Οι πρώτοι αντάρτες στα Βέντζια: 1942 -1943



αναδημοσίευση από: http://blogs.sch.gr/thankall/?p=818
Θανάσης Καλλιανιώτης

Κείμενο του γράφοντος που δημοσιεύτηκε στις σ. 260-275 του τόμου Γρεβενά: Ιστορία –Τέχνη -Πολιτισμός, ο οποίος εκδόθηκε από τον Παρατηρητή στη Θεσσαλονίκη το 2004

Μερικά από τα σχήματα που προσπάθησαν να εξηγήσουν την (ισχυρή) παρουσία των ανταρτών στη ΝΔ Μακεδονία[1] στη δεκαετία του ΄40, θεωρώντας την παράλληλα καθολικά αποδεκτή, είναι: η τοπική προπολεμική παρουσία της Αριστεράς, το κενό εξουσίας, το αίσθημα εγκατάλειψης και η επιτυχής αντιμετώπιση της ζωοκλοπής από τους κατοίκους πριν (και μετά) από την εμφάνιση των ανταρτών του ΕΛΑΣ. Το πρώτο διαμορφώθηκε χωρίς επιτόπια έρευνα, ενώ τα υπόλοιπα φαίνεται ότι μεταφέρθηκαν προς επαλήθευση στο πεδίο –αμφότερα αγνόησαν τοπικές αρχειακές πηγές και δεν συνέλεξαν προφορικές μαρτυρίες από όλες τις πλευρές του δράματος.[2] Τα σχήματα αυτά είναι ανάρμοστα για μία τουλάχιστον περιοχή της επαρχίας Γρεβενών, τα Βέντζια, διότι εκεί με τη δημιουργία νέων ή την επιτάχυνση παλαιών αντιθέσεων προσπάθησαν οι πρώτοι αντάρτες να διαρρήξουν τον, αδιάφορο έως εχθρικό γι αυτούς, κρατικό και κοινωνικό ιστό και να μετατρέψουν την περιοχή σε βάση εξόρμησής των προς τα γερμανοκρατούμενα πεδινά της Κοζάνης.[3]
Τα Βέντζια (40.06΄Β -21.37΄Α το κέντρο τους) είναι ένα τραχύ οροπέδιο των 400.000 στρεμμάτων περίπου,[4] κείμενο μεταξύ των ορέων Μπούρινου –Φλάμπουρου και του ποταμού Αλιάκμονα, χωρίς δρόμους τότε,[5] με χαράδρες και δάση ήμερης δρυός, που προσφέρονταν για αντάρτικη δράση μικρής κλίμακας.[6] Οι 1500 περίπου πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή στη δεκαετία του ΄20[7] αποκομμένοι οικονομικά και κοινωνικά από τον περίγυρο χώρο προσαρμόστηκαν, αν και διάφοροι γλωσσικά κι εθιμικά, ταχύτατα στη ζωή των γηγενών, μια ζωή δεμένη με τη γη και τα ζώα –τα μεταλλεία χρωμίου άνοιξαν σχετικά αργά (το 1936) ώστε να δυνηθούν οι εργάτες των να σχηματίσουν μιαν ικανή ομάδα πίεσης.
Για το πόνημα χρησιμοποιήθηκαν αρχειακές πηγές (επιτόπιες επί το πλείστον), απομνημονεύματα (αριστερών περισσότερο), επιστημονικές εργασίες και προφορικές συνεντεύξεις (με εαμίτες κι αντιεαμίτες ισοδύναμα), που όμως δεν δηλώνονται όλες –οι καταθέτες σημειώνονται με τα αρχικά τους ενώ αναγράφεται παράλληλα το επάγγελμα, ο τόπος κατοικίας, η χρονολογία γέννησης και η πολιτική ή πολεμική τους ιδιότητα, όταν υπάρχει.[8] Χωρίς τους εν ζωή μάρτυρες θα ήταν αδύνατη η άρτια καταγραφή τόσο της πορείας των πρώτων ανταρτών όσο και των (βίαιων) πράξεών τους, οι οποίες δεν κατόρθωσαν τελικά να πείσουν τους κατοίκους να προσχωρήσουν μαζικά στην επανάσταση.[9] Παρατίθενται τέλος ως συνοδευτικό υλικό δύο πίνακες, ένας χάρτης και μία φωτογραφία.
1. Η προανταρτική απουσία του ΚΚΕ
Γράφτηκε ότι την Πρωτομαγιά του 1931 νεαρός κτηνοτρόφος από το Χρώμιο έριξε απεργιακές προκηρύξεις στους εργάτες της κατασκευαζόμενης σιδηροδρομικής γραμμής κοντά στο Δαφνερό, με αποτέλεσμα να φυλακιστεί, ωστόσο η πιστοποίηση του γεγονότος είναι προβληματική.[10] Νεαροί, άπειροι και -το βασικότερο- κάτοικοι της πόλης των Γρεβενών, ήταν επίσης δύο μέλη του μεσοπολεμικού τοπικού παραρτήματος της ΟΚΝΕ: ένας πρόσφυγας από την Αγάπη μαθητευόμενος ράφτης στην πόλη των Γρεβενών [11]κι ένα γυμνασιόπαιδο από την Καλλονή μόνιμος κάτοικος Πόρου.[12] Τριάντα έξι ετών ήταν, όταν «κατηγορήθη επί κομμουνισμώ» το 1940[13] αλλά αθωώθηκε υπογράφοντας προφανώς δήλωση αποκήρυξης του ΚΚΕ, ένας δάσκαλος από τη Σαρακίνα, ο οποίος έμενε και δίδασκε εκτός των Βεντζίων.[14] Για τον τελευταίο και για αρκετούς συναδέλφους του, που είχαν τότε συλληφθεί, δεν έχει εξακριβωθεί αν ήταν μέλη του ΚΚΕ[15] ή «απλοί δημοκράτες».[16] Πιθανώς το δεύτερο, αφού όχι περισσότεροι από πέντε δάσκαλοι της εκπαιδευτικής περιφέρειας Γρεβενών απολύθηκαν τότε δια παντός από την εργασία τους.[17]
Μετρημένοι τρεις ή τέσσερις ήταν οι κομμουνιστές των Βεντζίων[18] και η επιρροή τους ελάχιστη, αν κρίνουμε από την εκλογική εμφάνιση του ΚΚΕ στο Μεσοπόλεμο.[19] Στα τρία εκλογικά τμήματα έλαβε μόνο 18 ψήφους (Παλαιόκαστρο 1, Σαρακίνα 8, Κνίδη 9), ποσοστό δηλαδή 2,81% ως προς τον αριθμό των ψηφισάντων στην περιοχή.[20] Τους περισσότερους ψήφους (14) πήρε ο ιατρός Τηλέμαχος Ευθυμιάδης προφανώς λόγω των επαγγελματιών γνωριμιών του παρά χάριν της πίστης στον κομμουνισμό. Στις εκλογές του 1936 το Αγροτικό Κόμμα έλαβε 5 ψήφους, ενώ είχε πάρει 20 το 1933[21], ωστόσο ήταν κόμμα διαφορετικό από το ΚΚΕ –και αντιμαχόμενο-[22] κι εξ άλλου δύο από τους προπολεμικούς βουλευτές του συνεργάστηκαν στενά με τους Ιταλούς και με τους Γερμανούς μετέπειτα. Αυτοί οι ελάχιστοι ψήφοι[23] του ΚΚΕ είχαν ριχτεί στην κάλπη από συμπαθούντες ή μέλη, που κινούνταν συνωμοτικά χωρίς να εκδηλωθούν ειδάλλως θα είχαν εξοριστεί ή υπογράψει δήλωση μετανοίας, όμως τέτοιας λογής άνθρωποι δεν υπήρχαν ή, ίσως, δεν κατοικούσαν στα Βέντζια. Η «προπολεμική παρουσία αριστερής δραστηριότητας» στα Γρεβενά[24] θεωρείται πουκάμισο αδειανό, τουλάχιστον ως προς τα Βέντζια.
Γνώριζαν εκ των προτέρων την «αδυναμία» των Βεντζίων οι πρώτοι κατοχικοί κατηχητές του ΕΑΜ/ΚΚΕ,[25] που περιόδευσαν το 1942 απογοητευμένοι την περιοχή και εύστοχα αποδόθηκε αυτή -εκ των υστέρων- στην ανυπαρξία προπολεμικών οργανώσεων του ΚΚΕ και στη μη εμφάνιση «ενόπλων ομάδων ανταρτών».[26] Ούτε για το ΚΚΕ ούτε για το ΕΑΜ προσφέρονταν Βέντζια, διότι απείχαν αρκετά (σε απόσταση και νοοτροπία) από τα κέντρα τους.[27] Ένας άλλος λόγος του αυχμηρού για την επανάσταση εδάφους (στα Γρεβενά και τα Βέντζια) ήταν η διχογνωμία ανάμεσα σε δηλωσίες και (επανελθόντες) εξόριστους κομουνιστές των Γρεβενών, αφού οι τελευταίοι επαγγελόμενοι την «κομματική πειθαρχία», ζητούσαν αυτοί μόνοι τα ηνία του αγώνα εναντίον των Ιταλών και της Ελληνικής Πολιτείας.[28] Όταν οι δηλωσίες διαφώνησαν, οι πρώην εξόριστοι επιχείρησαν να δολοφονήσουν τον γιατρό Ευθυμιάδη,[29] ο οποίος κατόρθωσε να διαφύγει περιθαλπόμενος σε γνωστά του άτομα στον Πόρο και τους Πυλωρούς[30] -κατευθύνθηκε μετά στην Κοζάνη και τελικά στη Μέση Ανατολή.
2. Το κραταιό κράτος
Η άποψη της κατάρρευσης του κράτους μετά την εγκατάσταση των Ιταλών το καλοκαίρι του 1941 και πριν από την εμφάνιση των ανταρτών (Μπουσχότεν 1997:81), παρουσιάζει αδυναμία στήριξης, αφού οι δύο Σταθμοί Χωροφυλακής στη Σαρακίνα και την Κνίδη (και σε όλα τα Γρεβενά), οι αγροφύλακες, οι κοινοτάρχες, οι ληξίαρχοι, οι δάσκαλοι και οι ιερείς δεν έπαυσαν τα καθήκοντά τους.[31] Οι ληξίαρχοι και οι ιερείς εργάζονταν και επί Εαμοκρατίας ακόμα. Στους προπολεμικούς κοινοτάρχες μάλιστα παρέδιδαν οι Σύμμαχοι επί Κατοχής χρυσές λίρες για να μοιράσουν στον πενόμενο και πυροπαθή πληθυσμό κι όχι στους εκπροσώπους του ΕΑΜ. Τους ίδιους κοινοτάρχες αναγνώριζαν ως εξουσία τόσο οι Γερμανοί όσο και οι Πουλικοί ή οι «Παοτζήδες», στις τέσσερις συνολικά επιδρομές τους εναντίον της περιοχής.
Στα μεταλλεία χρωμίου στις θέσεις Ξηρουλίβαδου, Κουρσούμνια και Βουιδόλακκας,[32] τα οποία επόπτευαν Ιταλοί το πρώτο, Γερμανοί τα άλλα δύο, εργάζονταν αρκετοί χωρικοί της περιοχής είτε έμμισθα είτε με αναγκαστική προσωπική εργασία την οποία κανόνιζαν οι κοινοτάρχες κι επέβλεπαν μερικοί Ιταλοί «καραμπινιέροι» που περνούσαν περιοδικά. Η εγκατάλειψη της εξόρυξης χρωμίου, με την οποία δηλώνονταν η κατάρρευση της Ελληνικής Πολιτείας, έλαβε χώραν στα τέλη του Μάρτη 1943,[33] τρεις ολόκληρους μήνες δηλαδή μετά από την πρώτη εμφάνιση των ανταρτών στην περιοχή.[34] Κενό, λοιπόν, εξουσίας δεν υπήρξε στα Βέντζια ούτε την περίοδο 1941 -43 ούτε και μετέπειτα, καθώς την προηγούμενη «αυθαίρετη»[35] και γραπτώς διορισμένη εξουσία υποκατέστησε η νέα παρόμοια, δια βοής (των αντάρτικων όπλων) επιλεγμένη του ΕΑΜ.
Αίσθημα εγκατάλειψης από την Πολιτεία[36] δεν ένιωσαν καμία φορά οι κάτοικοι των Βεντζίων, για τον απλούστατο λόγο ότι ποτέ πριν η περιοχή δεν είχε γνωρίσει τη στοργή του οργάνων και των υψηλόβαθμων εκπροσώπων της, ώστε να είναι δυνατή η σύγκριση. Διανοούμενος της Κοζάνης είχε μάλιστα γράψει για το Νησί: «Ευκολώτερα μπορείτε να επισκεφθήτε ένα χωριό της Κεντρικής Αφρικής, παρά να βρήτε ένα απόκεντρο χωριό της Δυτικής Μακεδονίας»[37] και δημοσιογράφος της ίδιας πόλης θεωρούσε τους κατοίκους των Βεντζίων «πρωτόγονους» και «παραπεταμένους».[38] Εθνοσύμβουλος του ΕΑΜ, που «εξελέγη» στα Βέντζια, τα ονόμασε «Βεντσιστάν …της Ελλάδος».[39] Εμφανείς υπερβολές που ωστόσο έχουν έναν πυρήνα αλήθειας, τουλάχιστον όπως καταλάβαιναν την αλήθεια οι αστοί κάτοικοι των πόλεων.
Η ζωοκλοπή και η ληστεία άρχισαν να μειώνονται στην ευρύτερη περιοχή μετά από τη δεκαετία του ΄20.[40] Οι τελευταίοι έκνομοι που έδρασαν αιματηρά στα Βέντζια ήταν δύο ληστοφυγόδικοι από το χωριό Φιλιππαίοι που φονεύτηκαν ελάχιστα μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας Μεταξά,[41] καθώς η ύπαρξή τους έθιγε το γόητρο της νέας εξουσίας.[42] (Ζωο)κλοπές[43] και αγροζημίες συνεχίστηκαν στη διάρκεια της Κατοχής και της Εαμοκρατίας,[44] οπότε η άποψη ότι οι παρανομούντες απειλούνταν από τους αντάρτες με κόψιμο του κεφαλιού ή των ποδιών[45] αποτελεί ευσεβή πόθο, αφού αμέτρητες είναι οι σχετικές αγωγές που εκδικάζονταν στα τοπικά Λαϊκά Δικαστήρια, αρκετές όσες προωθούνταν στα επαρχιακά (Αναθεωρητικά) και λιγότερες όσες έφταναν ως τα στρατοδικεία της ΙΧ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ στον Πεντάλοφο.[46]
Προς τα τέλη του 1942 ένοπλοι των Χασίων εμφανίζονταν στα Βέντζια λαμβάνοντας από τους κατοίκους -δια της βίας- ζώα ή τρόφιμα χωρίς να μπορεί κανείς να βεβαιωθεί αν επρόκειτο για αντάρτες ή ληστές,[47] καθώς η εμφάνιση τους δεν θύμιζε σε τίποτα τους κλασικούς στρατιώτες. Χαρακτηριστικά αναφέρει ένα (ύστερο) τοπικό στέλεχος του ΚΚΕ για τους πρώτους αντάρτες: «Με μακριά γένια και μάλια, βρώμικοι από την απλησιά και τις κακοχίες παρουσίαζαν μια εικόνα τρόμο στο λαό που τους έβλεπε για πρώτη φορά και τους θεορούσε και αυτούς ίδιους με τις ομάδες των ληστών».[48] Για να ξεχωρίζουν από τους ληστές, ορισμένοι φυγόδικοι κομμουνιστές φορούσαν στα μέσα του 1942 υφασμάτινες ταινίες με το ακρωνύμιο ΕΑΜ στους βραχίονες, όμως κι αυτοί κατέφευγαν στην (φανερή) αρπαγή ζώων για να τραφούν, προβάλλοντας το αιτιολογικό της «ιερής αποστολής» των.[49] Είναι ωστόσο αμφίβολο, αν πείθονταν οι ιδιοκτήτες των κοπαδιών για την ιερή αυτή αποστολή.
Την ίδια (αναγκαστική) μέθοδο προσπορισμού τροφής εφήρμοσαν στην αρχή και οι πρώτοι αντάρτες της Σιάτιστας, αφού το Φλεβάρη του 1943 έψησαν «αυθαίρετα» μία «Βετούλα» (νεαρή αίγα) χωρίς να ρωτήσουν τον ιδιοκτήτη της.[50] «Να οι κλέφτις οι φανιροί» αντέδρασε ένας εύπορος κτηνοτρόφος της Βάρης, όταν μερικοί αντάρτες της Ποντινής πήραν ένα ζώο του, αλλά δάρθηκε, απειλήθηκε και σώπασε.[51] Τέτοια περιστατικά ήταν συνήθη ώσπου να οργανωθεί η επιμελητεία των ανταρτών, καθώς οι τραχείς οπλοφόροι δεν ένιωθαν την ανάγκη να εξηγήσουν ή δεν ήταν ικανοί να επενδύσουν ιδεολογικά παρόμοιες (ληστρικές) πράξεις, οι οποίες εξέθεταν τους εαυτούς και τον αγώνα που εκπροσωπούσαν στα μάτια των μη φιλικών τους (έστω) προσώπων. Μέχρι τις αρχές του 1944, που άρχισαν οι επιδρομές των ανταρτών στα αντιεαμικά εξοπλισμένα χωριά του Τσιαρτσιαμπά όπου μόνιμοι κι εφεδρικοί αντάρτες λαφυραγωγούσαν τα ζώα και τα τρόφιμα των «αντιδραστικών», τα ένοπλα τμήματα του ΕΛΑΣ που διέμεναν ή περνούσαν από τα Βέντζια τρέφονταν από τα γεννήματα του πληθυσμού, αφού φαίνεται ότι ο αγγλικός χρυσός που δίνονταν στο τοπικό τάγμα Μπούρινου (1/27 τάγμα) του ΕΛΑΣ δεν έφτανε ως εκεί ή δεν αρκούσε.
3. Ο ενδεικτικός πρόλογος
Η βία δεν ήταν πρωτόγνωρη στα Βέντζια, αφού προπολεμικά εγκλήματα ή συμπλοκές ανάμεσα σε χωριά, οικογένειες ή άτομα δεν σπάνιζαν.[52] Την άνοιξη του 1942 η βία ευρύνθηκε, όταν ένα απόσπασμα Ιταλών εγκαταστάθηκε στην Κνίδη[53] και τη Σαρακίνα για να συλλέξει όπλα για την ασφάλεια του στρατού κατοχής και φόρους (σε γάλα και μαλλί) για την Ελληνική Πολιτεία, που ανέκαθεν απεύχονταν να καταβάλουν οι κάτοικοι σε όλες τις εξουσίες. Δάρθηκαν τότε διάφορα άτομα, ανάμεσά τους κι ένας κτηνοτρόφος από τον Έξαρχο, ο οποίος μετά από την πετυχημένη για τον ΕΛΑΣ ενέδρα στη Μπάρα Σιάτιστας εκτέλεσε προσωπικά 15 Ιταλούς τραυματίες στο Παλαιόκαστρο[54] ως αντίποινα προφανώς του δαρμού του. Τις ονομαστικές καταστάσεις των αναλογούντων φόρων ελάμβαναν οι Ιταλοί από τις κοινότητες, οπότε δεν ήταν αφύσικο να θεωρείται από τους δαρμένους ο κοινοτάρχης –γιατί όχι και ο γραμματέας ή το υπόλοιπο κοινοτικό συμβούλιο;- ως υπεύθυνος.
Την πιο ανεπανόρθωτη μορφή βίας, το φόνο, εγκαινίασαν στα Βέντζια Θεσσαλοί ένοπλοι κι αντάρτες (ομάδα Σαράντη)[55] στις 30 Γενάρη 1943, όταν εμφανίστηκαν από την κατεύθυνση του Χρωμίου καταδιώκοντας το τσελιγκάτο των αρβανιτόβλαχων Δημαρέληδων. Πιεζόμενοι οι Δημαρέληδες ξεκίνησαν από την Ελασσόνα[56] με προορισμό ίσως την πατρίδα τους τη Φούρκα της Πίνδου, μια απέλπιδα διαδρομή μέσα στο σκληρό χειμώνα, που δεν επρόκειτο να έχει αίσιο τέλος. Στον ημιτελή σιδηροδρομικό σταθμό της Μικροκλεισούρας φονεύτηκε και θάφτηκε επί τόπου από την ομάδα Σαράντη ένα μέλος της οικογένειας, ενώ οι υπόλοιποι ξέφυγαν προς τα Γρεβενά. Λαφυραγωγήθηκε τότε όλο το κοπάδι και η οικοσκευή τους[57] τόσο από τους διώκτες όσο και από τους Βεντζιώτες που συνέδραμαν την επιχείρηση αυτή[58] προφανώς εθελοντικά. Η εμφάνιση των Δημαρέληδων στα Βέντζια είχε ήδη παρωθήσει ορισμένους κτηνοτρόφους της περιοχής να κλέψουν από αυτούς όσα ζώα μπορούσαν[59] πριν από τον ερχομό των Θεσσαλών ανταρτοπολιτών και χωρίς να γνωρίζουν το ιστορικό της δίωξης. Όταν κατέφθασε η ομάδα Σαράντη, η αρπαγή των ζώων από τους κατοίκους των Βεντζίων νομιμοποιήθηκε εκ των υστέρων ως πράξη αντίστασης, αφού οι Δημαρέληδες κατηγορήθηκαν ως συνεργάτες των Ιταλών – ο βαθμός συνεργασίας και οι αιτίες δίωξής των δεν έχουν ακόμα εξακριβωθεί.
Την επόμενη μέρα ένα τμήμα ανταρτών των Γρεβενών (ομάδα Τασιανόπουλου) έφτασαν από το Παλαιόκαστρο στον Έξαρχο αφού είχαν: αφοπλίσει τους Σταθμούς Χωροφυλακής Πολυνερίου και Σιατίστης,[60] ανοίξει και μοιράσει μιαν αποθήκη σιτηρών στον Άγιο Γεώργιο, δείρει με φάλαγγα έναν δάσκαλο κι έναν χωροφύλακα[61] και ορκίσει τους πρώτους αντάρτες του ΕΛΑΣ Σιάτιστας[62] τους οποίους πήραν μαζί τους.[63] Μαζί τους περιήγαν αιχμάλωτο τον κοινοτάρχη Κοκκινιάς κατηγορούμενο επίσημα ως συνεργάτη των Ιταλών.[64] Στην πραγματικότητα ο 54χρονος ποντιόφωνος πρόσφυγας είχε συγκρουστεί για προσωπικά ζητήματα με χωριανούς του[65] κι επιπλέον αρνήθηκε να παραδώσει το κρυμμένο όπλο του στην ομάδα Τασιανόπουλου,[66] πράξη με την οποία εκδήλωνε τη δυσπιστία ή την αντίθεσή του στους ένοπλους επαναστάτες. Γνωρίζοντας τον τόπο, χρησιμοποιήθηκε στην αρχή ως οδηγός για να περάσουν οι αντάρτες με ασφάλεια τη φυλασσόμενη γέφυρα του ποταμού προς τη Σιάτιστα και ύστερα «συνόδευσε» αναγκαστικά τους αντάρτες σε όλη την περιοδεία τους στα Βέντζια –Χάσια ως την Αλατόπετρα όπου εκτελέστηκε δημοσίως στις 10 Φλεβάρη του 1943.[67] Καθ΄ όλη τη διαδρομή δεν αποπειράθηκε να δραπετεύσει, ενώ μπορούσε, διότι οι αντάρτες τον είχαν καθησυχάσει ότι δεν επέπρωτο να πάθει κάτι.[68] Ήδη όμως οι ένοπλοι επαναστάτες της Θεσσαλίας είχαν σκοτώσει δύο άτομα μέσα στη Δεσκάτη[69] κι εκτελέσει έναν άλλον στο χωριό Πριόνια,[70] αλλά φαίνεται ότι ο πόντιος κοινοτάρχης θεωρούσε ψευδείς τις ειδήσεις.
Στο σχολείο του Εξάρχου συγκροτήθηκε ανταρτοδικείο «κεκλεισμένων των θυρών» με εναγόμενους έναν επόπτη αγροφυλακής της περιοχής Σιάτιστας ως συνεργάτη των Ιταλών και το διοικητή της Υ. Χ. Σιάτιστας Θωμά Βενετσανόπουλο, που την προηγούμενη μέρα είχε προσχωρήσει (μάλλον εθελοντικά) στον ΕΛΑΣ, ένοχο για «σκληρή» συμπεριφορά προς ορισμένους κατοίκους της περιοχής. Ο επόπτης καταδικάστηκε σε θάνατο κι οδηγήθηκε προς εκτέλεσιν έξω από το χωριό, αλλά κατόρθωσε να διαφύγει εν μέσω ριπών του αποσπάσματος. «Τον άφησαν να είναι τυχερός», έγραψε αργότερα ένας παρών αντάρτης[71] και πράγματι μερικές τοπικές μαρτυρίες[72] όσο και η λεπτομερής εξέταση της μορφολογίας του εδάφους όπου επέπρωτο να εκτελεστεί δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία ότι αφέθηκε έμφοβος να δραπετεύσει. Δεν γνωρίζουμε αν από την ηγεσία των ανταρτών δόθηκε η εντολή για εικονική εκτέλεση ή αν την τελευταία στιγμή δίστασαν οι Σιατιστινοί αντάρτες του αποσπάσματος.
Η ποινή του Βενετσανόπουλου ήταν πιθανώς θάνατος με αναστολή, για να ικανοποιηθούν οι «αναρχικοί» χωρικοί που τον είχαν εγκαλέσει, να απειληθεί έμμεσα ο ίδιος και να φανεί ότι οι αντάρτες απένεμαν αλώβητη τη δικαιοσύνη. Ο Βενετσανόπουλος στάλθηκε με μιαν ομάδα στο όρος Σινιάτσικο,[73] περιοχή έξω από τη δικαιοδοσία της πρώην υπηρεσίας του, για να μην προκαλούνται προφανώς οι χωρικοί του τόπου με την παρουσία του.[74] Αιτίες του συγχωρητήριου ανταρτοδικείου ήταν: α) ήταν ακόμα αρχές β) ύπαρξη νεοκαταταγέντων Χωροφυλάκων στην ομάδα γ) περιοχή της ομάδας Μπούρινου κι όχι της αντίστοιχης του Τασιανόπουλου δ) απουσία (εκδικητικών) χωρικών από τις διεργασίες.
Μετά η ομάδα Τασιανόπουλου έφτασε στη Μικροκλεισούρα, όπου ομίλησε δημοσίως ο καθοδηγητής της ομάδας «Γιώργος»[75] και συνέστησε την κατασκευή μιας «αποθήκης για να τρων οι αντάρτες».[76] Πριν αποχωρήσουν οι αντάρτες δίκασαν κι έδειραν δημοσίως τον κοινοτάρχη Κνίδης, πρόσφυγα από το Εβτζί και κάτοικο Μικροκλεισούρας.[77] Αγνοείται η ακριβής ενοχή του αλλά φαίνεται ότι ο δαρμός έλαβε χώραν για να εγκαινιαστεί η «κοπτάτσια» (άνωθεν διορισμός) της νέας εξουσίας του ΕΑΜ, αφού ο κοινοτάρχης αντικαταστάθηκε από μια επιτροπή χωρικών. Το θέαμα λειτουργούσε ως «τελετή αντιστροφής» που όμως δεν γίνονταν (φανερά) αποδεκτή από όλους.[78]
Μετά το τμήμα των ανταρτών έφτασε στην Παλαιοκνίδη όπου άφησε έντυπο προπαγανδιστικό υλικό, πιθανόν την τοπική εφημερίδα Νίκη του ΕΑΜ. Χρειάστηκε να καλεστεί από το μύλο ένας από τους ελάχιστους γραμματιζούμενους για να τη διαβάσει, επειδή κανένας από τους παρόντες τότε χωρικούς δεν γνώριζε ανάγνωση.[79] Αν εξαιρεθούν οι δάσκαλοι και οι διοικητές των σταθμών Χωροφυλακής ελάχιστοι ήταν οι ικανοί στην ανάγνωση και γραφή και οι λόγοι δεν είναι δύσκολο να ανιχνευθούν –έχει ήδη αναφερθεί η παντοειδής απομόνωση της περιοχής που είχε επίπτωση στο μορφωτικό επίπεδο των κατοίκων.[80] «Το ΕΑΜ …[είναι] εθνική συμμαχία εθνικής μορφής που οργανώνει τον εργάτη με το μεγαλύτερο βιομήχανο πατριώτη …» έγραφε –αργότερα- μία τοπική εφημερίδα του ΕΑΜ,[81] αλλά πόσοι από τους μορφωμένους των Βεντζίων είχαν την ικανότητα να ερμηνεύουν θεωρητικά κείμενα, ιδιαίτερα ορισμένα δύσληπτα όπως το αναφερόμενο; Και πώς μπορούσαν να αναλύσουν στους υπόλοιπους την έννοια της «εθνικής συμμαχίας εθνικής μορφής» ή το συναγελασμό εργατών και μεγάλων βιομηχάνων υπό την ίδια σκέπη;
4. Το κυρίως θέμα
Η ομάδα Τασιανόπουλου διανυκτέρευσε στο κεφαλοχώρι Κνίδη αφοπλίζοντας το Σταθμό Χωροφυλακής[82] και καλώντας τους κατοίκους των γύρω συνοικισμών να παρευρεθούν στη συγκέντρωση της επόμενης μέρας. Ανοίχτηκε και διαμερίστηκε στους παρόντες, υπό την επιμέλεια προφανώς της νεοδιοριζόμενης επιτροπής του ΕΑΜ, η κρατική αποθήκη των γεννημάτων. Με την πράξη αυτή οι μεν αντάρτες διακήρυτταν την ισχύ της εξουσίας των, οι δε κάτοικοι αναγκάζονταν να αντιπαρατεθούν στην κρατική εξουσία λαμβάνοντας πίσω τους φόρους που είχαν παραδώσει. Ομίλησε στην πλατεία ο «πολιτικός» Γιώργος και ο «στρατιωτικός» Δημήτριος Τασιανόπουλος ή Παππούς. Λέχτηκε ότι στην Κνίδη, όπως και «παντού»[83] ο Γιώργος «κοκκίνισε» το λόγο του μιλώντας για «δικτατορία του προλεταριάτου»,[84] αλλά η σχετική ενθύμηση αποτελεί μάλλον προϊόν μύθου, αφού σε τέτοιο ολίσθημα ήταν απίθανο να υποπέσει ο έμπειρος καθοδηγητής αποκαλύπτοντας στους περίεργους χωρικούς με τόση αφέλεια ότι το ΚΚΕ κρύβονταν πίσω από το ΕΑΜ.[85] Ο προσηλυτισμός στον (παράνομο) κομουνισμό δεν ευδοκιμούσε με επαναστατικά λογύδρια σε ανοιχτές συγκεντρώσεις, αλλά με συγκεκριμένα παραδείγματα σε στενές συνωμοτικές συναντήσεις. Ο μύθος αυτός δημιουργήθηκε για να φορτωθεί ο Γιώργος, ως αποπομπαίος ξένος, όλη τη βία που εξασκήθηκε στα Γρεβενά επί Κατοχής και μετά από τους τοπικούς κυρίως αντάρτες.
Ακολούθησαν δύο δίκες στο Δημοτικό Σχολείο: ενός πρόσφυγα πάρεδρου από το Κολοκυθάκι με κατηγορίες μαύρη αγορά καπνού και εξυπηρετήσεις προς τους Ιταλούς[86] κι ενός ντόπιου, κατοίκου Πόρου,[87] για κλοπή 16 αιγών από το ανταρτοδικείο που συγκροτήθηκε επί τόπου.[88] Ο πρώτος ξεγυμνώθηκε μέσα στο κρύο από τη μέση και επάνω και δάρθηκε 150 φορές με βούνευρο στην αυλή μπροστά στα μάτια του κυκλοτερώς ισταμένου λαού.[89] Για τον αιγοκλόπο προτάθηκε δια βοής η ποινή του θανάτου,[90] που μετατράπηκε όμως από το Γιώργο σε θάνατο με αναστολή και εκατό βουρδουλιές στο φάλαγγα.[91] Εννοείται ότι οι αντάρτες είχαν φωνάξει δυνατά τη λέξη θάνατος κατάλληλα τοποθετημένοι μέσα στο πλήθος, προσπαθώντας να ενισχύσουν οποιαδήποτε ηχητική συναίνεση, η οποία τελικά δεν εκδηλώθηκε. Η απροθυμία των κατοίκων ήταν ίσως ένας από τους λόγους αναστολής της θανατικής καταδίκης.
Κατόπιν η ομάδα Τασιανόπουλου χωρίστηκε σε δύο τμήματα: το πρώτο κατευθύνθηκε μέσω των Πυλωρών προς το Χρώμιο, στην πλατεία του οποίου αφόπλισε δύο εποχούμενους Γερμανούς τεχνικούς των μεταλλείων επιστρέφοντάς τους όμως αυτοστιγμεί τα όπλα τους.[92] Στο Χρώμιο συναντήθηκαν οι αντάρτες των Γρεβενών με τις ομάδες Μπούρινου και Σαράντη και πέρασαν με προτροπή των τελευταίων[93] -προφανώς ανιχνευτικά- στην περιοχή Τσιαρτσιαμπά.[94] Εκεί παρ΄ ολίγον να συγκρουστούν με την ομάδα του Γιατρού, αποτελούμενη από αντάρτες του ΒΔ Ολύμπου και δεκαρχίες των Καμβουνίων,[95] καθώς στις αρχές οι ποικίλοι οπλοφόροι δεν ανήκαν ή δεν είχαν ακόμα συνειδητοποιήσει ότι έπρεπε να ανήκουν στο ΕΑΜ/ ΕΛΑΣ. Πιο πριν η ομάδα Μπούρινου είχε επισκεφτεί τα μεταλλεία Βουϊδόλακκα, όπου συνομίλησε φιλικά με τους δύο Γερμανούς επιστάτες, και περνώντας από τους Πυλωρούς και την Ποντινή έφτασε στο Χρώμιο.[96]
Το δεύτερο τμήμα της ομάδας Τασιανόπουλου βάδισε προς τη Σαρακίνα, όπου αφόπλισε το Σταθμό Χωροφυλακής λαμβάνοντας και τον εφοδιασμό του, αλλά απέτυχε να συναντηθεί με τον, αντικομουνιστή, κοινοτάρχη του χωριού, που ειδοποιηθείς είχε αποκρυφτεί[97] –πιθανώς θα τιμωρούνταν κι αυτός με την ίδια ποινή όπως οι δύο συνάδελφοί του. ΄Έτσι οι αντάρτες, χωρίς καμιά ομιλία ή συγκέντρωση, άφησαν τη Σαρακίνα και κατηφόρισαν στο Κέντρο. Σαράντα δαβριές, όπως αποκαλείται στην ποντιακή διάλεκτο του Ακ Νταγ Μαντέν ο ραβδισμός, υπέστη εκεί δημοσίως ο 35χρονος κοινοτάρχης, καταδικαζόμενος κι αυτός από το συσταθέν ανταρτοδικείο σε θάνατο με αναστολή ως «αντιδραστικός».[98] Την ίδια μέρα οι αντάρτες, αφού αφόπλισαν τον αγροφύλακα του Νησιού πέρασαν βιαστικοί στα Χάσια[99] χωρίς να περιμένουν το τμήμα τους που είχε κατευθυνθεί στο Χρώμιο –αυτό ήρθε λίγο αργότερα.
5. Προσωπικές ιστορίες
Στην προσπάθειά τους να ανατρέψουν (σωστότερα να αντικαταστήσουν) το κράτος οι πρώτοι αντάρτες έπρεπε να δείξουν ότι αυτοί οι ίδιοι είναι κράτος, φορολογώντας, στρατολογώντας και δικάζοντας.[100] Αναφέρθηκε ήδη η φορολογία στην περίπτωση της Μικροκλεισούρας, όπου προέτρεψαν για δημιουργία τροφικών αποθεμάτων. Η στρατολογία ήταν κατά έναν τρόπο υποχρεωτική: στο Παλαιόκαστρο είχαν πει τους κατοίκους να κρατήσουν τα κρυμμένα όπλα τους, αλλά όταν καλούνταν, έπρεπε ως «δεκαρχίες» να προσφέρουν άμεσα την αρωγή τους.[101] Η Δικαιοσύνη όμως ενδιέφερε περισσότερο. Έχει γραφεί ότι γενικώς οι αντάρτες επέλεγαν για να καταδικάσουν (εκτελέσουν) «γραφικούς τύπους ή καθυστερημένα διανοητικά άτομα …κακομοίρηδες ή εγκληματίες».[102] Στα Βέντζια καταδικάστηκαν από τους αντάρτες σε θάνατο με αναστολή ένας επόπτης αγροφυλακής, ένας υπομοίραρχος, ένας πάρεδρος, ένας ζωοκλέφτης και δύο κοινοτάρχες -οι τέσσερις τελευταίοι δάρθηκαν υποδειγματικά, ενώ ένας άλλος κοινοτάρχης (της Κοκκινιάς) εκτελέστηκε. Όλοι τους εκτός του αιγοκλόπου ήταν σεβαστοί άνδρες και μέλη της τοπικής κοινωνικής και διοικητικής ελίτ, οπότε η αναφερόμενη θεωρία των «γραφικών και καθυστερημένων» θεωρείται γραφική για την περιοχή των Βεντζίων –ούτε βέβαια ισχύει για τον περίγυρο (Γρεβενά, Βόιο, Σιάτιστα, Τσιαρτσιαμπάς, Εορδαία) όπου στην αρχή καταδικάστηκαν ή εκτελέστηκαν ως επί το πλείστον τα μέλη των τοπικών ελίτ.
Αν οι παθόντες θεωρηθούν προδότες, θα πρέπει να οριστεί η έννοια της προδοσίας. Στην περίπτωση π.χ. που προσήπτε κανείς στον καταδικασθέντα κοινοτάρχη της Κνίδης την κατηγορία ότι εξυπηρετούσε τους Γερμανούς στέλνοντας τους κατοίκους περιοδικά στα ορυχεία του Βουιδόλακκα, θα έπρεπε να θεωρήσουμε και τους ίδιους τους (μισθωτούς) εργάτες των ορυχείων ως προδότες, αφού εργάζονταν για τους κατακτητές, ή ακόμα και τις οικογένειες των εργατών. Αν πάλι αποδοθεί στους κοινοτάρχες η μομφή ότι ήταν διορισμένοι από την Πολιτεία κι όχι εκλεγμένοι, θα πρέπει να δοθεί απάντηση στην αντίστοιχη άποψη ότι και οι υπεύθυνοι του ΕΑΜ ήταν διορισμένοι από τους αντάρτες κι όχι εκλεγμένοι –σε ένα μάλιστα χωριό των Βεντζίων ο αρτιγενής υπεύθυνος του ΕΑΜ, εργάτης μεταλλείων, είχε φυλακιστεί προκατοχικά ως φονιάς της συμβίας του.
Η δικαιοσύνη του ΕΛΑΣ ήταν ταχύτατη και απονεμήθηκε προφορικά, χωρίς πολλή σκέψη και χρονοβόρες διαδικασίες. Οι αντάρτες των Γρεβενών είχαν αποφασίσει πριν έρθουν στην περιοχή «να απαλλάξουν τους χωρικούς από το βραχνά των προδοτών, συνεργατών των κατακτητών, από τους κλέφτες…»[103] και σε κάθε χωριό καλούσαν προφανώς τους κατοίκους να καταθέσουν εναντίον των συντοπιτών τους, αφού δεν γνώριζαν τα τοπικά ζητήματα. Εναντίον του αιγοκλόπου είχε εκφραστεί ένας κτηνοτρόφος από την Κνίδη που δεν διακρίθηκε πολιτικά κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ενώ κατά του παρέδρου ομίλησε ένας καφενειούχος από το Κολοκυθάκι που είχε πρότερες αντιδικίες μαζί του, πιθανόν επαγγελματικές, –λίγο αργότερα ο μηνυτής κατατάχτηκε στο μόνιμο ΕΛΑΣ. Τον κοινοτάρχη του Κέντρου διέβαλε πιθανώς ένας από τους προηγούμενους συναδέλφους του, που ανέλαβε μετά υπεύθυνος του ΕΑΜ. Οι (συγκεκριμένες) προσωπικές διαφορές φαίνεται ότι βάραιναν περισσότερο από την (γενικόλογη) προδοσία, αλλά αυτή η διαπίστωση δεν πτοούσε τους αντάρτες, καθώς με τη βία των όπλων ανατρέπονταν ή αντιστρέφονταν κατά το δοκούν η σχετική στάθμιση.
Αναφέρθηκε ήδη ο αφοπλισμός και η επιστροφή των όπλων των δύο Γερμανών στο Χρώμιο από τμήμα της ομάδας Τασιανόπουλου, όπως επίσης και η φιλική συνομιλία του Γερμανού επιστάτη των μεταλλείων με την ομάδα Μπούρινου. Μάλιστα στη δεύτερη περίπτωση οι αντάρτες διαβεβαίωσαν ότι εναντίον των Ιταλών κι όχι των Γερμανών έτρεφε ο λαός «δυσαρέσκεια». Φαντάζει περίεργη η συμπεριφορά αυτή των ανταρτών, να αφήνουν δηλαδή τους κύριους εχθρούς των ανέγγιχτους, ένοπλους και ζωντανούς. Για το γεγονός του Χρωμίου είναι γνωστό ότι οι κάτοικοι παρακάλεσαν τους αντάρτες να μην πειράξουν τους Γερμανούς, για να μην καεί το χωριό,[104] καθώς το παράδειγμα της ολικής καταστροφής του Μεσόβουνου είχε γίνει ευρύτερα γνωστό. Για το Βουιδόλακκα γράφτηκε ότι οι Γερμανοί φέρθηκαν εξ αρχής «ευγενικά»,[105] αλλά φαίνεται ότι αυτό που κατά βάσιν επηρέασε ήταν ο ιπποτισμός της ηγεσίας της ομάδας Μπούρινου, αφού οι αρχηγοί της Στέλιος Κατσόγιαννος (Γιάγκοβας) και Δημήτριος Χαρισιάδης (Καραϊσκάκης) περήφανοι πολεμιστές στην Αλβανία αλλά κι αργότερα στον ΕΛΑΣ, θεωρούσαν ανάρμοστο να φερθούν βίαια και πολύ περισσότερο να σκοτώσουν δύο ανυπεράσπιστους εχθρούς. Επιπλέον στην ομάδα αυτή υπηρετούσαν αρκετοί χωροφύλακες της πρώην Υ.Χ. Σιάτιστας,[106] των οποίων η γνώμη λειτουργούσε αρνητικά ως προς την τυφλή βία.
Δεν είχαν την πείρα των φόνων οι αντάρτες των Γρεβενών και της Σιάτιστας εν αντιθέσει με τους Θεσσαλούς γι αυτό και δεν αιχμαλώτισαν τους δύο Γερμανούς. Ούτε και εμπειρία επαφών με άλλες ομάδες, αφού παραλίγο να χτυπηθούν μεταξύ τους στον Τσιαρτσιαμπά. Δεν ένιωθαν ακόμη ότι ανήκαν στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, ούτε γνώριζαν τους πολιτικούς και κοινωνικούς στόχους του. Καθένας από τους πρώτους αντάρτες είχε μια μικρή προσωπική ιστορία, όχι συνήθως ιδεολογικής φύσεως, για να διηγηθεί για ποιο λόγο οπλίστηκε και φαίνεται ότι οι περισσότεροι βγήκαν για την αγάπη των όπλων και της δράσης, αν εξαιρεθούν οι φυγόδικοι που είχαν αναγκαστεί να παρανομούν και ο «Γιώργος», για τον οποίο η επανάσταση ή, σωστότερα, η ενδυνάμωση του κόμματός του, ήταν το μοναδικό του (επαγγελματικό) ενδιαφέρον. Αν και όλοι ή, καλύτερα, οι αρχηγοί τους δήλωναν αντάρτες του ΕΛΑΣ, κάθε σχηματισμός ήταν για κάθε οξύνοα παρατηρητή, ενδυματολογικά και επιχειρησιακά, ξεχωριστός: η ομάδα Τασιανόπουλου έπαιρνε με τις ομιλίες του Γιώργου έναν αδρό πολιτικό τόνο, αφού η βία που εξασκούσε ήταν επενδυμένη με ιδεολογικά επιχειρήματα, ενώ ο χαρακτήρας της αντίστοιχης των φουστανελοφόρων του Σαράντη ήταν ληστρικός, επειδή είχαν ενδιαφερθεί κατά κύριο λόγο για την απαλλοτρίωση του κοπαδιού των Δημαρέληδων. Τα δε μέλη της ομάδας Μπούρινου με τις κυριαρχούσες φαιοπράσινες στολές των χωροφυλάκων και τις διακρίσεις μεταξύ μισητών Ιταλών και ευγενικών Γερμανών φάνταζαν περισσότερο ως ιδαλγοί πολεμιστές παρά σαν κλασικοί αντάρτες.
Ο μοναδικός Βεντζιώτης που ακολούθησε την ομάδα Τασιανόπουλου ήταν ο Αρμένιος πρόσφυγας και κάτοικος Κέντρου, αγροφύλακας Μηνάς Αρζουμανίδης[107] που έλκονταν τόσο από τα όπλα και τα άλογα παρά από μιαν ήρεμη οικογενειακή ζωή,[108] ώστε θεωρούσε αδιανόητο να βαδίζει πεζός κι άοπλος. Λίγες μέρες νωρίτερα την αναφερόμενη ομάδα είχε ακολουθήσει ένας σκληρός (μετέπειτα εκτελεστής) Κρητικός χωροφύλακας της Υ.Χ. Πολυνερίου,[109] ενώ ελάχιστες αργότερα εντάχθηκε στην ίδια ομάδα ένας διωκόμενος από τους Ιταλούς πένητας πολύτεκνος εργάτης από το Ζιάκα.[110] Ήταν οι μόνοι εθελοντές της πρώτης αυτής περιοδείας των ανταρτών[111] και ο γενικός δισταγμός κατάταξης στον ΕΛΑΣ φανέρωνε ότι η «αστεοκεντρική πολιτική κουλτούρα του ΚΚΕ»[112] και του ΕΑΜ ακόμα, ελάχιστα άγγιζε, στην περίπτωση που ήταν γνώριμη, τον αγροτικό και κτηνοτροφικό πληθυσμό της περιοχής. Αν δεν επισυνέβαιναν τα γεγονότα στο Φαρδύκαμπο στα οποία ενεπλάκησαν όλοι σχεδόν οι άνδρες της περιοχής, πιθανολογείται ότι θα καθυστερούσε η εξάπλωση του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και ίσως οι αντίπαλες οργανώσεις ΥΒΕ (Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος) και ΕΚΑ (Ένωσις Κοινωνικής Αμύνης) θα καταβάλλονταν, αν καταβάλλονταν, πολύ πιο δύσκολα.
Οι επόμενοι μόνιμοι αντάρτες, όλοι μετά τη μάχη του Φαρδυκάμπου (4 -6.3.43), ήταν ορισμένοι νεαροί της Κνίδης που αποφάσισαν να «βγουν στο βουνό» φορώντας μαύρες φουστανέλες και σκούφους. Στην πρώτη τους εμφάνιση στη Βάρη έφαγαν, ήπιαν κι άρχισαν εύθυμοι το χορό, ενώ δεκαρχίες φύλαγαν στο Χρώμιο και στο Παλαιόκαστρο για την απόκρουση ιταλικής δύναμης που αναμένονταν να έρθει από την Κοζάνη. Όταν το γεγονός μαθεύτηκε, άντρες των δεκαρχιών έφθασαν στη Βάρη και διέκοψαν τη διασκέδαση δέρνοντας τους νεαρούς αντάρτες,[113] οι οποίοι επέστρεψαν έκτοτε στα σπίτια τους, εκτός από τον αρχηγό τους τον Κόκκινο Αστέρα, σοφέρ από τον Πόρο που παρέμεινε μόνιμος αντάρτης,[114] χάνοντας όμως την προσδοκώμενη θέση του αρχηγού των ενόπλων της περιοχής. Η ερμηνεία του όρου αντάρτης είχε προφανώς παρεξηγηθεί από τους εφήβους φουστανελάδες της Κνίδης.
Εγράφη ότι η πρώτη ομάδα του (μόνιμου) ΕΛΑΣ Βεντζίων σχηματίστηκε στο τέλος του Φλεβάρη 1943,[115] ημερομηνία ωστόσο πολύ πρώιμη που δεν υποστηρίζεται από άλλη πηγή και που αναιρείται από τις προφορικές μαρτυρίες και τη λογική. Αν πράγματι υπήρχε μόνιμη ομάδα Βεντζίων το Φλεβάρη του 1943, θα έπρεπε αυτή να είχε συμμετάσχει στην ενέδρα της Μπάρας (4.3.43) ή στη μάχη του Φαρδυκάμπου (4 -6.3.43) από τη νότια όχθη του Αλιάκμονα, όπως π.χ. η αντίστοιχη του Βενετσανόπουλου, αν όντως ευρίσκονταν, όπως λέγεται, στα Χάσια. Οπότε η ημερομηνία σχηματισμού της μετατίθεται μετά από τη μάχη του Φαρδυκάμπου, όπου οι Βεντζιώτες έγδυσαν κυριολεκτικά τους αιχμαλώτους από όπλα, ρούχα και ατομικά είδη, αφού είχαν την τύχη αυτοί να είναι οι πρώτοι παρόντες κατά την παράδοση του ιταλικού τάγματος. Αρχηγός ή, σωστότερα, ομαδάρχης ανέλαβε ο ανύπαντρος νεαρός δάσκαλος των Πυλωρών Δημήτριος Ζυγούρας ή Παλαιολόγος, έφεδρος ανθυπολοχαγός με αποφασιστικά μάτια, το πρόπλασμα της πολεμικής εικόνας του οποίου είχε ήδη διαμορφωθεί αφού στην ομάδα του παραδόθηκαν, όπως ειπώθηκε, οι Ιταλοί του Φαρδυκάμπου. Στην απόφασή του αυτή συνέργησε προφανώς η ανάμνηση του δαρμού του από τους Ιταλούς τον προηγούμενο χρόνο στο χωριό του Βουχωρίνα[116] και ίσως η αβεβαιότητα της υπαλληλικής του καριέρας, αφού στη σχηματιζόμενη ανταρτοκρατούμενη περιφέρεια περίττευαν οι δάσκαλοι, λογιζόμενοι (στην αρχή) ως φορείς της κρατικής ιδεολογίας.
Υπαρχηγός ορίστηκε ο έγγαμος αγρότης και ιδιοκτήτης καφενείου Γεώργιος Μαυρίδης ή Κολοκοτρώνης από το Κολοκυθάκι, λοχίας του Αλβανικού και συγγενής οπλαρχηγού του ποντιακού αντάρτικου,[117] ο οποίος είχε κρατηθεί ένα διάστημα από τους Ιταλούς στα Γρεβενά,[118] πιθανόν ως ύποπτος κατοχής όπλου όντας σε ρήξη με μερικούς χωριανούς του. Μέλη: ένας φτωχότατος οικογενειάρχης τσιγγάνικης καταγωγής από την Ιτέα[119] που επιλέγοντας το ηχηρό ψευδώνυμο Αστραπόγιαννος έδινε νόημα στην άσημη ζωή του, και δύο ανύπαντροι Κρητικοί χωροφύλακες του Σταθμού Χωροφυλακής Κνίδης,[120] που είχαν ήδη «απολυθεί» από τους αντάρτες. Από τη Σαρακίνα προσέτρεξαν στην ομάδα ένας έγγαμος, αψίθυμος ιδιωτικός δασοφύλακας κι ένας παντρεμένος αγρότης, που αν και είχε παλιότερα καταδικαστεί για ζωοκλοπή ήταν κατά την ιδιωματική ομιλία των κατοίκων μόλαβους, δηλαδή φρόνιμος.[121] Στην πρώτη αυτή ομάδα κατατάχτηκε φορώντας μαύρη φουστανέλα ένας ψηλός, γενναίος κι αλαφρός[122] αγρότης με το ψευδώνυμο Δεσπότης (δηλαδή μητροπολίτης), Ο Δεσπότης είχε γεννηθεί στη Λευκοπηγή, αλλά μεγάλωσε -ορφανός από πατέρα- στον Πύργο Κοζάνης όπου παντρεύτηκε. Μετά το θάνατο της πρώτης γυναίκας του  ξαναπαντρεύτηκε στην Αιανή, από όπου το 1942 απέκτησε επαφές με τους αντάρτες των Καμβουνίων και στις αρχές Γενάρη του 1943 προσχώρησε στη θεσσαλική ομάδα Σαράντη. Στους αναφερόμενους μόνιμους αντάρτες προσκολλήθηκε και ο αγροφύλακας Αρζουμανίδης, αφήνοντας την ομάδα Τασιανόπουλου.[123]
Παρά το γεγονός ότι τα Βέντζια από το Φλεβάρη του 1943 έως το καλοκαίρι του 1945 ήταν ανταρτοκρατούμενη περιοχή, η συνεισφορά στον μόνιμο ΕΛΑΣ λογίζεται εξαιρετικά φτωχή[124] –στην αρχή αναφέρθηκαν ορισμένοι λόγοι. Το κεφαλοχώρι Κνίδη διέθετε μόνο 3 αντάρτες,[125] ποσοστό δηλαδή 0,65% επί των κατοίκων της,[126] ενώ 2,06% ήταν το  ποσοστό των μονίμων Βεντζιωτών στον ΕΛΑΣ σε σχέση με τους κατοίκους.[127] Για λόγους οικονομίας θα τηλεγραφηθούν μερικά γεγονότα του 1944, από τα οποία φαίνεται ότι το εαμικό κίνημα δεν είχε καταφέρει να πείσει τους κατοίκους των Βεντζίων να δοθούν στον αγώνα:  νίκη της  συντηρητικής παράταξης στις κοινοτικές εκλογές που διενεργήθηκαν στην Κνίδη επί Εαμοκρατίας, αρνήσεις προσφοράς υπηρεσίας στο Εφεδρικό, διαπληκτισμοί με την Πολιτοφυλακή του ΕΑΜ, εξορίες οικογενειών της Ποντινής, εκτελέσεις αντιφρονούντων. Αυτά και ορισμένα άλλα του κυρίως Εμφυλίου ορίζουν στο αληθές της πλαίσιο την ειλικρινή ομολογία «δεν έχουμε στοιχεία από πρώτο χέρι», που κατέθεσαν πρώην αντάρτες των Γρεβενών[128] σε σχετικό έργο τους για την ιστορία της Κνίδης, της καρδιάς των Βεντζίων.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
πηγές
ΑΔΒ (Αρχείο Δήμου Βεντζίων) Ληξιαρχείο Κνίδης 1945-2002
ΑΔΒΘ, (Αρχείο Δημοτικής Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης) Απογευματινή 10.5.43/1, καθημερινή εφημερίς οικονομική πολιτική και των ειδήσεων διευθ: Χριστοφ Β Ελευθεριάδης, Θεσσαλονίκη
ΑΔΒΚ (Αρχείο Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης) ΒΕ: Βόρειος Ελλάς (1928 -1936), Μεγάλη εβδομαδιαία Εφημερίς, εθνική πολιτική, κοινωνιολογική, διευθ: Σταύρος Θεοδοσιάδης, Θεσσαλονίκη –Κοζάνη
ΑΔΒΚ Ραδινός Κλέων (1933), «Προσοχή στην ύπαιθρο, τα χωριά Βεντζίων», Βόρειος Ελλάς (19.2.33) 2, Κοζάνη
ΑΔΒΚ Λυτά έγγραφα (1945), Κατάστασις εμφαίνουσα πυρποληθέντα ή λεηλατηθέντα εν όλω ή εν μέρει χωρία ή πόλεις του ν. Κοζάνης ως και αριθμόν εκτελεσθέντων ατόμων
ΑΔΓ (Αρχείο Δήμου Γόργιανης), Ληξιαρχικό Βιβλίο Καλλιθέας, πράξις 3/30.3.46
ΑΠΕΓ (1934) (Αρχείο Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Γρεβενών), ΕΣΣΕ (Εποπτικόν Συμβούλιον Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως), πράξις 111/16.3.34
ΑΠΕΓ (1941), Εκθέσεις επιθεωρήσεως διδασκάλων, σχολ. έτος 1940 -41
ΑΠΕΓ  (1945), ΕΣΣΕ, πράξις 3/31.7.45
ΑΠΓ (Αρχείο Πρωτοδικείου Γρεβενών), ΒΣΠ (Βουλεύματα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών), αρ. 69/28.2.46 – 72/28.2.46 – 108/11.3.46 – 144/3.4.46 – 242/27.5.46 – 2/5.2.48
ΑΣΚΙ (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας), Αρχείο ΕΔΑ, Φ.245/1, υπομοίραρχος Θωμάς Βενετσανόπουλος προς ΑΔΧ Κοζάνης, 7.2.43
ΑΣΚΙ Αρχείο ΚΚΕ, ΠΕ Γρεβενών Φ.415/23/8/27, βιογραφικά ΠΕ Γρεβενών, 20.11.44 και Φ.415/23/8/43, Αντιδραστικοί περιοχής Γρεβενών, σ.25, αρ. 1
ΑΣΚΙ Αρχείο ΚΚΕ, Φ.410/23/2/8, έκθεση ινστρούχτορα ΕΑΜ δυτικής πλευράς [Θεσσαλονίκης;] για τις συκοφαντίες κατά των ελασιτών για δήθεν εκβιασμούς, καλοπέραση και άδικους σκοτωμούς
ΙΣΓΑ (Ιδιωτική Συλλογή Γιώργου Αντωνίου) εφ. Νίκη 10.1.43/4, όργανο ΠΕ ΕΑΜ ν. Κοζάνης
ΙΣΛΑ (Ιδιωτική Συλλογή Λ.Α.), φωτογραφία έφιππου Μηνά Αρζουμανίδη
ΙΣΚΠ (Ιδιωτική Συλλογή Κοσμά Πουγαρίδη) εφ. Επαρχιακή Φωνή 31.7.32/1, εβδομαδιαία ανεξάρτητος εφημερίς εν Πτολεμαϊδι, όπου άρθρο του ιδιοκτήτη της Τάκη Πιπιλιαγκόπουλου με τίτλο «Η προεκλογική κίνησις»
ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΕΙΣΑΙ ΠΟΛΕΙΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΑ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 1940 -1945, (1946) Αθήναι: Υπουργείον Κοινωνικής Προνοίας
ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ (1981), Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, τ. Β΄
ΚΟΥΖΙΝΟΠΟΥΛΟς ΣΠΥΡΟς (1986), «Ελευθερία, η άγνωστη ιστορία της πρώτης παράνομης οργάνωσης και εφημερίδας της κατοχής», Θεσσαλονίκη: Καστανιώτης, έκδ. Β΄
Σκερκέμης Λάμπρος (1951), «Η Δυτική Μακεδονία», Κοζάνη: Γκαβανάς, (προσφορά του Λάζαρου Οκουζίδη από τα Κοίλα)
ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ, ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ, οικογενειακός τάφος Γενειάδη
Τσιτσελίκης Κωνσταντίνος (1925), «Ένα ξερίζωμα», Αθήναι: Δημητράκος
βοηθήματα
ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ (2000), Τα ποιήματα: 1941 -1971, Αθήνα: Νεφέλη, 4η έκδοση (προσφορά του Πασχάλη Μητλιάγκα από τη Λευκοπηγή)
ΟΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟΙ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΓΡΕΒΕΝΩΝ (1997) Γρεβενά: Τα Νέα τ. Β΄ και Εντύπωση τ. Γ΄ (ερασιτεχνικές εκδόσεις του παραρτήματος ΠΕΑΕΑ Γρεβενών, προσφορά του Παναγιώτη Μαγιάννη από το Βατόλακκο)
ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΣ (2001), Η εαμική εφημερίδα Νίκη της Κοζάνης 1942 -1946, Θεσσαλονίκη: Α.Π.Θ. (πρωτεύουσα μεταπτυχιακή εργασία στο τμήμα Ιστορίας, ανέκδοτη, προσφορά του συγγραφέα) 
Αραιοβηματάς Νίκος (1988), Η αντίσταση στα Χάσια και η επιμελητεία του αντάρτη δυτικής Μακεδονίας (Ε.Τ.Α.), Λάρισα (προσφορά του συγγραφέα)
Βήττος Χρήστος (2000), Τα Γρεβενά στην Κατοχή και στο Αντάρτικο, ιστορική μελέτη δεκαετίας 1940 –1950, Θεσσαλονίκη: Art of Text
ΔΟΡΔΑΝΑΣ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ (2002) Αντίποινα των γερμανικών αρχών Κατοχής στη Μακεδονία 1941 -1944, Θεσσαλονίκη: Α.Π.Θ. (διδακτορική διατριβή στο τμήμα Ιστορίας, ηλεκτρονικό αντίγραφο, ανέκδοτη, προσφορά του συγγραφέα)
Δροσος ζαχαριας (1984), Φαρδύκαμπος, η Δυτική Μακεδονία στ΄ άρματα, Αθήνα
Ζυγούρας Δημήτριος (1979), «Η μάχη Βίγλας –Φαρδυκάμπου», Ιστορία της Αντίστασης, Αθήνα: Αυλός, τ. 2, 691 -714
ΗΛΙΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΣ (2002), «Η πορεία προς τον Εμφύλιο: από την ένοπλη εμπλοκή στην ένοπλη ρήξη», Ο Εμφύλιος Πόλεμος: από τη Βάρκιζα στο Γράμμο, Φεβρουάριος 1945 –Αύγουστος 1949, Αθήνα: Θεμέλιο, 25-30
Θεοδοσιάδης Σταύρος (2000), Η Πίνδος ομιλεί: η Εθνική Αντίστασις 1941 –1944, Κοζάνη: ΙΝΒΑ (προσφορά του Βασίλη Καραγιάννη από τη Λευκοπηγή)
ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ (1995), Αγώνες και θυσίες της περιοχής Γρεβενών (1940 -1949), Αθήνα: Ίδμων
Καλλιανιώτης Αθανάσιος (2000), Οι αρχές της Αντίστασης στη Δυτική Μακεδονία, Θεσσαλονίκη: ΑΠΘ (πρωτεύουσα μεταπτυχιακή εργασία στο τμήμα Ιστορίας, ανέκδοτη)
Καλλιανιώτης Αθανάσιος (2001) «Ο προπολεμικός κομμουνισμός στα Βέντζια μέσα από το χειρόγραφο του Γιώργου Νταγκούλη», Παρέμβαση (117) 51-4, Κοζάνη: Εταιρία Μελέτης Προβλημάτων
Καλλιανιώτης Αθανάσιος (2002α) «Η Κατοχή στα Βέντζια 1941 -1945», http://www.fora.gr/grevena/themata/elas.html (Ανακοίνωση στο πανελλήνιο επιστημονικό συνέδριο Γρεβενά: Ιστορία –Τέχνη –Πολιτισμός, Γρεβενά 1-3.2.02, υπό την αιγίδα της Ν.Α.)
Καλλιανιώτης Αθανάσιος (2002β) «Οι κρατούμενοι των ανταρτών τη Δυτική Μακεδονία: 1941 -1949», (ανακοίνωση στη συνάντηση μεταπτυχιακών στο τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Ρέθυμνο 24.7.02, ανέκδοτη)
KALYVAS STATHIS (2000), Red Terror: leftist violence during the occupation”, After the war was over, reconstructing the family, nation, and state in Greece, 1943 –1960, Princeton: Princeton University Press,
ΚΑΛΥΒΑΣ ΣΤΑΘΗΣ (2002), «Μορφές, Διαστάσεις και πρακτικές της βίας στον Εμφύλιο», Ο Εμφύλιος Πόλεμος: από τη Βάρκιζα στο Γράμμο, Φεβρουάριος 1945 –Αύγουστος 1949, Αθήνα: Θεμέλιο, 188-207
ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ γΕΩΡΓΙΟΣ (1992), Απομνημονεύματα και αυτοβιογραφία Εθνικής Αντίστασης 1941 –1944, Σέρβια (ερασιτεχνική έκδοση, προσφορά του συγγραφέα)
ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ γΕΩΡΓΙΟΣ (2002), Μνήμες και μαρτυρίες, ήθη και έθιμα από το χωριό μου Αλατόπετρα Γρεβενών, Βέροια
ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ (1995), Λεηλασία φρονημάτων: το μακεδονικό ζήτημα στην κατεχόμενη Δυτική Μακεδονία 1941 –1944, Θεσσαλονίκη: Βάνιας, τ. Α΄
ΚΟΤΑΡΙΔΗΣ ΝΙΚΟΣ –ΣΙΔΕΡΗΣ ΝΙΚΟΣ (2002), «Εμφύλιος Πόλεμος, Ιδεολογικά και πολιτικά διακυβεύματα», Ο Εμφύλιος Πόλεμος: από τη Βάρκιζα στο Γράμμο, Φεβρουάριος 1945 –Αύγουστος 1949, Αθήνα: Θεμέλιο, 114-24
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗς ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟς (1999), Από το Εβτζή …στη Μικροκλεισούρα (εργασία για εξομοίωση διδασκαλικού πτυχίου, προσφορά του συγγραφέα)
ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗς ΝΙΚΟΣ (2001), Γιασασίν Μιλλέτ, Ζήτω το Έθνος, Προσφυγιά, Κατοχή και Εμφύλιος: εθνοτική ταυτότητα και πολιτική συμπεριφορά στους Τουρκόφωνους ελληνορθόδοξους του Δυτικού Πόντου, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Μαργαρίτης Γιώργος (1993), Από την ήττα στην εξέγερση, Ελλάδα: Άνοιξη 1941 –Φθινόπωρο 1942, Αθήνα: Ο Πολίτης
Μαργαρίτης Γιώργος (2001), Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, 1946 –1949, τ. 2, Αθήνα: Βιβλιόραμα
ΜΠΑΛΤΑ ΝΑΣΗ (2002), ««Τότε με τα «Χίτικα» δεν κόταγες να πεις ούτε τ΄ όνομά σου», μαρτυρίες για τον Εμφύλιο σε ένα χωριό της Πυλίας», Ο Εμφύλιος Πόλεμος: από τη Βάρκιζα στο Γράμμο, Φεβρουάριος 1945 –Αύγουστος 1949, Αθήνα: Θεμέλιο, 176 -187
ΜΠΟΥΣΧΟΤΕΝ ΡΙΚΗ (1997), Ανάποδα χρόνια, συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900 –1950), Αθήνα: Πλέθρον
ΜΠΟΥΣΧΟΤΕΝ ΡΙΚΗ (1998), Περάσαμε πολλές μπόρες κορίτσι μου, Αθήνα: Πλέθρον
ΝΤΑΪΛΙΆΝΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ (1995), Το αντάρτικο στη Δυτική Μακεδονία, η ζωή και η δράση του Βασίλη Νταϊλιάνη, Θεσσαλονίκη: Κώδικας
ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΣ (1998), «Η ένοπλη δράση των τμημάτων του ΕΛΑΣ στη Δυτική Μακεδονία μέχρι το Μάρτη του 1943», Η δεκαετία 1940 -1950 στη Δυτική Μακεδονία, Θεσσαλονίκη: Εταιρεία Μελετών Άνω Βοϊου, 140-7
SARAFIS LEE (2000), «The policing of Deskati, 1942 –1946», After the war was over, reconstructing the family, nation, and state in Greece, 1943 –1960, Princeton: Princeton University Press, 211-220
ΣΑΡΑΦΗ ΛΗ (2002), «Η «Λευκή Τρομοκρατία»: μοχλός σύνθλιψης του αντιστασιακού φρονήματος. Ο νομός Τρικάλων το 1945», Ο Εμφύλιος Πόλεμος: από τη Βάρκιζα στο Γράμμο, Φεβρουάριος 1945 –Αύγουστος 1949, 165 -175
ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟς ΝΙΚΟΛΑΟς (1988), «Κεραυνός», ο οργανωτής της ένοπλης δύναμης των Καμβουνίων του Εφεδρικού, Θεσσαλονίκη (προσφορά του συγγραφέα)
σταυρακης γεωργιος (1997), «Το ηρωικό χωριό «Ζιάκα» (Μικρή Μόσχα)», Οι αντιστασιακοί της εθνικής αντίστασης του νομού Γρεβενών, Γρεβενά: Τα Νέα, τ. Β΄, 138 -146
Τσιούκρας Μάρκος (1994), Αντιστασιακά ενθυμήματα, 1941 –1993, Κοζάνη (ερασιτεχνική έκδοση, προσφορά του συγγραφέα)
ΤΣΟΥΚΑΛΙΔΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ (1981), Μια ξεχασμένη ιστορία, Αθήνα (προσφορά του συγγραφέα)
συνεντεύξεις
A. Ε. (1998), αγρότης από Ποντινή, λαϊκός δικαστής, οπλίτης ΜΑΥ (γεν. 1915 στο Κιουσουρούφ Κάβζας)
Α. Δ. (2003), αγρότης από Κνίδη (γεν. 1934)
Α. Λ. (1999), οικοδόμος από Κέντρο, αντάρτης ΙΧ μεραρχίας ΔΣΕ (γεν. 1926)
ΒουχωρίνΙΩΤΕΣ (2000), τέσσερις αγρότες από Βουχωρίνα (ηλικιωμένοι)
Δ. Π. (1998), αγρότης από Μικροκλεισούρα, εαμίτης (γεν. 1921 στο Εβτζί Ακ Νταγ Μαντέν)
Ζ. (2001), κτηνοτρόφος από Χρώμιο, (γεν. 1926 στο Δοτσικό)
Θ. Δ. (2003), αγροτοκτηνοτρόφος από Κολοκυθάκι (γεν. 1932)
Κ. Ε. (2003), αγροτοκτηνοτρόφος από Ζιάκα, αντάρτης 27 Σ. ΕΛΑΣ/ ΙΧ μεραρχία ΔΣΕ (γεν. 1924;)
Κ. Ν. (2002), αγρότης από Σαρακίνα, αντάρτης 3/1/27 ΕΛΑΣ, (γεν. 1921)
Κ. Π. (2001), αγρότισσα από Παλαιοκνίδη, εαμίτισσα, (γεν. 1920 στο Εβτζί Ακ Νταγ Μαντέν)
Μ. Α. (2001), αγρότης από Κολοκυθάκι, εαμίτης (γεν. 1915 στο Τοχούζ Ακ Νταγ Μαντέν)
Μ. Α. (2003), αγροτοκτηνοτρόφος από Ζιάκα, (γεν. 1930)
Μ. Δ. (2001), αγρότης από Νησί (γεν. 1928)
Μ. Κ. (1993), ράφτης από Αγάπη, ομαδάρχης 1/27 ΕΛΑΣ/ ΚΠ ΔΣΕ Μπούρινου (γεν. 1916 στο Τσοπάνκιοϊ Τραπεζούντας)
Μ. Σ. (2003), αγροτοκτηνοτρόφος από Ζιάκα, αντάρτης 16 Σ. ΕΛΑΣ/ λοχαγός ΔΣΕ (γεν. 1918)
Ν. Γ. (2001), κτηνοτρόφος από Έξαρχο, (γεν. 1927;)
Ν. Φ. (1998), μεταλλωρύχος από Ταξιάρχη, καπετάνιος 5 Σ. ΕΛΑΣ (γεν. 1921)
Π. (2003), αγροτοκτηνοτρόφος από Τραπεζούντα (γεν. 1906 στην Όλουτσα Ακ Νταγ Μαντέν)
Π.Ε. (2002), ελεύθερος επαγγελματίας από Κνίδη (γεν. 1932;)
π. σ. (2001), αγρότης από Βάρη, (γεν. 1935)
Π. Χ. (2001), κτηνοτρόφος από Παλαιόκαστρο (γεν. 1917)
Σ. (1997), αγρότης από Σαρακίνα, διμοιρίτης ΜΑΥ και ΤΕΑ (γεν. 1911)
Σ.Β (2003), αγρότισσα από Σαρακίνα (γεν. 1909)
Σ. Ν. (1996), κτηνοτρόφος από Χρώμιο, επονίτης (γεν. 1930)
Τ. Α. (2000), οικοδόμος από Κυδωνιές, αντάρτης ομάδας Τασιανόπουλου (γεν. 1920;)
Τ. Δ. (2001), κτηνοτρόφος από Βάρη (γεν. 1921)
Τ. Μ. (1998), λογιστής από Μικρόκαστρο, αντάρτης ομάδας Μπούρινου (γεν. 1918)
Τ. Δ., εργάτης, αντάρτης ομάδας Σαράντη από Αιανή (γεν. 1908 σε Λευκοπηγή)
Φ. Χ. (2001), γεωργός από Δαφνερό, επιστρατευμένος αντάρτης ΙΧ μεραρχίας ΔΣΕ (γεν. 1930)
Χ. (1998), οικοδόμος από Πόρο, μέλος ΑΕ Κνίδης του ΚΚΕ (γεν. 1911 στην Καλλονή)
Χ. Α. (1998), αγρότης από Κνίδη (γεν. 1913 στο Κυπαρίσσι )

Εικόνα 1. Χάρτης Βεντζίων (Σκερκέμης 1951), με σημειωμένη διάστικτα την πορεία της ομάδας Τασιανόπουλου. Οι διακεκομμένες γραμμές δηλώνουν την εγκαταλειμμένη σιδηροδρομική γραμμή. Τα μεταλλεία χρωμίου σημειώνονται: ΒΟΥ =Βουιδόλακκας, ΚΟΥ =Κουρσούμνια και ΞΗΡ =Ξηρουλίβαδου

 













Εικόνα 2. Ο καπετάνιος λόχου του 1/27 τάγματος του ΕΛΑΣ Αρμένιος Μηνάς Αρζουμανίδης στα Ιωάννινα το Δεκέμβρη του 1944 οδεύοντας εναντίον του ΕΔΕΣ. Γεννήθηκε στο χωριό Γιοζγάτ Πόντου γύρω στο 1900 και χρημάτισε αντάρτης στην Τουρκία. Το 1924 μετανάστευσε στο Κέντρο Βεντζίων, όπου παντρεύτηκε. Αγροφύλακας ων κατατάχτηκε πρώτα στον ΕΛΑΣ Χασίων και μετά στο συγκρότημα Μπούρινου ως οπλοπολυβολητής. Ως πολεμιστής διακρίθηκε στην απόκρουση των Ιταλών στη Μπάρα Σιάτιστας το δεύτερο δεκαήμερο του Μάρτη 1943. Διωκόμενος (ΑΠΓ 108/11.3.46) μετανάστευσε το 1946 από τη Θεσσαλονίκη στην Αρμενία όπου κι απεβίωσε (Α.Λ. 1999. ΙΣΛΑ, φωτογραφία).

Πίνακας 1. Καταγωγή και μητρική γλώσσα των Βεντζιωτών το 1940
Βέντζια (ελληνικά χωριάτικα)
3729
Χάσια (τσιγγάνικα)
40
Βόρεια Πίνδος (βλάχικα)
35
Ακ νταγ ματέν (ποντιακά)
956
Τραπεζούντα –Σάντα (ποντιακά)
160
Κασταμονή –Γάβζα (τουρκικά)
400
Αρμενία (αρμένικα)
14
ΣΥΝΟΛΟ ΚΑΤΟΙΚΩΝ
5334

Πίνακας 2. Κάτοικοι κι εθελοντές ελασίτες στα χωριά των Βεντζίων το 1943-44
Α.
ΝΕΟ ΟΝΟΜΑ
ΠΑΛΑΙΟ ΟΝΟΜΑ
Πρόσφυγες
Γηγενείς
Ελασίτες
Κτίση

1
Αγαλαίοι
Αγαλαίοι, οι
125

4
παλαιό
2
Αγάπη
Ράτσ(ι), του
91

2
1924
3
Βάρη
Βάρσια, η

113
1
παλαιό
4
Δαφνερό*
Βαϊπεσ(ι), του
131
83
1 Γηγ., 5 Πρ.
παλαιό
5
Δίπορο
Χουλέντστα, η

189
9
παλαιό
6
Έξαρχος
Έξαρχους, ου

263
5
παλαιό
7
Ιτέα
Βούρμπουμπου, του

189
4
παλαιό
8
Κέντρο
Βέντζ(ι), του
204

10
παλαιό
9
Κνίδη
Κουπρίβα, η

460
3
παλαιό
10
Κολοκυθάκι
Κουλουκθάκ(ι), του
138

4
1924
11
Λαγκαδάκια
Λουτσίσνου, του
67

0
1924
12
Μικροκλεισούρα
Σαντουβίτσα, η
133

2
παλαιό
13
Νεοχώρι
Γουρνάκ(ι), του
81

1
παλαιό
14
Νησί
Νισινίκους, ου
228

12
παλαιό
15
Παλαιόκαστρο
Παλιόκαστρου, του
461

4
παλαιό
16
Παλαιοκνίδη
Παλιουκόπριβα, η
61

1
1924
17
Παλαιοχώρι
Παλιουχώρ(ι), του
443

7
παλαιό
18
Παναγία
Τουρνίκ(ι), του
235

7
παλαιό
19
Πιστικό
Πτσκό, του
93

0
παλαιό
20
Ποντινή**
Τόρστα, η
362
30
1 Γηγ., 7 Πρ.
παλαιό
21
Πόρος
Γκουστόμ(ι), του
122

3
παλαιό
22
Πυλωροί
Πιλουρί, του
246

6
παλαιό
23
Σαρακίνα
Σαρακίνα, η
437

10
παλαιό
24
Χρώμιο
Σφίλτσ(ι), του
349

1
παλαιό

ΣΥΝΟΛΟ

4.007
1.327
110


[1] Ο αριθμός των χιλιάδων (εθελοντών) ελασιτών που παραδίδεται σε αριστερές πηγές της εποχής είναι, για λόγους προπαγάνδας, γοήτρου, οικονομικούς κλπ, εξογκωμένος, οπότε είναι επιθυμητή μια σχετική εμπειρική έρευνα, όπου θα διακρίνονται οι εθελοντές από τους επιστράτους και τους εφεδρικούς καθώς και ο ακριβής χρόνος κατάταξής των (το καλοκαίρι του 1944 είναι το βασικότερο ίσως όριο). Στο ορεινό –και πυρπολημένο τον Ιούλη του 1944- π.χ. χωριό Ζιάκας παραδίδονται 100 -105 άνδρες ως εθελοντές ελασίτες (Θεοδωρόπουλος 1995. Σταυράκης 1997:139. Μπουσχότεν 1997:84), όμως με την αρωγή προφορικών μαρτυριών (Κ.Ε 2003. Μ.Α. 2003. Μ.Σ. 2003) και δεδομένης της σχετικής επιδαψίλευσης μετρήθηκαν ονομαστικά 75 άτομα, ποσοστό 9.03% επί των κατοίκων του χωριού, αριθμός που προφανώς θα μειωθεί μετά από μία πιο επίμονη έρευνα. Η Σαρακίνα που παραδίδεται ότι είχε 13 -17 εθελοντές ελασίτες (Θεοδωρόπουλος 1995:234. Αντιστασιακοί 1997:Β192), είχε πραγματικά μόνο 10 (Κ.Ν.), ενώ η Κνίδη από 9 είχε μόνο 3 αντάρτες βλ. σχετικά την υποσημείωση 35
[2] Η χρησιμοποίηση μόνο προφορικών μαρτυριών δεν είναι ασυνήθιστη στην ιστοριογραφία και η αιτιολόγηση ότι δεν υπάρχει «κανενός [άλλου] είδους υλικό» (Μπάλτα 2002:177) δεν αρκεί. Ερευνήτρια (Σαράφη 2002:166) δήλωσε με ειλικρίνεια ότι για ένα κείμενό της ομίλησε «ανεξαιρέτως» μόνο με «εαμικούς αντιστασιακούς», ενώ συναδέλφισσά της (Μπουσχότεν (1998:20-1) σε έργο της χρησιμοποίησε 46 μνήμες αριστερών έναντι 5 αντιεαμικών
[3] Με την ίδια, αμετάπτωτη ρώμη οι αντάρτες διέλυσαν το επόμενο έτος κάθε αντίπαλη τάση που εμφανίζονταν ιδιαίτερα μετά από κάθε επιδρομή των Γερμανών και των Ελλήνων συνεργατών τους στην περιοχή, αλλά τα γεγονότα αυτά δεν θα αναλυθούν εδώ
[4] Εικόνα 1
[5] Σκερκέμης 1951
[6] Μια συνοπτική περίληψη της κατοχικής ιστορίας των Βεντζίων παραθέτει ο Καλλιανιώτης (2002α)
[7] Πίνακας 1
[8] Ευχαριστώ τους προϊσταμένους και το  προσωπικό του Πρωτοδικείου και της Α/θμιας Εκπαίδευσης Γρεβενών και των Δήμων Βεντζίων, Δεσκάτης και Σιάτιστας για την αρωγή τους και σε όσους συνομίλησαν μαζί μου για το παρελθόν, άσχετα αν κάποτε δεν συμφωνώ μαζί τους. Τους Γιώργο Αντωνίου και Κοσμά Πουγαρίδη για τη μελέτη τμήματος του αρχείου των, τους συγγραφείς που μου δώρισαν τα έργα τους και το Στάθη Καλύβα για τις χρήσιμες παρατηρήσεις του
[9] Ορισμένοι λόγοι που εξηγούν τη στάση αυτή είναι η άμεση γειτνίαση με τη γερμανοκρατούμενη περιοχή του Τσιαρτσιαμπά, η φυσική δυσπιστία των χωρικών στις ξαφνικές αλλαγές χωρίς να υπάρχει απτό συμφέρον και η επιμελημένη αποφυγή της γενικής πυράς των οικιών εκ μέρους των Γερμανών και των συνεργατών τους (ΑΔΒΚ, Λυτά 1945/1-9,37-49. Καταστραφείσαι 1946:59-60), ίσως διότι επιθυμούσαν μια μελλοντική επανάκτηση των μεταλλείων χρωμίου της περιοχής.
[10] Καλλιανιώτης 2001:51-4
[11] Μ.Κ. 1993. Οι Αντιστασιακοί 1997:Γ112. Βήττος 2000:169
[12] Χ. 1998. Βήττος 2000:176
[13] Βήττος 2000:172. Καλλιανιώτης 2000:15
[14] ΑΠΕΓ, ΕΣΣΕ 1945/3
[15] Ο δάσκαλος Αθ. Κυρατζίδης από το Ροδοχώρι είχε κατηγορηθεί ως «αριστερίζων» μετά από διένεξή του με τον πρόεδρο της ΔΟΕ, αλλά κανένα στοιχείο της ιδεολογίας και της καθημερινής δράσης του δεν στοιχειοθετούσαν την κατηγορία, το αντίθετο μάλιστα, βλ. ΑΠΕΓ ΕΣΣΕ 1934/111
[16] Δρόσος 1984:51
[17] Το 1940 απολύθηκε ο δάσκαλος Βατολάκκου Ζαχαρίας Δρόσος από τον Άγιο Γεώργιο, αλλά προσελήφθη εκ νέου το Φλεβάρη του 1943 ΑΠΕΓ, ΕΣΣΕ 1945/3
[18] Για την (θεωρούμενη) προπολεμική παρουσία της Αριστεράς σε ένα άλλο κεφαλοχώρι των Γρεβενών, που δεν συνάδει βέβαια με τα εκλογικά αποτελέσματα βλέπε τις αμφιβολίες του Αντωνίου (2001:3)
[19] (ΑΔΒΚ, ΒΕ16.2.36/2)
[20] Ο αριθμός 18 δίνεται με επιφύλαξη, καθώς στην ίδια εφημερίδα και στο ίδιο φύλλο  αναφέρονται αναλυτικά 29 ψήφοι προς τους βουλευτές του Παλλαϊκού Μετώπου δηλαδή 4,2%, ενώ σε όλα τα Γρεβενά είχε πάρει τότε 6,36%
[21] ΑΔΒΚ, ΒΕ12.3.33/2
[22] ΙΣΚΠ, Επαρχιακή 31.7.32/1
[23] Στην προφορική μνήμη συναντώνται κι άλλοι κομουνιστές, τοπικοί εργάτες των μεταλλείων χρωμίου ή μετανάστες -εργάτες, όπως π.χ. δύο άτομα από την Κνίδη, που ανέλαβαν μετά τα ηνία του ΕΑΜ/ΚΚΕ (Χ.Α. 1998), ένας από τη Μικροκλεισούρα (Δ.Π. 1998), ορισμένοι από την Παλαιοκνίδη (Α.Δ. 2003), όμως δεν είχαν εκδηλώσει ουδεμία προπολεμική δράση, οπότε το πιθανότερο είναι ότι εκ των υστέρων τους αποδόθηκαν εύσημα μεσοπολεμικών κομουνιστών. Ο νεαρός Δ. Κωνσταντινίδης (Πολίτης) από την Παλαιοκνίδη μέλος της –ύστερης – ΠΕ ΚΚΕ Γρεβενών μπήκε στο ΚΚΕ το 1941 (ΑΣΚΙ, Φ.415/23/8/27), ορθότερα ίσως το 1942 μετά από τις επισκέψεις των καθοδηγητών από τα Χάσια
[24] Μαργαρίτης 2001:622
[25] Αραιοβηματάς 1988:50-1
[26] Ζιώγας 1999:113. Από τον Οκτώβρη του 1942 είχε διοριστεί υπεύθυνος του τομέα Βεντζίων του ΚΚΕ ένας αγρότης από την Παλαιοκνίδη γράφει ο Ζιώγας (1999:117-20), ωστόσο η ημερομηνία είναι πολύ πρώιμη και ούτε ο συγκεκριμένος υπεύθυνος αναφέρεται από τον σχετικότερο καθοδηγητή Αραιοβηματά (37-9,49-51)
[27] Στην Αργολίδα (Πελοπόννησος) π.χ. το ΕΑΜ είχε οργανωθεί αποτελεσματικά πριν από την εμφάνιση του ΕΛΑΣ (Kalyvas 2000:145), ενώ στη Δυτική Μακεδονία προηγήθηκαν οι αντάρτες πριν από την εμφάνιση του ΕΑΜ/ΚΚΕ. Ένας πιθανός λόγος είναι η απόσταση των δύο περιοχών από την Αθήνα, δηλαδή όσο πιο κοντά στο κέντρο τόσο μεγαλύτερη η πολιτική (αστική) χροιά της επανάστασης
[28] Δρόσος 1984:63-4
[29] Αντιστασιακοί 1997:181. Τσουκαλίδης 1981:38
[30] Αντιστασιακοί 1997:Β181. Χ. 1998
[31] Στα κατ΄ εξοχήν ληστοτρόφα Χάσια η Χωροφυλακή θριάμβευε, αφού ελάχιστα πριν αφοπλιστεί από τους αντάρτες ανάγκασε δύο ζωοκλέφτες να παρελάσουν με τα κλοπιμαία στον ώμο μέσα από την πλατεία της Δεσκάτης, βλ. Sarafis 2000:212
[32] Εικόνα 1
[33] Δορδανάς 2002:μεταλλείο. Δρόσος 1984:179
[34] Τα (ιταλικά) μεταλλεία στο Ξηρουλίβαδου έκλεισαν πρώτα, πιθανώς όταν κατάλαβαν οι αντάρτες στη Δεσκάτη το Δεκέμβρη του 1942. Στην προφορική μνήμη διασώζεται η ανάμνηση μιας μικρής αψιμαχίας ενόπλων, πιθανώς Θεσσαλών, με τους Ιταλούς επιστάτες (Α.Ε. 1998). Οι σχετικές γραπτές πηγές περιέχουν τόσες υπερβολές κι ασάφειες, ώστε επισκοτίζουν μάλλον το γεγονός (Καλλιανιώτης 2000:51)
[35] Κολιόπουλος 1995:Α102
[36] Μπουσχότεν 1997:81
[37] Τσιτσελίκης 1925:4
[38] ΑΔΒΚ, Ραδινός 1933
[39] Θεοδοσιάδης 2000:388-9
[40] Sarafis 2000:211
[41] ΑΔΒΚ, ΒΕ2.8.36. Σιαμπανόπουλος 1996
[42] Στον Πόρο Βεντζίων απήγαγαν για λύτρα έναν γέρο το φθινόπωρο του 1941 ληστές από το Πολυνέρι (Καραγιάννης 1992:5), που είχαν πιθανώς πρόσφατα δραπετεύσει, αλλά εξουδετερώθηκαν σχεδόν αμέσως από τα κραταιά μεταβατικά αποσπάσματα της Χωροφυλακής
[43] Μπουσχότεν 1998:108-9
[44] Φ.Χ. 2001
[45] Sarafis 2000:215
[46] Οι γραπτοί (θεωρητικοί) νόμοι του ΕΑΜ τιμωρούσαν την κλοπή και τη ληστεία από 10 χρόνια φυλακή ως την εκτέλεση (Κείμενα 1981:Β355-5). Πρακτικά υπήρχαν και άλλες πιο ελαφριές ποινές, όπως η κουρά (Φ.Χ. 2001), ο, συμβολικός ή κανονικός, ξυλοδαρμός (Σ.Ν. 1996), η πληρωμή σε είδος κλπ. Μύθο βέβαια αποτελεί η «άμεση δημοκρατία» στο επίπεδο της Δικαιοσύνης αφού εκτός από τα λαϊκά δικαστήρια των χωριών υπήρχε το Αναθεωρητικό του ΕΑΜ στα Γρεβενά και το στρατοδικείο του ΕΛΑΣ στον Πεντάλοφο. Για τα δύο τελευταία  βλ. Μπουσχότεν (1988:101-3), Α.Ε. (1998) και Καλλιανιώτης (2002β)
[47] Δορδανάς 2002:πρόβατα
[48] Καλλιανιώτης 2000:46
[49] Αραιοβηματάς 1988:42
[50] Τσιούκρας 1994:77
[51] Π.Σ. 2001
[52] Σ.Β. 2003
[53] ΑΠΓ 2/5.2.48. Χ.Α. 1998
[54] Τσιούκρας 1994:95. Π.Χ. 2001
[55] «Δεκαρχίες Α΄ και Β΄ του 3ου λόχου Χ τάγματος» ονομάζει εφημερίδα του ΕΑΜ Κοζάνης (ΙΣΓΑ, Νίκη 10.1.43/4) τους ενόπλους πολίτες των Καμβουνίων οι οποίοι (προφανώς με παρότρυνση της ομάδας Σαράντη) είχαν ήδη συγκρουστεί αιματηρά με τους Δημαρέληδες πριν οι τελευταίοι περάσουν τον Αλιάκμονα. Κάτω από τον πομπώδη χαρακτηρισμό διακρίνεται η προσπάθεια ιδεολογικής επένδυσης του γεγονότος
[56] ΑΔΒΘ Απογευματινή 10.5.43/1
[57] Καλλιανιώτης 2000:46
[58] Ζ. 2001
[59] Τ.Δ. 2001
[60] ΑΣΚΙ, ΕΔΑ 245
[61] Δρόσος 1984:69-79
[62] Τσιούκρας 1994:70
[63] Τα Βέντζια επιλέχτηκαν ως τόπος έναρξης της πρώτης περιοδείας των ανταρτών του ΕΛΑΣ Γρεβενών προφανώς διότι: α) είχε συμφωνηθεί η κοινή δράση της ομάδας Σαράντη με την ομάδα Τασιανόπουλου που ευοδώθηκε εν μέρει β) επιδιώκονταν να δημιουργηθούν βάσεις σε μια περιοχή θώρακα, αφού αυτή συνόρευε άμεσα με τη γερμανοκρατούμενη ζώνη γ) Από τα Βέντζια περνούσαν οι δρόμοι επικοινωνίας των Γρεβενών με την Κοζάνη και τα Σέρβια και οι εντολές του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ
[64] Δρόσος 1984:76. Μπουσχότεν 1998:72
[65] Π. 2003
[66] Π. 2003. Καραγιάννης 2002:50
[67] Την ημερομηνία 10.2.43 παραδίδει ο Καραγιάννης (2002:50). Λανθασμένη είναι η 25.1.43 που γράφτηκε στο ΑΠΓ (ΒΣΠ 242/27.5.46), διότι τότε ο κοινοτάρχης δεν είχε ακόμα αιχμαλωτιστεί. Στον οικογενειακό τάφο (Τραπεζούντα, νεκροταφείο) αναφέρεται ως χρόνος θανής του απλώς το 1943
[68] Τ.Α. 2000
[69] ΑΠΓ 246/29.5.46 16/11.2.47. Βήττος 2000:197. ΑΔΒΘ Απογευματινή 10.5.43/1. Sarafis 2000:213
[70] ΑΔΓ 3/46
[71] Τσιούκρας 1994:71,79-80
[72] Ν.Γ. 2001
[73] Τσιούκρας 1994:79
[74] Οι «Φωτεινός» (Παπαδημητρίου 1998:140) και Δρόσος (1984:79) γράφουν ότι οι αντάρτες μετά το Παλαιόκαστρο επισκέφτηκαν τον Έξαρχο, αλλά δεν μνημονεύουν τις δίκες. Ο Τσιούκρας λησμονεί ότι στον Έξαρχο ήταν μαζί τους και οι αντάρτες των Γρεβενών, ωστόσο από ορισμένα σημεία του κειμένου του, π.χ. είσοδος στο χωριό με σημαία κ.α., εξάγεται ότι Σιατιστινοί και Γρεβενιώτες αντάρτες έδρασαν τότε μαζί
[75] Ο Γιώργος, κατά κόσμον Θωμάς Ιωαννίδης από τη Νέα Σεβάστεια Δράμας (Καλλιανιώτης 2000:28), είναι γνωστός στην περιοχή ως Φίλος Γ΄, επειδή υπέγραφε στα σημειώματά του ως φίλος Γ΄. Η προσωνυμία των εαμιτών φίλος αντικαταστάθηκε στην περιοχή από το συναγωνιστής μετά το καλοκαίρι του 1943. Ο Γιώργος παραδίδεται ακόμα ως φίλος Γάμα Γιώργης (Αντιστασιακοί 1997:Γ130), φίλος Γρεβενών (Κουζινόπουλος 6.6.43/4), Γεώργιος Σέφτελος ή Παπαδόπουλος (ΑΠΓ, ΒΣΠ 69/28.2.46), Σέφτελος, Κοκκινοσκούφης και Πατσιομύτης (Κ.Π. 2002). Ο γράφων τον ονομάζει Γιώργο, διότι αυτό ήταν το ψευδώνυμό του, αφού τα στελέχη του ΚΚΕ χρησιμοποιούσαν καθημερινά κι όχι ηχηρά ή αξιοπρόσεκτα προσωνύμια, βλ. και Θεοδοσιάδης 2000:194 όπου η προσωνυμία Γιώργος
[76] Δ.Π. 2001
[77] Μ.Α. 2001
[78] Μπουσχότεν 1997:93. Την (σωστή) άποψη ότι το ΕΑΜ δεν αντιπροσώπευε την «μεγάλη πλειοψηφία» του λαού δέχεται ο Ηλιού 2002:26 αναφέροντας παράλληλα ότι διέθετε τη «δυναμική και την αίγλη της Αντίστασης». Οι πρώτοι αντάρτες στα Βέντζια δεν είχαν ακόμα την (μετέπειτα αναμφισβήτητη) αίγλη, αλλά διέθεταν αποθέματα δυναμικής, δηλαδή βίας
[79] Κ.Π. 2001
[80] Οι περισσότερες αίθουσες διδασκαλίες των σχολείων ήταν ακατάλληλες για την πληθώρα των μαθητών, ενώ οι περισσότεροι δάσκαλοι ήταν νέοι ή απόφοιτοι γυμνασίων. Επιπλέον κώλυε τη μόρφωση η «ξενοφωνία» του 1/3 περίπου των μαθητών, βλ. πίνακα 1. και ΑΠΕΓ 1941:31 κ.ε.
[81] Αντωνίου 2001:27
[82] Οι Αντιστασιακοί 1997:Γ127
[83] Μπουσχότεν 1997:92, 1998:72. Καραγιάννης 2002:50
[84] Δρόσος 1984:79
[85] Ο Αραιοβηματάς (1988:52) αναφέρει σωστά ότι για τη δικτατορία του προλεταριάτου μιλούσε ο Γιώργος «λίγο αργότερα με το άναμμα της αντίστασης» κι όχι στην αρχή
[86] Θ.Δ. 2003. Α.Δ. 2003
[87] «Άνετα και αναπαυτικά για όλες τις λογοκρισίες» (Αναγνωστάκης 2000:165) περιγράφει την περιοδεία των ανταρτών ο καλά πληροφορημένος Δρόσος (1984:79) παραλείποντας όλους τους ξυλοδαρμούς των προέδρων και μην αναφέροντας επίσης τον Πόρο ως τόπο κατοικίας του ζωοκλέφτη. Οι  δε παρόντες Νταϊλιάνης (1995:72) και Φωτεινός (Παπαδημητρίου 1998:140) δεν αναφέρουν τίποτα σχετικό με βία
[88] Τ.Α. 2000
[89] Χ.Α. 1998. Χ.Α. 1998. Α.Δ. 2003
[90] Δρόσος 1984:79
[91] Ο φάλαγγας βέβαια δεν συνέτισε τον αιγοκλόπο, αφού συνελήφθη αργότερα να κλέβει καλαμπόκια (Χ. 1998. Α.Δ. 2003). Φυσικά δεν δικάστηκε για δεύτερη φορά, διότι προφανώς μια δεύτερη δίκη θα δυσφήμιζε την (θεωρούμενη) ευρεία αποδοχή της πρώτης
[92] Ο Δρόσος (1984:80-1) γράφει πως οι δύο Γερμανοί συνελήφθησαν στο ορυχείο, όμως προφορικές μαρτυρίες από αυτόπτες, όπως οι Σιαμπανόπουλος (1996. Ζ. 2001), Ν.Φ. (1998) και ο αντάρτης Τ.Α (2000), τοποθετούν το γεγονός μέσα στο χωριό Χρώμιο, οπότε γίνονται αποδεκτοί οι τελευταίοι
[93] Τ.Μ. 1998
[94] Στον Τσιαρτσιαμπά πέρασε ίσως μόνον ο Τασιανόπουλος από την ομάδα των Γρεβενών, αφού σπάνιες είναι οι αναφορές στο συμβάν. Ο Φωτεινός (Παπαδημητρίου 1998:140) γράφει απλώς ότι πήγαν «και σε άλλα μικρότερα χωριά», χωρίς να διευκρινίζει ποια.
[95] Σταθόπουλος 1988:68. Τ.Δ. 1991
[96] Ν.Φ. 1998
[97] Σ.Β. 2003
[98] Μ.Δ. 2001. «Απλό», «φιλόξενο», βαθιά «θρησκευτικό» και πατριώτη θεωρεί εκ των υστέρων τον κοινοτάρχη του Κέντρου ο Αραιοβηματάς (1988:38) κατηχητής τότε του ΕΑΜ/ΚΚΕ. Επί κυρίως Εμφυλίου ο ίδιος κοινοτάρχης έδρασε ως λάβρος αντικομουνιστής (ΑΣΚΙ, ΚΚΕ Φ.415), ξεπληρώνοντας ίσως τον κατοχικό δαρμό του
[99] Νταϊλιάνης 1995:72
[100] Καλύβας 2002:198
[101] Τσιούκρας 1994:78
[102] Μαργαρίτης 1993:207
[103] Νταϊλιάνης 1995:71
[104] Σ.Ν. 1996
[105] Τσιούκρας 1994:80
[106] ΑΣΚΙ, ΕΔΑ 245
[107] Εικόνα 2
[108] Α.Λ. 1999
[109] Νταϊλιάνης 1995:70. ΑΠΓ, ΒΣΠ 144/3.4.46
[110] Μ.Α. 2003. Μ.Σ. 2003
[111] Την θεσσαλική ομάδα Σαράντη είχε ακολουθήσει πιο νωρίς ένας κάτοικος του Χρωμίου, όχι όμως εθελοντικά αφού εκτελέστηκε λίγο αργότερα στον Όλυμπο από τους ίδιους αντάρτες (Ζ. 2001)
[112] Κοταρίδης–Σιδέρης 2002:120
[113] Για παρόμοια διένεξη σε χωριό των Σερρών το 1944 βλ. ΑΣΚΙ Φ.410/23/2/8
[114] Τ.Δ 2001. Π.Ε 2003. Χ.Α 1998
[115] Ζυγούρας 1979:Β702. Δρόσος 1984:94-6. Μπουσχότεν 1998:64
[116] Βουχωρινιώτες 2000
[117] Κωνσταντινίδης 1999:47
[118] Θ.Δ. 2003
[119] Π.Ε. 2002
[120] Μ.Α. 2001
[121] Σ.Β. 2003
[122] Η λέξη αλαφρός της τοπικής διαλέκτου ερμηνεύεται ως άνθρωπος που εξωτερικεύει άμεσα τα αισθήματά του, που είναι περήφανος, εύχαρις
[123] Ο ταγματάρχης Λάζαρος Μάντζιος, στρατιωτικός διοικητής του Αρχηγείου Μπούρινου, προσήλθε στα Βέντζια αμέσως μετά το Φαρδύκαμπο με μιαν ομάδα της ΕΚΑ αποτελούμενη από αξιωματικούς, μέλη της ΥΒΕ, και κατοίκους του Τσιαρτσιαμπά και των Μπουτζακίων, αλλά έφυγε νωρίς χωρίς να στρατολογήσει, γι αυτό και δεν προσμετρείται στους αντάρτες των Βεντζίων
[124] Πίνακας 2
[125] Π.Ε. 1996. Χ.Α. 1998. Α.Δ. 2003
[126] Ο Θεοδωρόπουλος (1995:231) γράφει ότι η Κνίδη διέθετε 9 μόνιμους ελασίτες, εκ των οποίων σκοτώθηκαν οι 5. Στην πραγματικότητα οι μόνιμοι ελασίτες ήταν 3 και από αυτούς φονεύτηκε μόνον ο Ηλίας Γυφτόπουλος. Οι Γερμανοί σκότωσαν 4 πολίτες του Εφεδρικού είτε στη μάχη είτε εν υπηρεσία ως σύνδεσμοι. Βρίσκοντας στρατιωτικά ρούχα στο σπίτι του εκτέλεσαν οι Γερμανοί έναν ηλικιωμένο πολίτη, ενώ οι οπλίτες του ΕΕΣ εκτέλεσαν στις 12 Ιούλη 1944 το νεαρό Δημήτριο Χαριζόπουλο στο σχολείο της Κνίδης (ΑΔΒ 1946. ΑΠΓ, ΒΣΠ 72/28.2.46. Π. 1996. Χ. 1998)
[127] Σε αντίθεση με την Κνίδη η Ποντινή διέθετε 8 αντάρτες στον ΕΛΑΣ, εξ ων ο ένας ελληνόφωνος και οι άλλοι τουρκόφωνοι. Από τους τελευταίους μόνο ο ένας, δεινός κυνηγός, κατάγονταν από το δυτικό Πόντο (Κάβζα), ενώ οι υπόλοιποι ήταν από την Κασταμονή. Για τους «πεδινούς» τουρκόφωνους της Δυτικής Μακεδονίας κατά τη διάρκεια της Κατοχής (και όχι μόνο) βλ. Μαραντζίδης 2001
[128] Οι Αντιστασιακοί 1997:Β162