δικαστηρίου του οικισμού. Έχοντας υπογράψει νωρίτερα δήλωση αποκήρυξης του ΚΚΕ[119] η ανανήψασα «εστιγμάτισε την εγκληματικήν θηριωδίαν των συμμοριτών».[120] Αμέσως μετά μετανάστευσε στην Αμερική[121] χαράζοντας μιαν εντελώς νέα ζωή. Γιατί παρέμενε τόσα χρόνια στο χωριό, ενώ οι αντάρτες οργίαζαν στην ύπαιθρο, δεν εγνώσθη, ίσως για συλλογή πληροφοριών. Συμβιβάστηκε από φόβο όταν συνελήφθη ή στήριζε μόνον επιδερμικά την επανάσταση γι αυτό κι απεκδύθη αυτής με την πρώτη δυσκολία;
Το καλοκαίρι του 1948 οι αντάρτες έδειξαν αξιοσημείωτη δραστηριότητα στα πεδινά της Εορδαίας κτυπώντας γειτονικούς σχετικά οικισμούς: το Ανατολικό την 22α και 30ή Ιουνίου, τους Πύργους, ακόμη και την κωμόπολη της Πτολεμαΐδας στις 22 και 29 Ιουνίου 48).[122] Την 19η Ιουλίου ήλθε η σειρά της Λακκιάς με τα δυσπόρθητα, οχυρωμένα φυλάκιά της και την απόφαση των κατοίκων της να αντισταθούν. Οι αντάρτες επιτέθηκαν στον οικισμό. Ένα αντάρτικο μουλάρι φορτωμένο με νάρκες στάλθηκε επάνω σε ένα πολυβολείο των αμυνομένων κι εξερράγη φονεύοντας έναν 47χρονο ΜΑΥ και τραυματίζοντας άλλους τρεις,[123] όμως ο οικισμός τελικά δεν κατελήφθη. Ήταν μία πρώτη, αναγνωριστική προφανώς, κρούση τους.
Από τις συχνές βραδινές επισκέψεις των ανταρτών εμπνεύστηκαν «αιμοσταγή τέρατα»,[124] μάλλον χωρικοί που προς εύκολην απόκτησιν χρημάτων φόνευσαν ένα σεπτεμβριανό δειλινό του 1948[125] ένα ζεύγος από το Νόστιμο Καστοριάς μαζί με τον έφηβο υπάλληλό τους. Τα θύματα διατηρούσαν μύλο στη μισγάγκεια του ρέματος που κατηφόριζε από τα Κομνηνά για να χυθεί στον ποταμό Σουλού ( Ίρμαχ) στη θέση Κιλότ του Πελαργού.[126] Δεν ήταν άγνωστα τέτοιας αγριότητας γεγονότα αφού επί Κατοχής με φόντο τη ληστεία είχε φονευθεί το βράδυ έξω από το σπίτι του από δύο κουκουλοφόρους τσαγκάρης στο Αντίγονο, Πρόσφυγας από τη Σινώπη.[127] Αν οι θύτες ήταν οι αυτοί, δεν έχει διευκρινιστεί.
Δύο ημέρες αργότερα τέσσερις γυναίκες και δύο άνδρες ανατινάχτηκαν, όταν το κάρο τους πάτησε νάρκη έξω από το Φιλώτα.[128] Ακόμη τέσσερις άνδρες από τη Λακκιά φονεύτηκαν οδεύοντας προς το Αμύνταιο[129] κι ένας 22χρονος Σμυρνιός ποιμένας από το Φαράγγι.[130] Στον Πελαργό έχασαν τη ζωή τους δύο κάτοικοι, Πόντιος από την Τραπεζούντα ο ένας στον Πάνω Μαχαλά, Τουρκόφωνος από τη Σεβάστεια ο άλλος στη θέση Σέρβιτσα.[131] Συνολικά 14 κάτοικοι της περιοχής έχασαν τη ζωή τους από το ναρκοπόλεμο.[132] Το ύπουλο όπλο έσπερναν αφειδώς οι αντάρτες,[133] αλλά αντί για το Στρατό, που διέθετε προπορευόμενους ναρκαλιευτές, εξόντωναν αμάχους παντού, στο δρόμο, το μονοπάτι, το χωράφι, αφού οι νάρκες δεν ξεχώριζαν γλώσσες, καταγωγές, εντάξεις και ιδεολογίες. Προφανώς χώνονταν για να εξοντωθούν συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά αντί αυτών τη νύφη πλήρωναν ανυποψίαστοι πολίτες. Ο πόλεμος είχε χάσει τον ευγενικό του χαρακτήρα, αν ποτέ τον είχε.

ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΔΙΝΗ

Την πρώτη, αναγνωριστική, επίθεση των ανταρτών εναντίον της Λακκιάς ακολούθησε δεύτερη τη νύκτα της 14ης Οκτωβρίου του 1948. Με κύριο στόχο τον αναφερόμενο οικισμό και δευτερεύοντα το Φιλώτα πλησίασε από την πλευρά του βάλτου το 589 τάγμα του ΔΣΕ.[134] Διοικητής του ο Σλαβομακεδόνας «Γαρέφης» από τον Άγιο Δημήτριο Καστοριάς, πρώην κομιτατζής κατά μια μαρτυρία,[135] κάτι όχι ασύνηθες για την εποχή, και διμοιρίτης έπειτα της σλαβόφωνης τοπικής γκρούπας ή τσέτας «Τερπόβσκι».[136] Η γκρούπα ελάμβανε εντολές από το ΣΝΟΦ και τα μέλη της φορώντας χακί ή πολιτικά ρούχα, προπαγάνδιζαν, διοργάνωναν πολιτικές συναντήσεις, καταχέριζαν διαφωνούντες και δολοφονούσαν «προδότες».[137] Το 1945 ο Γαρέφης «αυτοεξορίστηκε» στα Σκόπια από όπου επέστρεψε ως μαχητής μάλλον του ΝΟΦ ενσωματωθείς αργότερα στο ΔΣΕ. Κατά τους ανωτέρους του διέθετε μεν προσωπική παλικαριά, όχι όμως διοικητικές ικανότητες,[138] κάτι όχι αφύσικο αφού τότε διήγε τη δεύτερη μόλις δεκαετία της ζωής του. Ήταν συνεπώς επόμενο να μην έχει εξαιρετικές επιτυχίες σε πεδινές κρούσεις εναντίον οχυρωμένων στόχων, επιχειρήσεις όπου η πείρα λογιζόταν ανώτερη από τη θέληση ή τη φαντασία.
Το τάγμα του Γαρέφη, στην ουσία ενισχυμένη διλοχία,[139] επιτέθηκε στη Λακκιά και το Φιλώτα, απομονώνοντας παράλληλα τη φρουρά του Αμυνταίου με βολές όλμων.[140] Προς προστασίαν τόσο ο ΣΧ όσο και οι Μάυδες του Φιλώτα αμύνθηκαν αρχικά μέσα στα φυλάκιά τους, έπειτα όμως πιεζόμενοι αποχώρησαν προς τον κάμπο. Όταν κατέφθασε από την Πτολεμαΐδα προς ενίσχυσιν μονάδα στρατιωτικού ιππικού, οι αντάρτες αποχώρησαν.[141] Τραυματίστηκαν 3 στρατιώτες, ενώ οι αντάρτες, κατά την άποψη των αντιπάλων τους, είχαν 4 νεκρούς και τραυματίες.[142] Παράλληλα οι νυκτερινοί επισκέπτες δεν λησμόνησαν να πάρουν μαζί τους τρόφιμα, ιδίως κασέρι, από τις οικίες ή τα καταστήματα του χωριού[143] και φυσικά επίστρατους, 3 νέες κι 7 άνδρες,[144] όσους βρήκαν.
Το μεθεπόμενο βράδυ οι ίδιοι αντάρτες επιτέθηκαν ακόμη μία φορά εναντίον της Λακκιάς, έχοντας πληροφορίες ότι οι κεφαλές των Μάυδων έλειπαν στην Κοζάνη και τη Φλώρινα όπου είχαν πάει να ζητήσουν οπλισμό. Έφθασαν ως το μέσο του οικισμού, έκαψαν κι ανατίναξαν το σχολείο και την εκκλησία με όλμους.[145] Η μάχη συνεχίστηκε και την επόμενη ημέρα, αλλά με τη διμελή τους διοίκηση (έναν ανθυπολοχαγό του Στρατού κι έναν οπλαρχηγό -σιδηρουργό) οι κάτοικοι κατάφεραν να αμυνθούν κι έπειτα να αποχωρήσουν σώοι προς το Αμύνταιο. Μοναδικό θύμα ένας ιδιότροπος 30χρονος[146] που δεν άνοιγε την οικία του στους αντάρτες με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να τον πυρπολήσουν μέσα ζωντανό.[147]
Το μένος του ΔΣΕ είχε εξαντληθεί εναντίον της Λακκιάς, όχι κατά του Φιλώτα,[148] όχι επειδή οι πρώτοι είχαν οπλιστεί κατά των ανταρτών λίαν ενθέρμως, αλλά διότι από τα υψώματα της Λακκιάς ελεγχόταν καλύτερα η περιοχή και ιδίως η συγκοινωνία μέσω του δημοσίου δρόμου. Την περιφερειακή αυτή υπεροχή επιζητούσαν οι αντάρτες που τη μεθεπόμενη νύχτα εισέβαλαν με μεγάλες δυνάμεις στην Πτολεμαΐδα.[149] Αποτέλεσμα πάντως των συνεχών ανταρτικών επιθέσεων ήταν η προσπάθεια της Ελληνικής Κυβερνήσεως να αγοράσει από τη Βρετανία όπλα, για να μοιραστούν στους οικισμούς, ιδιαίτερα της Βορείου Ελλάδος, η οποία τελικά επισήμως ναυάγησε.[150]
Παρά τις ιδεολογικές κορώνες και τις κατασκευές ένθερμων συλλόγων οι Μάυδες, οι χωροφύλακες και οι στρατιώτες που ανά διαστήματα έμεναν στην περιοχή όπως και οι λογικά σκεπτόμενοι έκαναν το κορόιδο μπροστά σε μεγάλες εχθρικές δυνάμεις. Όταν ο ΔΣΕ κτύπησε τη Νάουσα και οπισθοχωρούσε τον Ιανουάριο του 1949 προς το Βίτσι δεν αντιμετωπίστηκε με πολύ ζέση, αν και σε όλους σχεδόν ήταν γνωστό πως ένας από τους κύριους δρόμους επιστροφής τους ήταν η «Σολτάρα», ο χωματόδρομος δηλαδή που ξεκινώντας από τα σύνορα Κομνηνών -Πελαργού έφθανε στα αντίστοιχα των Περδίκκα -Φιλώτα.[151] «Η πορεία από κάμπο έγινε τελείως ανενόχλητα» αναφέρει αρχηγός των 2.350 ανταρτών του ΔΣΕ που διαπέρασαν την περιοχή,[152] δίπλα από ολιγομελές τμήμα της 22ης ταξιαρχίας του Στρατού που έδρευε στο Φιλώτα.[153]
Ο φόβος δεν ήταν φανταστικός. Ελάχιστους μήνες νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 1948, Λακκιώτες που έστηναν ενέδρες έξω από τον οικισμό τους είχαν πέσει σε αντιενέδρα ανταρτών με αποτέλεσμα να φονευθούν δύο και να αιχμαλωτιστεί ένας τρίτος οπλίτης.[154] Παρόμοιος φόβος συνείχε και τους Πελαργινούς, οι οποίοι, αν εξαιρεθούν όσοι κατατάχτηκαν στη Χωροφυλακή ή στις Μονάδες Ασφαλείας Διώξεως κι έλειπαν σε επιχειρήσεις, δεν απομακρύνονταν από το χωριό τους ούτε προσέγγιζαν τα σύνορα της κοινότητάς των προς τα Κομνηνά. Οι Βρετανοί θεωρούσαν τον Πελαργό ένα από τα «σωστά φρούρια» της περιοχής,[155] άποψη που ενστερνιζόταν και το Ελληνικό Κράτος λόγω της αναμφισβήτητης πολεμικής φήμης των κατοίκων του επί Κατοχής. Καθώς όμως ο Πελαργός δεν κτυπήθηκε ποτέ από τους αντάρτες κατά τη διάρκεια του κυρίως Εμφυλίου Πολέμου, φαίνεται ότι δεν ήταν η ορατή πολεμική φήμη που απέτρεπε τη σύγκρουση, αλλά μία σιωπηρή (ίσως) αμοιβαία συμφωνία, κατά την οποία το πέρασμα από το Βέρμιο στο Βίτσι θα αφηνόταν ελεύθερο, αφού σε σύγκριση με τον ΕΛΑΣ ο ΔΣΕ διέθετε βαρύτατο οπλισμό.
Στις αρχές του 1949 διλοχία του ΔΣΕ με διοικητή το νεαρό Σλαβομακεδόνα «Τζαβέλα» από τα Ασπρόγεια εκκίνησε από το Βαψώρι του Βιτσίου και κατευθύνθηκε στο Φιλώτα για στρατολογία.[156] Ακόλουθος του βρετανού λοχαγού Πάτρικ Έβανς ως αντάρτης του ΕΛΑΣ επί Κατοχής ο Τζαβέλας[157] ήταν έξοχος αντάρτης με πρώτης κλάσης φυσική κατάσταση, γεμάτος με σπιρτάδα και ψυχή.[158] Περισσότερες πληροφορίες για την επιχείρηση αυτή ελλείπουν. Την 11η Ιουνίου 1949 ήλθαν ξανά οι αντάρτες και πολιόρκησαν τους Μάυδες του Φιλώτα και το Σταθμό της Χωροφυλακής.[159] Αποχώρησαν λαμβάνοντας τρόφιμα κι επιστρατεύοντας 14 εφήβους.[160] Από αυτούς 3 άνδρες κι ένα κορίτσι φονεύθηκαν ως αντάρτες του ΔΣΕ. Ακόμη ως εκτελεσθείς στο Βογατσικό από αξιωματικό του Στρατού φέρεται κατά μία αδιασταύρωτη πηγή ένας αιχμάλωτος επιστρατευμένος αντάρτης,[161] ο οποίος επί Κατοχής είχε χρηματίσει οπλίτης της ΠΑΟ.
Λίγοι από αυτούς τους νέους πείθονταν να μείνουν στο βουνό και οι περισσότεροι λιποτακτούσαν. Παραδείγματος χάριν ένας 17χρονος από τον Πελαργό έμεινε στο βουνό μόνον μιαν εβδομάδα,[162] ενώ άλλος ένας 25χρονος Πόντιος από το Μανιάκι έφθασε έως τα έμπεδα της Πρέσπας[163] για να επιστρέψει κι αυτός πίσω μετά. Εξαίρεση του κανόνα αποτελεί ένας Τουρκόφωνος εθελοντής Ελασίτης από το Αντίγονο που εντάχθηκε εθελοντικά στις τάξεις του ΔΣΕ, όταν χώρισε από τη σύζυγό του κι όχι τόσο επειδή πιέστηκε από τη Χωροφυλακή. Στην απουσία ιδεολογίας οφείλεται προφανώς η εκτέλεσή του από τους συναδέλφους του στο βουνό, όταν θεωρήθηκε ότι επιχειρούσε να λιποτακτήσει.[164]
Για να εξασφαλιστούν τα μετόπισθεν του Στρατού στις τελευταίες μάχες του Γράμμου και του Βιτσίου, εξορίστηκαν τον Ιούλιο του 1949 μαζικά κάτοικοι της περιοχής στη Μακρόνησο για ένα εξάμηνο. Από τη Βεγόρα ήταν 9 άνδρες, ανάμεσά τους κι ένας πρώην επιστρατευμένος Ελασίτης.[165]
Από τους οικισμούς του σημερινού Δήμου Φιλώτα φονεύτηκαν στην Αλβανία 23 άνδρες, στην Κατοχή 115 και στον κυρίως Εμφύλιο Πόλεμο 39. Αν από τους τελευταίους αφαιρεθούν 14 ως θύματα ναρκών, η περιοχή διήγε από το 1945 έως το 1949 σε καθεστώς ηρεμίας εν συγκρίσει με άλλους τόπους. Επρόκειτο για μία βαθύτατα συνειδητή επιλογή της πλειονότητας των κατοίκων να μείνουν στο πλευρό του πεδινού κράτους, μακριά από ορεινές περιπέτειες αποχωρισμών κι αποσχίσεων. Σε αυτή την επιλογή προφανώς οφείλεται το «γλέντι τρικούβερτο» που έστησαν οι κάτοικοι στην πλατεία του Φιλώτα την 28η Οκτωβρίου 1949, όταν όλα είχαν τελειώσει.[166]
  

[1] ΥΒΕ: Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος, ΕΚΑ: Εθνική Κοινωνική Άμυνα, ΠΑΟ: Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωσις, ΕΑΜ: Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, ΕΛΑΣ: Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός
[2] Σταύρος Κωτσόπουλος, Η Εθνική Αντίσταση στη Δυτική Μακεδονία, Σόφια 1981 [αδημοσίευτο χειρόγραφο], σ. 27
[3] Ληξιαρχείο Φιλώτα, Ληξιαρχική Πράξις Θανάτου (ΛΠΘ) αρ. 14/1946
[4] Αρχίβ Να Μακεντόνια, ΕΜ βο. ΝΟΒ 1/995/3/43/71, Προς τους κατοίκους Μακεδονίας, Πτολεμαΐς 01.07.43
[5] Νικόλαος Κ., συνέντευξη στο Φιλώτα το 2010
[6] Ιδιωτική Συλλογή Κοσμά Πουγαρίδη (στο εξής ΙΣΚΠ), Επαρχιακή Φωνή (19.03.39) 4: πίνακας προπολεμικής καπνοκαλλιέργειας στην επαρχία Εορδαίας
[7] Διπλωματικό και Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών (στο εξής ΔΙΑΥΕ), 1945, Κεντρική Υπηρεσία, Φ39/11, Νομαρχία Φλωρίνης προς ΥΠΕΞ, 26.5.45, α.π. 33, Εμπιστευτικόν, Βραχεία έκθεσις περί της συνθέσεως και δράσεως των κατοίκων περιφερείας Αμυνταίου κατά την τελευταία τετραετία, [νομάρχης Φλώρινας] Α. Μαυρίδης
[8] Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (στο εξής ΔΙΣ/ΓΕΣ) Φ. 909/Δ/7, ΕΑΟ ΕΕΣ 1941 -1945, 5ο ανεξάρτητο τάγμα Πελαργού Εορδαίας., σ. 3 και Δήμος Δ., συνέντευξη στο Ανατολικό το 2002
[9] Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης (στο εξής ΔΒΚ), Εθνικός Αγών (3.2.46) 3 όπου το Ημερολόγιον των πρωτοπόρων του Εθνικού Αγώνος Πελαργού
[10] Θανάσης Καλλιανιώτης, «Εορδαίοι Εθελοντές στο Σώμα του Γεωργίου Πούλου 1943 -1945», http://www.giapraki.com/content.php?article.503 & Παρέμβαση (Σεπτ. –Νοέμ. 2004) 43 -9
[11] ΔΒΚ, Βόρειος Ελλάς (9.2.36) 4
[12] Νικόλαος Κ., ό.π.
[13] ΙΣΚΠ, Επαρχιακή Φωνή (9.8.50) 3 όπου κείμενο της Γλυκερίας Μητρούλη, Αναρράχη 29.07.1950
[14] Στράτος Δορδανάς, Έλληνες εναντίον Ελλήνων:ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη 1941 -1944, Επίκεντρο 2006, σ. 178
[15] Σωτήριος Τ., Εφεδροελασίτης, συνέντευξη στο Φιλώτα το 2001
[16] ΔΒΚ, Εθνικός Αγών (10.2.46) 3, 4  και (17.2.46) 3
[17] ΔΒΚ, Λυτά Έγγραφα, [Κατάσταση ζημιών επί Κατοχής, 1945] Πελαργός
[18] Νικόλαος Κ., ό.π.
[19] Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), Αγώνας (25.3.44) 4
[20] Φίλιππος Φ., Ελασίτης, συνέντευξη στο Φιλώτα το 2005. Για τη δράση των ανταρτών του Βιτσίου βλ. Kings College London Military Archive (KCLMA), GB99, Evans, box 3, f.6/2, Vitsi Detachment Reports, Τάγμα Βίτσι, Έκθεσις Επιχειρήσεων 19.04.44, 23.04.44 και 04.04.44
[21] Σωτήριος Μ., Ελασίτης, συνέντευξη στο Φιλώτα το 2005
[22] Νικόλαος Κ., ό.π.
[23] Ανδρέας Κ., Εφεδροελασίτης, συνέντευξη στη Βεγόρα το 2002
[24] ΑΣΚΙ, ΠΕΦ, Φ. 415, 23/8/226, Φάνης προς Μακεδονικό Γραφείο 23.06.44
[25] Ο Β. Παγκο. Πόλεμος. 28. Οκτωβρίου 1940, χειρόγραφο Ανδρέα Χ. από το Φιλώτα, σ. 2
[26] Κωνσταντίνος Βοβολίνης, Η Εκκλησία εις τον αγώνα της Ελευθερίας, Κλεισιούνης, Αθήναι 1952, σ. 316
[27] Κωνσταντίνος Ε., συνέντευξη στο Φαράγγι το 2002
[28] Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης (ΔΒΘ), Ελληνικός Βορράς (17.03.47) 3
[29] Φίλιπος Φ., Ελασίτης, συνέντευξη στο Φιλώτα το 2005
[30] Γεώργιος Τ., Εφεδροελασίτης, συνέντευξη στο Φιλώτα το 2001
[31] Θωμάς Σ., συνέντευξη στο Φιλώτα το 2002
[32] ΙΣΚΠ, Ακριτική Φωνή (14.09.47) 2
[33] Σωτήριος Τ., ό.π.
[34] Γενικά Αρχείο του Κράτους/ Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας (ΓΑΚ/ΙΑΜ), Αρχείο Διοικήσεως Δυτικής Μακεδονίας 1913 -1954, Φ. 1/4, 1/6, 1/7, 1/8 όπου δηλώσεις ζημιών επί Κατοχής
[35] Ληξιαρχείο Πελαργού, ΛΠΘ 11/1945. Επίσης ΓΑΚ/ΙΑΜ, ΑΔΔΜ, Φ. 1/6
[36] Ευανθία Χ., συνέντευξη στον Πελαργό το 2002
[37] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Φ.909/Δ/7, ό.π., σ. 4, 5, 34
[38] Σωτήριος Τ., ό.π.
[39] Ιορδάνης Δημητριάδης, Πως για; 1935-1995, Αθήνα 2001, σ. 66
[40] «Πολιτιστικά», Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, http://alex.eled.duth.gr/Eldoseis/40/Docs/6.htm
[41] Γεώργιος Τ., ό.π.
[42] Αρτέμιος Κ., συνέντευξη στο Αντίγονο το 2002
[43] Ευανθία Χ, ό.π.
[44] ΑΣΚΙ, ΠΕΦ, Φ.415, 23/8/258, Έκθεση δράσης της ΠΕΦ για το μήνα Δεκέμβρη 1944, α.π. 14, Θάνος προς ΓΠΜ 10.1.45
[45] Ευανθία Χ., ό.π.
[46] Νικόλαος Κ., ό.π.
[47] ΔΒΚ, Λυτά Έγγραφα, [Κατάσταση ζημιών επί Κατοχής, 1945] Πελαργός
[48] ΙΣΚΠ, Επαρχιακή Φωνή (11.12.60) 3
[49] Νικόλαος Κ., ό.π.
[50] ΔΙΑΥΕ, ό.π.
[51] Αρχείο Πρωτοδικείου Κοζάνης, Βιβλίον Αναγνωρισμένων Σωματείων, αρ. 53/30.6.45
[52] Νίκος Μαραντζίδης, Γιασασίν Μιλλέτ, Ζήτω το Έθνος, Προσφυγιά, Κατοχή και Εμφύλιος: εθνοτική ταυτότητα και πολιτική συμπεριφορά στους Τουρκόφωνους ελληνορθόδοξους του Δυτικού Πόντου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001, σ. 206
[53] Αρχείο Ειρηνοδικείου Εορδαίας, Εκθέσεις έτους 1945, αρ.276/2.7.45 κι έτους 1946, αρ.196/28.6.46
[54] ΝΟΦ: Λαϊκό ή Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Οργάνωση του 1945 με έδρα τα Σκόπια και μέλη Σλαβομακεδόνες που είχαν ως πεδίο δράσης την ελληνική Μακεδονία
[55] Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Τα πρόσωπα του Ιανού: οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις τις παραμονές του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (1944 -46), Πατάκης, Αθήνα 2004, σ. 73
[56] Έτσι άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος: Η τρομοκρατία μετά τη Βάρκιζα 1945 –1947, το υπόμνημα του ΔΕΣ στον ΟΗΕ τον Μάρτιο του 1947, επιμ: Π. Ροδάκης –Μ. Γραμμένος, Γλάρος, Αθήνα 1987, σ. 92
[57] Για το ΣΝΟΦ (Σλαβομακεδονικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο), βλ. Ιωάννης Κολιόπουλος, Λεηλασία φρονημάτων: το μακεδονικό ζήτημα στην κατεχόμενη Δυτική Μακεδονία 1941 –1944, τ. Α΄, έκδ. Β΄, Βάνιας, Θεσσαλονίκη1995, σ. 144 κ.ε.
[58] ΔΒΚ, Νίκη (16.2.46) 3
[59] ΔΒΚ, Νίκη (13.10.45) 3
[60] ΔΒΘ, Ελευθερία (2.5.45) 2
[61] ΔΒΚ, Νίκη (26.1.46) 3
[62] ΔΒΚ, Μακεδονικόν Βήμα (17.12.31) 3
[63] ΙΣΚΠ, Επαρχιακή Φωνή (30.1.38) 4
[64] ΔΒΚ, Νίκη (16.2.46) 3
[65] Πανεπιστήμιο Κρήτης, Βιβλιοθήκη Ρεθύμνου, Αταξινόμητο Αρχείο, ΥΧ Εορδαίας προς ΓΔΔΜ, Κοζάνη 14.4.46
[66] Ο Β. Παγκο. Πόλεμος. ό.π., σ. 5
[67] ΔΒΘ, Ελληνικός Βορράς (15.3.45) 1, Νέα Αλήθεια (10.3.45) 1 και Το Φως (13.3.45) 2
[68] ΓΑΚ /Αρχεία Νομού Κοζάνης, Λυτά Έγγραφα, Επανορθ. Φυλακαί Κοζάνης, Κατάστασις των εν ταις φυλακαίς Κοζάνης κρατουμένων κατά την 1ην Απριλίου 1946 και αρτοτροφοδοτουμένων ομαδικώς, Κοζάνη 10 Απριλίου 1946, αρ. 73
[69] ΔΒΚ, Νίκη (06.10.45) 3
[70] ΓΑΚ /Αρχεία Νομού Φλώρινας, Βουλεύματα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Φλωρίνης, 27/Φ1 αρ. 47/18.1.46 και αρ. 119/28.3.46
[71] Ηλικιωμένοι άνδρες, συνέντευξη στη Λεβαία (Λακκιά) το 2002
[72] ΔΒΚ, Νίκη (13.10.45) 3
[73] Πρωτοδικείο Κοζάνης (ΠΚ), βούλευμα 5/29.6.49, Γ΄ και Ληξιαρχείο Φιλώτα, ΛΠΘ 19/1944
[74] ΓΑΝ/ΑΝΚ, Λυτά Έγγραφα, ό.π., 142
[75] ΙΣΚΠ, Ακριτική Φωνή (14.09.47) 2
[76] ΓΑΝ/ΑΝΚ, Λυτά Έγγραφα, ό.π., 30
[77] ΙΣΚΠ, Ακριτική Φωνή (21.09.47) 2
[78] ΓΑΚ/ΑΝΚ, ό.π., αρ. 39-43
[79] ΠΚ, δίκη 1/25.9.53, τ. Β΄ και Πανεπιστήμιο Κρήτης, ό.π.
[80] ΔΒΘ, Λαϊκή Φωνή (2.10.45) 2
[81] ΓΑΚ/ΑΝΚ, ΑΒΕ 50/ Κ.28/Φ. 244, Έκθεσις Εξετάσεως Μάρτυρος αρ. 4/05.04.51 και Αλέξανδρος Τ., Ελασίτης, συνέντευξη στον Πελαργό το 2002
[82] Ληξιαρχείο Φιλώτα, ΛΠΘ 1/1946
[83] Πανεπιστήμιο Κρήτης, ό.π.
[84] ΙΣΚΠ, Επαρχιακή Φωνή (17.07.38) 4
[85] Ρίζος, Δ., Ηλιάδου –Τάχου, Σ., «Ανέκδοτες επιστολές του Γερμανού Χρηστίδη προς το Μητροπολίτη Βασίλειο των ετών 1945-49», Αριστοτέλης 219 (1993) 71-5, όπου Αρχιμανδρίτης Γερμανός Χρηστίδης προς Μητροπολίτη Βασίλειο, Φλώρινα 25.10.45
[86] Ευγένιος Σ., συνέντευξη στον Πελαργό το 2002
[87] Ληξιαρχείο Πελαργού, ΛΠΘ 17/1946
[88] ΓΑΚ/ΑΝΦ, ΒΣΠΦ, 27/Φ1 αρ. 12/11.1.46 και 108/23.2.46 και 127/28.3.46
[89] ΓΑΚ/ΑΝΦ, ΒΣΠΦ, 27/Φ1 αρ. 146/13.11.45
[90] Νικόλαος Κ., ό.π.
[91] Αλέξανδρος Τ., ό.π.
[92] ΓΑΚ/ΑΝΚ, ΑΒΕ 50/ Κ.28/Φ. 244, ό.π.
[93] Ρίζος, Δ., Ηλιάδου –Τάχου, ό.π., σ. 71-5
[94] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Φ.1498/Γ/9, Έκθεσις πεπραγμένων τριμηνίας (Ιαν –Μάρτιος 1946), 163 ΤΕ προς ταξιαρχία Φλώρινας, απ 255, Αμύνταιο 20.3.46
[95] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Φ.1498/Γ/9, ό.π.
[96] ΔΒΚ, Νίκη (13.4.46) 3
[97] ΙΣΚΠ, Ακριτική Φωνή (08.09.46) 2
[98] ΙΣΚΠ, Ακριτική Φωνή (01.02.48) 2
[99] Αρτέμης Κ., ό.π.
[100] Ληξιαρχείο Λακκιάς, ΛΠΘ 1/1947
[101] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Φ.909/Δ/7, ό.π., σ. 4, 5, 34
[102] Νικόλαος Κ., ό.π.
[103] ΔΒΚ, Νίκη (26.1.46) 3
[104] Για την οπτική του τύπου της ΕΒΕΝ βλ.
[105] Γεώργιος Τ., ό.π.
[106] Έτσι άρχισε, ό.π., σ. 93
[107] Θεόδωρος Κοΐνης, ««Χειμάρα»: Μια αξέχαστη πολύνεκρη ναυτική τραγωδία στις 18 Γενάρη 1947», Εθνική Αντίσταση 109 (Γεν. –Μάρτ. 2001) 74
[108] Ληξιαρχείο Φαραγγίου, ΛΠΘ 2/1948
[109] ΙΣΚΠ, Ακριτική Φωνή (15.06.47) 1, (29.06.47) 1 και (27.7.47) 2
[110] ΙΣΚΠ, Ακριτική Φωνή (07.09.47) 2, (14.09.47) 2, (21.09.47) 2 και (02.11.47) 2
[111] Ο Β. Παγκο. Πόλεμος. ό.π., σ. 6
[112] ΔΒΘ, Νέα Αλήθεια (20.2.45) 2
[113] Αθανάσιος Καλλιανιώτης, Οι πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία (1941 -1946), Θεσσαλονίκη 2007, διδακτορική διατριβή, σ. 465,
[114] KCLMA, GB99, Prentice/Wickstead, Box 2, f. 5/2 Prentice Correspondence όπου επιστολή Ε. Καλαμπαλίκη προς Ρόναλντ Πρέντις, Αθήναι 26.2.48
[115] Βασίλης Γούναρης, Εγνωσμένων κοινωνικών φρονημάτων: κοινωνικές και άλλες όψεις του αντιβουλγαρισμού στη Μακεδονία του Εμφυλίου Πολέμου, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 92-4
[116] Καλλιανιώτης, Οι πρόσφυγες, ό.π.,
[117] Ο Β. Παγκο. Πόλεμος. ό.π., σ. 6
[118] Ιορδάνης Α., συνέντευξη στο Φιλώτα το 2005
[119] ΙΣΚΠ, Ακριτική Φωνή (13.6.48) 2
[120] ΙΣΚΠ, Ακριτική Φωνή (02.06.48) 2
[121] Νικόλαος Κ., ό.π.
[122] Απόστολος Δασκαλάκης, Ιστορία της Ελληνικής χωροφυλακής χρονικής περιόδου 1936 –1950, τ. Β΄, Αρχηγείον Χωροφυλακής, Αθήναι 1973, σ. 888
[123] Γεώργιος Μόδης, Χωριά –φρούρια της Μακεδονίας, Περγάμαλης, Αθήναι 1950, σ. 73
[124] Νικόλαος Κυριάκος -Γεώργιος Μπεροπούλης, Ιστορία Νοστίμου Καστοριάς, το χωριό του απολιθωμένου δάσους, Art Graphic, Νεάπολη 2009, σ. 248-9
[125] Ληξιαρχείο Φιλώτα, ΛΠΘ 7/1948
[126] Νικόλαος Κ., ό.π.
[127] Αρτέμης Κ., ό.π.
[128] Ληξιαρχείο Φιλώτα, ΛΠΘ 8-13/1948
[129] Ληξιαρχείο Λακκιάς, ΛΠΘ 1/1948. Επίσης Μνημείο Λακκιάς
[130] Ληξιαρχείο Φαραγγίου, ΛΠΘ 1/1948
[131] Ληξιαρχείο Πελαργού, ΛΠΘ 2/1948, 2/1949
[132] Θανάσης Καλλιανιώτης, «Ο Εμφύλιος στη ΒΑ Εορδαία 1943 -1949», http://gym-filot.flo.sch.gr/library/ISTORIA%20FILOTA.htm
[133] ΓΕΣ, Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου (ΑΕΠ), τ. 13, κεφ. 84, σ. 631,    ΓΕΣ/ΔΕΠΙΧ, Εβδομαδιαία έκθεση επιχειρήσεων υπ’ αριθ. 19, Αθήνα 14/6/1949
[134] ΓΕΣ, ΑΕΠ, ό.π., τ. 11, κεφ. 1, σ. 75
[135] Ιωάννης Μπουγάς, Η φωνή της Ειρήνης: Η μαρτυρία της Ειρήνης Δαμοπούλου από το παιδομάζωμα, πρόλογος Παρμενίων Παπαθανασίου (Άθως), εκδ. β΄, Ερωδιός, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 48
[136] Αχιλλέας Παπαϊωάννου, Το Βίτσι ως γεωπολιτικός και ιστορικός χώρος, οι ίντριγκες της βουλγαρικής Οχράνα, της τιτικής Όζνα και το «μακεδονικό ζήτημα», Μπίμπης, Θεσσαλονίκη, χ.χ., σ. 44, 53
[137] KCLMA, GB99, Evans, box 1, f. 2/1/7, General report,  Post. Op Report, σ. 20
[138] ΔΒΘ, Ελευθεροτυπία (02.04.86) 19
[139] ΔΒΘ, Ελευθεροτυπία (30.01.86) 15
[140] ΔΒΘ, Μακεδονία (16.10.48) 5
[141] ΙΣΚΠ, Ακριτική Φωνή (27.10.48) 2
[142] ΔΒΘ, Μακεδονία (16.10.48) 5 όπου τα ονόματα των τραυματιών. Ο Δασκαλάκης, ό.π., σ. 889 αναφέρει τραυματίες Μάυδες, χωρίς όμως ονόματα
[143] Νικόλαος Κ., ό.π.
[144] ΔΒΘ, Μακεδονία (16.10.48) 5 ΙΣΚΠ και ΙΣΚΠ, Ακριτική Φωνή (27.10.48) 2
[145] Μόδης, Χωριά, ό.π., σ. 74
[146] Ληξιαρχείο Λακκιάς, ΛΠΘ 10/1948 και Γεώργιος Τολούδης, «Μέσα στις φλόγες», Αριστοτέλης 51-52 (1965) 33-7
[147] Ηλικιωμένοι άνδρες, συνέντευξη στη Λεβαία (Λακκιά) το 2002
[148] Μόδης, Χωριά, ό.π., σ. 74 και Γεώργιος Τολούδης, «Μέσα στις φλόγες», Αριστοτέλης 51-52 (1965) 33-7
[149] Δημοκρατικός Στρατός 11 (Νοέμ. 1948) 489. Περιέργως το περιοδικό δεν καταγράφει τις επιθέσεις στο Φιλώτα και τη Λακκιά, ίσως διότι δεν είχαν επιτύχει, β. σ. 531
[150] Γεώργιος Μόδης, Αναμνήσεις, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 457
[151] Νικόλαος Κ., ό.π.
[152] Δημήτρης Βλαντάς, Ημερολόγιο 1947 -1949, επιμ. Ν. Μαραντζίδης –Γ. Αντωνίου, Εστία, Αθήνα 2007, σ. 278, 281
[153] ΓΕΣ, ΑΕΠ, τ. 12, σ. 19977 Ταξιαρχία Πεζικού, Έκθεσις Επιχειρήσεων Βερμίου (11 με 20 Ιανουαρίου 1949)
[154] Ληξιαρχείο Λεβαίας, ΛΠΘ 8, 9/1948 και Χωριά, ό.π., σ. 74
[155] Μόδης, Αναμνήσεις, ό.π., σ. 459
[156] Αμύντας Κοσμάς [Σπανός Κοσμάς], Εθνική Αντίσταση –Εμφύλιος πόλεμος, αναμνήσεις ενός καπετάνιου, Μπίμπης, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 243
[157] Βασίλειος Β., συνέντευξη στα Ασπρόγεια το 2002
[158] KCLMA, GB99, Evans, ό.π., σ.20, 38
[159] Ούτε κι αυτή η κρούση αναφέρεται στο περιοδικό του ΔΣΕ, βλ. Δημοκρατικός Στρατός 7 (Ιούλ. 1949) 520
[160] ΓΕΣ, ΑΕΠ, ό.π., τ. 13, κεφ. 84, σ. 632
[161] Σωτήριος Τ., αγρότης, ό.π.
[162] ΔΒΘ, Ελευθεροτυπία (29.1.86) 12-3, Μηνιάτικη έκθεση επαγρύπνησης Μάης 1948, ΥΣΑ 589 τάγματος
[163] Ιωάννης Κ., επιστρατευμένος αντάρτης ΔΣΕ, συνέντευξη στο Μανιάκι το 2002
[164] Αρτέμης Κ., ό.π.
[165] Ανδρέας Κ., ό.π.
[166] ΙΣΚΠ, Ακριτική Φωνή (06.11.49) 2