Ο «Άγιος Bελουχιώτης» και οι... άμοιροι Tαγματασφαλίτες

αναδημοσίευση από: http://digital.tanea.gr/Default.aspx?d=20041002&nid=4357556, Τα Νέα, 2-3 Οκτωβρίου 2004

ΓENIKEYΣEIΣ, ΠIΘANOΛOΓHΣEIΣ, AΠΛOYΣTEYΣEIΣ KAI AΠOΛOΓHTIKH ΣTAΣH AΠENANTI ΣE ΓEPMANOYΣ KAI TAΓMATAΣΦAΛITEΣ BΛEΠEI H N. ΠANOYPΓIA ΣTON ΣT. KAΛYBA, ΠEPNΩNTAΣ THN APΘPOΓPAΦIA TOY ΓIA THN «APIΣTEPH BIA» AΠO KOΣKINO

ΝΕΝΗ ΠΑΝΟΥΡΓΙΑ [1]

O εύρωστος κριτικός λόγος γύρω από τον Εμφύλιο και την «κόκκινη βία» στο «Βιβλιοδρόμιο» εδράζεται στο περίφημο, πλέον, άρθρο των Καλύβα και Μαραντζίδη, αλλά η απαρχή του διαλόγου είναι το άρθρο του Στάθη Καλύβα, «Ποιοι φοβούνται την επιστημονική έρευνα της ιστορίας μας;». Φαίνεται εκεί ότι ο Στ. Καλύβας προσπαθεί να δημιουργήσει ένα δομικό υπόβαθρο που βασίζεται στα εξής σημεία:

1. Οι κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις στην υπόθεση Τσενάι συνιστούν υποχώρηση ως προς τις «ευρωπαϊκές» αξίες της σύγχρονης ανοικτής κοινωνίας και «στο περιθώριο των αντιδράσεων αυτών... παρατηρείται μια αντίστοιχη εξέλιξη: αμφισβητείται έντονα και επιτακτικά η δυνατότητα επιστημονικής διερεύνησης της πρόσφατης ιστορίας μας όταν αυτή ανατρέπει κατεστημένες δοξασίες και προκαταλήψεις». Δηλαδή, η ξενοφοβία των πολιτών και οι θέσεις των πολιτικών κατατάσσονται στο ίδιο μόρφωμα με την κριτική που έχει αρθρωθεί γύρω από τις πρόσφατες έρευνες για Κατοχή και Εμφύλιο.

2. Αναφερόμενος ο Καλύβας στη μεταπολιτευτική ιστοριογραφία (αποκαλώντας την «αγιογραφική, απλουστευτικά καταγγελτική, ρέπουσα προς τη μαρτυρολογία και τον ακατάσχετο ρομαντισμό») επισημαίνει τους δυϊσμούς από τους οποίους πάσχει: π.χ., εκεί όπου η πρότερη ιστοριογραφία είχε τοποθετήσει τη σημασία του Γράμμου, μεταπολιτευτικά έχουμε τη Μακρόνησο. Φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται ότι οι διαφορές ανάμεσα στα δύο δεν είναι διαφορές μεγέθους ή τοποθέτησης, αλλά διαφορές αυτού που ο Ρουσσώ ονομάζει τάξη, δηλαδή αρχές νοηματικής ταξινόμησης: ο Γράμμος ήταν ανοιχτή στρατιωτική σύρραξη, η Μακρόνησος είναι το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Δύση δύο χρόνια μετά το κλείσιμο του Μπούχενβαλντ. Une différence d' ordre. Το θέμα δεν είναι ηθικό (όπως υπαινίσσεται ο Στ. Καλύβας), αλλά βαθύτατα επιστημολογικό, ταξινομικό.

3. Ο Άρης Βελουχιώτης έχει πάρει τη θέση του Κολοκοτρώνη στην αριστερή αγιογραφία. Τώρα ποια Αριστερά (εκτός από τη «17N») έχει ο Καλύβας κατά νου, όπου και ο Κολοκοτρώνης και ο Άρης έχουν τη σημασία που τους αποδίδει, μου διαφεύγει.

H κύρια κατηγορία των Καλύβα - Μαραντζίδη (εκτός από το ότι όλοι μας φοβόμαστε την επιστημονική έρευνα της ιστορίας μας) είναι ότι η Αριστερά βλέπει τα πράγματα μέσα από διχοτομικές διόπτρες, από Μανιχαϊστικά σχίσματα του καλού και του κακού, του δεξιού και του αριστερού, του δικού μας και του άλλου. Δεν θα αναφερθώ εδώ στον Δεκάλογο του Καλού Επιστήμονα, που μας προτείνουν. Θέλω, όμως, να επισημάνω μερικά σημεία στο σύνολο του έργου τους για τον Εμφύλιο τα οποία μάλλον απάδουν με τα σημεία του Δεκάλογου. Σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2001 στο περιοδικό «Διεθνής Πολιτική» (World Politics) περί παλαιών και νέων εμφυλίων πολέμων (οριζόμενοι ως προ- και μετα- ψυχροπολεμικοί), o Στ. Καλύβας καταλήγει στο ότι μόνο με «καλή θεωρία» θα ξεπεράσουμε «τους αναλυτικούς φακούς που μας εφαρμόζονται εκ των έξω» και ότι η καλή θεωρία «επιτάσσει σταθερές νοηματικές κατηγορίες και φερέγγυες εμπειρικές πήγες». Εδώ, όμως, αρχίζουν οι δυσκολίες, μεθοδολογικές αλλά κυρίως επιστημολογικές. Ας αρχίσουμε από τη μεγάλη δυσκολία που έχει ο Καλύβας να χρησιμοποιήσει όρους, κατηγορίες και χρονολογίες με κάποια σταθερότητα, η ολισθηρότητα των οποίων δεν τον προβληματίζει. Έτσι, χρησιμοποιείται ο όρος «εμφύλιος» και για το 1946-1949 και για το 1943-1944, και για τους αντάρτες πόλεων στην Ιταλία και την Γερμανία, και για την εξέγερση στο Λος Άντζελες το 1992, και για τους Σαντινίστας, και για τον IRA, και για τη Σιέρα Λεόνε, και για τη Γαλλική Επανάσταση, και για την Οκτωβριανή Επανάσταση, και για τα αντι-αποικιοκρατικά κινήματα. Όλα μαζί επιπλέουν και αναφέρονται σαν ίσα και όμοια, σαν να μην υπάρχουν μεταξύ τους σημαντικές διαφορές είδους και τάξης οι οποίες επιβάλλουν τη διατήρηση των ταξινομικών διαφορών, έτσι ώστε να αναδυθούν οι διαφορετικοί όροι υπό τους οποίους δημιουργήθηκαν, αναπτύχθηκαν και αποτέλεσαν κινήματα ως πολιτικά μορφώματα. Την ίδια ευκολία διολίσθησης βλέπουμε και στο άρθρο του στον συλλογικό τόμο σε επιμέλεια M. Μαζάουερ «Μετά τον Πόλεμο» (κοιτώ την αγγλική έκδοση) όπου ο Καλύβας γλιστράει μεταξύ EAM, ΕΛΑΣ, και KKE (όπως στη σελ. 145, και μετά στην 155), αλλά και μεταξύ ημερομηνιών (1943 και 1944 - σελίδα 158).

Πιο σημαντικό, όμως, είναι το γεγονός ότι ο Καλύβας προβαίνει σε σειρά υποθέσεων, τις οποίες παρουσιάζει ως συμπεράσματα: στην κριτική του για το βιβλίο του Χέρμαν-Φρανκ Μάγερ «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα» (εκδ. Εστία) αναφέρει ότι «οι αντάρτες απαίτησαν την απελευθέρωση 50 Ελλήνων για κάθε Γερμανό αιχμάλωτο, ενδεχομένως και του Νίκου Ζαχαριάδη». Ενδεχομένως και του Νίκου Ζαχαριάδη; Έτσι, αβίαστα; Και βεβαίως, αυτό το ενδεχομένως μπορεί και να μην είχε και πολύ μεγάλη σημασία, αν δεν στήριζε επάνω του ο Καλύβας μέρος της εξήγησής του για τη σφαγή των Καλαβρύτων: «Στις 7 Δεκεμβρίου, και ενώ οι Γερμανοί πλησίαζαν, οι αντάρτες αποφάσισαν να εκτελέσουν τους αιχμαλώτους». Τελεία και παύλα. Ούτε λέξη ούτε γραμμή για τις εκτελέσεις των Γερμανών μεταξύ 24 Νοεμβρίου και 7 Δεκεμβρίου σε Μονοδένδρι, Πάτρα, Ανδρίτσα, Γύθειο, με 258 νεκρούς, πριν από τα Καλάβρυτα, αν και ο Γιώργος Μαργαρίτης μάς έχει δείξει την αλυσίδα των γεγονότων εκείνες τις λίγες ημέρες στην Πελοπόννησο.

Υποθέσεις

Ακολουθούν και άλλου είδους υποθέσεις: «Κατά τους υπολογισμούς μου, σχεδόν 90% όλων των βίαιων θανάτων ενηλίκων που έλαβαν χώρα στην Αργολίδα κατά τη διάρκεια της εμφύλιας συμπλοκής... έγιναν μεταξύ του Σεπτεμβρίου του 1943 και του Σεπτεμβρίου του 1944». Στο ίδιο άρθρο αναφέρει ότι η τρομοκρατική εκστρατεία του EAM τον χειμώνα του '43-'44 δεν περιορίστηκε στην Αργολίδα. Ένα «παρόμοιο κύμα δολοφονιών σάρωσε ολόκληρη την Πελοπόννησο εκείνη την εποχή και κατά πάσα πιθανότητα και την υπόλοιπη χώρα». Πώς γίνεται, όμως, να θέλει κάποιος να στηρίξει μια τόσο σοβαρή υπόθεση εργασίας - όπως είναι η συμβολή της αριστερής βίας στην ανάπτυξη μιας αντι-αριστερής αντίδρασης - σε υπολογισμούς, υποθέσεις, και πιθανολογήσεις;

Βασικά μαθήματα ανθρωπολογίας

Στο άρθρο του στο «World Politics» ο Στ. Καλύβας υποστηρίζει ότι ο τρόπος για να γίνει σωστή αποτίμηση ενός εμφυλίου πολέμου είναι ένας και μοναδικός: συνεντεύξεις μέσα στη ζώνη του πόλεμου, την ώρα του πολέμου, αντί συνομιλίας με θύματα του πόλεμου και κυβερνητικούς παράγοντες. Έχοντας, όμως, διαβάσει το έργο του μέχρι στιγμής, μου φαίνεται ότι ζητά ακριβώς αυτό που δεν κάνει ο ίδιος: Προσπαθώντας να αποδείξει την ορθότητα του προτάγματός του, στηρίζεται σε μια διεπιστημονική προσέγγιση του αντικειμένου του. Χρησιμοποιεί εργαλεία από τη δική του επιστήμη αλλά και από την ιστορία, τη λογοτεχνία («Ελένη» και «Ορθοκωστά») και την ανθρωπολογία. Δεν είμαι ιστορικός ούτε κριτικός λογοτεχνίας. Για την ανθρωπολογία, όμως, ξέρω ότι το πρώτο μάθημα που κάνουμε στους φοιτητές μας είναι ότι η μαρτυρία τού τώρα, πιθανόν να αποδώσει την ιστορική αρτιότητα της στιγμής, η μαρτυρία για το χθες, το πέρσι, το πρόπερσι θα αποδώσει την τωρινή αίσθηση για το χθες, το πέρσι, το πρόπερσι. Δηλαδή, αυτό που παίρνουν οι φοιτητές μας, όταν αρχίζουν έρευνα πεδίου, είναι ότι αυτό που θα ακούσουν προφορικά για κάποιο γεγονός του παρελθόντος είναι η σημερινή αποτίμηση του γεγονότος, όχι το γεγονός το ίδιο. Όχι γιατί οι συνομιλητές μας θέλουν να μας παραπλανήσουν (αναγκαστικά) ούτε γιατί τους αρέσει να φτιάχνουν ιστορίες (αναγκαστικά), αλλά γιατί με την πάροδο του χρόνου κατασκευάζεται ένα αφήγημα το οποίο φτάνει σιγά-σιγά να γίνει κτήμα της ομάδας, όχι ως κατασκευή αλλά ως ιστορική αλήθεια (αναγκαστικά). Ο Καλύβας δεν φαίνεται να θέλει να επιτρέψει σε αυτήν την επιστημολογική δυσκολία (γιατί πρόκειται περί επιστημολογικής και όχι μεθοδολογικής δυσκολίας) να του δυσκολέψει την έρευνα.

Το εφήμερο και η επιθυμία

O στόχος του Στάθη Καλύβα, έτσι όπως διαφαίνεται στα άρθρα του, στις βιβλιοκριτικές του για τον Μάγερ και το (παραναγνωσμενο) «Υιός Συμμορίτου» του Κυριάκου Αθανασίου (εκδ. Βιβλιόραμα), αλλά κυρίως στο κείμενό του για τους εμφύλιους πολέμους, είναι ο εξής: Θέλει να αποδείξει ότι παρά το γεγονός πως η «βιβλιογραφία» (έτσι, χαλαρά και αβασάνιστα) κάνει τον διαχωρισμό μεταξύ «παλαιών» εμφυλίων, οι οποίοι εμφορούντο από υψηλά ιδεώδη, και «νέων» εμφυλίων, οι οποίοι υποκινούνται από απληστία και φιλοχρηματία, αυτός ο διαχωρισμός στην πραγματικότητα δεν υφίσταται. Διότι ο ιδεολογικός προσανατολισμός των «παλαιών» εμφυλίων ήταν κατασκεύασμα των διανοουμένων (και μην περιμένουμε εδώ καμιά υποψιασμένη κριτική τοποθέτηση όπως του Γκράμσι και του Σαΐντ απέναντι στους διανοούμενους), οι δε νέοι εμφύλιοι είναι εξίσου ιδεολογικοί όσο και οι παλαιοί, απλώς τώρα που οι ψυχροπολεμικές κατηγορίες έχουν καταρρεύσει, παρουσιάζεται και η ιδεολογία των παλαιών ως κατασκεύασμα, αλλά και διαφαίνεται η ύπαρξη ιδεολογικού υπόβαθρου στους καινούργιους. Άρα, και οι παλαιοί κενοί ιδεολογίας και οι νέοι απότοκα ιδεολογίας!

Εκτός του ότι φαίνεται να έχει πολύ στριμωγμένη αντίληψη για την Ιστορία, ο κρατισμός του Καλύβα δεν του επιτρέπει να αποδεχθεί το εφήμερο και την επιθυμία ως μοχλούς της ιστορίας. Αδυνατεί, δηλαδή, να δεχθεί ως ιστορική δύναμη την αυθόρμητη επιθυμία ενός εικοσάχρονου για κοινωνική δικαιοσύνη και την ανάδειξη του εφήμερου σε ιστορική ιδέα. Ο Νίκος Μαραντζίδης σε δύο άρθρα του, ένα στο «Journal of Peace Studies» και ένα στο «Columbia Journal of Historiography», θριαμβολογώντας γι' αυτό το νέο κύμα στην έρευνα, επισημαίνει το έργο του Καλύβα σημειώνοντας ότι «έχει φέρει στο κέντρο της έρευνας τον ρόλο της βίας... και έχει εγείρει ερωτήματα όπως: ''κάτω από ποιες συνθήκες γίνεται μια ομάδα βίαιη; '' και ''πώς έλαβε χώρα ο εμφύλιος;'', παρά το ''ποιος έφταιγε''». H μέχρι τώρα γραφή τους, όμως, κατατρύχεται από το «ποιος» και όχι το «πώς».

ΠΟΣΟΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΚΑΝ ΣΤΑ ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ;

Διαβάζοντας το έργο του Καλύβα, διαφαίνεται μια απολογητική στάση του απέναντι στους Γερμανούς και τους Ταγματασφαλίτες. Και αυτή η στάση φαίνεται περισσότερο στις μικρές λεκτικές χειρονομίες του, παρά στις συγκροτημένες προτάσεις του: κάπου αποκάλεσε τους Ταγματασφαλίτες «άμοιρους» («πού να ήξεραν οι άμοιροι οι Ταγματασφαλίτες πως κάποια μέρα θα μετατρέπονταν στην τελευταία ασπίδα ενός παρηκμασμένου κύκλου ελλήνων πανεπιστημιακών του 21ου αιώνα»). Στην κριτική για το βιβλίο του Μάγερ αναφέρεται στη γραφή του συγγραφέα, ενός συγγραφέα ο πατέρας του οποίου ως στρατιώτης της Βέρμαχτ πήρε μέρος στη σφαγή των Καλαβρύτων. Ο Μάγερ κατεβάζει τον αριθμό των νεκρών στα Καλάβρυτα σε 487 από τον γνωστό μας (φανταστικό κατά Καλύβα) των περίπου 1.300. Λέει, λοιπόν, για τον Μάγερ ότι «αποφεύγει τους περιττούς μελοδραματισμούς». Για να καταλάβουμε δηλαδή: η αφήγηση του γιου ενός από τους συμμετέχοντες στη σφαγή των Καλαβρύτων αποφεύγει τους περιττούς μελοδραματισμούς. Δεν μπορώ να καταλάβω τι είδους μελοδραματισμό θα μπορούσε να περιέχει μια αφήγηση από τη σκοπιά αυτή, έτσι ώστε η απουσία του να πιστωθεί στον συγγραφέα; Και στο άρθρο του, όμως, στον συλλογικό τόμο «Μαζάουερ» ο Καλύβας παρουσιάζει μια μάλλον προβληματική τοποθέτηση απέναντι στους Γερμανούς και στους Ταγματασφαλίτες. Μας προτρέπει να μην τα φορτώνουμε όλα στις πλάτες των Γερμανών και μας λέει ότι τα Τάγματα Ασφαλείας δημιουργήθηκαν επειδή οι Αργολείς δεν μπορούσαν να υποφέρουν πια τη βία των ανταρτών, που είχε αποτέλεσμα 29 θανάτους. Δεν άντεξαν, λοιπόν, οι Αργολείς και ζήτησαν από τους Γερμανούς να κάνουν κάτι, και οι Γερμανοί δημιούργησαν τα Τάγματα Ασφαλείας. Μα ακόμη και αν υποθέσουμε ότι οι Αργολείς όντως το πιστεύουν αυτό (τώρα, δηλαδή το 1995), και το πιθανότερο είναι ότι όντως το πιστεύουν, ο Καλύβας ως σοβαρός επιστήμων που είναι δεν διερωτήθηκε αν όντως θα ήταν ποτέ δυνατόν οι Γερμανοί να ανταποκριθούν σε ένα τέτοιο αίτημα; Ο Χάγκεν Φλάισερ, βεβαίως, μας έχει δώσει διεξοδικά την ιστορία της ίδρυσης των Ταγμάτων Ασφαλείας με εμπεριστατωμένη αρχειακή έρευνα σε γερμανικά και ελληνικά αρχεία, οπότε ποιο είναι ακριβώς το εγχείρημα Καλύβα;

ΤΟ ΚΥΡΙΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

Παρά το γεγονός ότι σε όλα τα άρθρα του, τις βιβλιοκριτικές του και τις παρεμβάσεις του ο Καλύβας αναφέρεται στη «μεταπολιτευτική ιστοριογραφία», «εγχώρια ιστοριογραφική παραγωγή», «νέες τάσεις στην έρευνα του εμφυλίου πολέμου», «πρόσφατες έρευνες», «κάποιους [που] αισθάνθηκαν το ''φάντασμα'' του ρεβιζιονισμού πάνω από το κεφάλι τους να τους απειλεί», όλες αυτές οι αναφορές γίνονται συλλήβδην, χωρίς ούτε μία φορά να αναφέρει έναν τίτλο έργου, έναν ερευνητή, για να ξέρουμε κι εμείς με ποια φαντάσματα παλεύει. Ποια είναι, δηλαδή, αυτά τα έργα στα οποία «η βία υπήρξε μονοπώλιο μιας παράταξης», τα οποία επιδίδονται σε «υστερικές καταγγελίες, το κυνήγι μαγισσών και τη συνωμοσιολογία» και πρέπει να αντικατασταθούν από «δημιουργική έρευνα και διάλογο, όπως αρμόζει σε ανοιχτές κοινωνίες και σύγχρονες επιστημονικές κοινότητες»; Θα μας βοηθούσε πολύ αν ξέραμε όλοι ποια έργα υπαινίσσονται οι Καλύβας και Μαραντζίδης, έτσι ώστε να μπορούσαμε να βρεθούμε σε κάποιον τεκμηριωμένο διάλογο μαζί τους, βασισμένο σε κείμενα και παραθέματα.



[1] H Νένη Πανουργιά είναι καθηγήτρια Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Columbia.