Επανάσταση χωρίς αίμα, πολιτική χωρίς βία;

H EKATEPΩΘEN KATAMETPHΣH TΩN NEKPΩN ΣTΟN EΛΛHNIKΟ EMΦYΛIΟ, EΛAXIΣTA EXEI NA ΠPΟΣΦEPEI ΣTHN KPITIKH ΠPΟΣEΓΓIΣH TΟY, YΠΟΣTHPIZEI Ο Π. ΠANAΓIΩTΟΠΟYΛΟΣ, EΠIXEIPΩNTAΣ MIA ANAΨHΛAΦΗΣH TΟY ΦAINΟMENΟY THΣ BIAΣ ΠΟY ANAΔEIXΘHKE ΣE KENTPIKΟ ZHTHMA ΣTΟΝ «ΔIAΛΟΓΟ ΓIA THN IΣTΟPIA»

Παναγής Παναγιωτόπουλος[1], εφ. ΤΑ ΝΕΑ , 26-06-2004

«Τη στρατιωτική εισβολή ακολούθησαν η κατοχή εδαφών και η έξωθεν επιβολή μίας νέας πολιτικής εξουσίας. Σύντομα αναπτύχθηκε ένα πολύμορφο κίνημα ένοπλης αντίστασης. Οι άνθρωποι που στρατεύθηκαν σε αυτό δεν θα επικαλεσθούν έναν αφηρημένο πατριωτισμό ή το προηγούμενο καθεστώς. Αντιθέτως, πολεμώντας τους κατακτητές υπερβαίνουν παλιές ταυτότητες, ριζοσπαστικοποιούνται. Οδηγούνται σε καινοτόμα πολιτικά σχέδια για το μέλλον. Αυτή η ριζοσπαστικοποίηση θα προκαλέσει οργισμένες συμπεριφορές αντεκδίκησης και εξευτελισμού από τη μεριά των κατακτητών.»

Αυτή η εικόνα της γέννησης νέων πολιτικών υποκειμένων μέσα στην εμπειρία του πολέμου περιγράφει το σημερινό Ιράκ. Μπορεί επίσης να φωτίσει το τρίγωνο πόλεμος - πολιτική βία - κοινωνικός ριζοσπαστισμός, όπως αναδύθηκε στην Ελλάδα του '40, που απασχολεί σήμερα την αναθεωρητική πτέρυγα της ελληνικής ιστοριογραφίας.

Ο πόλεμος είναι το προνομιακό πεδίο της βίας. Όταν μάλιστα ακολουθείται από κατοχή, αντίσταση και εμφύλιο μετατρέπεται σε αρχέτυπο της ολοκληρωτικής επιθετικότητας. Αυτής που από σε ποικίλους χρόνους, πλήθος διαβαθμίσεων, τεχνοτροπιών και διακυβευμάτων σπρώχνει κάθε άτομο, σκέψη, σχέση και ταυτότητα στο όριο της πολιτικής. Στη βία εκείνη που διείσδυσε βαθιά στην Ελλάδα του '40, την τοποθέτησε στον παγκόσμιο χάρτη της πολιτικής ανοίγοντας χρονίζουσες πληγές.

H υπενθύμιση αυτή δεν είναι πάντως αρκετή για να σταθούμε υπεύθυνα απέναντι στην Ιστορία μας. Γεννά έναν κίνδυνο εξομοίωσης διαφορετικών επιπέδων βίας: άμυνα και επίθεση, κρατικά βασανιστήρια και αντιστασιακές παρεκτροπές, γενοκτονία και πολεμικές επιχειρήσεις. H κριτική προσέγγιση της βίας δεν συνοψίζεται σε φαταλιστικά αποφθέγματα: «Αυτά έχει ο πόλεμος, οι άνθρωποι σκοτώνονται...», ούτε προσχωρεί στη συντηρητική αρχή της απάθειας: «Αυτά συμβαίνουν όταν ο λαός ανακατεύεται με την πολιτική».

Επί δεκαετίες ο Εμφύλιος ήταν αποκλεισμένος από τη θεσμική μνήμη του έθνους. Από το 1974 όμως, η τέχνη, ο δημόσιος λόγος και οι κοινωνικές επιστήμες, γονιμοποιημένες από την κουλτούρα της Αριστεράς, τόλμησαν επικίνδυνες καταδύσεις στη μαύρη τρύπα της Ιστορίας. ’Αλλοτε φωτίζοντας όσα οι θεσμοί είχαν συσκοτίσει και άλλοτε αναπαράγοντας μία κουλτούρα αυτολύπησης και μυθοποίησης του ηττημένου λαού. Ίσως ήρθε ο καιρός μίας γενναίας αναμέτρησης με το πολιτικό και πολεμικό μας παρελθόν. Για τη βία και τον αυταρχισμό του Δεξιού κράτους κάθε συζήτηση περιττεύει. Τα βλέμματα στρέφονται τώρα στους Αριστερούς και στη βία που άσκησαν καθ' όλη τη δράση τους τη δεκαετία του '40.

Προϋπόθεση για την αναψηλάφηση αυτής της βίας είναι να αποφευχθεί ο χωρισμός των συζητητών σε στρατόπεδα. Όχι προς χάριν τής, ανύπαρκτης, μέσης οδού, αλλά γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε ρηχές αποδόσεις αξίας, τιμών και ιστορικών δικαιωμάτων. Ουδείς αναμένει τη ρεβάνς εκείνου του συντηρητισμού που απεχθάνεται τη σωματική εμπλοκή των υποκειμένων στην πολιτική και κάθε «διασάλευση» της τάξης. Οι ενοχές για τη προγονική σκληρότητα της ελληνικής Δεξιάς δεν θα απαλυνθούν με τη προσκόμιση «αποδείξεων» ότι οι κομμουνιστές έχουν και αυτοί τα χέρια τους βαμμένα με αίμα. Αναλόγως, η Αριστερή σκέψη, οφείλει να χειραφετηθεί από την αγωνία της ηγεμονίας, τις ξεραμένες δάφνες και την υπαρξιακή υπερβατολογία μίας γοητευτικής ήττας.

Συνεπώς, και στο μέτρο που ο Ελληνικός Εμφύλιος δεν εμφανίζει γενοκτονικές πρακτικές όπως πρόσφατα στη Ρουάντα, η εκατέρωθεν καταμέτρηση νεκρών ελάχιστα έχει να προσφέρει. Το παρελθόν της βίας δεν αποτιμάται έτσι. Αυτός που πλήρωσε βαρύτερο φόρο θανάτου δεν κόμιζε κατ' ανάγκη μεγαλύτερη αλήθεια και αγαθότητα.

«Ιεραπόστολοι» και εκτελεστές

Οι σύγχρονες προσεγγίσεις μπορούν να δεχθούν ότι οι κομμουνιστές σκότωσαν αθώους. Ανθρώπους που δεν ήταν συνεργάτες των κατακτητών. Μπορούν επίσης να εξετάσουν καλόπιστα αυτό που υπαινίσσεται η αναθεωρητική ιστοριογραφία: η αριστερή βία δεν ήταν μόνο απαντητική στη βία των αντιπάλων της. Ήταν πρωτογενής. Ήταν η βία ενός αγώνα που δεν αρκέστηκε στην απόκρουση του εισβολέα, αλλά γέννησε χειραφετησιακά αιτήματα και ριζοσπαστικές ταυτότητες. Βία που στηριζόταν τόσο στην ενοποιητική ιδέα της Εθνικής Απελευθέρωσης όσο και στη διαιρετική δύναμη της ταξικής ανάλυσης.

Αν λοιπόν αυτή η βία δεν είναι προϊόν ταξικού μίσους ή ιδεολογικού μηδενισμού, τότε μπορούμε να τοποθετηθούμε απέναντι στη ριζοσπαστική πολιτική συμμετοχή των μαζών που γνωρίζουμε, από το 1789 ήδη, ότι είναι αιματηρή. Να τοποθετηθούμε τελικά απέναντι στη δυνατότητα των μαζών να μετέχουν ενεργά στην πολιτική.

Είναι αντιθέτως παραπλανητικό να παρουσιάζονται οι κομμουνιστές ως ιεραπόστολοι της κοινωνικής ειρήνης που προδίδουν αξίες ξένες προς αυτούς. Οι διώκτες του κομμουνισμού δεν πρόκειται να αποκατασταθούν επειδή ο EAM-ΕΛΑΣ και το KKE δεν μοίραζαν απλώς συσσίτιο, αλλά εκτελούσαν τους προγραφέντες «αντιδραστικούς». Ούτε η απελευθερωτική διάσταση του αριστερού διαβήματος θα αμαυρωθεί αν δεχθούμε ότι η κομμουνιστική ταυτότητα εκτός από μετριοπάθεια περιέχει και μία εντατική πολιτική βία. H διεθνής ιστορική εμπειρία μαρτυρά εξ άλλου ότι η αντι-κατοχική στράτευση διασαλεύει πάντα την κοινωνική τάξη, ότι οδηγεί σε ρήξεις. Αυτό συμβαίνει κάθε φορά που εξοπλίζονται και πολεμούν μαζικά οι κοινωνικές δυνάμεις, για το καλύτερο και για το χειρότερο.

ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΤΗΤΑΣ

H μελέτη του ιστορικού κομμουνισμού δείχνει ότι η βία, παρότι εξοικονομείται μερικώς από την πειθαρχική πλευρά της κομματικής εξουσίας, αποτελεί καταστατικό στοιχείο της ριζοσπαστικής Αριστεράς του 20ού αιώνα. Ο στόχος της σοσιαλιστικής επανάστασης συγκροτεί ένα στρατευμένο συλλογικό υποκείμενο, τον φορέα μίας αδιαπραγμάτευτης κοινωνικής επικινδυνότητας. H κομμουνιστική δύναμη κινητοποιείται για να καταστρέψει θεμελιώδεις αξίες της δυτικής μεταφυσικής: ο άνθρωπος είναι, από τη φύση του, ιδιοκτήτης, οι άνθρωποι βρίσκονται, από τη φύση τους, σε σχέση ανισότητας μεταξύ τους. Και σαν να μην έφθανε αυτό, ως καταστατική στιγμή απαλλαγής από αυτά τα δεσμά, συλλαμβάνεται η ένοπλη επανάσταση. H εγγενής αυτή βία γίνεται κοινή πρακτική όταν, στον B' Παγκόσμιο Πόλεμο, η παγκόσμια κοινωνία εισέρχεται στους ομόκεντρους κύκλους της πολεμικής σύγκρουσης και της κοινωνικής ελπίδας. Με άλλα λόγια, και πέρα από αντιπαραθέσεις που μετατρέπουν τον κοινωνικό επιστήμονα σε θανατομέτρη, η ένοπλη βία που διατρέχει την περίοδο '43-'49 είναι μία επαναστατική βία που εκδηλώνεται σε ένα ευρύ περιβάλλον πολέμου.



[1] Ο Παναγής Παναγιωτόπουλος είναι λέκτορας Σύγχρονης Πολιτικής Θεωρίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Από τις Εκδόσεις Σαββάλας ετοιμάζεται το βιβλίο του για την «Κομμουνιστική Ηθική».