Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας και ο πόλεμος

αναδημοσίευση από: http://istoriologio.blogspot.com/2011/11/blog-post_23.html

του Γιάννη Σκαλιδάκη

(δημοσιεύτηκε στον τόμο των Ε-Ιστορικών "28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 - Η Ελλάδα στη δίνη του πολέμου" τον Οκτώβριο του 2011 )

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας στάθηκε συνεπές στην πάλη του ενάντια στο φασισμό και τον πόλεμο από την αρχή της εμφάνισης του φασιστικού φαινομένου μέχρι την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου και φυσικά κατά τη διάρκεια της τριπλής κατοχής της χώρας. Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου συντάχθηκε με τη γραμμή της Κομμουνιστικής Διεθνούς για τη μετωπική δράση ενάντια στο φασισμό και σταδιακά προσάρμοσε τη γραμμή του και τη δράση του προς αυτήν την κατεύθυνση κάνοντας βασικό στοιχείο της πολιτικής του τη δημιουργία ενός παλλαϊκού μετώπου. Η έλευση της δικτατορίας Μεταξά απέβη σκληρό χτύπημα για το ΚΚΕ με αποδιοργάνωση των οργανώσεών του σε όλα τα επίπεδα, πολιτικά όμως κατάφερε να παραμείνει σε μια σωστή γραμμή υπεράσπισης της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας της χώρας, με απόληξη την κατεύθυνση που έδινε το γράμμα Ζαχαριάδη για τη στάση απέναντι στην ιταλική επίθεση, στάση που οδήγησε και στη δημιουργία του ΕΑΜ στην Κατοχή. Και αυτό παρά τις απίστευτες αντιξοότητες που προκάλεσε η διάβρωση του κόμματος από τις υπηρεσίες ασφαλείας της δικτατορίας αλλά και τις στροφές στην πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς, της οποίας τμήμα παρέμενε το ΚΚΕ, στροφές που οφείλονταν στην επιλογή της Σοβιετικής Ένωσης να συνάψει σύμφωνο μη επίθεσης με τη χιτλερική Γερμανία το καλοκαίρι του 1939. Κατά κάποιο τρόπο, η εσωτερική κρίση του ΚΚΕ και το βραχυκύκλωμα των διαύλων επικοινωνίας του με την Διεθνή το προστάτευσε πολιτικά, αν μπορούμε να το θέσουμε έτσι, από την γενικότερη κρίση που μάστισε τα κομμουνιστικά κόμματα παγκοσμίως την περίοδο 1939-1941.

Στηριγμένο στις πρότερες εκτιμήσεις της Διεθνούς εναντίον του φασισμού, που είχαν γίνει για χρόνια κτήμα των στελεχών του, το ΚΚΕ και ειδικά ο γενικός του γραμματέας Νίκος Ζαχαριάδης κατάφεραν να προσανατολιστούν σωστά στη θυελλώδη πρώτη περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και αυτό παρά τις αντιφάσεις και τις διαφορετικές αποχρώσεις στις εκτιμήσεις που έβγαιναν από τα διάφορα κατακερματισμένα καθοδηγητικά κέντρα του κόμματος. Στο κείμενο που ακολουθεί θα προσπαθήσουμε να εξιστορήσουμε την πορεία αυτή του ΚΚΕ κυρίως από τα επίσημα κείμενά του και τη στάση των καθοδηγητικών στελεχών του. Δεν θα πρέπει όμως να διαφύγει στον αναγνώστη πως πέρα από την «επίσημη» αυτή ιστορία, υπήρχε η ζωντανή ιστορία των αγώνων και θυσιών των μελών και οπαδών του κόμματος που κράτησαν ψηλά τη σημαία της αντίστασης στο φασισμό και στην εγχώρια εκδοχή του δικτατορικού καθεστώτος Μεταξά-Γεωργίου Β΄, συνέπλευσαν και στήριξαν το λαϊκό αίσθημα απόκρουσης της επίθεσης του ιταλικού φασισμού και εντέλει πρωτοστάτησαν στη δημιουργία του μεγαλειώδους κινήματος Αντίστασης ενάντια στην κατοχή της χώρας από τον Άξονα.

Η πολιτική του ΚΚΕ στο μεσοπόλεμο ενάντια στο φασισμό και τον πόλεμο

Το ξετύλιγμα του μίτου της μετωπικής πολιτικής του ΚΚΕ ξεκινά από την 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1934. Σε αυτήν πήραν μέρος, εκτός από τον Νίκο Ζαχαριάδη, και οι σημαντικότεροι πρωταγωνιστές του μετέπειτα εαμικού εγχειρήματος, μεταξύ άλλων οι Γιάννης Ζέβγος, Γιάννης Ιωαννίδης, Μήτσος Παρτσαλίδης, Μιλτιάδης Πορφυρογένης, Πέτρος Ρούσος, Γιώργης Σιάντος, Χρύσα Χατζηβασιλείου. Το σώμα αυτό έμεινε γνωστό για την ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας και τον καθορισμό του χαρακτήρα της επικείμενης επανάστασης στην Ελλάδα ως «αστικοδημοκρατικού χαραχτήρα με τάσεις γρήγορης μετατροπής σε προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση». Έμπαινε δε ως καθήκον της πολιτικής δράσης του κόμματος η πάλη ενάντια στο φασισμό και τον πόλεμο[1].

Ο Χίτλερ βρισκόταν ήδη στην εξουσία από τις αρχές του 1933 και ο φασισμός σε άνοδο στην Ευρώπη, όταν προσδιορίστηκε ως «ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία των πιο σωβινιστικών, πιο αντιδραστικών και πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου» από την 13η Ολομέλεια της Κομμουνιστικής Διεθνούς το φθινόπωρο του 1933. Στο 14ο συνέδριο του ΚΚΣΕ τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο 1934 επισημάνθηκε ο κίνδυνος για την ειρήνη από την άνοδο του φασισμού ενώ στις αρχές Φεβρουαρίου μαζικές συγκρούσεις έλαβαν χώρα σε Παρίσι και Βιέννη ανάμεσα σε σοσιαλιστές και κομμουνιστές εργάτες ενάντια στις προσπάθειες φασιστικού πραξικοπήματος και στις δυνάμεις του Ντόλφους αντίστοιχα[2].

Μέσα σε αυτό το κλίμα πραγματοποιήθηκε η 6η Ολομέλεια του ΚΚΕ. Το ΚΚΕ βαθμιαία και με αντιφάσεις θα προσπαθήσει να εφαρμόσει στην πράξη τακτικές μετωπικής πολιτικής, που αρχικά θα έρθουν σε αντίθεση με τη στρατηγική του, που παρέμενε η εργατοαγροτική επανάσταση στην Ελλάδα και η δημιουργία εργατοαγροτικής κυβέρνησης, σύμφωνα με το σύνθημα του 5ου συνεδρίου του ΚΚΕ που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 1934[3]. Η πορεία προς τον φασισμό στην Ελλάδα και η ανάγκη οργάνωσης ενιαίου αντιφασιστικού μετώπου τονίζονταν στις αποφάσεις του συνεδρίου[4]. Η τακτική του ενιαίου μετώπου έπρεπε να γίνει «από τα κάτω», μέσα στα συνδικάτα και με τη διάλυση «της μαζικής βάσης του σοσιαλφασισμού»[5]. Μέσα στο πλαίσιο αυτό μπορεί να ερμηνευτεί και η καθαρή αλλαγή της θέσης του ΚΚΕ όσον αφορά τα εθνικά ζητήματα, κυρίως με την εγκατάλειψη του συνθήματος περί ανεξάρτητης Μακεδονίας και την προβολή της θέσης για εθνική ισοτιμία των μειονοτήτων. Το εθνικό ζήτημα θα γινόταν έκτοτε βασική παράμετρος της πολιτικής του ΚΚΕ μέσα από την προβολή της εθνικής ανεξαρτησίας. Ο δε Νίκος Ζαχαριάδης στις Θέσεις του για την ιστορία του ΚΚΕ, το 1939, δεν θα διστάσει να κάνει λόγο για την ανάγκη Εθνικού Μετώπου.

Το ΚΚΕ, έχοντας υπόψη του και το σύμφωνο ενότητας δράσης του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας με το Σοσιαλιστικό Κόμμα Γαλλίας που υπογράφηκε τον Ιούλιο του 1934, άρχισε σταδιακά να αλλάζει τη ρητορική του που μέχρι τότε καθοριζόταν από την αντιπαράθεση με τη σοσιαλδημοκρατία («σοσιαλφασισμός») και τις μεταρρυθμιστικές συνδικαλιστικές ηγεσίες. Ήδη, πριν το 7ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, η Εκτελεστική της Επιτροπή είχε επικροτήσει την πολιτική του ΚΚ Γαλλίας και προσανατόλιζε τα κομμουνιστικά κόμματα προς μια διεύρυνση της πολιτικής του ενιαίου μετώπου. Μια αρχική συμφωνία ανάμεσα στο ΚΚΕ (Μ. Τατασόπουλος), το Αγροτικό Κόμμα (Α. Τανούλας, Α. Βογιατζής, Ε. Παγούρας), το Σοσιαλιστικό Κόμμα (Στρ. Σωμερίτης), το Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (Γ. Πυρπασόπουλος), τη ΓΣΕΕ (Ι. Καλομοίρης), την Ενωτική ΓΣΕΕ (Γ. Σιάντος) και τα Ανεξάρτητα Εργατικά Συνδικάτα (Γ. Λάσκαρης) επιτεύχθηκε στις 5 Οκτωβρίου 1934. Προέβλεπε δε κοινό αγώνα μέσω κοινών συγκεντρώσεων ενάντια σε κάθε φασιστικό πραξικόπημα, αλληλοβοήθεια μεταξύ των μελών τους σε περίπτωση φασιστικής επίθεσης αλλά και την προετοιμασία μιας γενικής απεργίας.

Την 1η Μαρτίου 1935 θα εκδηλωθεί το στρατιωτικό πραξικόπημα Πλαστήρα. Το ΚΚΕ, που είχε καταγγείλει το πραξικόπημα μέσω του Ριζοσπάστη, με απόφαση της 3ης Ολομέλειας στις 23 Μαρτίου, επέμενε στην αναγκαιότητα του ενιαίου αντιφασιστικού μετώπου αλλά κατήγγειλε τους μέχρι τότε συμμάχους του ότι υποστήριξαν άλλοι το κίνημα Πλαστήρα και άλλοι τη «φασιστική τριανδρία Κονδύλη, Μεταξά, Δουσμάνη»[6]. Μετά την κατάπνιξη του κινήματος, η κυβέρνηση των Λαϊκών προέβη σε μεγάλης έκτασης διώξεις που περιλάμβαναν τα μέλη και στελέχη του ΚΚΕ καθώς και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Μέσα σε αυτό το κλίμα, το ΚΚΕ περιχαρακώθηκε και πάλι. Ενόψει των εκλογών της 9ης Ιουνίου 1935, προέβαλε το «Ενιαίο Μέτωπο Εργατών και Αγροτών» (ΕΜΕΑ) με σύνθημα όμως τη «Σοβιετική Ελλάδα» και απέρριψε αυτή τη φορά το ίδιο προτάσεις προεκλογικής συνεργασίας τόσο από τον Κώστα Γαβριηλίδη του ΑΚΕ όσο και από τον Γεώργιο Παπανδρέου[7]. Στις εκλογές αυτές, από τις οποίες απείχαν τα βενιζελικά και δημοκρατικά κόμματα, το ΕΜΕΑ πήρε 98.699 ψήφους (9,59%) αλλά λόγω εκλογικού συστήματος δεν εξέλεξε βουλευτές.

Μετά τις εκλογές αυτές, το ΚΚΕ έθεσε το ζήτημα δημιουργίας αντιφασιστικού-δημοκρατικού συνασπισμού. Η Κεντρική Επιτροπή στη σχετική απόφαση ανέφερε πως «το Κόμμα πρέπει θαρραλέα να προχωρήσει στην πραγματοποίηση [του συνασπισμού] χτυπώντας κάθε σεχταρισμό που στο όνομα της “αριστερής” αδιαλλαξίας και με πρόσχημα της προφύλαξης του Κόμματος από τον οπορτουνισμό το εμποδίζει να σταθεί η πρωτόβουλη και ηγεμόνα δύναμη στην αντιφασιστική-δημοκρατική συγκέντρωση των δυνάμεων του λαού»[8]. Στις 5 Ιουλίου με ανοιχτό γράμμα προς τις συνδικαλιστικές ομοσπονδίες, το Σοσιαλιστικό και το Αγροτικό Κόμμα, άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις και επιτροπές, το ΚΚΕ ζήτησε την άμεση συγκρότηση πανελλαδικού Δημοκρατικού Συνασπισμού ενάντια στον φασισμό και τη μοναρχική παλινόρθωση[9].

Το έβδομο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς

Το έβδομο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς πραγματοποιήθηκε στη Μόσχα από τις 25 Ιουλίου έως τις 21 Αυγούστου 1935 με 510 αντιπροσώπους, 371 με αποφασιστική ψήφο και 139 με συμβουλευτική ψήφο[10]. Η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ αποτελέστηκε από τους Στυλιανό Σκλάβαινα (επικεφαλής), Γιάννη Ιωαννίδη, Γιάννη Μιχαηλίδη, Μιχάλη Τυρίμο, Μιχάλη Σινάκο, Δημήτρη Σακαρέλο, Νίκο Πλουμπίδη και Ανδρέα Τσίπα[11]. Το συνέδριο αυτό ασχολήθηκε με το φαινόμενο του φασισμού και έδωσε την κλασική διατύπωση για τη φύση του:

Ο φασισμός είναι η ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών, των πιο σοβινιστικών και των πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου […] Ο γερμανικός φασισμός παρουσιάζεται σαν η πολεμική γροθιά της διεθνούς αντεπανάστασης, σαν ο κύριος εμπρηστής του ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Το Συνέδριο προώθησε τη δημιουργία Λαϊκών Αντιφασιστικών Μετώπων, που ήταν πιθανό σε ορισμένες χώρες να φτάσουν στην εξουσία. Αναπτύχθηκε η αντίληψη της «αμοιβαίας σχέσης της πάλης υπέρ της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού» και γινόταν η εκτίμηση ότι η επαναστατική διαδικασία στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες δεν θα προχωρούσε με άμεση σοσιαλιστική επανάσταση αλλά μέσω του σταδίου της αντιφασιστικής πανδημοκρατικής πάλης[12].

Όσον αφορά τον πόλεμο, τονίστηκε ότι αυτός από τον χαρακτήρα του θα ήταν ιμπεριαλιστικός και λόγω της ύπαρξης της Σοβιετικής Ένωσης θα μετατρεπόταν σε αντεπαναστατικό, αντισοβιετικό πόλεμο:

Για κανένα δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι ο ετοιμαζόμενος πόλεμος ακόμα και αν αρχίσει σαν πόλεμος μεταξύ δύο ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, είτε σαν πόλεμος κάποιας μεγάλης δύναμης εναντίον μιας μικρής χώρας, αναπότρεπτα θα έχει την τάση να οδηγηθεί και αναπότρεπτα θα εξελιχθεί σε πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης[13].

Η ανάλυση της κατάστασης στην Ευρώπη καθόριζε την τακτική του κομμουνιστικού κινήματος και, όπως σημείωνε ο Αλέκος Παπαπαναγιώτου, για τις μικρές χώρες αλλά και υπό ορισμένες συνθήκες και για μεγάλες δυνάμεις όπως η Γαλλία, «το καθήκον της υπεράσπισης της εθνικής ανεξαρτησίας ενάντια στη φασιστική επιδρομή προτάσσεται του καθήκοντος της χρησιμοποίησης της πολεμικής κρίσης για την πραγματοποίηση της προλεταριακής επανάστασης». Όπως το διατύπωνε η Διεθνής:

Συγκεντρώνουμε τα πυρά μας ενάντια στο γερμανικό φασισμό που αποτελεί τον κύριο εμπρηστή του πολέμου στην Ευρώπη. Προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε όλες τις διαφορές που υπάρχουν στις θέσεις ορισμένων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Οφείλουμε να τις χρησιμοποιήσουμε έντεχνα προς το συμφέρον της ειρήνης, χωρίς να ξεχνούμε ούτε λεπτό την αναγκαιότητα να κατευθύνουμε το χτύπημα ενάντια στον εχθρό στη δική μας χώρα, ενάντια στο «δικό μας» ιμπεριαλισμό[14].

Οι προσπάθειες για Παλλαϊκό Μέτωπο

Μετά την ολοκλήρωση του 7ου συνεδρίου της Διεθνούς, συνήλθε η 4η ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ στις 27 και 28 Σεπτεμβρίου 1935. Το σώμα αυτό ενέκρινε τις θέσεις του 7ου συνεδρίου και προσάρμοσε τις θέσεις του όσον αφορά την αντιμετώπιση του φασισμού. Προκρίθηκε η αποκατάσταση του ενιαίου μετώπου όλων των πολιτικών και συνδικαλιστικών εργατικών οργανώσεων. Το φασισμό και τη μοναρχία θα απέτρεπε η δημιουργία ενός παλλαϊκού μετώπου «της ελευθερίας και δημοκρατίας», στο οποίο χωρούσαν πλέον όχι μόνο τα σοσιαλιστικά και αγροτικά κόμματα και οργανώσεις αλλά και όλα τα άλλα κόμματα, όπως οι Φιλελεύθεροι, που αναφέρονται συγκεκριμένα, σε μια «ελάχιστη δημοκρατική-αντιφασιστική βάση». Το ΚΚΕ θα υποστήριζε μια δημοκρατική-αντιφασιστική κυβέρνηση στην ελάχιστη βάση της αποκατάστασης όλων των λαϊκών δημοκρατικών ελευθεριών, του χτυπήματος του φασισμού και μοναρχισμού, της γενικής αμνηστίας και της προκήρυξης ελεύθερων εκλογών με αναλογική[15].

Όσον αφορά το ζήτημα της φασιστικής απειλής, το ΚΚΕ διακήρυττε πως «μπροστά στον άμεσο κίνδυνο φασιστικής ιταλικής επιδρομής, είτε άλλης μεγαλοϊμπεριαλιστικής (λ.χ. από την πλευρά της χιτλερικής Γερμανίας), απειλής κατά της εθνικής ακεραιότητας και ανεξαρτησίας, θέτει σαν υπέρτατο καθήκον του την υπεράσπιση της εθνικής ελευθερίας και θα παλέψει με όλες του τις δυνάμεις, για να κατακτήσει αυτό την ηγεμονία της πάλης […]. Το ΚΚΕ στον αγώνα αυτόν θα συνεργαστεί με όλες τις οργανώσεις και κόμματα, που θα παλαίψουν πραγματικά για την εθνική ακεραιότητα και ανεξαρτησία»[16].

Πράγματι, το ΚΚΕ απευθύνθηκε σε όλα τα δημοκρατικά κόμματα πριν το δημοψήφισμα-παρωδία του Κονδύλη προτείνοντας τη μεταξύ τους συνεννόηση και τη συγκρότηση κοινής πανελλαδικής επιτροπής αγώνα[17]. Μάλιστα, μετά και τις εξελίξεις του Σεπτεμβρίου οπότε η χώρα κυβερνιόταν ουσιαστικά δικτατορικά από τον Κονδύλη με παραμερισμό του πρωθυπουργού Τσαλδάρη και η παλινόρθωση φαινόταν να είναι επί θύραις, οι αρχηγοί των δημοκρατικών κομμάτων αποφάσισαν να προχωρήσουν σε αντιμοναρχικό μέτωπο με τον τίτλο Πανδημοκρατική Ένωση. Ωστόσο τα γεγονότα πρόλαβαν το υπό σχηματισμό μέτωπο αυτό καθώς στις 10 Οκτωβρίου ο Τσαλδάρης ανατράπηκε και σχηματίστηκε κυβέρνηση Κονδύλη με πραξικοπηματική κατάργηση της Δημοκρατίας, επαναφορά του Συντάγματος του 1911 και προκήρυξη δημοψηφίσματος για την παλινόρθωση στις 3 Νοεμβρίου[18].

Τις εξελίξεις στον ευρύτερο δημοκρατικό χώρο ερμήνευε από τη σκοπιά του ο «αντιβασιλιάς» Κονδύλης στο όνομα του «βενιζελοκομμουνισμού», προχωρώντας σε ευρείας κλίμακας καταστολή με διώξεις και εκτοπίσεις, εκβιάζοντας την αποχή των δημοκρατικών κομμάτων από το δημοψήφισμα της 3ης Νοεμβρίου, το οποίο με εξόφθαλμη νοθεία επανέφερε το Γεώργιο με ποσοστό 98%[19]. Στο ενδιάμεσο διάστημα όμως προχώρησαν οι μετωπικές πολιτικές του ΚΚΕ που δεν απέτρεψαν μεν την παλινόρθωση αλλά το έφεραν πιο κοντά πολιτικά με τα αστικά δημοκρατικά κόμματα διαμορφώνοντας και τα όρια που θα καθορίσουν και τις πολιτικές συνεργασίες που θα αποτυπωθούν στην Κατοχή με το ΕΑΜ και την ΠΕΕΑ. Το ΚΚΕ πρότεινε τη δημιουργία αντιδικτατορικού μετώπου που θα συμπεριλάμβανε και το τμήμα του Λαϊκού Κόμματος που ακολουθούσε τον Τσαλδάρη και τους 22 βουλευτές του που τάσσονταν κατά της μοναρχίας. Έγιναν διαπραγματεύσεις με το Φιλελεύθερο και το Προοδευτικό Κόμμα και σχηματίστηκε συντονιστική επιτροπή με τη συμμετοχή του Καφαντάρη για το Προοδευτικό Κόμμα και του Ν. Ασκούτση, που θα στελεχώσει αργότερα την ΠΕΕΑ, για τους Φιλελεύθερους. Συμμετείχαν επίσης ο Γ. Παπανδρέου και ο Παπαναστασίου καθώς και το Σοσιαλιστικό Κόμμα και τα δύο Αγροτικά Κόμματα (Τανούλα-Βογιατζή και Σοφιανόπουλου-Γαβριηλίδη)[20]. Το ΚΚΕ, κατά την εφαρμογή της πολιτικής αυτής, είχε να αντιμετωπίσει τις συνεχείς υπαναχωρήσεις των συμμάχων του, ειδικά εκείνων από το χώρο των Φιλελευθέρων που όψιμα είχαν αποκτήσει επικοινωνία με το ΚΚΕ. Αυτοί δέχονταν και τις πιο έντονες πιέσεις από τον υπόλοιπο αστικό κόσμο που έπαιζαν το χαρτί του αντικομμουνισμού. Με βάση αυτή τη ρητορική, η συνεργασία με το ΚΚΕ ήταν εθνική προδοσία, «βενιζελοκομμουνιστική συνομωσία».

Το ΚΚΕ επέμεινε στη νέα γραμμή του, την οποία επαναβεβαίωσε και στο 6ο Συνέδριο του που έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του 1935. Στο συνέδριο αυτό τονιζόταν ο άμεσος κίνδυνος του πολέμου που απειλούσε την Ελλάδα, κυρίως από την Ιταλία και τονιζόταν πως:

Το Κόμμα μας αν και πιστεύει ότι μια τελική εξάλειψη κάθε κινδύνου πολέμου μπορεί να γίνει μόνο με τη συντριβή της εξουσίας του κεφαλαίου, που αποτελεί την πηγή των πολέμων, εν τούτοις πάνω στη βάση της πάλης για την ειρήνη και την υπεράσπιση της χώρας από κάθε ιμπεριαλιστική επέμβαση και κατάχτηση, πρωτοστατεί στην πραγματοποίηση ενιαίου μετώπου με όλα τα κόμματα και οργανώσεις που δέχονται τη βάση της πάλης αυτής[21].

Λίγες ημέρες πριν την κήρυξη της δικτατορίας Μεταξά, στις 22 Ιουλίου 1936 υπογράφηκε συμφωνητικό για τη δημιουργία Λαϊκού Μετώπου πάλης εναντίον του φασισμού, για την υπεράσπιση και ανάπτυξη της δημοκρατίας, ανάμεσα στο ΚΚΕ και στο Αγροτικό Κόμμα υπό τον Ιωάννη Σοφιανόπουλο[22]. Η δικτατορία Μεταξά θα ανέκοπτε βίαια την πολιτική ζωή και θα καταδίωκε ιδιαίτερα τον προοδευτικό χώρο και ειδικά τους κομμουνιστές. Οι μετέπειτα συναγωνιστές στο ΕΑΜ θα συνευρίσκονταν πλέον στις εξορίες και τις φυλακές μέχρι την κήρυξη του πολέμου.

Η δικτατορία Μεταξά και η πρόσληψη του πολέμου από το ΚΚΕ

Η δικτατορία Μεταξά προέβη σε πρωτοφανείς, ακόμα και για την Ελλάδα του μεσοπολέμου, πολιτικές διώξεις που εκτείνονταν σε όλο το πολιτικό φάσμα. Την τιμητική του είχε φυσικά το ΚΚΕ. Με τις διαβόητες μεθόδους του Μανιαδάκη, – φυλακές και εξορίες, ψυχολογικά και σωματικά βασανιστήρια, ρετσινόλαδο και πάγος– εξαπολύθηκε ένα πογκρόμ όχι μόνο ενάντια στα στελέχη και τα μέλη του κόμματος με τις οικογένειες τους αλλά και στους οπαδούς, φίλους και συμπαθούντες. Το περίφημο εύρημα του πολυμήχανου υπουργού Ασφαλείας ήταν οι δηλώσεις μετανοίας, με τις οποίες προσδοκούσε να διαλύσει τον οργανωτικό ιστό του ΚΚΕ και να εξευτελίσει τα θύματά του. Ο υπερβάλλων ζήλος βέβαια των οργάνων του καθεστώτος οδήγησε σε μια βιομηχανία δηλώσεων, που παρουσίαζε ένα ΚΚΕ στελεχωμένο με δεκάδες χιλιάδες μέλη, πράγμα που δεν ήταν στις αρχικές επιδιώξεις του εμπνευστή τους. Το αποτέλεσμα πάντως ήταν μια πραγματική λαίλαπα για το ΚΚΕ με το σύνολο σχεδόν των στελεχών του στα χέρια της δικτατορίας. Η καρδιά του κόμματος θα χτύπαγε πλέον στην Ακροναυπλία, στον Άη Στράτη, στις φυλακές και τους υπόλοιπους τόπους εξορίας.

Ως τον Νοέμβριο του 1936 είχαν συλληφθεί πάνω από 1.000 μέλη και στελέχη και ανάμεσά τους ο Νίκος Ζαχαριάδης, ο Γιώργος Σιάντος (που θα δραπετεύσει και θα ξανασυλληφθεί), ο Γιάννης Ιωαννίδης, ο Κώστας Θέος. Άλλα στελέχη που κατόρθωσαν να διαφύγουν, συνελήφθησαν τον Απρίλιο του 1938 –ο Μήτσος Παρτσαλίδης, ο Βασίλης Νεφελούδης, ο Στυλιανός Σκλάβαινας και άλλα 80 μέλη και στελέχη, ανάμεσά τους και ο γραμματέας της ΟΚΝΕ Χρήστος Μαλτέζος που θα πεθάνει από τα βασανιστήρια στη φυλακή της Κέρκυρας. Με το τελευταίο αυτό χτύπημα άρχισε και η πλήρης αποδιοργάνωση του ανώτερου επιπέδου του κόμματος που θα καταλήξει σε δύο διαφορετικές καθοδηγήσεις με διαφορετικές γραμμές σκορπίζοντας σύγχυση στη βάση. Από την καθοδήγηση που απέμεινε και αποτελούνταν από ένα μόνο μέλος του Πολιτικού Γραφείου, τον Σιάντο και τρία μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, τους Νίκο Πλουμπίδη, Γρηγόρη Σκαφίδα και Δημήτρη Παπαγιάννη, θα συλληφθούν επίσης όλοι εκτός από τον τελευταίο, ο Πλουμπίδης τον Μάιο και οι Σιάντος-Σκαφίδας τον Νοέμβριο του 1939. Οι εποχές όμως είχαν αλλάξει επίσης. Στις 23 Αυγούστου 1939 είχε υπογραφεί το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης και την 1η Σεπτεμβρίου είχε ξεκινήσει ο πόλεμος στην Ευρώπη με την εισβολή των Γερμανών στην Πολωνία.

Μέσα στη δικτατορία πραγματοποιήθηκαν τρεις ολομέλειες της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, η 3η τον Φεβρουάριο του 1937, η 4η τον Αύγουστο του 1937 και η 5η τον Φεβρουάριο του 1939. Ανάμεσα στα σώματα αυτά και ειδικά ανάμεσα στα δύο πρώτα και στο τρίτο η πορεία προς τον πόλεμο ήταν ραγδαία στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Τον Μάρτιο του 1938 θα πραγματοποιηθεί η βίαιη προσάρτηση της Αυστρίας στη ναζιστική Γερμανία ενώ τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους θα υπογραφεί η Συμφωνία του Μονάχου ανάμεσα στη Γερμανία και τις Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία, με την οποία οι δεύτερες έδιναν τη συγκατάθεσή τους για την κατάληψη μέρους της Τσεχοσλοβακίας από τον Χίτλερ. Τον Φεβρουάριο του 1939 οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας θα αναγνωρίσουν το φασιστικό καθεστώς του Φράνκο και θα διακόψουν τις διπλωματικές τους σχέσεις με τη δημοκρατική κυβέρνηση της Ισπανίας.

Από την εγκαθίδρυση της δικτατορίας Μεταξά, το ΚΚΕ συμπέραινε πως η Ελλάδα είχε προσδεθεί στο άρμα του γερμανικού φασισμού. Η 3η Ολομέλεια ανέφερε πως η δικτατορία είχε μετατρέψει τη χώρα σε στρατηγικό στήριγμα του φασισμού και είχε αναλάβει να παίξει το ρόλο του χιτλερικού χωροφύλακα στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο[23]. Προέτασσε δε την ανάγκη συγκρότησης Λαϊκού Μετώπου για το διώξιμο της δικτατορίας Μεταξά και πρότεινε το σχηματισμό προσωρινής αντιδικτατορικής κυβέρνησης για την αποκατάσταση των λαϊκών ελευθεριών και τη διενέργεια ελεύθερων εκλογών. Λίγους μήνες μετά, η 4η Ολομέλεια ήταν στην ίδια γραμμή αλλά σε αυτήν έμπαινε πιο επιτακτικά το πρόβλημα του πολέμου. Το διώξιμο του Μεταξά και η αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας ήταν επίσης «εγγύηση για την ακεραιότητα και ανεξαρτησία της Ελλάδας». Όπως σημειώνει ο Θανάσης Χατζής, οι αναλύσεις της εποχής επηρεασμένες από το εξωτερικό τυπικό της δικτατορίας και τις οικονομικές σχέσεις του καθεστώτος με τη Γερμανία, τοποθετούσαν μονόπλευρα τον Μεταξά στο πλευρό του Χίτλερ και του Μουσολίνι παραβλέποντας τις σχέσεις με τον βρετανικό παράγοντα[24]. Πράγματι στο Μανιφέστο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ μετά την 4η Ολομέλεια αναλυόταν με τον τρόπο αυτό η στάση «ουδετερότητας» που διατυμπάνιζε το καθεστώς Μεταξα:

Πρέπει να πάσχει κανείς από αθεράπευτη πολιτκή μυωπία είτε από πλήρη άγνοια των πραγματικών γεγονότων για να μη δει το ξεπούλημα και το οριστικό δέσιμο της Ελλάδας στον άξονα Βερολίνου-Ρώμης και το γκρεμό όπου σέρνεται με μαθηματική ακρίβεια ο τόπος. Οι διαβεβαιώσεις του Μεταξά ότι η Ελλάδα δεν απομακρύνεται απ’ τις πατροπαράδοτες φιλίες της, έχουν τόση αξία, όση αξία είχαν και οι δηλώσεις του ότι δε θα παρεκλίνει απ’ τον κοινοβουλευτισμό στις παραμονές του πραξικοπήματός του κατά της λαϊκής κυριαρχίας. Ούτε η πολιτική της ουδετερότητας που ετοιμάζεται να λανσάρει η δικτατορία είναι δυνατό ν’ απατήσει κανένα. Κάτω από τη μάσκα της “ουδετερότητας” κρύβεται η ίδια χιτλερομουσσολινική πολιτική του Μεταξά, που σήμερα ακόμα δεν τολμάει ανοιχτά να εκδηλωθεί κατά της Αγγλίας και της Γαλλίας[25].

Όταν συνήλθε η 5η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος, τον Φεβρουάριο του 1939, η απειλή του πολέμου ήταν πολύ πιο άμεση. Στην απόφαση της Ολομέλειας καταδικαζόταν η Συμφωνία του Μονάχου, ότι «εκφράζει τη θέληση του μεγάλου αγγλογαλλλικού κεφαλαίου να συμβιβαστεί με το φασιστικό άξονα αφίνοντας σ’ αυτόν ελεύθερο πεδίο δράσης σε βάρος των μικρών κρατών και της Σοβιετικής Ένωσης». Μπροστά στη γενικευμένη απειλή του παγκοσμίου πολέμου, το ΚΚΕ διακήρυττε πως αγωνιζόταν για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας της χώρας. Έβαζε όμως μια παράμετρο, που θα προκαλούσε την αντίδραση της Κομμουνιστικής Διεθνούς –διακήρυττε πως ο μεγαλύτερος εχθρός της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της χώρας βρισκόταν στην Αθήνα και ήταν η «μοναρχοφασιστική δικτατορία»[26].

Ο άμεσος όμως κίνδυνος του πολέμου που έγινε χειροπιαστός με την εισβολή της Ιταλίας στην Αλβανία τον Απρίλιο του 1939 έκανε πιο επιτακτική την ανάγκη του ΚΚΕ για συγκεκριμένες θέσεις και έδειξε τα κενά στα συμπεράσματα της 5ης Ολομέλειας. Στις 10 Απριλίου, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ εξέδωσε προκήρυξη προς τον ελληνικό λαό και το στρατό. Σε αυτήν τονιζόταν πως η ανεξαρτησία και η ακεραιότητα της χώρας κινδύνευαν άμεσα, αλλά επέμενε πως ο μεγαλύτερος εχθρός ήταν η «βασιλομεταξική δικτατορία» και καλούσε τους εφέδρους να χρησιμοποιήσουν τα όπλα τους εναντίον της. Ο Σιάντος στην 2η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ τον Δεκέμβριο του 1942 αποκάλυψε πως ο Ζαχαριάδης είχε στείλει μήνυμα από τις φυλακές της Κέρκυρας στην καθοδήγηση του κόμματος παρατηρώντας πως για την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας το ΚΚΕ μπορούσε να συμπράξει και με αυτόν ακόμα τον Μεταξά ζητώντας ορισμένες προϋποθέσεις (λαϊκές ελευθερίες) που θα βοηθούσαν στην ενότητα και μαχητικότητα του λαού. Αλλά, σύμφωνα με ένα άλλο μέλος του Πολιτικού Γραφείου, τον Δημήτρη Παπαγιάννη, και ο ίδιος ο Σιάντος, πριν την υπόδειξη του Ζαχαριάδη και τις οδηγίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που θα δούμε παρακάτω, είχε αποφασίσει πως έπρεπε να αλλάξει η γραμμή του κόμματος. Όπως παρατήρησε ο Αλέκος Παπαπαναγιώτου, αυτήν την αντίληψη ανέπτυξε περαιτέρω ο Ζαχαριάδης στις «Θέσεις για την ιστορία του ΚΚΕ» που συνέταξε τον Ιούνιο του 1939, στον πρόλογο των οποίων ανέφερε:

Ο φασισμός είναι άμεσος εχθρός μας εξωτερικά, γιατί απειλεί την ακεραιότητα και ανεξαρτησία, και εσωτερικά, γιατί μας θέλει είλωτες, δηλαδή μας θέλει και μας κάνει ανίκανους να υπερασπίσουμε τη λευτεριά μας εσωτερικά και εξωτερικά.

Και ο λαός θα είχε σαρώσει την πανούκλα της τετάρτης Αυγούστου, αν η απειλή του Μουσολίνι-Χίτλερ δε συγκέντρωνε όλη την προσοχή του. Περνάμε στιγμές δύσκολες. Και τις δυσκολίες αυτές μπορεί να τις αντιμετωπίσει αποτελεσματικά μόνο ένα εθνικό μέτωπο.

Το εθνικό μέτωπο θα συγκεντρώσει όλους που καταλαβαίνουν ότι μόνο μια πραγματική εσωτερική ενότητα θα επιτρέψει την πανελλαδική παλλαϊκή πανστρατιά, που με τη βοήθεια του παγκόσμιου αντιφασισμού, θα χαλάσει τα σχέδια του Μουσολίνι και του Χίτλερ. Μια τέτοια εσωτερική ενότητα είναι δυνατή μονάχα αν αποκατασταθεί εσωτερικά η λαϊκή λευτεριά και αν εξυπηρετηθεί το πραγματικό λαϊκό συμφέρον.

Σύμφωνα με τον Παπαπαναγιώτου, αυτές οι διατυπώσεις ήταν το προανάκρουσμα του γράμματος Ζαχαριάδη και κατέτασσαν το ΚΚΕ στις πιο προωθημένες δυνάμεις του κομμουνιστικού κινήματος ως προς την αντίληψη του εθνικού μετώπου για την αντιμετώπιση του φασισμού[27].

Οι σχέσεις Κομμουνιστικής Διεθνούς και ΚΚΕ

Το ΚΚΕ από τα πρώτα βήματά του συνδέθηκε με την Κομμουνιστική Διεθνή και από το 1924, στο 3ο (έκτακτο) συνέδριό του μετονομάστηκε από «Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (Κομμουνιστικό)» σε «Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας – Ελληνικό Τμήμα Κομμουνιστικής Διεθνούς» (ΚΚΕ – ΕΤΚΔ). Όντως η Διεθνής έλεγχε και καθοδηγούσε το κόμμα, με πιο γνωστή περίπτωση παρέμβασης την Έκκληση της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΚΔ τον Νοέμβριο του 1931 «Προς τα μέλη του ΚΚΕ» για το σταμάτημα της εσωκομματικής κρίσης και τον ορισμό νέου Πολιτικού Γραφείου με τριμελή γραμματεία από τους Νίκο Ζαχαριάδη, Νίκο Κωνσταντινίδη-Ασημίδη και Γιάννη Μιχαηλίδη. Οι σχέσεις όμως της Κομμουνιστικής Διεθνούς με το ελληνικό τμήμα της δεν ήταν γενικά και τόσο στενές, αν συγκριθούν π.χ. με τα αντίστοιχα βαλκανικά κόμματα. Οικοδομήθηκε σταδιακά μια αντίληψη ότι το ελληνικό κόμμα ήταν υποδεέστερο και υποτιμήθηκε ο ρόλος του στα πλαίσια των οργάνων της Διεθνούς. Η επικοινωνία μεταξύ της Διεθνούς και του ελληνικού της τμήματος δεν ήταν άμεση αλλά περνούσε μέσα από τη διαμεσολάβηση της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας και αργότερα των υπόλοιπων βαλκανικών κομμουνιστικών κομμάτων. Στα καθοδηγητικά όργανα της Διεθνούς (Εκτελεστική Επιτροπή, Γραμματεία, Προεδρείο) δεν συμμετείχαν ποτέ Έλληνες ως μόνιμα μέλη αλλά μέλη του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ έπαιρναν μέρος διαδοχικά ως αντιπρόσωποι του ΚΚΕ στην Εκτελεστική Επιτροπή της ΚΔ[28].

Η επιβολή της δικτατορίας Μεταξά και τα απανωτά χτυπήματα στο καθοδηγητικό επίπεδο του ΚΚΕ έκαναν ακόμη πιο δύσκολη, έως απαγορευτική, την επαφή του κόμματος με τη Διεθνή και γενικότερα με το εξωτερικό. Η επαφή του ΚΚΕ με την Διεθνή την περίοδο εκείνη γινόταν μέσω της αντιπροσωπεία της Διεθνούς στο Παρίσι. Το μέλος του ΚΚΕ Δημήτρης Σακαρέλος (Ζωγράφος), που βρισκόταν στο Παρίσι από το 1934, αφότου δραπέτευσε από τις ελληνικές φυλακές, ορίστηκε στα τέλη του 1938 από την ΚΔ προσωρινός εκπρόσωπος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ για την επαφή μεταξύ των δύο μερών.

Το καλοκαίρι του 1939 η ανασυγκροτημένη Κεντρική Επιτροπή από τους Σιάντο-Θέο πήρε ένα έγγραφο με οδηγίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Με ημερομηνία αποστολής 29 Ιουλίου 1939 (ένα περίπου μήνα πριν το γερμανικοσοβιετικό σύμφωνο) στάλθηκαν στον Σακαρέλο οι υποδείξεις της Διεθνούς. Σε αυτό το κείμενο, που λάμβανε υπόψη του τις αποφάσεις της 5ης Ολομέλειας, γινόταν κριτική διότι «τα συνθήματα του ΚΚΕ που προβάλλονται στην τωρινή κατάσταση, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΑΦΗ, δεν συμβάλλουν στην κινητοποίηση ενός πλατιού εθνικού μετώπου άμυνας εναντίον της ενισχυμένης απειλής επίθεσης εκ μέρους της Ιταλίας και μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρά λάθη». Η Διεθνής προσπάθησε να μετατοπίσει το κύριο βάρος των πυρών του ΚΚΕ από το καθεστώς Μεταξά στην φασιστική Ιταλία: «Ο βασικός εχθρός είναι ο άξονας Βερολίνο-Ρώμη, που στην Ελλάδα δρα κυρίως με την ιταλική πτέρυγα. Ο Μουσολίνι είναι ο σπουδαιότατος εχθρός, εναντίον του οποίου πρέπει να κινητοποιηθεί ο ελληνικός λαός. Αλλά από το κομμάτι της απόφασης του ΚΚΕ, όπου τίθεται το ζήτημα της συμπεριφοράς των κομμουνιστών σε περίπτωση επιστράτευσης, προκύπτει ότι το ΚΚΕ θεωρεί “κύριο εχθρό της χώρας” τη δικτατορία, χωρίς να παίρνει υπόψη του την εξωτερική πολιτική του Μεταξά, τη στάση του προς τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ». Η κατάληξη των υποδείξεων προοιωνίζονταν το γράμμα Ζαχαριάδη: «Αν συμβεί να επιτεθούν κατά της Ελλάδας οι φασίστες επιδρομείς (Μουσολίνι, Χίτλερ) ενώ στην εξουσία βρίσκεται η δικτατορική κυβέρνηση του Μεταξά, δεν μπορεί ούτε λόγος να γίνει για να στρέψουμε εναντίον της τα όπλα, εάν αυτή θα αντισταθεί στους επιδρομείς. Εμείς θα μαχόμαστε με όλες τις δυνάμεις εναντίον του κύριου εχθρού, των φασιστικών στρατευμάτων που εισέβαλλαν στην Ελλάδα»[29]. Όταν όμως συνέβη το ενδεχόμενο που αναφερόταν στις οδηγίες, είχε προηγηθεί το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο και είχε αλλάξει η γραμμή της Διεθνούς.

Το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης και το κομμουνιστικό κίνημα

Το Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, συνθήκη μη επίθεσης ανάμεσα στη ναζιστική Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση ήταν ένα γεγονός που συντάραξε την Ευρώπη, παρά τις επαφές των δύο κρατών και τις έμμεσες προειδοποιήσεις των Σοβιετικών προς τους Δυτικούς για το ενδεχόμενο αυτό. Το κύριο ζήτημα για τη Σοβιετική Ένωση ήταν η πάση θυσία αποφυγή σύναψης μιας οποιασδήποτε μορφής συμμαχίας μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών της Ευρώπης εναντίον της. Δεν ήταν αυτό ένα απίθανο ενδεχόμενο, αντιθέτως σε πολλές ευκαιρίες εκπρόσωποι των αρχουσών τάξεων των αστικών δημοκρατιών έδειχναν πως προτιμούσαν τη συνεννόηση με τη ναζιστική Γερμανία παρά με τους επάρατους μπολσεβίκους. Το ιδανικό σενάριο για αυτούς τους κύκλους ήταν μια επίθεση του Χίτλερ ενάντια στη Σοβιετική Ένωση.

Η Σοβιετική Ένωση είχε προσπαθήσει μάταια για μεγάλο χρονικό διάστημα να συνάψει συμμαχία με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία εναντίον του Χίτλερ. Ακόμα όμως και μετά την παραβίαση της Συμφωνίας του Μονάχου από τους Γερμανούς, με την κατάληψη ολόκληρης της Τσεχίας και την ανεξαρτητοποίηση της Σλοβακίας, οι Αγγλογάλλοι δεν φαίνονταν διατεθειμένοι να συγκρουστούν με τον Χίτλερ, τον οποίο ακόμα έβλεπαν σαν ένα αποδεκτό ανάχωμα στον κομμουνισμό. Σταθμίζοντας τα δεδομένα αυτά, οι Σοβιετικοί προχώρησαν σε συμφωνία με τους Γερμανούς καταφέρνοντας τουλάχιστον να καθυστερήσουν την εμπλοκή τους στον πόλεμο. Επιτρέποντας δε στον Χίτλερ να επιτεθεί στην Πολωνία, ενέπλεκαν αμετάκλητα τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία σε έναν πόλεμο που εκείνες ήθελαν να στραφεί αποκλειστικά στην Ανατολή[30]. Η απόφαση αυτή των Σοβιετικών δεν ήταν χωρίς κόστος. Αλλά με βάση τις εκτιμήσεις τους για τις πιθανές εξελίξεις του πολέμου, ήταν διατεθειμένοι για να πετύχουν το βασικό τους στόχο, να υποστούν τις –δευτερεύουσες για εκείνους– συνέπειες.

Ένα μεγάλο ζήτημα που ανέκυψε ήταν η στάση της Κομμουνιστικής Διεθνούς σε σχέση με τις κρατικές επιλογές της Σοβιετικής Ένωσης. Εξαρχής ήταν δεδομένο πως η υπεράσπιση του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους, του κέντρου του κομμουνιστικού κινήματος ήταν η προτεραιότητα του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος και φυσικά της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Η υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης ήταν κεντρικό σύνθημα των κομμουνιστικών κομμάτων όλου του κόσμου. Αυτή η αντίληψη όμως συνεπαγόταν την απόλυτη συμφωνία της Διεθνούς με τις επιλογές της Σοβιετικής Ένωσης και συνέπλεκε με αυτόν τον τρόπο τα καθήκοντα του κομμουνιστικού κινήματος παγκόσμια με τις επιλογές ενός συγκεκριμένου κράτους. Όπως ανέλυσε ο Γιάννης Χοντζέας, σταδιακά δημιουργήθηκε ένα «σύστημα», δηλαδή ένα σύνολο, άγραφων κατά κύριο λόγο, κανόνων και παραδόσεων που ρύθμιζαν τις σχέσεις ανάμεσα στα τμήματα της Διεθνούς και στο ουσιαστικό κέντρο που ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης. Το «σύστημα» αυτό, που αρχικά βοήθησε την ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος παγκόσμια, εξελίχτηκε σε μια παραμόρφωση της έννοιας της μονολιθικότητας σε υποταγή άνευ όρων σε ένα κέντρο, με οργανωτικές και πολιτικές παρενέργειες[31].

Στην περίπτωση του γερμανοσοβιετικού συμφώνου το αποτέλεσμα ήταν ότι μια αλλαγή στην πολιτική της Σοβιετικής, αλλαγή που σαφώς έπρεπε να έχει τα στοιχεία της πρωτοβουλίας άρα και του αιφνιδιασμού, έπρεπε να αλλάξει την πολιτική γραμμή και συνθηματολογία όλων των κομμουνιστικών κομμάτων. Και αυτό σε συνθήκες ουσιαστικά πολέμου, με ανοιχτά τα ζητήματα τακτικής και συμμαχιών. Οπωσδήποτε επρόκειτο για μια εξαιρετική δύσκολη κατάσταση, που θα περιπλεκόταν ακόμη περισσότερο με την επίσημη κήρυξη του πολέμου. Η ευθυγράμμιση των κομμουνιστικών κομμάτων δεν θα γινόταν δίχως απώλειες και αποπροσανατολισμούς.

Μέχρι το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο ακολουθείτο η γραμμή του 7ου συνεδρίου της Διεθνούς δηλαδή υποστηριζόταν η δημιουργία ενός μετώπου ειρήνης ενάντια στη χιτλερική Γερμανία και για την υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης. Ο τόνος ήταν ξεκάθαρα εναντίον του φασισμού ως εμπρηστή του πολέμου, της ναζιστικής Γερμανίας ενώ υπήρχε η εκτίμηση πως ο πόλεμος των μικρών ευρωπαϊκών χωρών θα είχε εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα. Στις 15 Ιουλίου 1939, με αφορμή την επικείμενη επέτειο των 25 χρόνων από τη κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Γραμματεία της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΕΕΚΔ) έστειλε οδηγίες με αυτό το πνεύμα προς τα κομμουνιστικά κόμματα:

Είναι απαραίτητο να αξιοποιηθεί η 1η Αυγούστου, 25η επέτειος του πρώτου ιμπεριαλιστικού πολέμου, για μια εκστρατεία κατά των φασιστών επιδρομέων, για την καταγγελία της διπρόσωπης πολιτικής της αγγλικής και της γαλλικής κυβέρνησης, οι οποίες παρατείνουν τις συνομιλίες με την ΕΣΣΔ, με στόχο την προετοιμασία νέας συνθηκολόγησης, ενός δευτέρου Μονάχου. Είναι αναγκαίο να ξεδιπλωθεί μια ανελέητη κριτική κατά των συνθηκολόγων από τη Β΄ και τη Διεθνή του Αμστερνταμ, που βοηθούν το φασισμό να στραγγαλίσει την Ισπανική Δημοκρατία, να διαμελίσει και να καταλάβει την Τσεχοσλοβακία, που διεξάγουν αντισοβιετική εκστρατεία και διασπούν το ενιαίο μέτωπο της εργατικής τάξης και την ενότητα του αντιφασιστικού κινήματος. Είναι αναγκαίο με κάθε δύναμη να υπογραμμισθεί η σημασία της παραπέρα πάλης για τη δημιουργία ενιαίου εργατικού και λαϊκού μετώπου για μια παγκόσμια εργατική συνδιάσκεψη. Είναι αναγκαίο να ξεκαθαριστεί στις μάζες η θέση της εργατικής τάξης απέναντι στο σημερινό πόλεμο σε διάκριση προς εκείνον του 1914-18. Είναι αναγκαίο να τονισθούν οι ιδέες του προλεταριακού διεθνισμού, η υπεράσπιση της ΕΣΣΔ, της πατρίδας των εργαζομένων όλων των χωρών[32].

Ακόμα και τις παραμονές της σύναψης του συμφώνου, στις 22 Αυγούστου, η Γραμματεία της ΕΕΚΔ, μη γνωρίζοντας προφανώς ποια έκβαση θα είχαν οι γερμανοσοβιετικές συνομιλίες, δεν είχε αλλάξει τη γραμμή της προσπαθώντας όμως παράλληλα να προβάλλει θετικά μια ενδεχόμενη συμφωνία. Έτσι, χωρίς να αποκλείει ακόμη τη συμφωνία της Σοβιετικής Ένωσης με τη Βρετανία και τη Γαλλία εναντίον της Γερμανίας υποδείκνυε στα κομμουνιστικά κόμματα «να συνεχίσουν με ακόμη μεγαλύτερη ενεργητικότητα τη μάχη κατά των επιδρομέων, ιδίως εναντίον του γερμανικού φασισμού». Από την άλλη, υποστήριζε ότι η ενδεχόμενη συμφωνία μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Γερμανίας θα ακύρωνε τα σχέδια των Δυτικών να στραφεί η επίθεση εναντίον της πρώτης, θα διαιρούσε τους εισβολείς (Γερμανούς και Ιάπωνες) και θα ενεργούσε με αυτόν τον τρόπο υπέρ της γενικής ειρήνης. Αλλά ακόμα και η σύναψη συμφώνου μη επίθεσης μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της Γερμανίας δεν απέκλειε «τη δυνατότητα και την αναγκαιότητα της συμφωνίας μεταξύ της Αγγλίας, της Γαλλίας και της ΕΣΣΔ για κοινή απόκρουση των εισβολέων»[33].

Το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο, παρά τα αναμφισβήτητα οφέλη για τη Σοβιετική Ένωση, είχε τρομερό αντίκτυπο στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, στις οποίες διαμορφωνόταν η αντιφασιστική ιδεολογία και είχε ανέβει το κύρος της Σοβιετικής Ένωσης και ακόμα μεγαλύτερο στα ίδια τα κομμουνιστικά κόμματα. Πανευρωπαϊκά το σύμφωνο έγινε καταλύτης για μια μεγάλη πολιτική επίθεση εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης και των κομμουνιστικών κομμάτων σε κάθε χώρα. Στη Γαλλία, ελάχιστο διάστημα μετά τη διακυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου, το Κομμουνιστικό Κόμμα συνταραζόταν από εσωτερικές συγκρούσεις λόγω του συμφώνου ενώ μετά την εισβολή των Σοβιετικών στην Πολωνία, κηρύχτηκε παράνομο και τα στελέχη του κυνηγήθηκαν και φυλακίστηκαν. Σε πολλές χώρες η αποδοχή του συμφώνου από τα κομμουνιστικά κόμματα δεν ήταν χωρίς αντιδράσεις σε κάθε επίπεδο. Η κατάσταση αυτή περιπλέχτηκε περαιτέρω με την κήρυξη του πολέμου την 1η Σεπτεμβρίου 1939.

Τα κομμουνιστικά κόμματα, ακολουθώντας τις προγενέστερες γενικές οδηγίες της Διεθνούς τάχθηκαν υπέρ της υπεράσπισης της Πολωνίας και της αποφασιστικής αντίστασης στους φασίστες εισβολείς. Σε Γαλλία και Βρετανία, τα κομμουνιστικά κόμματα υπερθεμάτιζαν στις πολεμικές προετοιμασίες των χωρών τους εναντίον της Γερμανίας. Την κατάσταση αυτή θα προσπαθούσε να αλλάξει η Σοβιετική Ένωση για να ευθυγραμμίσει την πολιτική των κομμάτων αυτών με τη νέα τακτική της που οριζόταν από το σύμφωνο μη επίθεσης. Στις 7 Σεπτεμβρίου, σε συζήτηση του Στάλιν με τους Μόλοτοφ και Ζντάνοφ και του Δημητρόφ εκ μέρους της Διεθνούς, η τοποθέτηση του πρώτου ήταν πως με την έναρξη του πολέμου στη συγκεκριμένη του μορφή, δεν ίσχυε πλέον η διάκριση μεταξύ δημοκρατίας και φασισμού: «Κατά τη διάρκεια του μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κρατών πόλεμου αυτό δεν είναι πια σωστό. Η διάκριση των καπιταλιστικών χώρων σε φασιστικές και δημοκρατικές έχασε την προηγούμενη σημασία της»[34].

Με βάση τη στάση αυτή της σοβιετικής ηγεσίας και τη σχέση Σοβιετικής Ένωσης και Κομμουνιστικής Διεθνούς, άλλαξε και η γραμμή της τελευταίας για τον πόλεμο, σύμφωνα με τις οδηγίες που διαμορφώθηκαν από την προηγούμενη συζήτηση:

Η τακτική των κομμουνιστικών κομμάτων κατά το παρόν στάδιο του πολέμου σε όλες τις εμπόλεμες χώρες συνίσταται στο να πάρουν θέση κατά του πολέμου, να αποκαλύψουν τον ιμπεριαλιστικό του χαρακτήρα, να ψηφίσουν, εκεί όπου υπάρχουν κομμουνιστές βουλευτές, κατά των πολεμικών δαπανών, να πουν στις μάζες ότι ο πόλεμος δεν θα τους προσφέρει τίποτε, εκτός από βάσανα και καταστροφές. Στις ουδέτερες χώρες να ξεσκεπασθούν οι κυβερνήσεις, που υπερασπίζονται την ουδετερότητα για τις δικές τους χώρες, αλλά στηρίζουν τον πόλεμο σε άλλες χώρες, με σκοπό το κέρδος, όπως κάνει η κυβέρνηση των ΗΠΑ, ως προς την Ιαπωνία και την Κίνα. Τα κομμουνιστικά κόμματα πρέπει παντού να περάσουν σε αποφασιστική επίθεση κατά της προδοτικής πολιτικής της σοσιαλδημοκρατίας[35].

Πλέον δεν ήταν ο φασισμός και ο Άξονας ο κύριος εχθρός αλλά ο πόλεμος αντιμετωπιζόταν ως ενδοϊμπεριαλιστικός και στηλιτεύονταν οι Δυτικοί ως εμπρηστές του πολέμου εξίσου αν όχι παραπάνω από τους Γερμανούς[36]. Στο επίσημο όργανο της Κομμουνιστικής Διεθνούς αναφερόταν πως η Βρετανία και η Γαλλία είχαν κηρύξει τον πόλεμο στον Χίτλερ γιατί αυτός είχε αθετήσει την υπόσχεσή του να επιτεθεί στη Σοβιετική Ένωση. Οι αστικές τάξεις των χωρών αυτών ήθελαν να καταστρέψουν τους ανταγωνιστές τους στην Ιταλία και τη Γερμανία. Η εργατική τάξη δεν έπρεπε να πάρει μέρος αλλά να βάλει τέλος «σε αυτόν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο»[37]. Είναι προφανές πως αυτή η γραμμή συντάραξε τα κομμουνιστικά κόμματα ανά τον κόσμο. Τη νέα πολιτική γραμμή δεν αποδέχτηκαν αρχικά τα κομμουνιστικά κόμματα των ΗΠΑ, του Καναδά, του Βελγίου, της Νορβηγίας. Το ΚΚ Μεγάλης Βρετανίας συνέχισε για αρκετό διάστημα την προηγούμενη γραμμή του για διμέτωπο πόλεμο –εναντίον του γερμανικού φασισμού και εναντίον της κυβέρνησης Τσάμπερλεν.

Από το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο στον ελληνοϊταλικό πόλεμο

Στην Ελλάδα επίσης το σύμφωνο και η ερμηνεία του έγιναν δυσεπίλυτο πρόβλημα για τους κυνηγημένους κομμουνιστές. Ο Παπαγιάννης, μόνος από τον παλιό ηγετικό πυρήνα που ήταν ασύλληπτος στα τέλη του 1939 συγκρότησε ένα νέο καθοδηγητικό κέντρο μαζί με τους Βαγγέλη Κτιστάκη, Χρήστο Κανάκη, Σταματίνα Βιτσαρά και άλλους. Το όργανο αυτό θα μείνει γνωστό ως η «Παλαιά Κεντρική Επιτροπή» (ΠΚΕ). Έχοντας επαφή με τον κρατούμενο στο σανατόριο «Σωτηρία» Νίκο Πλουμπίδη θα προσπαθήσει να αποτελέσει τη συνέχεια της νόμιμης καθοδήγησης του κόμματος. Η ΠΚΕ κρατούσε επαφή με διάσπαρτες κομμουνιστικές ομάδες που δρούσαν πλέον ανεξάρτητα ελλείψει καθοδήγησης, όπως η «Ανεξάρτητη Κομμουνιστική Ομάδα Αθήνας» και το «Μακεδονικό Γραφείο».

Η ΠΚΕ, με βάση το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο, ερμήνευε τον πόλεμο ως ιμπεριαλιστικό και μάλιστα έστρεφε τα βέλη της κυρίως ενάντια στη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία που ήταν οι κύριοι εχθροί της Ελλάδας. Τα καθήκοντα ήταν η ανατροπή της βασιλομεταξικής δικτατορίας που έσπρωχνε τη χώρα στον πόλεμο στο πλευρό των Αγγλογάλλων, η συγκρότηση ενός Μετώπου Εθνικής Σωτηρίας που θα οδηγούσε σε συνεργασία με τα άλλα βαλκανικά κράτη για την τήρηση ουδέτερης στάσης υπό την εγγύηση της Σοβιετικής Ένωσης.

Μάλιστα, σύμφωνα με μεταγενέστερη έκθεση του Βαγγέλη Κτιστάκη, που συμμετείχε στην Παλαιά Κεντρική Επιτροπή, τον Οκτώβριο του 1939 έφτασαν στην Ελλάδα, με την άφιξη μιας ομάδας στελεχών με επικεφαλής τον Μιλτιάδη Τιμογιαννάκη από τη Σοβιετική Ένωση μέσω Γαλλίας, νέες οδηγίες της Διεθνούς που απηχούσαν το πνεύμα μετά το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο. Με βάση αυτές, το ΚΚΕ έπρεπε να παλέψει για τη δημιουργία ενός ειρηνικού συνασπισμού των βαλκανικών κρατών με την υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης, πράγμα που θα επέτρεπε και την αντίσταση κατά της επιβολής της Ιταλίας στα Βαλκάνια και την πάλη εναντίον του ιμπεριαλιστικού πολέμου[38].

Αυτή τη στάση θα κρατήσει η ΠΚΕ για το επόμενο διάστημα και μέχρι την ιταλική εισβολή στην Ελλάδα. Αναπαράγοντας τις θέσεις της Διεθνούς για έναν υποτιθέμενο βαλκανικό συνασπισμό υπό τη Σοβιετική Ένωση απομακρυνόταν από την πραγματικότητα του πολέμου και των καθηκόντων που αυτός έβαζε. Η «Προκήρυξη του ΚΚΕ» που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη της 30ης Αυγούστου 1940 ήταν χαρακτηριστική του λαθεμένου προσανατολισμού που οδηγούσε σε τερατολογίες:

Λαέ της Ελλάδας, […] ο πόλεμος όπου η δικτατορία ετοιμάζεται να σκοτώσει τα παιδιά σου […] δεν είναι αγώνας για την πατρίδα μας. Είναι μια άδικη και μάταιη ανθρωποσφαγή για το χατίρι των άγγλων πλουτοκρατών […] Δεν έχει σημασία αν ο πόλεμος αυτός αρχίσει με μια εισβολή των ιταλών φασιστών […] γιατί την ιταλική εισβολή την προκαλεί αυτή τη φορά η τυχοδιωκτική πολιτική της βασιλομεταξικής δικτατορίας που δημιουργεί στη φασιστική Ιταλία ανησυχίες για την ασφάλεια των νώτων της […][39]

Ήταν επόμενο πως αυτές οι θέσεις οδήγησαν την ΠΚΕ στην πλήρη απομόνωσή της από το σώμα των μελών και οπαδών του ΚΚΕ, που από ειρωνεία της τύχης την θεωρούσαν «ασφαλίτικη» και προσέγγιζαν την πραγματικά διαβρωμένη από την Ασφάλεια «Προσωρινή Διοίκηση». Με μεγάλη καθυστέρηση από την κήρυξη του πολέμου, που έδειχνε και την αβεβαιότητα για την ορθότητα των απόψεων της, η ΠΚΕ στις 7 Δεκεμβρίου θα δημοσιεύσει μανιφέστο όπου θα εξαγγείλει ότι «τον πόλεμο τον διέταξαν οι εμπόλεμοι εγγλέζοι πλουτοκράτες» ενώ παρακάτω δηλωνόταν ότι «ο πόλεμος αυτός […] δεν μπορεί να έχει την παραμικρή σχέση με την υπεράσπιση της πατρίδας μας». Με βάση αυτές τις τραγικά εκτός τόπου και χρόνου σε σχέση με το λαϊκό αίσθημα εκτιμήσεις, η ΠΚΕ καλούσε τους στρατιώτες να αρνηθούν να πολεμήσουν πέρα από τα σύνορα αλλά να ανατρέψουν τη βασιλομεταξική δικτατορία και να επιδιώξουν την ουδετερότητα της χώρας υπό την εγγύηση της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτή η γραμμή δεν θα άλλαζε μέχρι τη γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση[40].

Εκτός από την Παλαιά Κεντρική Επιτροπή, από τις αρχές του 1940 εμφανίστηκε και ένα δεύτερο καθοδηγητικό κέντρο του ΚΚΕ. Αυτό ήταν άλλη μια έμπνευση και δολοπλοκία της Ασφάλειας του Μανιαδάκη, που είχε κατορθώσει να χρησιμοποιήσει ανώτατα στελέχη του ΚΚΕ που είχαν υπογράψει σταδιακά δήλωση (Τυρίμος, Μανωλέας, Μιχελίδης, Τιμογιαννάκης, κ.ά.) για να δημιουργήσει μια ψεύτικη Κεντρική Επιτροπή, γνωστή ως «Προσωρινή Διοίκηση». Αυτή η ψεύτικη ΚΕ είχε τον δικό της Ριζοσπάστη, δικό της «Εσωτερικό Δελτίο» και καθοδηγούσε οργανώσεις διαβρωμένες από την Ασφάλεια. Αποτέλεσμα και αυτό της οργανωτικής διάλυσης αλλά και της πολιτικής σύγχυσης που επικρατούσε στο ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα εκείνη την εποχή.

Με απόφαση του έγκλειστου στις φυλακές της Κέρκυρας Νίκου Ζαχαριάδη, και τη σύμφωνη γνώμη των επίσης έγκλειστων μελών του Πολιτικού Γραφείου Μήτσου Παρτσαλίδη και Βασίλη Νεφελούδη, ο συγκρατούμενος τους επίσης μέλος του ΠΓ του ΚΚΕ Γιάννης Μιχαηλίδης έκανε δήλωση για να βγει από τη φυλακή το καλοκαίρι του 1939 και να ξεκαθαρίσει την κατάσταση στο κόμμα. Πολύ σύντομα όμως ο Μιχαηλίδης έπεσε και ο ίδιος στην παγίδα της «Προσωρινής Διοίκησης». Τον Μιχαηλίδη κατήγγειλαν ως όργανο της Ασφάλειας τα μέλη της καθοδήγησης του ΚΚΕ μετά τη σύλληψη του Νίκου Πλουμπίδη, ο οποίος είχε ραντεβού μαζί του. Στις 22 Νοεμβρίου θα συλληφθούν ο Γιώργης Σιάντος και ο Γρηγόρης Σκαφίδας και θα σχηματιστεί η Παλαιά Κεντρική Επιτροπή από τον Παπαγιάννη.

Στις αρχές του 1940 μεταφέρθηκε ο Νίκος Ζαχαριάδης από τις φυλακές της Κέρκυρας στην Αθήνα, σε μια προσπάθεια του Μανιαδάκη να τον φέρει σε επαφή με την «Προσωρινή Διοίκηση» ώστε να της δώσει την υποστήριξή του. Όντως ο Ζαχαριάδης ήταν πεπεισμένος πως η Ασφάλεια κρυβόταν πίσω από την ΠΚΕ με τη μορφή του Δαμιανού Μάθεση, υπεύθυνου για τις στρατιωτικές επαφές του κόμματος. Η «Προσωρινή Διοίκηση», έχοντας στα χέρια της και τα υλικά της Κομμουνιστικής Διεθνούς μετά από τη σύλληψη του Σιάντου, προωθούσε μια γραμμή υπεράσπισης της χώρας χωρίς να κάνει κριτική στο καθεστώς ούτε να επιζητά τη συνεννόηση με τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη και την Σοβιετική Ένωση. Σταδιακά κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη πολλών κομματικών οργανώσεων πριν την καταγγείλει ως όργανο της δικτατορίας ο Ζαχαριάδης τον Ιανουάριο του 1941.

Αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι εκτός από τα βραχυκυκλώματα της κορυφής και τις αλλαγές γραμμής που μικρό αντίκτυπο είχαν σε συνθήκες οργανωτικής διάλυσης, σε όλη την Ελλάδα μέλη και οργανώσεις του κόμματος που δεν είχαν χτυπηθεί από το καθεστώς συνέχιζαν με κάθε τρόπο τη δράση τους. Σε αυτόν τον κόσμο δεν μπορούσαν να ριζώσουν οι απότομες αλλαγές γραμμής με το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο, που συνοδεύονταν μάλιστα από εκατέρωθεν καταγγελίες των καθοδηγητικών οργάνων για χαφιεδισμό. Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να πούμε ότι η κρίση του ελληνικού κομμουνιστικού κόμματος επικάλυψε τη γενικότερη κρίση που δημιούργησε το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο. Η ΠΚΕ που υποστήριζε τη νέα πολιτική, έχασε κάθε κύρος σε μια βάση που είχε ταυτιστεί για χρόνια με τα συνθήματα της υπεράσπισης της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της πατρίδας και έβλεπε τον εχθρό κυρίως στον ιταλικό και γερμανικό φασισμό.

Η κήρυξη του πολέμου και το γράμμα Ζαχαριάδη

Με την κήρυξη του πολέμου και πριν προλάβει κάποιο κομματικό κέντρο να βγάλει γραμμή για τη στάση του κόμματος, οι κομμουνιστές και οι οπαδοί του ΚΚΕ έσπευσαν να καταταγούν ακόμα και εθελοντικά για να πολεμήσουν στο μέτωπο ενώ επίσης οι φυλακισμένοι και εξόριστοι κομμουνιστές ζήτησαν στα σταλούν στο μέτωπο. Ήταν αυτή η στάση απόρροια των αντιλήψεων και πεποιθήσεων που περιγράψαμε προηγούμενα και συμβάδιζε φυσικά με το λαϊκό αίσθημα που δεν ταλαντεύτηκε ως προς την υπεράσπιση της πατρίδας από τον φασισμό. Την επόμενη μέρα από την κήρυξη του πολέμου, αντιπροσωπεία των έγκλειστων κομμουνιστών στην Ακροναυπλία, αποτελούμενη από τους Ιωαννίδη-Θέο-Παπαρήγα επέδωσε υπόμνημα στη διοίκηση της φυλακής, στο οποίο χαρακτήριζαν τον πόλεμο ως εθνικοαπελευθερωτικό, αντιφασιστικό και καλούσαν το έθνος να παλέψει για την υπεράσπιση της ελευθερίας και ανεξαρτησίας του. Υπογράμμιζαν ότι οι κομμουνιστές ήταν έτοιμοι να σταλούν στο μέτωπο για να υπερασπίσουν την πατρίδα και τόνιζαν ότι δεν πρέπει να στηριχθεί η Ελλάδα αποκλειστικά στην Αγγλία αλλά η μοναδική εγγύηση ήταν η βαλκανική συνεννόηση και ο προσανατολισμός προς τη Σοβιετική Ένωση και εσωτερικά η αποκατάσταση της ενότητας του έθνους και η κινητοποίηση όλων των δυνάμεων του. Με αυτό το σκεπτικό ζητούνταν και η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων[41].

Είδαμε προηγουμένως την αντίληψη που οικοδομούσε ο Ζαχαριάδης για την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της χώρας, αντίληψη που συμβάδιζε με την προ γερμανοσοβιετικού συμφώνου πολιτική της Διεθνούς. Ο Ζαχαριάδης είχε γνώση της στροφής της Διεθνούς αλλά διέθετε και το πολιτικό αισθητήριο για να αντιληφθεί πως μια γραμμή όπως αυτή που προωθούνταν από την ΠΚΕ, ανεξαρτήτως του αν αυτή η τελευταία ήταν διαβρωμένη ή όχι, ήταν αυτοκτονική πολιτικά για το ΚΚΕ δεδομένης της συγκεκριμένης μορφής που έπαιρνε ο πόλεμος για την Ελλάδα. Με βάση αυτήν την αντίληψη θα προχωρήσει σε συζητήσεις με εκπροσώπους του δικτατορικού καθεστώτος όντας φυλακισμένος στην Κέρκυρα και θα επιδιώξει τη μεταφορά του στην Αθήνα. Εκτιμώντας πως οι υπηρεσίες της δικτατορίας είχαν διαβρώσει και τις δύο αυτόκλητες καθοδηγήσεις του κόμματος (ΠΚΕ και Προσωρινή Διοίκηση), επικέντρωσε τις προσπάθειές του στην ανάδειξη του πολιτικού στίγματος του ΚΚΕ. Έχοντας καθαρό πως ο πόλεμος θα είναι αμυντικός για την Ελλάδα διαμόρφωνε τη θέση που θα αποκρυσταλλωθεί με το γράμμα του.

Ο Ζαχαριάδης έφτασε στο δικό του συμπέρασμα, το οποίο βασιζόταν στις προγενέστερες αναλύσεις της Διεθνούς για τη θέση των μικρών κρατών στον πόλεμο[42]. Το γράμμα του γράφτηκε με τρόπο ώστε να το καθεστώς Μεταξά να επιτρέψει τη δημοσίευσή του και για αυτό το λόγο έμεινε στο βασικό που ήταν η υπεράσπιση της ελευθερίας και ανεξαρτησίας του ελληνικού λαού. Το γράμμα αυτό δεν μετέπεισε ούτε καθοδήγησε το κόμμα και το λαό σε μια στάση που του ήταν ξένη, αλλά συμπύκνωσε τη βασική κατεύθυνση και προσανατόλισε για την κύρια γραμμή που θα ακολουθούσε το ΚΚΕ και όλο το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα όχι μόνο για τον πόλεμο αλλά και σε όλη την περίοδο της κατοχής:

Ανοιχτό Γράμμα του Γενικού Γραμματέα του ΚΚΕ

ΠΡΟΣ ΤΟ ΛΑΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Ο φασισμός του Μουσολίνι χτύπησε την Ελλάδα πισώπλατα, δολοφονικά και ξετσίπωτα με σκοπό να την υποδουλώσει και εξανδραποδίσει. Σήμερα όλοι οι έλληνες παλαίβουμε για τη λευτεριά, την τιμή, την εθνική μας ανεξαρτησία. Η πάλη θα είναι πολύ δύσκολη και πολύ σκληρή. Μα ένα έθνος που θέλει να ζήσει πρέπει να παλαίβει, αψηφώντας τους κινδύνους και τις θυσίες. Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό, ενάντια στο φασισμό του Μουσολίνι. Δίπλα στο κύριο μέτωπο και Ο ΚΑΘΕ ΒΡΑΧΟΣ, Η ΚΑΘΕ ΡΕΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΙΟ, ΚΑΛΥΒΑ ΜΕ ΚΑΛΥΒΑ, Η ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ, ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΣΠΙΤΙ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ.

Κάθε πράκτορας του φασισμού πρέπει να εξοντωθεί αλύπητα. Στον πόλεμο αυτό που τον διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δόσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχως επιφύλαξη. Έπαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα, πρέπει να είναι και θα είναι, μια καινούργια Ελλάδα της δουλιάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση, μ’ ένα πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό.

Όλοι στον αγώνα, ο καθένας στη θέση του και η νίκη θάναι νίκη της Ελλάδας και του λαού της. Οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου στέκουν στο πλευρό μας.

Αθήνα 31 του Οχτώβρη 1940

ΝΙΚΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ

Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ

Το γράμμα αυτό δημοσιεύτηκε στον αθηναϊκό Τύπο στις 2 Νοεμβρίου 1940. Οι έγκλειστοι της Ακροναυπλίας δήλωσαν σύμφωνοι με το γράμμα του Ζαχαριάδη και ζητούσαν να σταλούν στο μέτωπο. Στο υπόμνημά τους ξεπερνούσαν τις προσεκτικές εκφράσεις του Ζαχαριάδη και δήλωναν στον Μεταξά πως: «Εμείς οι κομμουνιστές παίρνουμε τη θέση μας στην πρώτη γραμμή του πυρός κάτω από τας διαταγάς σας, για τη συντριβή των επιδρομέων και την υπεράσπιση της ακεραιότητας και ανεξαρτησίας της χώρας μας»[43]. Με πρότασή τους ζητούσαν να πάει αντιπροσωπεία τους από τους Ιωαννίδη-Θέο στην Αθήνα για διαπραγματεύσεις με σκοπό την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και τη συμμετοχή τους στο μέτωπο. Έγιναν όντως συζητήσεις με αξιωματούχους της δικτατορίας στην Ακροναυπλία χωρίς αποτέλεσμα καθώς το καθεστώς επέμενε πως οι κρατούμενοι κομμουνιστές έπρεπε να κάνουν δήλωση μετανοίας[44].

Στην Κέρκυρα, όπου ήταν ακόμα φυλακισμένα τέσσερα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής (Παρτσαλίδης, Νεφελούδης, Σιάντος, Ζεύγος) και άλλα στελέχη του κόμματος, διαμορφώθηκε η άποψη πως ο πόλεμος ήταν απελευθερωτικός αντιφασιστικός από την πλευρά του ελληνικού λαού και πως η κυβέρνηση Μεταξά δεν αποτελούσε εγγύηση για τη σωστή και νικηφόρα διεξαγωγή του πολέμου. Η Ελλάδα έπρεπε να επιδιώξει τη σύναψη συμμαχιών με χώρες που δεν είχαν βλέψεις στη χώρα και δεν θα έθεταν σε κίνδυνο την εθνική της ανεξαρτησία[45].

Αντιθέτως τα στελέχη της ΠΚΕ έχοντας περιέλθει σε αδιέξοδο προσπαθούσαν μα στηρίξουν θεωρητικά τη θέση τους για τον εκατέρωθεν ιμπεριαλιστικό πόλεμο στις θέσεις του Λένιν για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και επιζητούσαν τη συγκρότηση μιας βαλκανικής ένωσης υπό την εγγύηση της Σοβιετικής Ένωσης. Όσοι δεν συμφωνούσαν με το γράμμα Ζαχαριάδη πίστευαν πως ήταν πλαστό κατασκεύασμα της δικτατορίας παρά τη φωτοτυπία του χειρόγραφου που είχε κυκλοφορήσει.

Μέσα στον κυκεώνα του πολέμου, της πολιτικής και της διπλωματίας της πρώτης περιόδου του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το μικρό και υποτιμημένο ΚΚΕ προσανατολίστηκε σωστά συνδέοντας την υπεράσπιση της πατρίδας με την προοπτική ενός καλύτερου μέλλοντος για τη χώρα και το λαό της. Το πόσο βαθιά και σωστή ήταν αυτή η κατεύθυνση φάνηκε τόσο από τη μαχητικότητα με την οποία ο ελληνικός λαός υπερασπίστηκε τη χώρα του ενάντια στην ιταλική αλλά και τη γερμανική εισβολή και από το έπος της Αντίστασης. Μέχρι την κατάληψη της Ελλάδας από τον Άξονα σημειώθηκαν και άλλα επεισόδια στην προσπάθεια του ΚΚΕ να ισορροπήσει ανάμεσα στις αξιώσεις της Διεθνούς και ουσιαστικά στα αξιώματα της σοβιετικής πολιτικής και στη στάση που είχε διαμορφώσει με γνώμονα τη συγκεκριμένη κατάσταση στην Ελλάδα και τα καθήκοντα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος που απέρρεαν από τα συμφέροντα του ελληνικού λαού. Μέσα στα επεισόδια αυτά ήταν και τα δύο επόμενα γράμματα Ζαχαριάδη, στα οποία αναθεωρούσε εν μέρει την μέχρι τότε αντίληψή του κάνοντας στροφή προς την πολιτική της Διεθνούς. Αυτά όμως δεν έγιναν ευρύτερα γνωστά εκείνη την περίοδο και ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη μεγάλη μάζα των Ελλήνων κομμουνιστών που έμειναν πιστοί στο γράμμα και το πνεύμα του πρώτου γράμματος και έγραψαν ιστορία.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, 4ος τόμος (1934-1940), Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1975.

Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918-1943, 1ος τόμος, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1995.

Αλέξανδρος Δάγκας - Γιώργος Λεοντιάδης, Το ελληνικό εργατικό κίνημα έναντι του φασισμού και του πολέμου 1934-1941 – Οι απόψεις Παπαπαναγιώτου, Αθήνα, Παπαζήσης, 2007.

Άγγελος Ελεφάντης, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης. ΚΚΕ και αστισμός στον Μεσοπόλεμο, Αθήνα, Θεμέλιο, 1999.

Γιάννης Ιωαννίδης, Αναμνήσεις - Προβλήματα της πολιτικής του ΚΚΕ στην Εθνική Αντίσταση 1940-1945, Αθήνα, Θεμέλιο, 1979.

Ναταλία Λεμπεντέβα - Μιχαήλ Ναρίνσκι, Η Κομμουνιστική Διεθνής στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2004.

Βασίλης Νεφελούδης, Αχτίνα Θ΄, Αθήνα, Ολκός, 1974 [Εστία, 2007].

Δημήτρης Σάρλης, Η πολιτική του ΚΚΕ στον αγώνα κατά του μοναρχοφασισμού, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1987.

Γρηγόρης Φαράκος, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος – Σχέσεις ΚΚΕ και διεθνούς κομμουνιστικού κέντρου, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2004.

Θανάσης Χατζής, Οι ρίζες της Εθνικής Αντίστασης, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000.

Γιάννης Χοντζέας, Για το κομμουνιστικό κίνημα της Ελλάδας, Αθήνα, Α/συνεχεια, 2004.



[1] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, 4ος τόμος (1934-1940), Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1975, σ. 13-34.

[2] Γιάννης Χοντζέας, Το «τέλος» του κομμουνισμού, Αθήνα, Α/συνεχεια, 1993, σ. 180-181.

[3] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 81-82.

[4] Στο ίδιο, σ. 42-45.

[5] Στο ίδιο, σ. 69.

[6] Στο ίδιο, σ. 158-169.

[7] Δημήτρης Σάρλης, Η πολιτική του ΚΚΕ στον αγώνα κατά του μοναρχοφασισμού, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1987, σ. 249.

[8] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 186-188.

[9] Στο ίδιο, σ. 201-204.

[10] V.M. Lejbzon-K.K. Širinja, Il VII Congresso dellInternazionale Comunista, Ρώμη, Editori Riuniti, 1975, σ. 85.

[11] Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918-1943, 1ος τόμος, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1995, σ. 280.

[12] Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ, Κομμουνιστική Διεθνής – Σύντομη Ιστορική Μελέτη, εκδόσεις «Ελεύθερη Ελλάδα», 1973, σ. 415-417.

[13] Αλέξανδρος Δάγκας-Γιώργος Λεοντιάδης, Το ελληνικό εργατικό κίνημα έναντι του φασισμού και του πολέμου 1934-1941 – Οι απόψεις Παπαπαναγιώτου, Αθήνα, Παπαζήσης, 2007, σ. 137.

[14] Στο ίδιο, σ. 139-140.

[15] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 242-253.

[16] Στο ίδιο, σ. 249-250.

[17] Στο ίδιο, σ. 262.

[18] Δημήτρης Σάρλης, ό.π., σ. 338-339.

[19] Γιώργος Μαυρογορδάτος, «Μεταξύ δύο πολέμων», στο: Βασίλης Παναγιωτόπουλος (επιμ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, 7ος τόμος, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2003, σ. 27.

[20] Δημήτρης Σάρλης, ό.π., σ. 341-342.

[21] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 294-295.

[22] Στο ίδιο, σ. 395-401.

[23] Αλέξανδρος Δάγκας-Γιώργος Λεοντιάδης, ό.π., σ. 153.

[24] Θανάσης Χατζής, Οι ρίζες της Εθνικής Αντίστασης, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000, σ. 158-159.

[25] ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 436-437.

[26] Στο ίδιο, σ. 461-463.

[27] Αλέξανδρος Δάγκας-Γιώργος Λεοντιάδης, ό.π., σ. 153-156.

[28] Γρηγόρης Φαράκος, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος – Σχέσεις ΚΚΕ και διεθνούς κομμουνιστικού κέντρου, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2004, σ. 88-90.

[29] Στο ίδιο, σ. 341-343. Οι οδηγίες αυτές της Διεθνούς θα παρουσιαστούν από τον Σιάντο στην εισήγησή του στη Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ τον Δεκέμβριο του 1942

[30] Χρήστος Χατζηιωσήφ, «Η πορεία της Ευρώπης προς τον πόλεμο», στο: Χρήστος Χατζηιωσήφ-Προκόπης Παπαστράτης (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, τόμος Γ1, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2007, σ. 38-42.

[31] Γιάννης Χοντζέας, Για το κομμουνιστικό κίνημα της Ελλάδας, Αθήνα, Α/συνεχεια, 2004, σ. 39-42.

[32] Ναταλία Λεμπεντέβα - Μιχαήλ Ναρίνσκι, Η Κομμουνιστική Διεθνής στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2004, σ. 3-4.

[33] Γρηγόρης Φαράκος, ό.π., σ. 161-162. Ναταλία Λεμπεντέβα - Μιχαήλ Ναρίνσκι, ό.π., σ. 5-6.

[34] Ναταλία Λεμπεντέβα - Μιχαήλ Ναρίνσκι, ό.π., σ. 11.

[35] Γρηγόρης Φαράκος, ό.π., σ. 163-164.

[36] Εισήγηση του Μόλοτοφ στη συνεδρίαση του Ανωτάτου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ, στις 31 Οκτωβρίου 1939, βλ. Ναταλία Λεμπεντέβα - Μιχαήλ Ναρίνσκι, ό.π., σ. 17.

[37] Jane Degras (ed.), The Communist International 1919-1943 Documents, 3ος τόμος (1929-1943), Oxford University Press, 1965, σ. 441.

[38] Αλέξανδρος Δάγκας-Γιώργος Λεοντιάδης, ό.π., σ. 213-215.

[39] Στο ίδιο, σ. 239.

[40] Άγγελος Ελεφάντης, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης. ΚΚΕ και αστισμός στον Μεσοπόλεμο, Αθήνα, Θεμέλιο, 1999, σ. 297-300. Ο Παπαπαναγιώτου υποστηρίζει πως η λύση της σιωπής της ΠΚΕ έγινε με την αποφασιστική ενθάρρυνση των άμεσων και έγκυρων φορέων της πολιτικής της ΕΣΣΔ και της Κομμουνιστικής Διεθνούς στην Αθήνα, βλ. Αλέξανδρος Δάγκας-Γιώργος Λεοντιάδης, ό.π., σ. 299.

[41] Θανάσης Χατζής, ό.π., σ. 226.

[42] Επίσης, σύμφωνα με τον Γ. Χοντζέα, ο Ζαχαριάδης, ανεξάρτητα από τις αλλαγές των θέσεων του ΚΚΕ για τις διεθνείς σχέσεις της χώρας, έβλεπε σωστά το προβάδισμα της Μεγάλης Βρετανίας ( η οποία εγκατέλειπε βαθμιαία την πολιτική του Μονάχου), στοιχείο που έδειχνε ότι το καθεστώς θα αντιστεκόταν και δεν θα διευκόλυνε την ιταλική εισβολή, βλ. Γιάννης Χοντζέας, ό.π., 2004, σ. 211-213.

[43] Θανάσης Χατζής, ό.π., σ. 228. Άγγελος Ελεφάντης, ό.π., σ. 305-306.

[44] Γιάννης Ιωαννίδης, Αναμνήσεις - Προβλήματα της πολιτικής του ΚΚΕ στην Εθνική Αντίσταση 1940-1945, Αθήνα, Θεμέλιο, 1979, σ. 65-66.

[45] Βασίλης Νεφελούδης, Αχτίνα Θ΄, Αθήνα, Ολκός, 1974, σ. 241.