Η ΕΚΚΑ, ΤΟ 5/42 ΚΑΙ Η ΕΜΦΥΛΙΑ ΣΥΓΓΡΟΥΣΗ

Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΚΑ της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, τεύχος 110, σελ. 33-37, 22 Νοεμβρίου 2001

του ΦΟΙΒΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ, δημοσιογράφου-ερευνητή

Η Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωσις (ΕΚΚΑ), αντιστασιακή οργάνωση της περιόδου της Κατοχής, με σαφώς μικρότερη επιρροή από το ΕΑΜ αλλά και τον ΕΔΕΣ, ιδρύθηκε από εκπροσώπους του ευρύτερου δημοκρατικού χώρου, ανάμεσα στους οποίους ξεχώρισε ο πολιτικός Γεώργιος Καρτάλης, γόνος εύπορης οικογένειας από το Βόλο.

Ο Καρτάλης παρατήρησε ότι «κατόπιν πολλών αναζητήσεων και προσπαθειών εν τέλει το φθινόπωρον του 1942 μετ΄ άλλων φίλων και εν συνεργασία» με τον απόστρατο Δημήτριο Ψαρρό, «συνεπήξαμεν την ΕΚΚΑ, οργάνωσιν η οποία είχε διπλήν αποστολήν, ήτοι εθνικοαπελευθερωτικήν κατά πρώτων και έπειτα κοινωνικοαπελευθερωτική»[1].

Ο υπαρχηγός του ΕΔΕΣ Κομνηνός Πυρομάγλου έγραψε ότι η αρχική κίνηση Ψαρρού, Μπακιρτζή, Καρτάλη, Καψαλόπουλου «διαμορφώθηκε βαθμιαίως» σε αντιστασιακή που έλαβε «αργότερα» την ονομασία ΕΚΚΑ.

Στις 17 Απριλίου 1943 στο πρώτο φύλλο της αντιστασιακής εφημερίδας «Απελευθέρωση» δημοσιεύθηκε το πολιτικό πρόγραμμα της ΕΚΚΑ που διακήρυσσε ότι «η μεταπολεμική Ελλάδα, εξελιγμένη και έτοιμη ιστορικά, πρέπει να εγκαθιδρύσει ολοκληρωμένη Λαοκρατούμενη Δημοκρατία. Αυτό θα είναι το πολίτευμά της».

Η Λαϊκή Δημοκρατία της ΕΚΚΑ, πέρα από την αποκατάσταση των πολιτικών ελευθεριών, υποσχόταν «επαναστατικές μεταβολές», όπως την κοινωνικοποίηση των «βασικών οικονομικών και τεχνικών μέσων παραγωγής», των τραπεζών, των μεγάλων βιομηχανιών, των μέσων μεταφοράς, του μεγάλου εσωτερικού και εξωτερικού εμπορίου, των ορυχείων και μεταλλείων.

Το αριστερό, σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμά της ΕΚΚΑ ήταν πολύ κοντά με τις θέσεις του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ), που ήδη την άνοιξη του 1943 είχε επεκτείνει την επιρροή του.

Ίσως επειδή γενικά τον αριστερό χώρο είχε ήδη καλύψει το ΕΑΜ, η ΕΚΚΑ σε καμία στιγμή δεν μπόρεσε ν΄ αποκτήσει ισχυρές πολιτικές προσβάσεις στα πλατιά λαϊκά στρώματα, ούτε όμως και ν΄ αναπτύξει σημαντική ένοπλη αντιστασιακή δύναμη, αν και προσπάθησε να το πετύχει.

Οι συντηρητικοί κύκλοι των Αθηνών θεωρούσαν την ΕΚΚΑ μια αριστερή οργάνωση.

Η ηγεσία του ΕΑΜ στις πολιτικές διακηρύξεις της ΕΚΚΑ διέβλεπε έναν πιθανό σύμμαχο, χωρίς όμως και να κατασιγάζει τις υποψίες τις ότι η οργάνωση του Καρτάλη παρουσιαζόταν ως μια ανταγωνιστική δύναμη που προσέβλεπε να κερδίσει οπαδούς από το χώρο επιρροής του ΕΑΜικού κινήματος.

To Δεκέμβριο του 1943 η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση του Εμμανουήλ Τσουδερού γνώριζε ότι η ΕΚΚΑ ήταν μια «πολιτική οργάνωσις του Συνταγματάρχου Ψαρρού, άκρως σοσιαλιστική», που είχε ιδρυθεί «τελευταίως, δεν εύρεν όμως ουδεμίαν απήχησιν εντός των Αθηνών και μόνον ως αντιπολίτευσις εις ΕΑΜ έσχε κάποιαν επιτυχίαν εις την Παρανασσίδα. Ηγούνται ταύτης, πρώην υπουργός των κυβερνήσεων Τσαλδάρη και Κονδύλη, και ο δικηγόρος Α. Καψαλόπουλος»[2].

Την άνοιξη του 1943 ο συνταγματάρχης Ψαρρός έφτασε στη Στερεά για να συγκροτήσει το ανταρτικό τμήμα της ΕΚΚΑ, που ονομάστηκε 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων. Στις 16 Απριλίου 1943 πραγματοποιήθηκε, όπως είχε συμφωνηθεί, «η πρώτη ρίψης» πολεμοφοδίων από βρετανικά αεροπλάνα για τον εξοπλισμό του 5/42 και την έναρξη της δράσης του στη Ρούμελη.

«Την 20ην Απριλίου εις την τοποθεσίαν Λυκοχορός Βουνιχώρας εστάθη η κυανόλευκος και έγινεν η επίσημος τελετή της ορκωμοσίας, παρουσία των Αγγλων και πλήθους οπαδών της Οργανώσεως, οι οποίοι έσπευσαν να παρακολουθήσουν την συγκινητική ταύτην τελετήν. Η 20ή Απριλίου 1943 θα μείνη αλησμόνητος εις όσους την έζησαν εκεί υψηλά εις τα ελευθέρας κορυφάς της Γκιώνας...»[3].

Ο Καρτάλης βέβαια «δεν αγνοεί» ότι σε Παρνασσίδα και Δωρίδα, όπου φιλοδοξεί ν΄ αναπτυχθεί το 5/42, το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ διατηρούν ήδη σημαντικές δυνάμεις.

Σύμφωνα με τον υπαρχηγό του ΕΔΕΣ Κομνηνό Πυρομάγλου, αφού «τα ένοπλα τμήματα της οργάνωσης της ΕΚΚΑ εδημιουργούντο εις μίαν περιοχήν όπου και η Οργάνωσις του ΕΑΜ είχε πλήρως διαρθρωθεί και ο ΕΛΑΣ είχεν ενοποιήσει και τας ανταρτικάς του μονάδας και την Διοίκησιν των - τον Απρίλιον του 1943 η Ελευθέρα Ορεινή Ελλάς ήτο πραγματικότης - η στρατηγική της ΕΚΚΑ και η τακτική του 5/42 έπρεπε να αναπροσαρμοσθούν. Και η μόνη γραμμή την οποίαν θα έδει να ακολουθήση η ΕΚΚΑ ήτο η γραμμή της συνεργασίας όλων των αντιστασιακών οργανώσεων»[4].

Αν και το 5/42 παρουσιάστηκε αρχικά ανεμίζοντας κλάδο ελαίας, οι τοπικοί ηγέτες του ΕΛΑΣ δεν το είδαν με καλό μάτι στο χώρο επιρροής τους.

Οι ανησυχίες του ΕΛΑΣ δεν ήταν τελείως αδικαιολόγητες.

Στις 4 Νοεμβρίου 1943 ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Αντονι Ιντεν είχε φθάσει στο Κάιρο. Τρεις ημέρες μετά παραβρέθηκε σε σύσκεψη της Αμυντικής Επιτροπής Μέσης Ανατολής στη διάρκεια της οποίας «συμφωνήθηκε ότι πρέπει (...) να γίνουν προσπάθειες να σχηματισθούν μη πολιτικές ομάδες στην περιοχή του ΕΛΑΣ»[5].

Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μετά την παρουσία του 5/42, ο ΕΛΑΣ πέτυχε να το διαλύσει και μάλιστα δύο φορές, στις 13 Μαΐου και τις 23 Ιουνίου 1943.

Την πρώτη φορά στη Στρώμη ο αφοπλισμός του 5/42 έγινε αναίμακτα. Στη δεύτερη, η επίθεση του ΕΛΑΣ εναντίον του 5/42 είχε αποτέλεσμα να υπάρξουν νεκροί και τραυματίες και από τις δύο πλευρές[6].

Καθώς εκτυλισσόταν η δεύτερη επίθεση του ΕΛΑΣ, ο αρχηγός της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής (ΒΣΑ) στην Ελλάδα, ταξίαρχος Εντι Μάγερς, ζήτησε εσπευσμένα από τον Σαράφη «να παρέμβει άμεσα για την κατάπαυση των εχθροπραξιών».

Ο στρατιωτικός διοικητής του ΕΛΑΣ απάντησε ότι η επίθεση κατά του 5/42 ήταν «αντίθετη με τις διαταγές μας» και σε συνεργασία με τον Αρη Βελουχιώτη διέταξαν «ν΄ αποδοθούν άμεσα τα όπλα που τυχόν αφαιρέθηκαν από τους άνδρες του Ψαρρού» και στο μέλλον να μην ενοχληθεί στην εκ νέου ανασυγκρότηση του τμήματός του[7].

Ο εκπρόσωπος της ηγεσίας του ΚΚΕ, Π. Καραγκίτσης, χαρακτήρισε την επίθεση του ΕΛΑΣ εναντίον του 5/42 «νέου σοβαρό στραπάτσο» της κομματικής γραμμής που προσανατολιζόταν προς την εθνική ενότητα[8].

Μια γραμμή που ενισχύθηκε αποφασιστικά μετά την αναγγελία διάλυσης της Κομμουνιστικής Διεθνούς στις 15 Μαΐου 1943[9].

Την ίδια περίοδο είχαν αρχίσει διαβουλεύσεις ανάμεσα στο ΕΑΜικό κίνημα και τους Βρετανούς για την επικύρωση μιας επίσημης συνεργασίας με το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής (ΣΜΑ) που κατέληξε στο συμφωνητικό της 5ης Ιουλίου 1943.

Η συμφωνία υπογράφηκε στην Ελεύθερη Ελλάδα από το ΣΜΑ διά του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του Εντι Μάγερς και από εκπροσώπους του ΕΑΜ (Α. Τζήμας) και του ΕΛΑΣ (Σαράφης, Αρης).

Η συμφωνία όριζε ότι εφ΄ εξής το ΣΜΑ θα αποκαλούσε τις ένοπλες ελληνικές οργανώσεις, «εθνικές ανταρτικές ομάδες» και προέβλεπε τη σύσταση ενός Κοινού Γενικού Στρατηγείου Ανταρτών (ΚΓΣΑ). Οι ένοπλες οργανώσεις που θα εντάσσονταν στο ΚΓΣΑ θα διατηρούσαν την οργανωτική αυτοδυναμία τους και την εδαφική αυτοτέλειά τους.

Σύντομα ο ΕΔΕΣ πείστηκε να υπογράψει επίσης το συμφωνητικό.

Περί τα τέλη Ιουλίου 1943 αντιπροσωπεία του ΕΔΕΣ έφτασε στο Περτούλι, όπου είχε μεταφερθεί η έδρα του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ. Μερικές μέρες αργότερα κατέφτασαν και οι αντιπρόσωποι της ΕΚΚΑ Γ. Καρτάλης και Δ. Ψαρρός.

Πριν αρχίσουν οι κοινές διαπραγματεύσεις «προηγήθηκε συνάντηση μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΚΚΑ», όπου εκφράστηκε η «πλήρης κατανόηση» των δύο πλευρών «και αποφασίστηκε να εξομαλυνθούν όλες οι διαφορές και να γίνει δυνατή στενή συνεργασία μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΚΚΑ, αφού οι αντικειμενικοί σκοποί των οργανώσεων συνέπιπταν».

Η ΕΚΚΑ δέχτηκε να υπογράψει το συμφωνητικό με το ΣΜΑ και να συμμετάσχει στο ΚΓΣΑ, έθεσε όμως ως προϋπόθεση της συγκατάθεσής της τον εφοδιασμό της οργάνωσης από τους Αγγλους με 1.000 όπλα. Πίστευε ότι έτσι «θ΄ αποκτούσε ανάλογη δύναμη» και «δεν θα ήταν εύκολο στον ΕΛΑΣ να προβεί στη διάλυσή της».

Ο Αρης και ο Τζήμας, που είχαν συνομιλήσει με τους Ψαρρό και Καρτάλη, συμφώνησαν να δοθούν σύντομα τα ζητούμενα όπλα στο 5/42. Είχαν τη γνώμη ότι η ΕΚΚΑ «θα συνεργαζόταν στενά» με τον ΕΛΑΣ «και τέλος θα προσχωρούσε στο ΕΑΜ ή τουλάχιστον θα ήταν σύμμαχός μας»[10].

Τον Αύγουστο του 1943, λίγο μετά την υπογραφή του συμφωνητικού, αντιπρόσωποι του ΕΑΜ, του ΕΔΕΣ και της ΕΚΚΑ έφτασαν στο Κάιρο έπειτα από έγκριση του ΣΜΑ.

Εκεί οι τρεις οργανώσεις παρουσίασαν ένα αξιοσημείωτο ενωτικό πνεύμα που εκφράστηκε κυρίως με τη στάση τους απέναντι στο πολιτειακό ζήτημα και ειδικότερα το θεσμό της βασιλείας.

Οι αντιπρόσωποι του ΕΑΜ, του ΕΔΕΣ και της ΕΚΚΑ, σε συνεργασία με εκπροσώπους και άλλων πολιτικών οργανώσεων, επέδωσαν στον Τσουδερό το ακόλουθο υπόμνημα:

«Κάιρον 17 Αυγόστου 1943

Προς την Α.Μ. Εξοχότητα τον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως.

Οι υπογεγραμμένοι εκπρόσωποι των υποσημειουμένων κομμάτων και οργανώσεων, διεπιστώσαμεν ομοφώνως ότι χάριν της Εθνικής ενώτητας, ήτις μόνη διασφαλίζει την ευόδωσιν του εθνικού αγώνος και την ομαλήν εξέλιξιν του πολιτικού βίου της Χώρας, παρίσταται ανάγκη να δηλωθή υπευθύνως ότι ο βασιλεύς δεν θέλει επανέλθει εις την Ελλάδα πριν ή ο λαός αποφανθή επί της μορφής του πολιτεύματος. Διά τα Κόμματα του Δημοκρατικού Συνασπισμού, Γ. Εξηντάρης. Διά το Εθνικόν Απελευθερωτικόν Μέτωπον (ΕΑΜ), Η. Τσιριμώκος, Π.Ρούσος, Α. Τζήμας, Κ. Δεσποτόπουλος. Διά το Ενωτικών Κόμμα, Π. Κανελλόπουλος. Διά τον Εθνικόν Δημοκρατικών Ελληνικόν Σύνδεσμον (ΕΔΕΣ), Κ. Πυρομάγλου. Διά την Εθνικήν και Κοινωνικήν Απελευθέρωσιν (ΕΚΚΑ), Γ.Α. Καρτάλης».

Αυτή η ενωτική πολιτική των αντιστασιακών οργανώσεων περί το πολιτειακό ανησυχούσε σοβαρά τους Βρετανούς.

Η βρετανική πολιτική στη διάρκεια του πολέμου στόχευε στην επάνοδο του Γεωργίου Β΄ στην Ελλάδα και στην επανεγκατάστασή του στο βασιλικό θρόνο.

Η εξόριστη ελληνική βασιλική κυβέρνηση είχε προτείνει στο Βρετανό πρεσβευτή Ρέτζιναλντ Λίπερ όπως «παραμείνει μυστική η κοινή πολιτική υπέρ του βασιλέως»[11].

Το πρόβλημα που αντιμετώπιζε η βρετανική πολιτική περί την Ελλάδα ήταν ότι και οι τρεις αντιστασιακές οργανώσεις (ΕΑΜ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ) είχαν από την ίδρυσή τους έναν έκδηλο ή μόλις υποκρυπτόμενο αντιμοναρχικό χαρακτήρα.

Στο μυστικό πρωτόκολλο του ΕΔΕΣ οι τρεις συνιδρυτές (Ν. Ζέρβας, Λεων. Σπάης, Ηλ. Σταματόπουλος) όριζαν ως σκοπούς της οργάνωσης «να αποκαλύψωμεν κατά σαφή και αδιαμφισβήτητον τρόπον την προδοσίαν του τέως Βασιλέως Γεωργίου Β΄ και της περί αυτόν σπείρας»[12].

Η ΕΚΚΑ πρότασσε επίσης τη «Λαϊκή Δημοκρατία» που προφανώς θα είχε αβασίλευτη μορφή στην Ελλάδα. Ο συνταγματάρχης Ψαρρός, επικεφαλής του 5/42 της ΕΚΚΑ, ήταν γνωστός για τους δημοκρατικούς και αντιμοναρχικούς αγώνες του στο στράτευμα την περίοδο 1922-1935.

Οι Βρετανοί σύνδεσμοι στην Ελλάδα έλαβαν εντολή να προωθήσουν τις φιλοβασιλικές θέσεις στον αντιστασιακό χώρο.

«Το βρετανικό υπουργείο Πολέμου διευκρίνισε ότι η βρετανική κυβέρνηση, υποστηρίζοντας τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των διαφόρων ανταρτικών ομάδων, έδινε την προτίμησή της στις ομάδες εκείνες που θα ήταν πρόθυμες να υποστηρίξουν το βασιλιά της Ελλάδας και την κυβέρνησή του».

Ο Ζέρβας «είχε φανεί πολλές φορές πρόθυμος να προσαρμοστεί στην επιθυμία των Αγγλων».

Στις αρχές του 1943 οι Βρετανοί πρότειναν στον Ζέρβα να στείλει χαιρετιστήριο μήνυμα στον Γεώργιο με την ευκαιρία της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου[13].

Ο Ζέρβα συγκατατέθηκε ανεπιφύλακτα και με άκρα μυστικότητα τηλεγράφησε στο βασιλιά:

«....Εάν η Αγγλία διά γενικωτέρους λόγους ακόμη και χωρίς εκπεφρασμένην γνώμην λαού, επιθυμεί επιστροφήν Βασιλέως, ημείς οι αγωνιζόμενοι διά απελευθέρωσιν ουδόλως θέλομεν εναντιωθεί...»[14].

Παρόμοιες προσπάθειες άρχισαν να γίνονται και προς την πλευρά του ένοπλου τμήματος της ΕΚΚΑ, καθώς τον Αύγουστο του 1943 ο βασιλόφρων λοχαγός Ευθύμιος Δεδούσης «επικεφαλής ομάδας αξιωματικών» κατατάχτηκε στις γραμμές του.

Ο Πυρομάγλου ισχυρίζεται ότι μετά την ενωτική και αντιμοναρχική, κατά κάποιον τρόπο, παρουσία των αντιστασιακών οργανώσεων κατά την παραμονή τους στο Κάιρο, πραγματοποιήθηκε μια εξόρμηση "διεισδύσεως και διαβρώσεως όλων των οργανώσεων ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ», με κύριο στόχο να τις φέρουν «εις μίαν ένοπλον σύγκρουσιν μεταξύ των»[15].

Το Μάιο του 1943, ο Δεδούσης συναντήθηκε με εκπροσώπους της μόλις τότε ιδρυθείσας οργανώσεως«Στρατιωτική Ιεραρχία» από το βασιλόφρονα αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο.

Ο Δεδούσης συμφώνησε με τη γραμμή της «Στρατιωτικής Ιεραρχίας» για ένα διμέτωπο αγώνα, εναντίων των κατακτητών, αλλά και όσων επιδίωκαν «να ανατρέψουν το υπάρχον κοινωνικό καθεστώς» και το βασιλιά[16].

Η οργάνωση του 5/42 άρχισε έτσι να διχάζεται και να παρουσιάζει βαθμιαία δύο διαφορετικές γραμμές, που συχνά αλληλοσυγκρούονταν.

Τον Οκτώβριο του 1943 άρχισαν οι εχθροπραξίες ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ.

Στη διάρκεια της σύγκρουσης οι ηγέτες της ΕΚΚΑ προσπαθούν να κρατήσουν μια γραμμή ευμενούς ουδετερότητας υπέρ του ΕΛΑΣ. Η στάση της ΕΚΚΑ δεν υπέκρυπτε μια φιλοΕΑΜική γραμμή, αλλά απέρρεε από την ανάγκη εκδήλωσης τακτικών ελιγμών για την αυτοπροστασία της.

Η στάση ουδετερότητας δεν βρίσκει σύμφωνους τους βασιλόφρονες αξιωματικούς του 5/42, οι οποίοι στη διάρκεια σύσκεψης ζητούν την ένοπλη επίθεση εναντίον του ΕΛΑΣ.

Από το Δεκέμβριο του 1943 και ενώ συνεχίζονται οι συγκρούσεις ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ, ο Δεδούσης «εθεώρησεν επιτακτικόν του καθήκον να εμψυχώση τους τρομοκρατημένους και παραπλανωμένους", έτσι επιχειρεί περιοδεία σε διάφορα χωριά επικεφαλής του λόχου του, κηρύσσοντας την «άλλην φάσιν του εθνικού αγώνος, την ανοιχτή μάχη κατά του κομμουνισμού»[17].

Στις αρχές του 1944 τα επεισόδια μεταξύ ανδρών του ΕΛΑΣ και του 5/42 συνεχίστηκαν .

Ούτε η κοινή δήλωση στις 19.2.1944 του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, του ΕΔΕΣ και της ΕΚΚΑ εναντίον των Ταγμάτων Ασφαλείας ούτε το πρωτόκολο της Πλάκας (29.2.1944), που όριζε την κατάπαυση των εχθροπραξιών μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ, μπόρεσαν να κατασιγάσουν τις υποβόσκουσες αντιθέσεις.

Ο αφοπλισμός και η αφαίρεση των αρβύλων μερικών αδειούχων ανταρτών του 5/42 δίνει την ευκαιρία στο λοχαγό Δεδούση «να λάβει έκτακτα μέτρα αμύνης και δια λόγους ασφαλείας προέβη εις ενεργείας όλως αυτοβούλως, χωρίς να επικοινωνήση τηλεφωνικώς με τον συνταγματάρχην Ψαρρόν.»

«Κατά κακήν μοίρα - αναφέρει ο αξιωματικός του 5/42, Γ. Καϊμάρας - αντάρται του Δεδούση, προσπαθούντες να αφοπλίσουν την μαχητικήν ομάδα Κροκυλείου, εφόνευσαν τον υπεύθυνον του ΕΛΑΣ του χωρίου τούτου, ονόματι Βάρσον. Ο φόνος ούτος ήναψε τα μίση και τα πάθη μεταξύ των δύο οργανώσεων και εβάρυνε σημαντικώς εις την τραγικήν ζωήν του 5/42»[18].

Σοβαρά προβλήματα αντιμετώπιζε ο ΕΛΑΣ και από την παρενοχλητική δράση του ταγματάρχη Γ. Καπετζώνη, ο οποίος είχε ενταχθεί στο 5/42 επίσης. Στις 10 Μαρτίου 1944 ιδρύθηκε η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), η επονομαζόμενη «κυβέρνηση του βουνού».

Πρώτος πρόεδρος της ΠΕΕΑ ανακηρύχθηκε ο συνταγματάρχης Ευρ. Μπακιρτζής, που συνδεόταν φιλικά με τον Ψαρρό.

Πρόταση του Μπακιρτζή για προσχώρηση της ΕΚΚΑ στην ΠΕΕΑ δεν έγινε δεκτή. Η ηγεσία του ΕΑΜ έχασε κάθε ελπίδα να προσελκύει την ΕΚΚΑ στις γραμμές της.

Την ίδια περίοδο δημοκρατικοί αξιωματικοί του 5/42 έχουν ήδη αρχίσει να βλέπουν με σκεπτικισμό τη στροφή της οργάνωσης προς τα «δεξιά».

Ο υποδιοικητής του 5/42, αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Λαγγουράνης, αποφάσισε «να προσχωρήσει» στην ΠΕΕΑ και «να ενταχθεί» στον ΕΛΑΣ, καλώντας και άλλους αντάρτες της οργάνωσης να τον ακολουθήσουν.

Την ίδια περίοδο η ΠΕΕΑ «διέταξε» το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ να στείλει τελεσίγραφο στο 5/42 απαιτώντας «την άμεση εκτέλεση» των συμπεφωνημένων σε προηγούμενες διαβουλεύσεις των δύο οργανώσεων που αφορούσαν «την άμεση απόδοση» αποθηκών και υλικού του ΕΛΑΣ, τη σύλληψη των αξιωματικών Καπετζώνη, Δεδούση και Ψιλογιάννη, κ.ά.

Αν η ΕΚΚΑ δεν δεχόταν τους όρους του τελεσιγράφου, ο ΕΛΑΣ διατάχθηκε «να χτυπήσει και να διαλύσει την ΕΚΚΑ»

Τη νύχτα της 16ης προς 17ης Απριλίου του 1944 ο ΕΛΑΣ επιτέθηκε εναντίον του 5/42.

Στην επίθεση συμμετείχε και ο Αρης Βελουχιώτης. Η σύγκρουση ήταν σύντομη, με νεκρούς και τραυματίες από τις δύο πλευρές. Το 5/42 διαλύθηκε. Ο Ψαρρός και πολλοί άνδρες του συνελήφθησαν.

Ο ταγματάρχης του ΕΛΑΣ Θύμιος Ζούλας εκτέλεσε τον αιχμάλωτο Ψαρρό. Την ίδια τύχη είχαν και οι άλλοι αντάρτες του 5/42, ενώ κάποιοι αιχμάλωτοι προσχώρησαν στον ΕΛΑΣ, πιθανόν την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενοι.

Οι 94 άντρες του 5/42 υπό τον ταγματάρχη Καπετζώνη, που πέρασαν στην Πελοπόννησο, συνελήφθησαν από τους Γερμανούς και «οι περισσότεροι κατατάχθηκαν στα Τάγματα Ασφαλείας»[19].

Μετά την οριστική διάλυση του 5/42 η ΕΚΚΑ συνέχισε την αντιστασιακή δράση της, έστω και υποτυπωδώς, εκδίδοντας τις παράνομες εφημερίδες «Απελευθέρωση» και «Γκιώνα». Διαλύθηκε μετά το τέλος της Κατοχής.



[1] Γ. Καρτάλης, «Πεπραγμένα». Κ. Πυρομάγλου, Ο Γεώργιος Καρτάλης και η εποχή του 1934-1957, σσ. 151-152.

[2]Αρχείον Εμμ. Τσουδερού, Τόμος Γ2, Σημείωμα 3.12.1943, σελ. 890

[3]Γ. Καϊμάρας, Εθνική Αντίστασις, 5/42, σελ.45.

[4]K. Πυρομάγλου, Ο Γ. Καρτάλης..., σσ. 161-163.

[5] Α. ιντεν, The Reckoning, σελ. 419.

[6] Περισσότερες λεπτομέρειες για τις συγκρούσεις, βλ. Χ. Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα, τομ. Α΄, σσ. 384-387, 414-416, Δ. Χαριτόπουλος, Αρης, ο αρχηγός των ατάκτων, σσ. 369-376, 415-420, κ.ά.

[7]Στ. Σαράφης, Ο ΕΛΑΣ, σσ. 124-127.

[8] Γρ. Φαράκος, Ο ΕΛΑΣ και η εξουσία, τόμ. Α΄, σελ. 185.

[9]Φ. Οικονομίδης, Ελλάδα ανάμεσα σε δύο κόσμους, σελ. 91.

[10]Στ. Σαράφης, Ο ΕΛΑΣ, σσ.144-145.

[11] Αρχείον Εμμ. Τσουδερού, τόμ. Γ1, σσ. 20-22.

[12] Ηρ. Πετιμεζάς, Εθνική Αντίσταση και Κοινωνική Επανάσταση, σελ.88.

[13]C. M. Woodhouse, Το μήλον της Εριδος, σσ. 20-22.

[14]Αρχεία Φόρειν Οφις, FO 374/37194, R 2266.

[15]Κ. Πυρομάγλου, Ο Γ. Καρτάλης... σελ. 225.

[16] Ι. Δεδούσης, Θύμιος Δεδούσης, ο Εθνομάρτυς Αγωνιστής, Αθήναι, 1949.

[17] Κ. Πυρομάγλου, ό.π., σσ. 227-230.

[18]Γ. Καϊμάρας, Ιστορία της Εθνικής Αντιστάσεως, του 5/42 Ευζώνων Ψαρρού 1941-1944, Αθήναι, 1953, Κ. Πυρομάγλου, ό.π., σσ. 290-291.

[19] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΣΤ, σσ.40-41. Στ. Σαράφης, ό.π. σσ. 251-254.