ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Η εξόντωση των εβραίων της ηπειρωτικής πρωτεύουσας και ένα δικαστικό σκάνδαλο στη σύγχρονη Γερμανία

αναδημοσίευση από: http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=280366

του Σπύρου Μοσκόβου[1]

Το κοινό, εκατόν πενήντα περίπου ακροατές, παρακολουθούν με ενδιαφέρον την αποψινή ομιλία στην ιστορική αίθουσα του Πρωτοδικείου Βρέμης. Αλλά και με ανάμεικτα συναισθήματα, και ας έχουν περάσει πάνω από εξήντα χρόνια από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και ας γράφει το ημερολόγιο 24 Ιουνίου 2009.

Στο βήμα ο ομότιμος καθηγητής Ιστορίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Βρέμης Κρίστοφ Σμινκ-Γκουστάβους μιλά με θέμα: «Ανακρίσεις για το Ολοκαύτωμα: Αναφορά σε ένα δικαστικό σκάνδαλο της Βρέμης (1964-1970)». Πρόκειται για μια εκδήλωση που συνοδεύει έκθεση με τίτλο «Τι ήταν τότε δίκαιο» για τη διαστροφή του δικαίου την εποχή του ναζισμού. Ο καθηγητής παρουσιάζει λεπτομέρειες που συσχετίζουν την εξόντωση των εβραίων της Ελλάδας με τη Βρέμη και την επιβίωση ναζιστικών σταγονιδίων στη δικαιοσύνη. Εκθέτει τα πορίσματα μελέτης του που κυκλοφορεί ακόμη μόνο στα ελληνικά. Ξετυλίγει τον βίο και τα έργα του πρώην εισαγγελέα Ζίγκφριντ Χέφλερ (1909-2003), του ανθρώπου που στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα έκλεισε τον φάκελο και άρα ανέκοψε την προσαγωγή στη δικαιοσύνη δύο υπευθύνων για τον εκτοπισμό των Ελληνοεβραίων, ανάμεσά τους και των 1.725 εβραίων των Ιωαννίνων. Εκλεισε τον φάκελο, αυτό είναι το σκάνδαλο, αυτά είναι τα νέα στοιχεία που προσκομίζει ο Σμινκ-Γκουστάβους, επειδή έβλεπε με κατανόηση τους «συναυτουργούς», ήθελε να τους εκλάβει ως «απλούς συνεργούς» και να τους απαλλάξει. Γιατί; Γιατί μάλλον υπήρξε ο ίδιος «συναυτουργός» στο σκοτεινό γερμανικό παρελθόν, γιατί ο ίδιος ήθελε να τον εκλαμβάνουν ως «απλό συνεργό». Μερικά πρόσωπα στο κοινό πανιάζουν. Ο ομιλητής δεν ξέρει ακόμη ότι ανάμεσα στους νομικούς και στους φιλομαθείς κάθεται και ο γαμπρός και η εγγονή του Χέφλερ, ακόμη και η παλιά γραμματέας του στην εισαγγελία. Ο γλυκός παππούς, ο εξαίρετος νομομαθής, το επίλεκτο μέλος της κοινωνίας της Βρέμης ένας πρώην ναζί; Μια κλασική γερμανική τραγωδία. Γύρω από τον βαρύ πολυέλαιο, κάτω από τον επιβλητικό θυρεό της ιστορικής αίθου σας σαν να ψιθυρίζουν απόψε 1.725 αδικαίωτες ψυχές.

Χωρίς να λογοδοτήσουν

Ηταν στις 25 Μαρτίου 1944 όταν οι εβραίοι των Ιωαννίνων συγκεντρώθηκαν μέσα σε λίγες ώρες, επιβιβάστηκαν σε φορτηγά και μέσω Λαρίσης οδηγήθηκαν στο Αουσβιτς, όπου και εξοντώθηκαν εκτός από ελάχιστους που επέζησαν. Οι διαταγές για τον εκτοπισμό τους εκδόθηκαν από τη Γερμανική Ασφάλεια στην Αθήνα. Ο διοικητής της Βάλτερ Μπλούμε και ο στενός συνεργάτης του Φρίντριχ Λίνεμαν, πρώην γκεσταπίτης στη Βρέμη, θεωρήθηκαν ύποπτοι για το έγκλημα από τις αρμόδιες γερμανικές αρχές μετά τον πόλεμο και τη σχετική προανακριτική διαδικασία ανέλαβε με ευσυνειδησία ο εισαγγελέας της Βρέμης Χάραλντ Ράιχενμπαχ. Αλλά όταν το 1968 ολοκλήρωσε το κατηγορητήριο, αποχώρησε οικειοθελώς για επαγγελματικούς λόγους από την εισαγγελία και τότε ανέλαβε τον φάκελο ο συνάδελφός του Ζίγκφριντ Χέφλερ. Για να τον κλείσει οριστικά και αμετάκλητα το 1971 εκτιμώντας ότι οι δύο ύποπτοι για εγκλήματα δεν υπήρξαν «συναυτουργοί» της εξόντωσης των εβραίων, αλλά απλοί «συνεργοί», οι οποίοι εκτελούσαν διαταγές ανωτέρων και μάλιστα δεν ήταν «εσωτερικά πεπεισμένοι» για την ορθότητα των αναπόφευκτων διαταγών. Βάσει του γερμανικού δικαίου όμως η συνέργεια σε «ανθρωποκτονία» παραγραφόταν εντός δεκαπέντε ετών. Ετσι οι Βάλτερ και Λίνεμαν εξεμέτρησαν μάλλον κάποια στιγμή το ζην χωρίς να λογοδοτήσουν για τις ευθύνες τους για τον χαμό της ζωής των άλλων.
Το παρελθόν του νομικού

Την επομένη της αποκαλυπτικής εκδήλωσης στη Βρέμη άρχισαν οι αντεγκλήσεις στον τοπικό Τύπο και στο μεταξύ η διένεξη άρχισε να απασχολεί και τις μεγάλες γερμανικές εφημερίδες. Πρώην συνάδελφοι του Ζίγκφριντ Χέφλερ διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το πάλλευκο παρελθόν του ευυπόληπτου νομικού, δημοσιογράφοι υπενθυμίζουν τη γοργή αποκατάσταση και επανένταξη πρώην ναζί στο μεταπολεμικό δικαστικό σώμα της Γερμανίας. Και ο καθηγητής Σμινκ-Γκουστάβους, που τόσο πίκρανε ένα μέρος της κοινωνίας της Βρέμης, επισημαίνει τα κενά στα μεταπολεμικά βιογραφικά σημειώματα του πρώην εισαγγελέα, ανασύρει έγγραφα που πιστοποιούν όχι απλά ότι ο Χέφλερ ήταν μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, αλλά και ότι είχε αποσπασθεί κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Πολωνία, στο Εκτακτο Δικαστήριο του Ζέσουφ που είχε στο παθητικό του ουκ ολίγες θανατικές καταδίκες πολωνών αντιστασιακών. Σε τριάντα πέντε ολόκληρους τόμους που βρίσκονται σήμερα στα αρχεία της εισαγγελίας της Βρέμης είναι καταγεγραμμένη βήμα προς βήμα η προανακριτική διαδικασία για την υπόθεση Μπλούμε-Λίνεμαν και τον εκτοπισμό των εβραίων της Ελλάδας. Το τμήμα που αφορά το αργό αλλά σταθερό κλείσιμο της υπόθεσης από τον Χέφλερ μπορεί να διαβαστεί και ως χρονικό μιας συγκάλυψης: αργοπορίες, επιφανειακή εξέταση των υπόπτων, υποχωρήσεις σε προκλητικές απαιτήσεις τους για αναβολή των ανακρίσεων, επιλεκτική μεγαλοποίηση των ελαφρυντικών στοιχείων και υποτίμηση των επιβαρυντικών. Και ταυτόχρονα συνιστά τεκμήριο όχι μόνο της θεσμικής υπεκφυγής από τον κολασμό των ναζιστικών εγκλημάτων, αλλά και της ενσωμάτωσης των πρώην ναζί στη μεταπολεμική γερμανική κοινωνία.

Μια προσωπική ιστορία

Σε έναμέρος των στοιχείων αυτών έχει πρόσβαση το ελληνικό κοινό, καθώς έχουν περιληφθεί στο βιβλίο του Κρίστοφ Σμινκ-Γκουστάβους με τίτλο «Μνήμες Κατοχής ΙΙ. Ιταλοί και Γερμανοί στα Γιάννενα και η καταστροφή της εβραϊκής κοινότητας» που κυκλοφόρησε πρώτα στα ελληνικά το περασμένο φθινόπωρο από τις εκδόσεις Ισνάφι. Είχε προηγηθεί ο πρώτος τόμος για την καταστροφή του χωριού Αρχάγγελοι, ενώ αναμένεται και ο τρίτος για την πυρπόληση των Λυγκιάδων από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Μια επιτομή του όλου έργου αναμένεται να εκδοθεί στα γερμανικά μόλις την ερχόμενη άνοιξη από τον οίκο της Γοτίγγης Wallstein, διακεκριμένο στις μελέτες που αφορούν την ιστορία του 20ού αιώνα και το Ολοκαύτωμα. Ετσι το γερμανικό κοινό θα έρθει σε επαφή με ένα ελάχιστα γνωστό κεφάλαιο, τη δύστηνη μοίρα των εβραίων της Ελλάδας. Συχνά πίσω από την ενασχόληση γερμανών ιστορικών με την ιστορία της Κατοχής στην Ελλάδα βρίσκεται και μια προσωπική ιστορία. Πίσω από την ενασχόληση του Σμινκ-Γκουστάβους με τους εβραίους των Ιωαννίνων βρίσκεται μια συνάντηση ή μάλλον η ακύρωσή της: σε ένα σκοτεινό κατάστημα υφασμάτων γεμάτο τόπια και αράχνες στα Γιάννενα ο Γερμανός εντόπισε έναν επιζώντα του Αουσβιτς. Πήγε να τον δει και να τον ρωτήσει. Αλλά μόλις ο γέροντας εβραίος έμαθε ότι πρόκειται για Γερμανό σφάλισε τα χείλια του και έδειξε την πόρτα. Ολη η ιστορική έρευνα του Σμινκ-Γκουστάβους μπορεί να εκληφθεί ως προσπάθεια να λυθεί αυτή η σιωπή και μάλιστα στον τόπο των δραστών.



[1] Ο κ.Σπύρος Μοσκόβου είναι διευθυντής του ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle

Η «ΛΕΥΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ» ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (1945-1946)

Θεοχάρης Ραζάκος

Η Ελλάδα ’45-’46: Ο κόσμος της Εθνικοφροσύνης, η «Λευκή Τρομοκρατία» και η παλινόρθωση των προπολεμικών πολιτικών δομών[1]

Η τροπή, όμως, που, τελικά, θα πάρουν τα πράγματα θά ’ναι πολύ διαφορετική από αυτή που στις 18 Οκτώβρη υποσχόταν ο Παπανδρέου· οι επόμενοι τρεις μήνες που ακολουθούν μετά την Απελευθέρωση σημαδεύονται από μια ακολουθία γεγονότων τα οποία θα σηματοδοτήσουν την είσοδο της χώρας μεταπολεμικά σε μια περίοδο έντονων πολιτικών διαδικασιών και συγκρούσεων. Η «ανάσταση» αυτή του παλαιού πολιτικού κόσμου εγκαινιάζει την προσπάθεια του αστικού στρατοπέδου -πάντα με την αρωγή των Βρετανών- να απομονώσει και, τελικά, να περιθωριοποιήσει το ΕΑΜ-ΚΚΕ, ώστε να κατέχει και πάλι την κυρίαρχη θέση που κατείχε πριν το 1936. Η εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού, του Στρατού και των Σωμάτων Ασφαλείας από τους συνεργασθέντες με τον κατακτητή, ο εκδημοκρατισμός της χώρας και όλες οι υπόλοιπες προτεραιότητες της κυβέρνησης, όπως τις έθετε το Σύμφωνο του Λιβάνου, μένουν απλές υποσχέσεις. Αντιθέτως, την ίδια στιγμή που αυτές οι υποσχέσεις μένουν ανεκπλήρωτες, προετοιμάζεται το έδαφος για την τελική, στρατιωτική, σύγκρουση των δυνάμεων του αστικού κόσμου και των Βρετανών με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Η κατάσταση φτάνει στα άκρα, όταν οι υπουργοί του ΕΑΜ παραιτούνται από την κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας διαμαρτυρόμενοι για την υποκριτική στάση του Παπανδρέου, στις 2 Δεκέμβρη. Το ειρηνικό συλλαλητήριο που οργανώνεται από το ΕΑΜ την επόμενη μέρα με κεντρικό αίτημα την τιμωρία των δοσιλόγων χτυπιέται βάναυσα από τις δυνάμεις της Αστυνομίας, μετά από διαταγή του αρχηγού της, Άγγελου Έβερτ, και με την έγκριση των Βρετανών[2]˙ είναι η μέρα που θα ξεκινήσουν οι συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων του ΕΛΑΣ και των δυνάμεων που συγκροτούν το αστικό «μπλοκ» (Βρετανοί, Ορεινή Ταξιαρχία και διάφορες δοσιλογικές οργανώσεις, όπως η Χ του Γρίβα, κλπ), οι οποίες θα διαρκέσουν πάνω από ένα μήνα, και θα μείνουν στην ιστορία ως Δεκεμβριανά.

Τα Δεκεμβριανά λήγουν με την ήττα των δυνάμεων του ΕΛΑΣ, η οποία επισφραγίζεται από την περίφημη Συμφωνία της Βάρκιζας, που υπογράφεται στις 12 Φλεβάρη 1945 από τους εκπροσώπους του ΕΑΜ-ΚΚΕ και «την αντιπροσωπεία της ελληνικής κυβερνήσεως». Η Συμφωνία θέτει, στην ουσία, τους όρους -οι οποίοι, βέβαια, σε ορισμένα σημεία χαρακτηρίζονται από ασάφειες[3]- προκειμένου να οδηγηθεί η χώρα στην ειρήνευση μέσω της άρσης του στρατιωτικού νόμου, της αποστράτευσης του ΕΛΑΣ και της εκκαθάρισης των Σωμάτων Ασφαλείας, του Στρατού και των οργάνων της Δημόσιας Διοίκησης, και σε ομαλοποίηση της πολιτικής κατάστασης μέσω ελεύθερου δημοψηφίσματος για τον καθορισμό του πολιτειακού ζητήματος και ελεύθερες εκλογές.

Η συμφωνία, όσο αόριστα κι αν ήταν κάποια ζητήματα που έθετε, καθόριζε ένα μίνιμουμ υποχρεώσεων για την κάθε μεριά, προκειμένου να επιτευχθούν οι διακηρυγμένοι στόχοι της[4]. Ωστόσο, από την πρώτη κιόλας στιγμή και ενώ το ΕΑΜ εκπληρώνει σε μεγάλο βαθμό τις υποχρεώσεις του[5], γίνονται κατάφορες παραβιάσεις από την αντίπαλη πλευρά. Παρατηρείται μεγάλη καθυστέρηση εκ μέρους των υπηρεσιακών κυβερνήσεων στην εφαρμογή των όρων περί εκκαθάρισης των Σωμάτων Ασφαλείας, του Στρατού και των οργάνων της Δημόσιας διοίκησης με αποτέλεσμα τα δοσιλογικά στοιχεία να παραμένουν στις θέσεις τους και, αντιθέτως, να παύονται πολλοί κομμουνιστές ή δημοκρατικοί. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις αυτές, ουσιαστικά τα δύο μεγαλύτερα αστικά κόμματα (Κόμμα Φιλελευθέρων και Λαϊκό Κόμμα), δείχνουν τεράστια ανοχή στα φαινόμενα βίας και τρομοκρατίας· φτάνουν, μάλιστα, πολλές φορές στο σημείο να κατηγορούν το ΕΑΜ για προκλητικές ενέργειες αλλοιώνοντας την πραγματικότητα και αντιστρέφοντας έτσι την κατάσταση προς όφελος των παρακρατικών.

Έτσι, αμέσως μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, ξεκινά ένα μεγάλο κύμα τρομοκρατίας σε ολόκληρη την ύπαιθρο, αλλά και μέσα στις πόλεις, από παρακρατικές συμμορίες -και με την αρωγή, πολλές φορές, των κρατικών οργάνων- εναντίον κομμουνιστών αλλά και ανθρώπων που είναι απλά δημοκρατικοί πολίτες, οι οποίοι μπορεί να μην έχουν καμία σχέση με το ΕΑΜ-ΚΚΕ. Η περίοδος αυτή έχει μείνει στην ιστορία ως αυτή της «Λευκής Τρομοκρατίας», η οποία ονομάστηκε έτσι λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της. Η τρομοκρατία που ασκούν εναντίον μεγάλου μέρους του λαού οι διάφορες παρακρατικές συμμορίες, με τη συνδρομή κρατικών οργάνων, είναι το βασικό χαρακτηριστικό της περιόδου Φλεβάρης ’45-Οκτώβρης ’46. Ωστόσο, στηρίζεται σε μία άλλη μορφή Τρομοκρατίας, η οποία ασκείται σε πολιτικό επίπεδο από τους πολιτικούς εκφραστές της αστικής τάξης της χώρας, με την ανοχή των Βρετανών. Πρόκειται για τις κατάφορες παραβιάσεις που γίνονται όσον αφορά στην εφαρμογή της Συμφωνίας της Βάρκιζας εκ μέρους της επίσημης εξουσίας σε βάρος των υποστηριχτών του ΕΑΜ-ΚΚΕ και του συνόλου του δημοκρατικού κόσμου της χώρας. Οι παραβιάσεις αυτές σε όλα τα σημεία που καθόριζε η Συμφωνία αποτελούν μια ύπουλη μορφή τρομοκρατίας -με επίσημη έγκριση και υποκίνηση-, καθώς κατά την άσκησή της δε χύνεται αίμα˙ δεν ασκείται δηλαδή ανοιχτά κάποια κλασική μορφή τρομοκρατίας, που έχει να κάνει με την άσκηση σωματικής βίας, δολοφονίας, κλπ. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, η Τρομοκρατία αυτή που ασκείται σε πολιτικό επίπεδο ονομάστηκε «Λευκή». Βέβαια, μπορεί να χαρακτηρίζεται «Λευκή Τρομοκρατία» και να μη σχετίζεται με τη σωματική βία, ωστόσο η άσκησή της είναι τελικά πολύ ύπουλη και -συνεπώς- τα αποτελέσματά της ακόμη πιο σοβαρά, λόγω του ότι καθιερώνει ένα κλίμα ανοιχτών ή υποχθόνιων εκβιασμών, συνεχούς εκφοβισμού των λαϊκών μαζών και τρομοκράτησής τους ανοίγοντας, παράλληλα, το δρόμο για την ανοιχτή άσκηση τρομοκρατίας εναντίον των τελευταίων με φυσικούς αυτουργούς διάφορες παρακρατικές συμμορίες, δοσιλογικές οργανώσεις της περιόδου της Κατοχής που έμειναν ατιμώρητες, κοινούς εγκληματίες, που, χάρη στο αντιΕΑΜικό τους μένος, αξιοποιήθηκαν από παρακρατικούς και κρατικούς φορείς στην αντικομμουνιστική σταυροφορία τους, κ.ά. η ένταση, μάλιστα, της Τρομοκρατίας συνεχώς μεγεθύνεται όσο περνούν οι μήνες μετά τη Βάρκιζα, γεγονός που οφείλεται στην όλο και μεγαλύτερη αποφασιστικότητα που δείχνει ο αστικός κόσμος να αποδυναμώσει το ΕΑΜικό κίνημα. Η «Λευκή Τρομοκρατία» κορυφώνεται στις 31 Μάρτη 1946, όταν οι -ίσως πιο σημαντικές της μεταπολεμικής ιστορίας- εκλογές που πραγματοποιούνται, υπό πολύ ιδιαίτερες, συνθήκες χαρίζουν στις δυνάμεις της Εθνικοφροσύνης την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, που χρειάζονταν, προκειμένου αναδειχθούν στον κυριότερο ρυθμιστή των πολιτικών εξελίξεων στη χώρα, που θα νομιμοποιούσε με τη στάση του τη μέχρι τότε επικρατούσα κατάσταση.

Όλο αυτό το σκηνικό σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο στήνεται με πολύ προσοχή και μελετημένα από τους Βρετανούς «συμμάχους» και το σύνολο του παλαιού πολιτικού κόσμου με σκοπό την πολιτική τους επικράτηση και πάλι, μετά τις εκτροπές που επέφεραν στο αστικές πολιτικές δομές της χώρας η δικτατορία του Μεταξά και η Κατοχή. Πέρα, όμως, από την άσκηση οποιασδήποτε μορφής τρομοκρατίας, που θα μπορούσε να μειώσει τη δύναμη του νέου ισχυρού πολιτικού πόλου, του ΕΑΜ, έμενε ένας τελευταίος σκοπός του αστικού κόσμου ανεκπλήρωτος προκειμένου να επιτευχθεί αυτή η τελική του επικράτηση. Αυτός ο σκοπός έχει να κάνει με την ανάγκη ιδεολογικής συνοχής των φορέων που συγκροτούν το αστικό μπλοκ, η οποία θα χάριζε στο τελευταίο ένα ιδεολογικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα συσπειρώνονταν όλες οι ανήκουσες σ’ αυτό πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις. Μετά από πολλές προσπάθειες -με την καίρια πάντα και επίμονη συνδρομή των Άγγλων- από τον καιρό της Κατοχής ακόμη, το ιδεολογικό αυτό υπόβαθρο συγκροτείται μέσα στα πλαίσια της λεγόμενης ιδεολογίας της Εθνικοφροσύνης, βάση της οποίας αποτελεί ο ακραίος αντικομμουνισμός, που εκφράζεται -σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο- μέσω του αποκλεισμού μέρους του ενεργού πληθυσμού της Ελλάδας από το σύνολο της κοινωνίας κατατάσσοντάς το στην κατηγορία του «άλλου», του «ξένου» προς τα «εθνικά ιδανικά», του «εχθρού του Έθνους». Πρόκειται, σε τελική ανάλυση, για την ιδεολογία πάνω στην οποία θα στηριχτεί η μεταπολεμική «αναγέννηση» του αστικού κόσμου και αναβίωση των πολιτικοοικονομικών δομών της Ελλάδας, μέσω, μάλιστα, της αναγωγής της συγκεκριμένης ιδεολογίας σε επίσημη ιδεολογία του Κράτους μέχρι τουλάχιστον την πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών, το 1974.

Την εμφάνιση και ανάπτυξη της ιδεολογίας της Εθνικοφροσύνης και τις επιπτώσεις της στην πολιτική και κοινωνική ζωή του τόπου έχει σκοπό να μελετήσει η συγκεκριμένη εργασία, στο πρώτο κεφάλαιο της οποίας μελετάται η βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η σταδιακή πολιτική επικράτηση των αστικών δυνάμεων στη μεταπολεμική Ελλάδα. Αυτή η βάση δεν είναι άλλη από τις παραβιάσεις της Συμφωνίας της Βάρκιζας σε μια σειρά από νευραλγικούς τομείς του συστήματος. Πρόκειται για παραβιάσεις σε ζητήματα όπως η εκκαθάριση του Στρατού, των Σωμάτων Ασφαλείας και της Δημόσιας Διοίκησης από τα δοσιλογικά στοιχεία, η τιμωρία των συνεργασθέντων με τον κατακτητή επί Κατοχής και η υπεράσπιση των δημοκρατικών αρχών και ελευθεριών. Μέσα από τις σχετικές αναλύσεις του πρώτου κεφαλαίου γίνεται προσπάθεια να αποκαλυφθεί ο ρόλος των αστικών πολιτικών δυνάμεων και των Βρετανών ως ηθικών αυτουργών της έξαρσης της Τρομοκρατίας στη μεταβαρκιζιανή περίοδο και να αποδειχτεί πως το φαινόμενο αυτό όχι μόνο συντηρείται άλλα και αναπτύσσεται ραγδαία εξαιτίας των παραπάνω παραβιάσεων της Συμφωνίας˙ εξαιτίας δηλαδή του αντικομουνιστικού παροξυσμού του αστικού στρατοπέδου, που σταδιακά διοχετεύεται στην ελληνική κοινωνία και διαχέεται στη βάση της.

Στο δεύτερο κεφάλαιο της μελέτης γίνεται λόγος για την έξαρση του φαινομένου του αντικομμουνισμού στη βάση της ελληνικής κοινωνίας μέσω της παγίωσης ενός κλίματος ακραίας, σε ένταση και μεθοδικότητα, τρομοκράτησης μεγάλου μέρους του ελληνικού λαού. Μελετώνται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αναπτύσσει, η έντασή του που σταδιακά κλιμακώνεται και οι διάφορες μορφές που παίρνει στα αστικά κέντρα και την ύπαιθρο. Όλα αυτά τα στοιχεία συγκλίνουν στο βασικότερο χαρακτηριστικό του φαινομένου, που δεν είναι άλλο από την προσπάθεια της αστικής τάξης να συρρικνώσει, έως και να εξαφανίσει, με κάθε δυνατό τρόπο, τη δύναμη του ΕΑΜ μέσα στην ελληνική κοινωνία.

Το τρίτο κεφάλαιο αναφέρεται στη συγκρότηση της ιδεολογίας της Εθνικοφροσύνης, ως αποτέλεσμα της τεράστιας ανάγκης των πολιτικών και κοινωνικών αστικών δυνάμεων να αποκτήσει το αστικό μπλοκ ιδεολογική συνοχή. Αρχικά, μελετάμε τα βασικά χαρακτηριστικά της ιδεολογίας της Εθνικοφροσύνης, η οποία, γενικά, εισάγει στην πολιτική και κοινωνική ζωή του τόπου την πρωτοφανή γι’ αυτήν αντίληψη του αποκλεισμού μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, τους ανήκοντες στο ΕΑΜ-ΚΚΕ, τους οπαδούς και φίλους του, αλλά και γενικότερα τους δημοκρατικούς-μη μοναρχικούς πολίτες, ως «ξένου» προς αυτήν. Ουσιαστικά, βλέπουμε το πώς η «Λευκή Τρομοκρατία» αποκτά το ιδεολογικό της επιστέγασμα, μέσα από μια μακροχρόνια προσπάθεια Βρετανών και ντόπιας αστικής τάξης που έχει τις ρίζες της στην κατοχική περίοδο, το οποίο αποτελεί ένα συνονθύλευμα διαφόρων παρεμφερών ιδεολογημάτων και αντιλήψεων από το 1918 μέχρι την περίοδο εκείνη, που, όμως, δομικό τους στοιχείο είναι ο ακραίος αντικομμουνισμός. Η προσπάθεια αυτή εξετάζεται καθ’ όλη την πορεία της, από τις πρώτες δηλαδή απόπειρες για απόκτηση κοινής ιδεολογικής ταυτότητας -μεταξύ των δυνάμεων που μετέπειτα θα αποτελούσαν το εθνικόφρον στρατόπεδο- κατά την περίοδο της Κατοχής μέχρι την επιτυχία τελικά της συγκρότησης της ιδεολογίας της Εθνικοφροσύνης κατά τη μετά τη Βάρκιζα εποχή. Τέλος, βλέπουμε πώς το στοιχείο του έντονου αντικομμουνισμού παίζει τον καθοριστικότερο ρόλο για την άμβλυνση των έντονων αντιθέσεων ανάμεσα στις δύο βασικές συνιστώσες του εθνικόφρονος κόσμου, τη μοναρχική και τη λεγόμενη «δημοκρατική», και τη συστράτευσή τους στον αγώνα κατά του ΕΑΜ-ΚΚΕ, του οποίου η κορύφωση ορίζεται την 31η Μάρτη 1946, όταν, μέσα από τις εκλογές που διεξάγονται εκείνη την ημέρα, θριαμβεύουν οι Εθνικόφρονες δυνάμεις.

Τέλος, στο τέταρτο κεφάλαιο αναλύεται η στάση των εθνικοφρόνων δυνάμεων από την 31η Μάρτη 1946 και μετά, χρονικό διάστημα όπου η Εθνικοφροσύνη ανάγεται σε επίσημη ιδεολογία του Κράτους. Άμεσο αποτέλεσμα αυτού είναι η ακόμη παραπέρα -και με άκρα «επισημότητα» πλέον- εκτράχυνση της ήδη τεταμένης κατάστασης, η οποία ξεφεύγει από κάθε έλεγχο, με τις παρακρατικές συμμορίες να επιβάλλουν το νόμο τους σε ολόκληρη τη χώρα και την πλειοψηφία της πολιτικής ηγεσίας της χώρας όχι μόνο να παρακολουθεί, αλλά και να ενθαρρύνει την έξαρση του αντικομμουνισμού. Σταθμός ως προς αυτή την εξέλιξη είναι η σκανδαλώδης θέσπιση του Γ’ Ψηφίσματος «περί εκτάκτων μέτρων αφορώντων την Δημόσιαν τάξιν και ασφάλειαν», τον Ιούνη ’46, που καθίσταται από τότε -και μέχρι το 1974- άτυπα ο Νόμος του Κράτους. Με το Γ’ Ψήφισμα, ουσιαστικά, ποινικοποιείται αυτή καθεαυτή η κομμουνιστική ιδεολογία και διώκεται οποιοσδήποτε είναι ή θεωρείται υποστηριχτής της, ως «εχθρός του Έθνους», «Σλαύος», και άλλες παρόμοιες, ακραίες, κατηγορίες. Έτσι, εγκαινιάζεται ένα νέο πογκρόμ κατά των αριστερών και δημοκρατικών πολιτών της Ελλάδας, κατά το οποίο συλλαμβάνονται και καταδικάζονται με συνοπτικότατες διαδικασίες χιλιάδες πολίτες με τις ανωτέρω κατηγορίες, ακόμη και με την υποψία ότι έχουν την παραμικρή σχέση με το ΕΑΜ-ΚΚΕ. Συμπερασματικά, το Γ’ Ψήφισμα, με τις συνθήκες που διαμορφώνει στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας, αποτελεί το τελειωτικό χτύπημα ενάντια στο ΕΑΜικό κίνημα, το εφαλτήριο για την περαιτέρω όξυνση της ταξικής πάλης μέσα στην ελληνική κοινωνία και, τελικά, το προοίμιο του Εμφυλίου πολέμου που θα ξεσπάσει τον Οκτώβρη ’46.

Το πλήρες κείμενο της εργασίας εδώ:

http://194.177.192.14/index.php?lang=&op=record&type=cid&q=isMemberOfCollection-cid:9&page=3&pid=iid:3952



[1] Το παρακάτω κείμενο είναι μέρος από την εισαγωγή της εργασίας του (σελ. 9-14) Θεοχάρη Ραζάκου με τίτλο «Η “Λευκή Τρομοκρατία” στην Ελλάδα (1945-1946): Ο κόσμος της Εθνικοφροσύνης και η αντιμετώπιση του “Ερυθρού Κινδύνου”» (Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, 2008).

[2] Σε τηλεγράφημά του προς το στρατηγό Ουΐλσον, στις 2 Δεκέμβρη, ο Τσώρτσιλ κάνοντας αναφορά στο ζήτημα του αφοπλισμού των δεξιών οργανώσεων και του ΕΛΑΣ επισημαίνει ότι είναι ρίσκο να αφοπλιστούν οι δεξιές οργανώσεις, αλλά να στρατοπεδεύσουν με ευθύνη των Βρετανών, καθώς η υποστήριξή τους σ’ αυτούς, που ετοιμάζονται για ανοιχτή ένοπλη σύγκρουση, είναι πολύ σημαντική. «Θα ήταν πολύ καλύτερο αν θα μπορούσαμε να τα κάναμε όλα μόνοι μας, αλλά πρέπει να κερδίσουμε». Τηλεγράφημα υπ’ αριθ.7067, 3/212/10, 2 Δεκέμβρη 1944, Τσώρτσιλ προς στρατηγό Ουΐλσον, από το Ανδρικόπουλος Γιάννης, ό.π., σελ.242.

[3] Βλ. Παράρτημα, Η Συμφωνία της Βάρκιζας, σελ.106-108, Άρθρα 1, 3, 6 και 7.

[4] Στόχος της Συμφωνίας τίθεται «η ανάπτυξη ελευθέρου και ομαλού πολιτικού βίου, του οποίου κύριον χαρακτηριστικόν θα είναι ο σεβασμός της πολιτικής συνειδήσεως των πολιτών, η ειρηνική διαφώτισις και διάδωσις πολιτικών ιδεών και ο σεβασμός προς τας ελευθερίας, τας οποίας ο καταστατικός Χάρτης του Ατλαντικού και αι αποφάσεις της Τεχεράνης διεξήρυξαν[…]». Στο Πετρίδης Παύλος, Στη δίνη του Εμφυλίου πολέμου, σπάνια ντοκουμέντα του ΕΑΜ (1944 - 1947) (3η Έκδοση), Προσκήνιο, 1998, σελ.152.

[5] Στο ζήτημα των υποχρεώσεων του ΕΑΜ και τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ αναφέρονται πολύ συχνά και οι Βρετανοί, οι οποίοι πιστοποιούν ότι το ΕΑΜ είναι συνεπές στις υποχρεώσεις του στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας. FO 371/48259, R(;), Leeper to FO, 3 Μάρτη 1945.

H ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ...

αναδημοσίευση από: http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=162803

του Γιώργου Μαργαρίτη[1]

Η μορφή της σύγκρουσης στου Μακρυγιάννη έχει μάλλον παρεξηγηθεί από τις μεταγενέστερες περιγραφές. Ο «καταιονισμός των οβίδων πυροβολικού και όλμων που έπιπτε επί των επάλξεων των αμυνομένων εντός του στρατοπέδου» απέχει πολύ, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, από την πραγματικότητα. Πυροβολικό από την πλευρά του ΕΛΑΣ δεν υπήρχε την πρώτη αυτή ημέρα της μάχης του Μακρυγιάννη (6 Δεκεμβρίου). Ακόμη και όταν αργότερα χρησιμοποιήθηκαν δύο πυροβόλα, η τροφοδοσία τους με πυρομαχικά ήταν η ελάχιστη δυνατή και δεν επέτρεπε παρά ευκαιριακά πυρά. Οι όλμοι ήταν επίσης είδος σπάνιο στην πλευρά των πολιορκητών, όπως και τα πυρομαχικά τους. Το ίδιο συνέβαινε και με τα αυτόματα όπλα, των οποίων οι ριπές δεν μπορούσε να είναι αδιάκοπες. Την πρώτη αυτή ημέρα ο οπλισμός και των δύο αντιπάλων δεν ήταν πλήρης, ενώ σε μεγάλο βαθμό απετελείτο από ιταλικά όπλα των οποίων τα πυρομαχικά δεν μπορούσαν να ανανεωθούν απεριόριστα. Οι πολιορκημένοι είχαν περίπου 40 σφαίρες για το καθένα από τα 265 ιταλικά τυφέκια που αποτελούσαν μέρος του οπλισμού τους, ενώ οι δυνατότητες σε πυρομαχικά των πολιορκητών σίγουρα δεν υπερέβαιναν αυτό το επίπεδο.

Στη διάρκεια λοιπόν των έξι ως εννέα ωρών της πρώτης αποφασιστικής αναμέτρησης τα τυφέκια αυτά μπορούσαν να ρίξουν τέσσερις ως επτά σφαίρες την ώρα προτού εξαντληθούν πλήρως τα πυρομαχικά τους. Το ίδιο ίσχυε για τα αυτόματα ΣΤΕΝ της φρουράς, των οποίων το άμεσα διαθέσιμο απόθεμα πυρομαχικών ανερχόταν την πρώτη αυτή ημέρα σε 150 φυσίγγια για το καθένα. Αυτό σήμαινε 17 ως 25 βολές την κάθε ώρα της έντονης εμπλοκής ή, αν προτιμάτε, δέκα ως δεκαπέντε δευτερόλεπτα βολής την κάθε ώρα. Κάτι ανάλογο ισχύει για τις χειροβομβίδες, τα εκρηκτικά και τα εμπρηστικά, των οποίων οι ποσότητες, λαμβανομένων των συνθηκών, δεν ήταν απεριόριστες.

Κοντά στην Ομόνοια μία ώρα μετά την κατάπαυση του πυρός

Επικό σκαρίφημα

Στην περίπτωση που θα θέλαμε να αναπλάσουμε την εικόνα της μάχης της 6ης Δεκεμβρίου στου Μακρυγιάννη, θα πρέπει να περιορίσουμε κατά πολύ το επικό της σκαρίφημα που οι αφηγήσεις κατασκευάζουν και να σκεφθούμε με τους όρους μιας μεθοδικής αναμέτρησης σε κατοικημένο περιβάλλον Στην ουσία, πέρα από τις αιχμές των αποφασιστικών και βιαστικών μετακινήσεων και εφόδων, η αναμέτρηση έμοιαζε με μια παρτίδα σκάκι όπου οι αντίπαλοι προσπαθούσαν να μαντέψουν τις θέσεις και τις διαθέσεις των απέναντι και να προσδιορίσουν κενά και παραλείψεις που θα τους επέτρεπαν να προωθήσουν ή να σταθεροποιήσουν τις θέσεις τους. H μελέτη του πεδίου ήταν εξαιρετικά δύσκολη καθώς το μεγαλύτερο μέρος του, το εσωτερικό δηλαδή των κτιρίων, ήταν αόρατο. Σε αρκετές περιπτώσεις οι πληροφορίες από τα «μέσα», από κάποιον κάτοικο συγκεκριμένης πολυκατοικίας ή έστω συχνό επισκέπτη της, έδιναν τη λύση και επέτρεπαν τη διαμόρφωση σχεδίου. Στην αντίθετη περίπτωση, όταν η αναγνώριση έπρεπε να γίνει από τους μαχομένους την ώρα της δράσης, ο κίνδυνος και οι συνεπακόλουθες απώλειες αυξάνονταν καθώς στην κυριολεξία η κίνηση γινόταν στα τυφλά. Στον τομέα αυτόν οι αμυνόμενοι είχαν το πλεονέκτημα καθώς είχαν επιθεωρήσει προτού αρχίσει η σύγκρουση τα γύρω σπίτια και είχαν επιλέξει από αυτά τα πλέον κατάλληλα για μετατροπή τους σε οχυρά και φυλάκια. Στην άλλη πλευρά ο ΕΛΑΣ βασιζόταν αναγκαστικά σε μαρτυρίες περιοίκων ή κατοίκων των διαμερισμάτων της περιοχής. Οι πληροφορίες δεν έλειπαν, ήταν όμως δύσκολο να βρεθούν αυτοί που τις κατείχαν στον κατάλληλο τόπο την κατάλληλη ώρα. H συγχώνευση των κλιμακίων εφόδου και ο αυτοσχεδιασμός που αναγκαστικά επιβλήθηκε μετά τα πρώτα βήματα της εφόδου επέτειναν το πρόβλημα αυτό.

Οι ομάδες των μαχητών περνούσαν τον περισσότερο χρόνο περιμένοντας. Οι επιτιθέμενοι φρόντιζαν να καλυφθούν σε γωνίες, σε αυλές, σε εισόδους πολυκατοικιών ή σε κώχες των κτισμάτων ώσπου να βρεθεί ένας τρόπος να προχωρήσουν. Οταν αυτός βρισκόταν χρειαζόταν πάλι συνήθως μια χρονοβόρα προπαρασκευή. Οι ομάδες του «μηχανικού» - θα λέγαμε -, όσοι δηλαδή ήσαν επιφορτισμένοι με τη διάνοιξη εσωτερικών διόδων, έπρεπε μεθοδικά να ολοκληρώσουν τη δουλειά τους και αυτό στην περίπτωση που η δουλειά αυτή μπορούσε να γίνει με τα φτωχά μέσα που διέθεταν. Η απόπειρα διάτρησης λ.χ. ενός τοίχου από μεγάλες πέτρες τραβούσε ανεξέλεγκτα σε χρόνο ενώ ήταν πρακτικά αδύνατον να τρυπηθεί ένα τοιχίο από μπετόν. Τα τούβλα ήταν ιδανική περίπτωση για την «εσωτερική» προέλαση των επιτιθεμένων. Αντίθετα, πρόσφεραν ελάχιστη κάλυψη από τα εχθρικά πυρά και μπορούσαν να αποδειχθούν αληθινές παγίδες απέναντι στα δύο αντιαρματικά πυροβόλα που από την πρώτη στιγμή διέθεταν οι αμυνόμενοι στο στρατόπεδο.

Στα εξωτερικά φυλάκια επίσης οι χωροφύλακες και οι αξιωματικοί τους περίμεναν και αυτοί προσπαθώντας να μαντέψουν τα σχέδια που ο εχθρός απεργαζόταν σε βάρος τους. Το τελευταίο το μάθαιναν συνήθως την τελευταία στιγμή, όταν μια έκρηξη έριχνε κάτω κάποιον μεσότοιχο ή όταν από κάποιο γειτονικό μπαλκόνι, παράθυρο ή ταράτσα έρχονταν απροειδοποίητα χειρομβίδες. Οταν τα πράγματα έφθαναν στο σημείο αυτό χρειάζονταν γρήγορες κινήσεις και αντιδράσεις σε απόλυτη αντίθεση με την προηγούμενη περίοδο της απραξίας. Στο μεταξύ ο μεγαλύτερος εχθρός τους ήταν η σκέψη. Στο μεσοδιάστημα ως την εκπόνηση και την προετοιμασία των σχεδίων της εφόδου τα «χωνιά» δεν έπαυαν να μιλούν από την απέναντι όχθη, μία ή δύο πολυκατοικίες μακρύτερα δηλαδή. Σε αντίθεση με αυτά που ισχυρίζεται ο Δασκαλάκης και μερικές από τις μετέπειτα εκθέσεις των αξιωματικών του συγκροτήματος, τα «χωνιά» μάλλον δεν ανακοίνωναν την υποτιθέμενη πρόθεση των επιτιθεμένων να σφάξουν τους πάντες εντός και εκτός του στρατοπέδου. Κάτι τέτοιο θα ήταν εξαιρετικά παράλογο καθώς η παράδοση των υπερασπιστών κάθε σημείου ή φυλακίου αποτελούσε για τους επιτιθεμένους την πλέον συμφέρουσα λύση. Η δε παράδοση δύσκολα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με μοναδική δηλωμένη προοπτική τη θανάτωση.

Οι χωροφύλακες του Δεκεμβρίου

Τα «χωνιά» διαχώριζαν τους λίγους ή τους πολλούς «επίορκους» και «προδότες» αξιωματικούς από τη μάζα των απλών χωροφυλάκων που δεν «βαρύνονταν με εγκλήματα», τους οποίους και καλούσαν να παραδοθούν και να μεταβούν στα σπίτια και στις οικογένειές τους. Τα υπόλοιπα ήταν θέμα εκτίμησης και δυνατοτήτων. Ούτε η πρώτη ούτε οι δεύτερες οδηγούσαν κατ' αρχήν στη συνδιαλλαγή με τους απέναντι εχθρούς. Η Χωροφυλακή στου Μακρυγιάννη περιελάμβανε σε σημαντικό ποσοστό «πρόσφυγες» από την επαρχία, ανθρώπους δηλαδή που είχαν κάθε λόγο να αποφύγουν την κυριαρχία του ΕΑΜ και πιθανότατα την τιμωρία που το τελευταίο προόριζε γι' αυτούς. Ακόμη χειρότερη ήταν η θέση των στελεχών και των οπλιτών της Αθήνας που για πολλούς μήνες μετείχαν ενεργά στις φοβερές εκστρατείες ενάντια στις αθηναϊκές συνοικίες, στα μπλόκα, στις εκτελέσεις, στα βασανιστήρια και στους ξυλοδαρμούς. Για όλους αυτούς η προσφορά του ΕΛΑΣ «να πάνε σπίτια τους» πολύ μικρή σημασία είχε. Βρίσκονταν στου Μακρυγιάννη ακριβώς επειδή δεν μπορούσαν να πάνε στα σπίτια τους, στις συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά ή στην επαρχία. Εκεί ήταν γνωστοί και συχνά η Νέμεση τους παραμόνευε. Ταυτόχρονα το ποσοστό των αξιωματικών ήταν καταθλιπτικό στη μονάδα καθώς η σχέση ξεπερνούσε το ένα προς τέσσερα ως προς τους οπλίτες, χωρίς να υπολογιστεί μάλιστα το ποσοστό των υπαξιωματικών-ενωμοταρχών ανάμεσα στους τελευταίους. Ενας ενωμοτάρχης ασκώντας την εξουσία του πιο «προσωπικά» είχε στο γενικό κλίμα της εποχής περισσότερα ίσως να φοβηθεί από έναν ταγματάρχη. Να μην ξεχνάμε ότι οι Χωροφύλακες του Δεκεμβρίου 1944 ήσαν μικρό μόνο τμήμα της συνολικής δύναμης του σώματος στη διάρκεια της κατοχικής περιόδου. Το γεγονός ότι παρέμεναν κάτω από τις σημαίες αντί να περιμένουν ήρεμα την εξομάλυνση οφειλόταν είτε στον φανατισμό τους είτε στις πράξεις και στα έργα τους στη διάρκεια της προηγούμενης περιόδου. Τις περισσότερες φορές μάλιστα αυτά τα δύο ταυτίζονταν.

H προστασία της ζωής

Τη συνοχή στους αμυνομένους κρατούσε ο φόβος για την τύχη που τους περίμενε στην άλλη όχθη καθώς και η αίσθηση ασφάλειας που η ομάδα παρείχε. Οταν η ομάδα σταματούσε να παρέχει την προστασία της, στα απομονωμένα εξωτερικά φυλάκια του συγκροτήματος Μακρυγιάννη, όπως και στις άλλες μεμονωμένες φρουρές, η διάθεση άλλαζε προς τη μοιρολατρική αποδοχή της τύχης και την παράδοση. Η τελευταία στις τότε συνθήκες ελάχιστα πράγματα εξασφάλιζε. Το πρώτο που έχαναν οι αιχμάλωτοι χωροφύλακες και στρατιωτικοί ήταν οι στολές και η εξάρτυσή τους. Με αυτές ντύνονταν αμέσως μαχητές του ΕΛΑΣ σε τρόπο ώστε να προκαλούν σύγχυση στις γραμμές του εχθρού και ιδιαίτερα στους βρετανούς σκοπευτές του Βράχου της Ακρόπολης. Μετά την άλωση των εξωτερικών φυλακίων και τον πολλαπλασιασμό των αιχμαλώτων και των στολών που βρίσκονταν στη διάθεση του ΕΛΑΣ η διοίκηση του στρατοπέδου αποφάσισε τη χρήση περιβραχιόνιων λευκού χρώματος σε τρόπο ώστε να ξεχωρίζουν οι όμοια ντυμένοι χωροφύλακες και ελασίτες.

Για τον ΕΛΑΣ είχε ιδιαίτερη σημασία η διασφάλιση της ζωής των παραδοθέντων αντιπάλων του, όσο τουλάχιστον αυτοί βρίσκονταν κοντά στο πεδίο της μάχης. Για τον λόγο αυτόν η εκτέλεση επτά παραδοθέντων Χωροφυλάκων αμέσως μετά την παράδοσή τους από τον διοικητή του τάγματος του Πειραιά θεωρήθηκε βαθύ παράπτωμα, σχεδόν προδοσία. Μακριά από το πεδίο της μάχης, στις συνοικίες, οι σκοπιμότητες εξασθενούσαν και η τύχη των αιχμαλώτων γινόταν ολοένα και περισσότερο αβέβαιη. Ο διαχωρισμός αξιωματικών και οπλιτών ήταν απόλυτος και, ενώ για τους πρώτους οι διαδικασίες επιλογής οδηγούσαν συνήθως στην εκτέλεση, για τους δεύτερους όλες οι πιθανότητες ήσαν ανοικτές.



[1] O κ. Γιώργος Μαργαρίτης είναι καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Το παρόν είναι απόσπασμα από το βιβλίο του «Τριάντα τρεις ημέρες στην Αθήνα. H μάχη της Αθήνας τον Δεκέμβριοτου 1944», που πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Βιβλιόραμα.