Τα ολοκαυτώματα και τα αντίποινα των Γερμανών τη Βόρεια Ελλάδα

Συνέντευξη Στράτου Δορδανά σε Στέλιο Κούκο, στην εφημερίδα «Μακεδονία», Κυριακή, 27/2/2011, αφιέρωμα «Ολοκαυτώματα στη Βόρειας Ελλάδα»

Με τον Στράτο Δορδανά, λέκτορα Νεότερης και Σύγχρονης Ευρωπαϊκής και Βαλκανικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, είχαμε μια ιδιαίτερα διαφωτιστική συνομιλία για το θέμα των ολοκαυτωμάτων και των αντιποίνων των Γερμανών στη Βόρεια Ελλάδα.

Άλλωστε ο ίδιος έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με το ζήτημα αυτό αφού απετέλεσε και θέμα της διδακτορικής του διατριβής. Το αποτέλεσμα της εμπεριστατωμένης έρευνάς του κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία με τίτλο το “Αίμα των αθώων, Αντίποινα των γερμανικών αρχών κατοχής στη Μακεδονία 1941-1944”.

Από την αρχή της συζήτησής μας ο κ. Δορδανάς διασαφηνίζει ότι για τη μελέτη της εποχής και των θεμάτων που ανακύπτουν απαιτείται μια πιο συστηματική προσπάθεια, ενώ δεν μας έκρυψε πως ήδη έχει κατατεθεί ειδική πρόταση, η οποία όμως δυστυχώς δεν έχει ακόμη εγκριθεί. Ας σημειωθεί ότι μια πρώτη καταγραφή έγινε από τον Κωνσταντίνο Α. Δοξιάδη και παρουσιάστηκε στο Συνέδριο για την Ειρήνη στο Σαν Φρανσίσκο το 1945.

“Είμαστε ίσως η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που δεν έχει προχωρήσει σε μια εις βάθος έρευνα για τη συστηματική καταγραφή

των απωλειών της κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Και αυτό οφείλεται στο ότι η εργασία αυτή ξεπερνά τις δυνάμεις και τις δυνατότητες του ενός προσώπου και χρειάζεται να υποστηρίζεται από ένα ερευνητικό πρόγραμμα. Αυτό το κενό επισημαίνεται από όλους τους ιστορικούς που ασχολούνται με την περίοδο του ’40, αφού εκτός από τους αριθμούς που μας έδωσε ο Δοξιάδης στη μελέτη που έκανε μετά το τέλος της Κατοχής, δεν μπορούμε να ανατρέξουμε σε κάποια άλλη βάση δεδομένων. Πρέπει να σας πω μάλιστα πως ευελπιστώντας να καλύψουμε αυτό το κενό συγκροτήσαμε μια μεγάλη ερευνητική ομάδα για την περίοδο ’39-’45 και έχουμε καταθέσει σχετική πρόταση μέσα από το ερευνητικό πρόγραμμα ‘Θαλής’. Δυστυχώς όμως το πρόγραμμα αυτό, που θα έδινε μια απίστευτη πνοή στο ελληνικό πανεπιστήμιο, βρίσκεται σε τέλμα και γι’ αυτό είμαστε απαισιόδοξοι για την πραγματοποίηση της έρευνας”.

Σημεία της διαταγής που εξέδωσε στις 16 Σεπτεμβρίου του 1941 ο στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ (Wilhelm Keitel), αρχηγός της Ανώτατης Διοίκησης Γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων, με την οποία “εισήγαγε τη μέθοδο των ποσοτικών αναλογιών και επέβαλε μια ενιαία γραμμή στην αντιμετώπιση των αντιστασιακών κινημάτων της Ευρώπης”.

[...] 2. Τα μέχρι τώρα μέτρα που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση αυτής της γενικευμένης κομμουνιστικής εξέγερσης αποδείχθηκαν ανεπαρκή. Ως εκ τούτου ο Φίρερ διέταξε εφεξής να επέμβουμε παντού με τη χρησιμοποίηση των σκληρότερων μέσων για να καταστείλουμε σε σύντομο χρονικό διάστημα το κίνημα. Μόνο μ’ αυτό τον τρόπο, ο οποίος στην ιστορία της επέκτασης της δύναμης των μεγάλων εθνών εφαρμόστηκε πάντα με επιτυχία, μπορούμε να αποκαταστήσουμε και πάλι την ηρεμία.

3. Έτσι, θα πρέπει να ακολουθήσουμε τις εξής κατευθυντήριες οδηγίες:

α) σε κάθε εκδήλωση ανταρσίας εναντίον των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων, ανεξάρτητα από το πώς εμφανίζονται τα περιστατικά σε κάθε περίπτωση, πρέπει να συμπεραίνουμε πως είναι κομμουνιστικής προέλευσης,

β) για να καταπνίξουμε εν τη γενέσει τους τις ραδιουργίες, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε, με την πρώτη αφορμή, άμεσα τα σκληρότερα μέσα για να επιβάλουμε την ουσία της δύναμης Κατοχής και να αποτρέψουμε μια ενδεχόμενη επέκτασή τους.

Στο σημείο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι μια ανθρώπινη ζωή σε αυτές τις χώρες συχνά δε μετράει και ο εκφοβισμός μπορεί να επιτευχθεί μόνο με ασυνήθιστη σκληρότητα. Για εξιλασμό για την απώλεια ενός γερμανού στρατιώτη θα πρέπει γενικά σε αυτές τις περιπτώσεις να ισχύει αναλογικά η εκτέλεση 50-100 κομμουνιστών. Το είδος της εκτέλεσης πρέπει να αυξάνει ακόμα περισσότερο τον εκφοβισμό. Η αντίθετη διαδικασία, δηλαδή αρχικά να προχωρούμε στην επιβολή αναλογικά ήπιων ποινών και να στηρίζουμε τον εκφοβισμό στην απειλή λήψης αυστηρότερων μέτρων, δεν ανταποκρίνεται σ’ αυτούς τους κανόνες και επομένως δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται [...] ε) σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για τις οποίες εκκρεμούν διαδικασίες στρατοδικείων σχετικά με κομμουνιστική εξέγερση ή με άλλες ενέργειες εναντίον του γερμανικού στρατού Κατοχής, πρέπει να επιβάλλονται οι αυστηρότερες ποινές.

Ένα κατάλληλο μέσο για τον εκφοβισμό στις περιπτώσεις αυτές είναι μόνο η θανατική ποινή. Ιδιαίτερα πρέπει κατά κανόνα να επιβάλλεται η θανατική ποινή σε περιπτώσεις κατασκοπίας, δολιοφθορών και προσπάθειας προσχώρησης σε εχθρικό στρατό. Επίσης θα πρέπει να επιβάλλεται γενικά η ποινή του θανάτου και σε περιπτώσεις παράνομης κατοχής όπλων [...].

Από το βιβλίο του Στράτου Ν. Δορδανά “Το αίμα των αθώων, Αντίποινα των γερμανικών αρχών κατοχής στη Μακεδονία 1941-1944” (εκδόσεις Εστία)__

Ποιο ήταν το πιο τυπικό σενάριο για την πρόκληση αντιποίνων εκ μέρους των Ναζί;

Πραγματικά πρόκειται για ένα τυπικό σενάριο το οποίο δεν σημειώνεται μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλες τις κατεχόμενες χώρες και ιδιαίτερα σε εκείνες στις οποίες είχαμε την εκδήλωση αντιστασιακού κινήματος. Ανάλογα κινήματα εμφανίστηκαν κυρίως σε χώρες στις οποίες βοηθούσε και η μορφολογία του εδάφους.

Τα αντίποινα των Ναζί λοιπόν στην Ελλάδα -αλλά και στη Σερβία, όπου είχαμε αναπτυγμένα αντιστασιακά κινήματα- έρχονται να απαντήσουν σε προκλήσεις των ανταρτών και των αντιστασιακών κινημάτων. Ως επί το πλείστον χρειάζεται μια πρόκληση από τη μεριά των ανταρτών ώστε να εκδηλωθεί η απάντηση των δυνάμεων Κατοχής.

Αυτό στη χώρα μας τους πρώτους μήνες της Κατοχής γίνεται με έναν σπασμωδικό τρόπο. Από τον Σεπτέμβριο του 1941 όμως, όταν έχουμε και τη γνωστή διαταγή του στρατάρχη Κάιτελ που αναφέρεται σε ποσοστά, τα γερμανικά αντίποινα έρχονται να νομιμοποιηθούν με βάση διαταγές της στρατιωτικής ηγεσίας του Γ’ Ράιχ. Στη συνέχεια έχουμε μια σειρά νέων διαταγών από κατά τόπους στρατιωτικούς διοικητές. Τα αντίποινα υποστηρίζονται από την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία, τίθενται πια σε ένα πλαίσιο στρατηγικής και ουσιαστικά παρέχεται ατιμωρησία στους δράστες των θηριωδιών.

Τα πρώτα γερμανικά αντίποινα μετά την Κρήτη πραγματοποιούνται στη Μακεδονία, στα Κερδύλλια;

Ακριβώς. Στην Κρήτη, μετά την κατάληψή της, ο γερμανικός στρατός τιμώρησε τους αμάχους για τη συμμετοχή τους στην αντίσταση κατά τη διάρκεια της εισβολής, αφού με βάση τους όρους τής κατά ξηράν διεξαγωγής του πολέμου απαγορεύεται στους αμάχους να παίρνουν μέρος.

Στη Μακεδονία τα πρώτα γερμανικά αντίποινα εκδηλώνονται μετά την πρώτη ανταρτική ενέργεια. Ήδη μέσα στο καλοκαίρι του 1941 συγκροτούνται ανταρτικές ομάδες, τα ονόματα των οποίων παραπέμπουν συμβολικά στον αγώνα του 1821. Πρόκειται για τις μικρές ομάδες “Οδυσσέας Ανδρούτσος” και “Αθανάσιος Διάκος”, που μπορεί να πει κάποιος πως δρουν χωρίς κανέναν συντονισμό ή ακόμη πως αποτελούν σπασμωδικές κινήσεις που εξυπηρετούν τις ανάγκες της αντίστασης κατά του κατακτητή.

Στις ομάδες αυτές συμμετέχουν πρώην στρατιωτικοί, όπως ο Μερκουρίου (συγκροτεί δική του ομάδα) άνθρωποι με τη φλόγα της αντίστασης, που θέλουν να οργανώσουν ένα πρώτο αντάρτικο, αλλά βεβαίως η χρονική συγκυρία, θα έλεγε κανείς, δεν είναι κατάλληλη.

Είναι πολύ νωρίς. Το φθινόπωρο όμως της ίδιας χρονιάς προβαίνουν σε ενέργειες εναντίον των αρχών Κατοχής στήνοντας ενέδρες και τραυματίζοντας ή σκοτώνοντας έναν ή δύο μεμονωμένους γερμανούς στρατιώτες.

Αυτές είναι και οι πρώτες απώλειες γερμανών στρατιωτών στον ελληνικό χώρο και τα πρώτα κρούσματα αντίστασης μετά τα γεγονότα της Κρήτης, και έτσι έρχονται να απαντηθούν στο τέλος Σεπτεμβρίου και στις αρχές Οκτωβρίου με την πρώτη εφαρμογή σκληρών αντιποίνων.

Πολύ σκληρών αντιποίνων...

Βεβαίως. Έτσι πλήττονται χωριά που βρίσκονται κοντά στα πεδία δράσης των ολιγομελών αυτών ανταρτικών ομάδων. Πρόκειται για τα Κερδύλλια, για άλλα τρία χωριά στα ορεινά του Κιλκίς -το Κλειστό, την Κυδωνιά και το Αμπελόφυτο- καθώς επίσης και για άλλο ένα στον νομό Κοζάνης, το Μεσόβουνο.

Στην πρώτη φάση λοιπόν των αντιποίνων επιλέγονται οι άρρενες ηλικίας μεταξύ 16-60 ετών και μεταφέρονται λίγο έξω από το χωριό όπου εκτελούνται ομαδικά. Το χωριό πυρπολείται, ενώ τα γυναικόπαιδα απομακρύνονται. Πρόκειται λοιπόν για μια μεθοδολογία του τρόμου, η οποία ακολουθείται τους πρώτους μήνες της Κατοχής για να τρομοκρατήσει τον πληθυσμό ώστε να πάψει να ενισχύει τις ανταρτικές ομάδες.

Στη φάση αυτή παρατηρούμε πως υπάρχει μια σαφής διαφοροποίηση από τα αντίποινα που πραγματοποιούνται τα τελευταία χρόνια της Κατοχής και κυρίως το ’44. Τότε σκληραίνει η Κατοχή, δυναμώνει αντίστοιχα και το αντάρτικο, οπότε τα αντίποινα αποκτούν έναν πιο δρακόντειο χαρακτήρα, προσλαμβάνουν έναν απόλυτα τυφλό χαρακτήρα και πλήττονται ακόμη και τα γυναικόπαιδα. Αυτό για παράδειγμα συνέβη στον Χορτιάτη, στην Κλεισούρα, στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο...

Ποιες είναι λοιπόν οι εξελίξεις στη Μακεδονία;

Στις γερμανικές εκθέσεις τα πρώτα αντιστασιακά κρούσματα καταγράφονται στα τέλη Μαΐου του 1942. Παρ’ όλα αυτά, σ’ αυτή τη χρονική περίοδο έχουμε πολλές σημαντικές διεργασίες. Έχουμε την ίδρυση του ΕΑΜ, τη συγκρότηση του ΕΛΑΣ και βεβαίως την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου (25 Νοεμβρίου του 1942), που αποτελεί ένα πάρα πολύ σημαντικό γεγονός για όλο το αντιστασιακό κίνημα της Ευρώπης. Στη Μακεδονία οι υπό το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ οργανωμένες αντιστασιακές ομάδες εμφανίζονται την άνοιξη του 1943. Επομένως η στρατιωτική ενδυνάμωση της αντίστασης συνοδεύεται και από μια αντίστοιχη οργάνωση, από έναν συντονισμό ο οποίος με τη σειρά του συνοδεύεται και από μια πολιτική ενδυνάμωση. Μπορούμε δηλαδή να πούμε πως η αντίσταση διαθέτει πλέον και ένα πολιτικό πρόγραμμα.

Εν τω μεταξύ, μέσα στην άνοιξη του 1942 εμφανίζεται και ενισχύεται η αντίσταση στις πόλεις, λόγω της αντίδρασης στην αποστολή ελλήνων εργατών στη Γερμανία. Έτσι το 1943 οι Γερμανοί έχουν να αντιμετωπίσουν ένα οργανωμένο αντιστασιακό κίνημα, που έρχεται να εμπλουτιστεί επίσης και από τις οργανώσεις οι οποίες σταδιακά, και κυρίως το 1944,περιγράφονται ως το αντιεαμικό μπλοκ, με πιο σημαντική οργάνωση τον ΕΔΕΣ. Η οργάνωση όμως αυτή βρίσκεται περιχαρακωμένη στην Ήπειρο.

Επομένως, όταν το 1943 και το 1944 σκληραίνει η Κατοχή, οι Γερμανοί βρίσκονται απέναντι σε ένα πολιτικά και στρατιωτικά οργανωμένο αντιστασιακό κίνημα και κυρίως βρίσκονται απέναντι σε μια αρνητική τροπή του πολέμου, όπου η πλάστιγγα της νίκης αρχίζει να γέρνει προς όφελος των συμμαχικών όπλων.

Επομένως η γερμανική αντίδραση έναντι των αντιστασιακών κινημάτων παρακολουθεί και την εξέλιξη στα πολεμικά μέτωπα.

Στις βουλγαροκρατούμενες περιοχές τι επικρατεί;

Στην Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη έχουμε μια τελείως διαφορετική πολιτική και στρατιωτική στόχευση. Η πολιτική στόχευση των Βουλγάρων ήταν η πληθυσμιακή αλλοίωση των περιοχών αυτών. Να θυμίσω εδώ πως οι Βούλγαροι τον Μάιο του 1941, κατόπιν αδείας του Χίτλερ, εισβάλλουν και καταλαμβάνουν στρατιωτικά τις περιοχές αυτές, χωρίς όμως να κηρύξουν τον πόλεμο.

Οπότε, όπως καταλαβαίνετε, ο Χίτλερ τεχνηέντως αφήνει ως δέλεαρ στη Βουλγαρία το ζήτημα της οριστικής προσάρτησης των εδαφών αυτών μετά το τέλος του πολέμου. Έτσι, οι Βούλγαροι από την πρώτη στιγμή ακολουθούν μια σταθερή πολιτική πληθυσμιακής αλλοίωσης των περιοχών αυτών, ούτως ώστε όταν θα έλθει η στιγμή να έχουν να παρουσιάσουν έναν τελείως διαφορετικό εθνολογικό χάρτη της περιοχής. Επιδιώκουν δηλαδή να εξαναγκάσουν το μεγαλύτερο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού να εγκαταλείψει τις περιοχές αυτές. Και πράγματι, από το καλοκαίρι του 1941 έχουμε ένα απίστευτο προσφυγικό κύμα που καταφεύγει στις γερμανοκρατούμενες περιοχές της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας αλλά και σε ιταλοκρατούμενες περιοχές της χώρας. Παράλληλα οι Βούλγαροι εγκαθιστούν εποίκους που φέρνουν από τη χώρα τους, ενώ λαμβάνουν όλα εκείνα τα καταπιεστικά και τρομοκρατικά μέτρα ώστε να θέσουν τον ελληνικό πληθυσμό στο περιθώριο της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.

Σ’ αυτό λοιπόν το πλαίσιο πρέπει κανένας να ερμηνεύσει τα γεγονότα του φθινοπώρου του 1941, όπου στην ουσία κάποιες ασυντόνιστες κινήσεις παρόμοιου χαρακτήρα με τις πρώτες μικρές ανταρτικές ομάδες στη γερμανοκρατούμενη Κεντρική Μακεδονία, δίνουν την αφορμή στις βουλγαρικές αρχές να εκτελέσουν αμάχους και ουσιαστικά να τρομοκρατήσουν τον πληθυσμό και να ελέγξουν καλύτερα την κατάσταση.

Γιατί τα ολοκαυτώματα της Βόρειας Ελλάδας δεν είναι τόσο γνωστά;

Συνήθως όταν αναφερόμαστε στην Κατοχή και στις θηριωδίες των γερμανικών στρατευμάτων μιλάμε για τα γεγονότα στην Κρήτη, στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο, στο Κομμένο και επιλεκτικά από τη Μακεδονία στην Κλεισούρα. Παρ’ όλα αυτά, ελάχιστοι γνωρίζουν για τα γεγονότα στους Πύργους – όπου έχουμε έναν πάρα πολύ μεγάλο αριθμό εκτελεσθέντων από τα κατοχικά στρατεύματα και τους έλληνες συνεργάτες τους, που προσεγγίζει τους 300-350. Και ο Χορτιάτης επίσης έχει προβληθεί, κι αυτό λόγω της εμπλοκής του πρώην γραμματέα του ΟΗΕ Κουρτ Βαλντχάιμ, ο οποίος είχε υπηρετήσει στον γερμανικό στρατό στην έδρα της γερμανικής διοίκησης στο Αρσακλί (Πανόραμα), που βρίσκεται πάρα πολύ κοντά στον Χορτιάτη.

Μια ιδιαίτερη πτυχή είναι η δράση των ταγματασφαλιτών ή δωσιλόγων πλάι στα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, και μάλιστα κατά τη διεξαγωγή αντιποίνων εναντίον του άμαχου πληθυσμού - γυναικόπαιδων, νηπίων, ιερωμένων...

Από την άνοιξη του 1943 οι Γερμανοί αρχίζουν να συγκροτούν ένοπλα ελληνικά τμήματα. Αυτός είναι ένας τρόπος απάντησης στο ελληνικό αντιστασιακό κίνημα και στοχεύει στην εκ των έσω διάρρηξη της συνοχής του.

Επιδιώκεται δηλαδή να προκληθεί ενδοελληνική εμφύλια σύγκρουση, ούτως ώστε το γερμανικό έργο να γίνει ευκολότερο και να εξοικονομήσουν πολύτιμο γερμανικό αίμα. Αυτό όμως οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην πρόκληση χάους. Πράγμα που συνέβη το 1944 - θα έλεγα πως τη χρονιά αυτή μοιάζει σαν να λειτουργεί ένας νερόμυλος που αναπαράγει τη βία. Δηλαδή η βία απαντάται με τη βία. Και σ’ αυτό το παιχνίδι της βίας και των διαχειριστών της μπαίνουν συνεχώς νέοι παίκτες. Εκτός δηλαδή από τις τακτικές μονάδες της Βέρμαχτ (γερμανικού στρατού) και τις σκληρές μονάδες των Ες Ες, που έρχονται το καλοκαίρι του 1943 και λειτουργούν στρατιωτικά και ιεραρχικά ανεξάρτητα από τη Βέρμαχτ, δημιουργούνται και τα ελληνικά ένοπλα τμήματα που εξοπλίζονται από τους Γερμανούς για να συντελέσουν στην πρόκληση της βίαιης ενδοελληνικής σύγκρουσης.

Μετά το τέλος του πολέμου αποδόθηκε όπως θα έπρεπε δικαιοσύνη με την τιμωρία των ενόχων;

Το 1944 είναι ξεκάθαρο πλέον ποιος θα κερδίσει τον πόλεμο και πως οι Γερμανοί ετοιμάζονται να αποχωρήσουν από την Ελλάδα.

Επομένως και οι αντιστασιακές οργανώσεις ετοιμάζονται για την επόμενη μέρα. Άρα, ενώ πλησιάζουμε προς το τέλος της Κατοχής, η επόμενη μέρα είναι εκείνη που έρχεται να απαντήσει στο ερώτημα γιατί υπάρχει αυτή η βία και σε τέτοιο βαθμό, και γιατί οι ενδοελληνικές συγκρούσεις γίνονται εντονότερες.

Όπως και γιατί κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών του 1944 έχουμε τόσο μεγάλη αύξηση των ενόπλων.

Έτσι, αναφορικά με την πρόκληση και τη συνεχή παραγωγή της βίας μπορούμε να πούμε ότι οι πρόξενοι του κατοχικού χάους θα πρέπει να αναζητηθούν τόσο από την πλευρά των Γερμανών και των Ελλήνων που συνεργάζονται ποικιλοτρόπως μαζί τους, όσο και από την πλευρά των Ελλήνων και του ΕΑΜ -ΕΛΑΣ.

Όλο αυτό το εκρηκτικό μίγμα έρχεται να καταλαγιάσει με την απελευθέρωση. Προσωρινά όμως, γιατί ακολουθούν τα Δεκεμβριανά τα οποία αλλάζουν το πολιτικό σκηνικό στη χώρα. Δηλαδή ουσιαστικά η χαρά της απελευθέρωσης θολώνει από το γεγονός αυτό, ενώ ο εμφύλιος πόλεμος στη συνέχεια επιβαρύνει πάρα πολύ την προσπάθεια που κάνει το κράτος να ανασυγκροτηθεί, να λειτουργήσει και να φτάσει μέχρι και το τελευταίο σημείο της ελληνικής επικράτειας.

Οπότε, για την απόδοση της δικαιοσύνης ποιες ενέργειες γίνονται κατά τη διάρκεια του εμφυλίου;

Ο εμφύλιος πόλεμος έρχεται να λειτουργήσει ανασταλτικά αναφορικά με τις ενέργειες που έγιναν για να αποδοθεί δικαιοσύνη.

Το επίσημο κράτος πράγματι προσπάθησε να ανασυγκροτήσει τον τομέα της δικαιοσύνης και να δικάσει όσους Έλληνες με τις ανακόλουθες πράξεις τους κατά τη διάρκεια της Κατοχής τραυμάτισαν το εθνικό γόητρο. Αυτούς δηλαδή που σύμφωνα με τις πράξεις τους στην περίοδο αυτή μπορούμε να τους κατατάξουμε σ’ αυτό που το κράτος χαρακτήρισε δωσιλογικό ζήτημα ή φαινόμενο.

Ενώ λοιπόν κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου διεξάγονται σε πολύ μεγάλο αριθμό δίκες και καταδικάζονται χιλιάδες άτομα μέχρι το 1949-1950, εκείνοι από τους καταδικασθέντες οι οποίοι πληρώνουν βαρύτερο τίμημα είναι αυτοί που πέφτουν στα χέρια της δικαιοσύνης και δικάζονται κατά το πρώτο διάστημα μετά την απελευθέρωση. Το υπογραμμίζω αυτό γιατί θέλω να ισχυριστώ πως όσο βαδίζουμε προς τις εμφύλιες συγκρούσεις τόσο ατονεί και η αυστηρότητα της δικαιοσύνης, αλλά ταυτόχρονα ατονεί και η θέληση του συντεταγμένου κράτους να επιβάλει αυστηρές τιμωρίες στους υπόδικους.

Υπονοείτε ότι κατά τη διάρκεια του εμφυλίου οι ταγματασφαλίτες γίνονται συνεργάτες του κράτους;

Δεν είναι υπαινιγμός, είναι πραγματικότητα. Η δική μου όμως θέση είναι πως αυτό που πολλοί ιστορικοί ισχυρίζονται, ότι η παραπάνω διαδικασία λειτούργησε ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τους δωσίλογους, θα πρέπει να διαπιστωθεί με στοιχεία έρευνας.

Διαφορετικά, αν δεν το κάνουμε αυτό μέσα από την επιστημονική έρευνα, θα παραμείνουμε σε μια γενίκευση.

Πάντως, αν διαβάσει κανείς δικογραφίες, δικόγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις και υπομνήματα από τις δίκες δωσιλόγων, το συνηθέστερο μότο που προκύπτει είναι το εξής:

“Εγώ κατά τη διάρκεια της Κατοχής πολέμησα εναντίον του κομμουνιστικού ανατρεπτικού κινήματος για να μην υποταχθεί η χώρα

μου στη Μόσχα”.

Στη συνέχεια, η πρόταση προς το κράτος μέσω των δικαστικών λειτουργών είναι:

Εγώ κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, αν μου δώσετε τη δυνατότητα, είμαι διατεθειμένος να ξαναπάρω όπλο και να πολεμήσω τους ίδιους που πολεμούσα κατά τη διάρκεια της Κατοχής”.

Και το μότο που εμφανίζεται σε όλα τα υπομνήματα είναι το εξής:

“Εγώ έχοντας να διαλέξω μεταξύ του μικρότερου κακού επέλεξα τους Γερμανούς, γιατί αυτοί κάποιοι στιγμή θα έφευγαν από την Ελλάδα. Ενώ οι άλλοι, που πίστευα ότι είναι το μεγαλύτερο κακό γιατί θα έμεναν στη χώρα, ήλθαν μέσα από τις πράξεις τους στον εμφύλιο πόλεμο να αποδείξουν ότι οι διαπιστώσεις μου δικαιώθηκαν”.

Έτσι λοιπόν κάποια στιγμή ατονεί η διαδικασία της τιμωρίας και αρκετοί από τους δωσίλογους εξοπλίζονται και συμμετέχουν σε βοηθητικά ένοπλα τμήματα του στρατού εναντίον των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος.

Δηλαδή ουσιαστικά είχαμε ατιμωρησία, αν όχι τίποτε άλλο...

Ελάχιστοι παρέμειναν στις φυλακές, ακόμα λιγότεροι τιμωρήθηκαν παραδειγματικά, και ακόμη πιο λίγοι έως κανείς δεν τιμωρήθηκε από τη γερμανική πλευρά - εννοώ όσους δικάστηκαν από τα γερμανικά μεταπολεμικά δικαστήρια της τότε Δυτικής Γερμανίας. Γιατί μόνο δύο τρεις Γερμανοί εκτελέστηκαν, κυρίως στρατιωτικοί διοικητές της Κρήτης, οι οποίοι δικάστηκαν από ελληνικά δικαστήρια το πρώτο διάστημα μετά την απελευθέρωση.

Τα δικαστήρια της Δυτικής Γερμανίας, στηριζόμενα στα κενά του προπολεμικού δικαίου και στο γεγονός ότι το οδυνηρό αυτό παρελθόν θα έπρεπε να μην αναμοχλεύεται και να κλείσει με οποιονδήποτε τρόπο, δεν καταδίκασαν κανέναν απ’ όσους συμμετείχαν σε θηριωδίες στην Ελλάδα. Και εν τω μεταξύ η συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Δυτικής Γερμανίας στο πλαίσιο των διμερών σχέσεων τέθηκε σε διαφορετική βάση.

Και όσον αφορά το θέμα των πολεμικών αποζημιώσεων;

Η διεκδίκηση των πολεμικών αποζημιώσεων βρίσκει στην πρώτη θέση το Δίστομο και ακολουθούν τα Καλάβρυτα, το Κομμένο και ούτω καθ’ εξής. Παρ’ όλα αυτά, αν υπάρξει μια θετική εξέλιξη αναφορικά με το Δίστομο, αυτό θα ωφελήσει και τις λοιπές περιοχές.

Εδώ όμως θα πρέπει κάποιος να γνωρίζει και μετά να διεκδικεί. Γι’ αυτό στην αρχή της συζήτησής μας προέταξα την ανάγκη να υπάρξει μια συστηματική και τεκμηριωμένη καταγραφή των ανθρώπινων απωλειών κατά τη διάρκεια της Κατοχής στον ελλαδικό χώρο. Αυτό θα βοηθήσει πάρα πολύ την πολιτική ηγεσία, η οποία έχει πάρει την απόφαση να διεκδικήσει πολεμικές αποζημιώσεις, ώστε να παρουσιαστεί ως συντεταγμένο κράτος.

Αν το κράτος -ή όποιος άλλος- θέλει να υποστηρίξει τα αιτήματά του θα πρέπει να έχει στα χέρια του αδιάσειστα στοιχεία ή τουλάχιστον τεκμηριωμένους κατά προσέγγιση αριθμούς, που θα αποδεικνύουν τις καταστροφές που υποστήκαμε κατά την Κατοχή. Σε διαφορετική περίπτωση αδυνατίζουμε και τη διεκδικητική φωνή μας. Ελπίζουμε να δοθεί η δυνατότητα στους επιστήμονες ιστορικούς να συμβάλουν προς αυτή την κατεύθυνση.