Ελλάδα: για έναν καινούργιο κόσμο...

αναδημοσίευση από: http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathglobal_1_08/05/2005_1284004

Γεώργιος N. Mοσχόπουλος [1]

Τον Οκτώβριο του 1944, τα γεγονότα ανελίσσονται ραγδαία προς νέα, αβέβαιη ωστόσο, αφετηρία, κι είναι τόσο συμβολικά, όσο και ουσίας για τις μεταπολεμικές τύχες της χώρας: τη νύχτα της 9ης προς τη 10η Οκτωβρίου, στο Κρεμλίνο, στην κοσμοϊστορική εκείνη συνάντηση των Ιωσήφ Στάλιν και Ουίστον Τσόρτσιλ, μια πράξη, που τελείται «κατά τρόπο κυνικό και πρόχειρο», όπως ομολογεί ο δεύτερος στα Απομνημονεύματά του (τόμ. Δ΄, σ. 546-547 της ελληνικής έκδοσης ), προσδιορίζει το νέο status στον χώρο της Α. Ευρώπης και με εκπεφρασμένη την κυνικότητα, ποσοστοποιώντας, δίκην πολεμικών λαφύρων, το μεταπολεμικό μέλλον εκατομμυρίων ανθρώπων, επιδικάζει 90% επιρροής της Μ. Βρετανίας στον ελλαδικό χώρο. Ταυτόχρονα σχεδόν, στο δεύτερο δεκαήμερο του ίδιου μήνα, στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης, η σβάστικα, το σύμβολο του ναζισμού, υποστέλλεται (12-10-1944) και η γαλανόλευκη, το σύμβολο ελπιδοφόρων οραμάτων ολόκληρου του έθνους, λίγο αργότερα (18-10-1944), αναρτάται από τον πρώτο μεταπολεμικό πρωθυπουργό της χώρας, τον Γεώργιο Παπανδρέου. Την ίδια μέρα, αυτός ο τραγικός εντολοδόχος της ελλαδικής μοίρας (γνώστης όπως φαίνεται της νέας, ανά την Ευρώπη, τάξης πραγμάτων) στην πλατεία Συντάγματος, όπου άλλοτε, το 1843, η αποτελεσματικής πολιτικής σημασίας λαϊκή εξέγερση ύψωσε φωνή για την εθνική-κοινωνική ανεξαρτησία, τη Δημοκρατία και την ευνομία, στο πλαίσιο του μνημειώδους εκείνου λόγου του, θα προσπαθήσει να συστοιχήσει προς μια ενιαία συνύπαρξη τα μοιραία και τραγικά, πράγματι, συγκρουόμενα δεδομένα: τις ελέω Δυνάμεως εξωελλαδικές αποφάσεις, που ρύθμιζαν, σε βασικές πλέον γραμμές, την περαιτέρω ιστορική πορεία του έθνους και το ουτοπικό ενδεχομένως κι ακόμη ίσως ασχημάτιστο, αλλ' όχι βεβαίως ανέφικτο, όραμα που ανεδύετο από την τετράχρονη πάλη για την εθνική και κοινωνική ανεξαρτησία. Τα λόγια του «Γέρου της Δημοκρατίας», αγωνιώδεις προτάσεις για ενιαία συνύπαρξη, ενέχουν τη δυναμική της αισιοδοξίας για μια νέα αφετηρία.: « […] Από τα βάθη της Ιστορίας οι ελληνικοί αιώνες πανηγυρίζουν την επάνοδον της Ελευθερίας εις την αρχαίαν πατρίδα της. Και στεφανώνουν την γενεά μας […]. Εορτάζομεν σήμερον την Ανάστασιν […]. Νέος κόσμος θα ανυψωθεί από τα ερείπια […]».

Πανσπερμία πολιτικών αποκλίσεων στο πολυπληθές ακροατήριο στη μεγάλη αθηναϊκή πλατεία. Ωστόσο, το πλήθος στο σύνολό του, μόλις βγαλμένο από το ιδεολογικό (εθνικό και κοινωνικο-πολιτικό) καθαρτήριο της τετραετίας 1940-1944, οραματίζεται εν δικαίω το μέλλον, όπως προέκυπτε από την ομόψυχη παλλαϊκή έξαρση της εθνικής αντίστασης αυτής ακριβώς της τετραετίας. Η άποψη (και μαρτυρία) του Αλέξανδρου Σβώλου, που διατυπώθηκε στο πλαίσιο της ομιλίας του στη συνεδρίαση της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Αντίστασης (Π.Ε.Ε.Α.), στις 24 Ιουλίου 1944 (A. Αγγελόπουλος, Από την Κατοχή στον εμφύλιο, σ. 94), βεβαιώνει αυτήν την πρόθεση και την προσδοκία: « […]Hξερα επίσης και ξέρω ότι στη μεγάλη του πλειοψηφία, στο σύνολό του, ο λαός μας επιθυμεί την ενότητα, δηλαδή να μη βρεθεί μέσα σ' έναν εμφύλιο πόλεμο ή σε ανωμαλίες […]. Θα έχει ανάγκη να συνέλθει, να επουλώσει τις πληγές του, να ανασυγκροτήσει την οικονομία του και πρώτα απ' όλα να ανορθώσει τα ερείπιά του».

Kυνικές αποφάσεις των «Kυρίων»

Αλλ' «άλλαι αι βουλαί» των αγωνιστών της ελευθερίας και άλλα οι συμφωνίες «Κυρίων» κελεύουν. Οι προσδοκίες, οι ελπίδες και τα οράματα, από την επαύριο κιόλας των πανηγυρισμών, βρίσκονται αντιμέτωπα στις κυνικές αποφάσεις του Κρεμλίνου και στο παγκόσμιο κατεστημένο. Γιατί οι εσκεμμένα θολές παρεμβάσεις και οι σιβυλλικές θέσεις του διεθνούς κέντρου αποφάσεων παραπέμπουν στο θολό (και τραγικό) πεδίο της άμεσης, μεταπολεμικής, περιόδου. Οι διεθνείς συσκέψεις, αλλά και οι απεγνωσμένες διαπραγματεύσεις και συμφωνίες της Καζέρτας (1944) και της Βάρκιζας (1945) δεν επαρκούσαν για την εδραίωση του νέου πολιτικού και πολιτειακού status στον ελλαδικό χώρο. Ο πρώτος των «συμβαλλομένων» στην περίφημη συμφωνία της 9ης Οκτωβρίου στο Κρεμλίνο, ο Ιωσήφ Στάλιν, δεν παρεκίνησε, βέβαια, το ΚΚΕ προς τη βίαιη αντιπαράθεση, αλλά δεν άσκησε την επιρροή του να εμποδίσει την προσφυγή του στον ένοπλο αγώνα (συνέντευξη του Γρηγόρη Φαράκου στον Θανάση Γιαλκέτση, Ελευθεροτυπία, 18-2-2005, στο τεύχος «Βιβλιοθήκη» 346, σ. 22). Ο δεύτερος, ο Ουίστον Τσόρτσιλ, αποφάσιζε να κατοχυρώσει το παραχωρηθέν 90% της επιρροής του στην Ελλάδα με τέτοιου είδους μέσα και μηχανισμούς που θα εξασφάλιζαν τα εχέγγυα ενός πολιτικού και οικονομικού «προτεκτοράτου» για την αμέσως μετά τον πόλεμο περίοδο. Τα τεκμήρια επιβεβαιώνουν τις ειλημμένες αποφάσεις. Μια επιστολή του Τσόρτσιλ προς τον υπουργό του των Εξωτερικών Aντονι Iντεν (7-11-1944) σχετικά αποκαλύπτει: «Επειδή είναι γνωστό το υψηλό τίμημα που πληρώσαμε [εννοεί, βέβαια, την παραχώρηση στη Σοβιετική Eνωση Ουγγαρίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας κατά τη συμφωνία του Κρεμλίνου] για να επιτύχωμε από την Ρωσία ελευθερία δράσεως στην Ελλάδα, δεν θα έπρεπε να διστάσωμε να χρησιμοποιήσωμε βρεταννικά στρατεύματα, για να υποστηρίξωμε την ελληνική βασιλική κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου.[...]. Περιμένω οπωσδήποτε μια σύγκρουση με το ΕΑΜ και δεν πρέπει να την αποφύγωμε, υπό την προϋπόθεση ότι θα διαλέξωμε καλά την περιοχή μας». (Ουίνστον Τσώρτσιλ, Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, Δ΄, σσ. 570-571) Και την προηγουμένη της έναρξης της δεκεμβριανής σύρραξης (3-12-1944) σε επιστολή του ιδίου κατευθείαν, αυτήν τη φορά, στον στρατηγό του Ρόναλντ Σκόμπι: «Eδωσα οδηγίες στον στρατηγό Ουίλσων να σας αφήση όλες τις δυνάμεις σας και να σταλούν σε σας όλες οι δυνατές ενισχύσεις [...] Είστε υπεύθυνος για την διατήρηση της τάξεως στην Αθήνα και οφείλετε να εξουδετερώσετε ή να διαλύσετε όλες τις ομάδες ΕΑΜ - ΕΛΑΣ που θα πλησιάσουν στην πόλη [...]. Μη διστάσετε να πυροβολήσετε εναντίον οποιουδήποτε ενόπλου, που θα προσπαθήση να αψηφήση την βρεταννική εξουσία στην Αθήνα ή την ελληνική εξουσία για λογαριασμό της οποίας ενεργούμε [...]. Μη διστάζετε όμως να ενεργήτε σαν να ευρίσκεσθε σε μια κατακτημένη πόλη, όπου θα ξεσπούσε μια τοπική εξέγερσις [...]. Πρέπει να κρατήσωμε και να κυριαρχήσωμε στην Αθήνα […] χωρίς να χυθεί αίμα, εάν είναι δυνατόν, αλλά και με αίμα, εάν είναι αναπόφευκτο». (Ουίνστον Τσώρτσιλ, ό.π., σσ. 572-573).

Σύγχυση και άγνοια

Hταν τόσο έντονη η σύγχυση κατά τις δύσκολες εκείνες ημέρες και τέτοια η άγνοια των εδαφικών και πολιτικών ανακατατάξεων και συγκεκριμένα η άγνοια της θέσης της Ρωσίας και προφανώς της δέσμευσης της ηγεσίας της στη συμφωνία του Κρεμλίνου, ώστε εκ μέρους του EAM να αναζητείται ματαίως, όπως τουλάχιστον φάνηκε κατά την εξέλιξη των γεγονότων, η επέμβαση της σοβιετικής κυβέρνησης για την ανάσχεση της ροής των γεγονότων προς την ολοκλήρωση του δεκεμβριανού ολοκαυτώματος. Ο Πέτρος Ρούσος, στέλεχος του KKE, κατά το τέλος του Δεκεμβρίου (1944) -όπως προκύπτει από τα Αρχεία των Μυστικών Σοβιετικών Υπηρεσιών- στο πλαίσιο πληροφοριών που προώθησε προς το Κομμουνιστικό Κόμμα της Βουλγαρίας, σημειώνει χαρακτηριστικά: «Το κόμμα μας, προσηλωμένο στις αρχές του κοινού συμμαχικού πολέμου, λαμβάνει υπόψη του τις δυσκολίες που δημιουργούνται εξαιτίας της θέσης μας στην Ελλάδα […]. Το κόμμα μας θέτει τα ακόλουθα ερωτήματα ενώπιον των Σοβιετικών συντρόφων μας: 1) Σε ποια έκταση η σοβιετική κυβέρνηση μπορεί να κάνει χρήση της επιρροής της για να σταματήσει τη βρετανική επέμβαση στα εσωτερικά πολιτικά πράγματα της Ελλάδας. 2) Να παράσχει στρατιωτική βοήθεια σε πυρομαχικά, τρόφιμα, όπλα και άλλα μέσα αγώνα. Χρειαζόμαστε πριν από όλα φυσίγγια, τρόφιμα, όπλα για να οργανώσουμε νέους σχηματισμούς. 3) Να πείσει όλους τους αδελφούς σοβιετικούς λαούς να μας δώσουν βοήθεια.[…]. Η βρετανική επέμβαση απειλεί να καταστρέψει το λαϊκό κίνημα, που είναι ένα από τα σημαντικότερα θεμέλια της Δημοκρατίας στα Βαλκάνια. (1931-1944. Φάκελος Ελλάς, Νέα Σύνορα - Α.Α. Λιβάνη, σσ. 220-221).

Εξάλλου, έναν περίπου μήνα νωρίτερα, τρεις ημέρες μετά την τελετή της απελευθέρωσης (21-10-1944), για ηθική τουλάχιστον υποστήριξη του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, κάνουν λόγο σε έγγραφό τους προς τον υπουργό των Εξωτερικών της Ρωσίας Βγιατσεσλάβ Μιχαΐλοβιτς Σκριαμπίν Μολότωφ στελέχη της βουλγαρικής ηγεσίας, οι Γκεόργκη Δημητρώφ και Λ. Μπαράνωφ: «[..] Πιστεύουμε, όμως, ότι πρέπει τουλάχιστον να δοθεί μια ηθική στήριξη μέσω της δημοσίευσης στον σοβιετικό Tύπο, με κατάλληλη μορφή, μερικών αληθινών πληροφοριών για τον αγώνα του ελληνικού λαού εναντίον της γερμανοφασιστικής κατοχής» (Φάκελος, ό.π., σ. 198).

Οι εν λόγω ενδεικτικές παρεμβάσεις, που παραπέμπουν απλώς στην ειρωνεία των ελληνικών τυχών εκ μέρους της δεδομένης πολιτικής πραγματικότητας, όπως η εξέλιξη των πραγμάτων στον ελλαδικό χώρο μαρτυρεί, έμειναν αναπάντητες. Eτσι, όπως ακριβώς αναπάντητη στην ουσία έμεινε, για τους ίδιους λόγους προκαθορισμένης τακτικής, η έκκληση του Δημήτρη Παρτσαλίδη προς την ηγεσία της Μόσχας, λίγο αργότερα (αρχές του 1946), όταν πλησίαζε η έναρξη του δεύτερου μέρους της ελληνικής τραγωδίας. Και τότε η συμβουλή της σοβιετικής ηγεσίας, μια συμβουλή μη στηριζόμενη στην πραγματικότητα, αλλά στρουθοκαμηλίζουσα και ακροβατούσα, άφηνε στο έλεος της τύχης το αριστερό κίνημα της Eλλάδος και φυσικά επέσυρε τραγικότερη την ειρωνεία εις βάρος ενός μεγάλου (του μεγαλύτερου) μέρους του ελληνικού λαού, που, εν πάση περιπτώσει και άσχετα με την ορθότητα της επιλογής των μέσων προς τον τελικό στόχο, μετέφερε το μήνυμα ενός οράματος για ένα καινούργιο κόσμο. «Κατά την επίσκεψη της εαμικής αντιπροσωπείας στη Μόσχα, [αναφέρει ο Παρτσαλίδης], στις αρχές του 1946, μου δόθηκε η ευκαιρία να ενημερώσω τους συντρόφους του τμήματος εξωτερικών σχέσεων της Κ.Ε. του αδελφού κόμματος για την προοπτική της ηγεσίας του κόμματός μας, σχετικά με την εξέλιξη της κατάστασης στην Ελλάδα. Τόνισα πως με τις συνεχιζόμενες σφαγές των αγωνιστών της Eθνικής Aντίστασης φαίνεται πολύ δύσκολη η αποφυγή της ένοπλης αναμέτρησης. Ελπίζουμε πως τώρα δεν υπάρχουν τα εμπόδια του πολέμου για την πλήρη ανάπτυξη της συμπαράστασης προς τον λαό μας. Η συμβουλή της καθοδηγήσεως του ΚΚΣΕ ήτανε: Τώρα να πάρετε μέρος στις εκλογές, μετά βλέποντας και κάνοντας. Ανάλογα με την εξέλιξη της κατάστασης τότε, το κέντρο του βάρους θα μπορούσατε να το ρίξετε πότε στις νόμιμες μορφές πάλης και πότε στον ένοπλο αγώνα». (Δ. Παρτσαλίδη, Διπλή αποκατάσταση της Εθνικής Αντίστασης, Θεμέλιο, Αθήνα 1978, σ. 199).

Ακόμη, -και πάλι ενδεικτικά- για την έλλειψη ξεκάθαρης πληροφόρησης σχετικά με τα τεκταινόμενα στο διεθνές πεδίο και την αδυναμία των υπευθύνων στην Ελλάδα να λάβουν σοβαρά υπόψη τους κάθε νύξη για «ζώνες επιρροής» παραθέτω μαρτυρία για την τύχη της προσπάθειας που κατέβαλε ο καθηγητής Aγγελος Αγγελόπουλος, μέλος τότε της ΠΕΕΑ, να μεταφέρει (και να πείσει βεβαίως) σχετική πληροφορία του τότε (στην Κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου) υπουργού Κωνσταντίνου Ρέντη στον σκληρό εκπρόσωπο του ΚΚE Γεώργιο Σιάντο. Η απάντηση του Σιάντου είναι χαρακτηριστική: «Αυτά τα διαδίδουν οι Aγγλοι για να μας επηρεάσουν. Δεν είναι δυνατόν οι Ρώσοι να παραχωρήσουν, χωρίς να το ξέρουμε, την Ελλάδα στους Aγγλους. Αν υπήρχε μια τέτοια συμφωνία θα είχα ενημερωθεί από τους Ρώσους»· και ο Αγγελόπουλος σχολιάζει: «Ο Σιάντος, που είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στις φυλακές και ζούσε υπό την επίδραση της μονολιθικής κομμουνιστικής θεωρίας, δεν μπορούσε να καταλάβει ότι οι διεθνείς συνθήκες είχαν αλλάξει και ότι οι Μεγάλοι ρύθμιζαν τα συμφέροντά τους, αδιαφορώντας για τα συμφέροντα των μικρών λαών και ότι η ιδεολογία έρχεται συχνά σε δεύτερη μοίρα». (Αγγελόπουλος, Από την Κατοχή στον Εμφύλιο, σ. 186).

Eτσι, εκόντες άκοντες και ακολουθώντας τη φορά των γεγονότων, όπως προσδιορίζονται από τη διεθνή πραγματικότητα κι όπως τα ποικίλης μορφής και αιτιολογίας ατοπήματα των Ελλήνων εμπλεκομένων μοιραία τα ενισχύουν, συρόμαστε κυριολεκτικά στη δεύτερη (την τραγικότερη) τετραετία της ελληνικής δοκιμασίας. Με 47.000 θύματα και από τις δύο πλευρές των εμπλεκομένων (τα 17.000 των Δεκεμβριανών ήταν νωπά ακόμη), με μια αλόγιστη εκατέρωθεν τρομοκρατία και πράξεις, που όσον κι αν η αναδίφηση στις πηγές και η μελέτη των αντλουμένων προσπαθεί να ερμηνεύσει και να συγχωρήσει, μένουν ανερμήνευτες και ασυγχώρητες, παγιώνεται η προκαθορισμένη τάξη πραγμάτων.

Pιζική τομή

Η δεύτερη αυτή τετραετία με προοίμιό της τη δεκεμβριανή σύρραξη και σε συνδυασμό με την πρώτη της καθολικής Eθνικής Aντίστασης συνιστά τη μεγάλη ριζική τομή, πολιτική και οικονομική. Η συμμετοχή της χώρας στον άδικο και σκληρό πόλεμο και η εθνική αντίσταση της πρώτης τετραετίας καταξίωσαν την Ελλάδα διεθνώς και προέβαλαν τη μορφή και το περιεχόμενο των ελληνικών ιδανικών της εθνικής ανεξαρτησίας, της πανανθρώπινης ελευθερίας και της πραγματικής Δημοκρατίας. Ο εμφύλιος πόλεμος, κατά την πρώτη και τη δεύτερη φάση του, μέσα από το χάος και τον πόνο, άφησε να αναδειχθούν ξεκάθαρα πλέον οι διαφοροποιούμενες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις της χώρας και να καταστεί συνειδητή η μοιραία σχέση τούτων των δυνάμεων αφ' ενός μεταξύ τους και αφ' ετέρου με τα αόρατα κέντρα εξουσίας, σε διεθνές οριζόντιο επίπεδο. Το νέο status, βέβαια, εδραιώνεται στην προκαθορισμένη μορφή της κεντρικής διεθνούς εξουσίας και γίνεται εμφανής στη χώρα ο ρόλος των δυνάμεων της Ευρώπης (κυρίως της Μ. Βρετανίας) και στη συνέχεια, μετά το 1947, των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, με όλες τις συνέπειες του προκαθορισμένου κοινωνικού και οικονομικού συστήματος.

Ωστόσο το όραμα που προέκυψε από τις εκάστοτε πολιτικές-ιδεολογικές διαφοροποιήσεις και ανασυνθέσεις ολόκληρης της κρίσιμης αυτής περιόδου1940-1949, ουτοπικό ίσως, αλλ' όχι ανέφικτο, παραμένει και εισχωρεί στην επέκεινα ιστορική ζωή της χώρας, στις επόμενες δεκαετίες, αναδυόμενο, όταν οι ισορροπίες διαταράσσονται και αυτή, η λειτουργούσα εν πάση περιπτώσει, Δημοκρατία κινδυνεύει. Η επιβεβαίωση, νομίζω, αυτής της κληροδοτούμενης αλήθειας από τον σεμνό και οξυδερκή ιστορικό μας Νίκο Σβορώνο παραπέμπει ακριβώς σ' αυτήν τη διαχρονική διάσταση των αγώνων και των θυσιών για την κοινωνική δικαιοσύνη: «Οι πολιτικές ενέργειες των ανανεωτικών ελληνικών δυνάμεων στα χρόνια 1940 με '50 δίνουν την εντύπωση ότι καθορίζονται περισσότερο από ψυχολογικές αντιδράσεις. [...] Μια τέτοια ψυχολογική πολιτική δε στερείται βέβαια μεγαλείου και δημιουργεί ήρωες και μάρτυρες. Αλλά η θυσία των ηρώων και των μαρτύρων δεν λειτουργεί στην ιστορία, παρά στη μακριά διάρκεια. Και ίσως εδώ βρίσκεται η κάθαρση της ελληνικής τραγωδίας». Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι από το 1944 ώς το 1952 εναλλάσσονται είκοσι έξι κυβερνήσεις, με διάρκεια εκάστης κατά μέσον όρο 100 ημέρες περίπου. Παρά το γεγονός ότι η εν λόγω ακυβερνησία σηματοδοτούσε μια βεβαιωμένη κυβερνητική ανωμαλία με τις επακόλουθες οπωσδήποτε ανασχετικές συνέπειες στην οικονομία και στις εν γένει κοινωνικές λειτουργίες, υπογραμμίζει την εγγενή πολιτική πάλη στο πλαίσιο του καθιερούμενου status της χώρας. Στις προεκτάσεις αυτής της πολιτικής και ευρύτερα ιδεολογικής πάλης, που συμβάλλει πρωτίστως στην ανέλιξη της Ιστορίας, σε συνδυασμό με τα μεταλλασσόμενα οικονομικά δεδομένα (στη δεκαετία 1952-1963 η αγροτική παραγωγή διπλασιάζεται και η βιομηχανική απόδοση αυξάνει κατά 100%) και κατά συνέπεια με την αλλαγή της κοινωνικής διαστρωμάτωσης και του μετασχηματισμού των οικονομικών δομών στη χώρα, προσέκρουσε το 1967 η στρατιωτική χούντα, ώστε να αποφευχθεί μια μακρόχρονη δοκιμασία. Οι πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις μετά το 1974 αξιοποιούν επαρκώς τις κληροδοτούμενες ιδεολογικές παρακαταθήκες και οπωσδήποτε ενισχύουν, στη συνέχεια, τη θεσμική θωράκιση της Δημοκρατίας.



[1] Καθηγητής Πανεπιστημίου στη Νεότερη Ιστορία