Ηλίας Φερφέλης «Μαρτυρία μαχητή του ΔΣΕ»



Η μαγνητοφώνηση έγινε στις 05/05/2013,στο Καστρί Αγιάς, νομού Λαρίσης, από Θοδωρή Μπουγάτσια, mail: Thodoris Bgs thod1985@hotmail.com

 Ηλίας Φερφέλης γεννήθηκα στα τέλη του 1929 με καταγωγή από την Αετομηλίτσα Ιωαννίνων (Ντένισκο).Η οκταμελής οικογένεια μου το 1948 πέρασε στο αλβανικό έδαφος, λόγω των μαχών στο Γράμμο. Άλλα δυο αδέρφια μου επιστρατεύτηκαν στο Δημοκρατικό Στράτο. Ο Διονύσης μάχιμος, από το 1948 στην περιοχή Γράμμου και ο μικρότερος Αποστόλης φρόντιζε τα 'αντάρτικα' πρόβατα στην Αλβανία, που αριθμούσαν περί τις 30000!
Ο Μάρτης του 1949 με βρίσκει με τους γονείς μου ,Δημήτρης-Παρασκευή, τα αδέρφια μου Βασίλη και Θοδωρή και την αδερφή μου Αντιγόνη στην Λιούσνα  νοτίου Αλβανίας, όπου επιστρατεύτηκα από το Δημοκρατικό Στρατό. Από εκεί φτάνω στο Βίτσι σε έμπεδα μαχητών και περνάω ενάμισι μήνα εκπαίδευση και αποφοιτώ ως ανιχνευτής της ΧVΙ  ταξιαρχίας της  Χ μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού με διοικητή τον Σοφιανό από την Σιάτιστα Γρεβενών. Δρούσαμε κυρίως τη νύχτα και σκοπός μας ήταν να παίρνουμε 'γλώσσα', δηλαδή να εισχωρούμε πίσω από τις γραμμές του Εθνικού Στρατού, να πιάνουμε φαντάρους αιχμαλώτους ώστε να μαθαίνουμε πληροφορίες για  τα σχέδια τους.
Στις αρχές του 1948 τους αιχμάλωτους φαντάρους τους άφηναν ελεύθερους, αλλά από το 1949 και μετά τους κρατούσαν και τους έστελναν είτε για οχυρωματικά έργα είτε για να ξεφορτώνουν καράβια εφοδιασμού από Ρουμανία, Ρωσία κυρίως σε λιμάνια της Αλβανίας.
Τον Αύγουστο του 1949 ξεκίνησαν οι επιχειρήσεις του Ε.Σ. στο Βίτσι. Οι στρατιώτες έπεφταν πάνω μας σαν εκστασιασμένοι να μας σκοτώσουν, λες και τους είχαν δώσει κάτι να πιούν! Μέτα από περίπου μια βδομάδα μαχών έπεσε το Βίτσι και η μόνη μας διέξοδος ήταν μέσω Πρεσπών για Αλβανία. Τότε επειδή ήμασταν επίλεκτο τμήμα με διαταγή του Διοικητή Σοφιανού μείναμε 12 άτομα τελευταίοι, για να καλύψουμε την οπισθοχώρηση με αποτέλεσμα, φτάνοντας στη λίμνη να πέσουμε πάνω σε τμήματα του Ε.Σ. στις 12-14 Αυγούστου. Εκεί οι φαντάροι μπλέχτηκαν με κάποιες ανταρτίνες φωνάζοντας κοροϊδευτικά 'Εε συντρόφισσα, που πας;' και καταφέραμε εμείς να κρυφτούμε μες στη λίμνη, στα καλάμια με νερό ως το λαιμό.
Μένουμε εκεί όλη τη νύχτα και προς τα ξημερώματα βλέπουμε μπροστά μας μια γέφυρα που 'έβαζε' από εκεί ένα πολυβόλο. Μου δίνει εντολή ο διοικητής να πάω μαζί με ακόμη έναν  μέσω νερού ,να δούμε αν ήταν δικοί μας ή όχι. Εκεί ήταν η μόνη μας έξοδο προς Αλβανία και αν την είχε ο στρατός θα ήμασταν όλοι αιχμάλωτοι. Ξεκινάμε προς τη γέφυρα μέσα στο νερό, αλλά από το σκοτάδι δεν έβλεπα καλά και πλησιάζοντας πέφτω πάνω σε ένα χωριανό μου, τον Μιχάλη Τζιότζιο, μου λέει: 'Ε, Ηλία πως βγήκες εδώ, μέσα από τα νερά;' -' Ήμασταν κρυμμένοι μες στη λίμνη και με έστειλε ο διοικητής μου να δω ποιοι είναι στη γέφυρα!'
Ξημερώματα πλέον φτάνοντας με το τμήμα μου ,βλέπω ότι έρχονταν αυτοκίνητα, φόρτωναν αντάρτες και γύρναγαν Αλβανία. Περνάμε και εμείς τα σύνορα, ανάψαμε φωτιά και καθίσαμε να στεγνώσουμε. Εκεί υπήρχαν αποθήκες  με οπλισμό του Δ.Σ. Τα πιο πολλά ήταν γερμανικά από την οπισθοχώρηση του Γερμανικού στρατού το 1944και άλλα ήταν τσεχοσλοβάκικα. Τότε πήραμε εντολή να τις καταστρέψουμε ρίχνοντας πετρέλαιο και έγινε ένας πραγματικός χαμός από θόρυβο και φωτιά! Κάτσαμε για ξεκούραση και αναδιοργάνωση 2-3 μέρες στο αλβανικό έδαφος. Εγώ κοιμήθηκα μετά από δυο βδομάδες άυπνος με το όπλο αγκαλιά και όταν ξύπνησα μου το είχαν πάρει. Αλλά δεν μας λέγαν τίποτα, είχε πολύ οπλισμό εκεί, μόλις πέρναγαν τα σύνορα όλοι τα πέταγαν. Αφού αναδιοργανωθήκαμε έρχεται εντολή άτι θα επιστρέψουμε στο μέτωπο! Έρχονται τότε τσέχικα φορτηγά με μεγάλες καρότσες και οργανωμένα με τη βοήθεια αξιωματικών του αλβανικού στρατού φτάνουμε στα ελληνοαλβανικά σύνορα στο ύψος του χωριού Γράμμουστα, όπου ήταν τότε το κεντρικό αρχηγείο.
Περπατώντας περάσαμε στην Ελλάδα, στρατιά ολόκληρη, χιλιάδες μαχητές, με σκοπό να ενωθούμε με τις δυνάμεις του Γράμμου. Τότε περνώντας η φάλαγγα πάνω από το χωριό μου την Αετομηλίτσα βγαίνει ένας ψηλά και φωνάζει: 'να κάρι άστι βούρε ντι Ντένισκο;;' (είναι κανείς από το Ντένισκο;; βλάχικα). Εκεί βρήκα πολλούς συγχωριανούς μου και αγκαλιαστήκαμε! (περί τους 100 μαχητές σύνολο). Στην Αετομηλίτσα τότε λειτουργούσε σχολή εκπαίδευσης μαχητών, όπου το 1949 βγήκε η έκτη και τελευταία σειρά  .Φτάσαμε τελικά στο Μουρσλάβιτς (τοποθεσία κάτω από τις Αρρένες προς Καστοριά), όπου είχε μεγάλη οχύρωση με αμπριά και πυροβόλα. Εκεί παίρνουμε εντολές οι ανιχνευτές να πάμε να πάρουμε γλώσσα στο Κοτύλι (κοντά στο Επταχώρι). Φεύγουμε δυο ομάδες των έξι ατόμων και πέφτουμε πάνω σε τμήματα του Ε.Σ. αμέσως ο επικεφαλής μας  φωνάζει :'Ρίχτε!'Εμείς ρίχναμε και αυτοί έρχονταν κατά πάνω μας. Πιάσαμε κάνα δυο και όταν τους ρωτήσαμε γιατί δεν μας ρίχνατε απάντησαν ότι δεν ήθελαν να προδώσουν τη θέση τους, γιατί ξεκινούσαν οι τελικές επιχειρήσεις του Ε.Σ. Τους αφήσαμε και γυρίσαμε να ενημερώσουμε την διοίκηση. Τότε ξεκίνησαν οι τελικές μεγάλες μάχες σε όλο τον ορεινό όγκο του Γράμμου.   Γυρνώντας βρίσκουμε ένα φαντάρο τραυματία. Σαν εμένα ήταν τότε 19-20 χρονών  και μου λέει ένας συμπολεμιστής  θεσσαλονικιός: 'θα τον σκοτώσω'  -''όχι θα τον σκοτώσω εγώ!' του λέω. Τον παίρνω πιο δίπλα, ρίχνω μια ριπή δίπλα του και του λέω: 'κρύψου εδώ, σε λίγο έρχονται οι δικοί σου. 'Αλλά δεν τον ρώτησα το όνομα του! Το
περιστατικό έγινε 20-25 Αυγούστου, σε ένα ίσιωμα με χαμόκλαδα στο δρόμο από Αρρένες προς στάνη αλ' Λάμπρη κάτω από το Καζάνι. Όλα είναι τοποθεσίες στην Αετομηλίτσα Ιωαννίνων (Ντένισκο).
Συνεχίζοντας περνάω κοντά από το χωριό μου και βρίσκω πολλούς βλάχους της XIV ταξιαρχίας. Ε είδη είχα ενημέρωση, τους λέω :'παρατήστε τα όλα και πηγαίντε προς Αλβανία' - 'πάψε ρε' μου απαντούν και συνεχίσαμε προς το αρχηγείο της Γράμμουστας. Φτάνοντας εκεί είναι ανοιχτό το μέρος και εμφανίζονται καμιά δεκαριά αεροπλάνα. Μας επιτέθηκαν και σκοτώθηκαν αρκετοί εκεί, αφού δεν υπήρχε κάλυψη.
Εν τω μεταξύ ο Ε.Σ. είχε πάρει την κορυφογραμμή του δυτικού  Γράμμου (Σταυρός, Γκέσος) και προέλαυνε προς την κορυφή (2522).Το τελευταίο οχυρό του Δ.Σ. Αμέσως πήραμε εντολή όλοι οι ανιχνευτές να πάμε να κόψουμε την πορεία του Ε.Σ. 'Πάρτε μόνο σφαίρες και κρατήστε τους!!' Όντως πιάσαμε 200-300 μέτρα πριν την κορυφή και τους κρατήσαμε με σκληρή μάχη μέχρι το βράδυ! Ο Εθνικός Στρατός βράδυ δεν  κυκλοφορούσε, μόνο οι αντάρτες. Στην κορυφή συμπτυχθήκαμε γύρω στους 20000 αντάρτες και το πρωί κάνει πέντε επιθέσεις ο Ε.Σ. και αποτυγχάνουν όλες, σκοτώθηκαν εκεί πολλοί φαντάροι γιατί  δεν υπήρχε κάλυψη. Τότε με πήρε ο διοικητής με έξι συνδέσμους και πάμε και πιάνουμε λίγο πιο χαμηλά από την κορυφή (2522),σαν παρατηρητές να δίνουμε πληροφορίες. Ο Ε.Σ. πραγματοποιεί μαζική επίθεση με όλμους, οβίδες, αεροπλάνα και βαρέλια με πετρέλαιο (βόμβες ναπάλμ).Να σείεται και να καίγεται όλο το βουνό!
Στέλνει τότε ο διοικητής τους συνδέσμους να πάρουν εντολές. Από τους έξι σκοτώθηκαν οι πέντε και ο έκτος γύρισε, ο Νίκος από την Λυκόραχη Ιωαννίνων, στις 12.00-13.00 το μεσημέρι και μας δίνει διαταγή να εγκαταλείψουμε προς  Αλβανία. Ήμασταν σχεδόν πάνω στην συνοριογραμμή και ο διοικητής πηδάει και μπαίνει στο αλβανικό έδαφος.
Εγώ επειδή πύκνωσαν τα πυρά, αποφασίζω να πάω γύρω-γύρω, επειδή το έδαφος ήταν βραχώδες και θα είχα κάλυψη. Λάθος μου όμως αφού με αντιλαμβάνεται ένα αεροπλάνο, με 'βάζει' και μου τρυπάει όλο το παντελόνι, αλλά εγώ ανέπαφος! τις άκουγα δίπλα μου αλλά δεν με βρήκε καμία! Μόλις πέρασα τα σύνορα, πίσω μου ήταν ο Νίκος, του φώναζα να έρθει, αυτός άκουγε τα αεροπλάνα να περνάνε και καθόταν ακίνητος. Στο δεύτερο πέρασμα τον χτύπησαν..
Από εκεί μαζευτήκαμε σε κάτι ιταλικούς στρατώνες στο Μπουρέλ Αλβανίας πολλές χιλιάδες άνθρωποι. Μετά από κάποιες μέρες πήραμε άδεια να δούμε τις οικογένειές μας που ήταν στην Αλβανία .Ύστερα με καράβια σε εφτά μέρες στο Μπακού του Αζερμπαϊτζάν και άλλες εφτά μέρες με τρένο για Τασκένδη.