Γιατί το ΚΚΕ μετέφερε τις συγκρούσεις στην Αθήνα- ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ 1944



αναδημοσίευση από: http://www.efsyn.gr/?p=6677 (9.12.2012)
                  
Του Νίκου Μαραντζίδη*

Αρκετά πριν από το τέλος της Κατοχής μέσα στην ηγεσία του ΚΚΕ είχαν εκφραστεί απόψεις πως είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για την κατάληψη της εξουσίας. Αν και οι απόψεις αυτές διέφεραν μεταξύ τους ως προς τη μεθοδολογία που πρόκριναν, δεν χωρεί αμφιβολία πως τα ηγετικά επίπεδα του κόμματος αντιλαμβάνονταν πως πλησίαζε η στιγμή που το ΚΚΕ θα μπορούσε να διεκδικήσει τα ηνία της χώρας.
 Υπό αυτήν την οπτική τα Δεκεμβριανά εντάσσονται στην αλληλουχία μιας σειράς γεγονότων που συνδέονται με το ζήτημα της διαμάχης για τη φυσιογνωμία της εξουσίας στην Ελλάδα της απελευθέρωσης.
 Τα Δεκεμβριανά δεν ήταν μια μεμονωμένη και ξαφνική ένοπλη σύγκρουση, που έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία. Σε όλη την Ελλάδα από τη Μακεδονία και την Ηπειρο μέχρι την Πελοπόννησο πολύ αιματηρές ένοπλες συγκρούσεις διεξάγονταν ανάμεσα στο ΚΚΕ και τους αντιπάλους του τόσο νωρίτερα όσο και κατά τη διάρκεια της μάχης της Αθήνας.
 Ο εμφύλιος που είχε ξεκινήσει πριν από το τέλος της Κατοχής στην περιφέρεια μεταφέρθηκε τον Δεκέμβριο στο κέντρο. Είναι επίσης αφελές να αντιμετωπίζονται τα Δεκεμβριανά απλώς ως μια αιματοβαμμένη συγκέντρωση που «ξέφυγε». Ο Δεκέμβρης ήταν ένα στρατιωτικό κίνημα οργανωμένο κεντρικά από την ηγεσία του ΚΚΕ, που αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο της κατάληψης της Αθήνας ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1943.
 Η επιλογή της ένοπλης σύγκρουσης αποτέλεσε την απάντηση του KKE στην προοπτική της εξουδετέρωσης του ΕΛΑΣ, του βασικού δηλαδή μηχανισμού, που εξασφάλιζε στο κόμμα εδαφική κυριαρχία και πολιτική επιρροή. Η κατάσταση αυτή δεν υπήρξε γνώρισμα μόνο της Ελλάδας. Την ίδια ακριβώς περίοδο και άλλα κομμουνιστικά κόμματα στην Ευρώπη (Βέλγιο, Γαλλία) αντέδρασαν βίαια στην επιχείρηση αφοπλισμού τους.
 Η ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και τις παραπάνω χώρες ήταν η γεωγραφία: η τεράστια, δηλαδή, παρουσία των αγγλο-αμερικανικών δυνάμεων, που δεν άφησε πολλά περιθώρια αμφισβήτησης του status quo, και όχι η δήθεν σοφία των ηγετών των εκεί ΚΚ.
 Παρότι την αναζήτησε, το ΚΚΕ δεν δέχτηκε υλική υποστήριξη από αδελφά κόμματα. Η ηγεσία του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας αρνήθηκε να αποστείλει τη βοήθεια που λίγο νωρίτερα είχε υποσχεθεί στους Ελληνες. Στις 8 Δεκεμβρίου 1944 ο Βούλγαρος κομμουνιστής Δημητρώφ, αφού προώθησε προς τη Μόσχα αίτημα του ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ Πέτρου Ρούσου για βοήθεια, απάντησε την επόμενη μέρα αρνητικά.
 Οι Βούλγαροι ήταν διατεθειμένοι να βοηθήσουν μόνο εφόσον οι Σοβιετικοί θα συναινούσαν. Ομως, ο ίδιος ο Στάλιν αποκάλεσε ανόητη την επιλογή των Ελλήνων συντρόφων να φύγουν από την κυβέρνηση Παπανδρέου και να αναλάβουν μια δουλειά για την οποία δεν επαρκούσαν οι δυνάμεις τους.
 Τελικά, το ΚΚΕ ηττήθηκε εξαιτίας της βρετανικής παρέμβασης, της οποίας τη δυναμική είχε εξαρχής υποτιμήσει. Από την άλλη πλευρά, για τις ελληνικές αστικές δυνάμεις, η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε ένα τραύμα και μακροχρόνιο ταμπού: η χώρα είχε διασωθεί από τον κομμουνισμό χάρη στην ξένη επέμβαση.
 Είναι απολύτως ορθό πως τα Δεκεμβριανά αποτέλεσαν την κολυμβήθρα του Σιλώαμ, μέσα στην οποία αναβαπτίστηκαν ως εθνικόφρονες κάθε λογής δωσίλογοι. Εξαιρέθηκαν της εθνικής αναβάπτισης οι σλαβόφωνοι συνεργάτες των Βουλγάρων, έναντι των οποίων το ελληνικό κράτος υπήρξε πολύ αυστηρό.
 Αντίθετα, το ΚΚΕ επέδειξε γι” αυτή την κατηγορία δωσιλόγων μεγάλη επιείκεια και διάθεση λήθης, ιδιαίτερα κατά τα έτη 1946-1949 όταν και ο ΔΣΕ χρειαζόταν αντάρτες. Τελικά, η κάθε πλευρά σιώπησε για τους «δικούς της» δωσιλόγους.
 Η συμφωνία της Βάρκιζας επισφράγισε την ήττα του ΚΚΕ στη μάχη της Αθήνας. Η συμφωνία αυτή αποτέλεσε έναν αξιοπρεπή συμβιβασμό κάτω από τις δεδομένες συνθήκες. Παρά τα σοβαρά προβλήματα που εμφανίστηκαν στην εφαρμογή της και την υπονόμευσή της από διάφορες πλευρές, η συμφωνία της Βάρκιζας επέτρεπε θεωρητικά στο ΚΚΕ να αναδιοργανωθεί και να λειτουργήσει σε καθεστώς πλήρους νομιμότητας, γεγονός που είχε να συμβεί από το 1936.
 Ομως σύντομα, στο μυαλό της ηγεσίας του ΚΚΕ θα εδραιωνόταν η προοπτική μιας νέας σοβαρής αναμέτρησης.

*Αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.