Δορδανάς Ευστράτιος: «Αντίποινα των Γερμανικών αρχών κατοχής στη Μακεδονία 1941-1944»

Από τον πρόλογο της διατριβής (σελ i-xiii)

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και ειδικότερα η Κατοχή της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα (1941-1944) συγκεντρώνει εδώ και χρόνια το ενδιαφέρον πολλών Ελλήνων και ξένων ιστορικών, γεγονός το οποίο έχει συντελέσει στην έως τώρα αξιοποίηση σημαντικών αρχείων και στην επέκταση της έρευνας εντός και εκτός των συνόρων της χώρας. Τα βιβλία που έχουν γραφεί για την περίοδο αυτή αναμφίβολα συνεισφέρουν, περισσότερο ή λιγότερο, στην κατανόηση όσων συνέβησαν στην κατεχόμενη Ελλάδα, αλλά και αργότερα, μετά την απελευθέρωση, όταν η χώρα βυθίστηκε στη δίνη του Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949).

Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια και κυρίως μετά την ανακίνηση του ζητήματος των γερμανικών αποζημιώσεων προς την Ελλάδα, το ενδιαφέρον έχει στραφεί και σε μια άλλη παράμετρο άμεσα συνυφασμένη με την Κατοχή, αυτή των γερμανικών αντιποίνων εναντίον του άμαχου πληθυσμού και των υλικών καταστροφών που υπέστησαν χωριά και πόλεις. Ωστόσο, η ενασχόληση με το θέμα αυτό φαίνεται πως εξαντλείται στην περιγραφή και την ερμηνεία γεγονότων σε συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο, που αν και εύλογα έχουν βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος αυτό δεν σημαίνει πως είναι και τα μοναδικά στην περίπτωση της Ελλάδας. Εκτός από τα αντίποινα που εφάρμοσαν οι γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις εναντίον πόλεων της Κεντρικής, Νότιας και Δυτικής Ελλάδας και της Κρήτης, όπως το Δίστομο, τα Καλάβρυτα, το Κομμένο, η Κάντανος, ανάλογης μεταχείρισης έτυχαν και πολλά χωριά στην Κεντρική και τη Δυτική Μακεδονία. Για τα τελευταία η ιστορική έρευνα δεν φάνηκε μέχρι σήμερα τόσο γενναιόδωρη και εξαντλήθηκε ή εξαντλείται σε μεμονωμένες και κυρίως ερμηνευτικά ελλιπείς αναφορές για συγκεκριμένα γεγονότα, όπως αυτό της σφαγής στην Κλεισούρα.

Η απουσία, λοιπόν, μιας μελέτης για την Κεντρική και τη Δυτική Μακεδονία που να καταγράφει και να αναλύει με τρόπο συστηματικό και όχι αποσπασματικό τα εφαρμοζόμενα από τους Γερμανούς αντίποινα στην περιοχή αυτή το διάστημα 1941-1944, ήταν ένας από τους λόγους που ώθησαν τον γράφοντα να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο θέμα. Ο πρώτος αυτός λόγος αποτέλεσε ταυτόχρονα και μια από τις βασικές επιδιώξεις του παρόντος πονήματος. Ακόμα και αυτά τα γεγονότα που θα αποκαλούσε κανείς ως κορυφαία και αντιπροσωπευτικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο τα γερμανικά στρατεύματα αντιλήφθηκαν τον ανταρτοπόλεμο και αντιμετώπισαν τους αμάχους, όπως ήταν η καταστροφή των Κερδυλίων Σερρών, της Κλεισούρας Καστοριάς, του Χορτιάτη Θεσσαλονίκης, δεν έχουν μέχρι σήμερα τύχει σοβαρού ιστοριογραφικού ενδιαφέροντος. Ταυτόχρονα, ανάλογες μικρότερης έκτασης καταστροφές χωριών και εκτελέσεις των κατοίκων τους, αλλά και μεγαλύτερης από τα προαναφερόμενα περιστατικά, όπως η εκτέλεση τριακοσίων και πλέον κατοίκων των Πύργων Κοζάνης της επαρχίας Εορδαίας, είναι είτε τελείως άγνωστες είτε περιορίζονται σε γενικόλογες αναφορές.

Υπήρχε λοιπόν ανάγκη σοβαρής μελέτης του ζητήματος των αντιποίνων στην εν λόγω περιοχή, όχι τόσο ως φόρος τιμής στα θύματα, αλλά για να διερευνηθούν τα κίνητρα και οι επιδιώξεις των αρχών Κατοχής, καθώς και οι τυχόν επιδιώξεις αυτών που προκάλεσαν τα αντίποινα. Αναλυτικότερα, αναζητήθηκαν τα κίνητρα της συμπεριφοράς που επέδειξαν οι Γερμανοί έναντι των αμάχων, καθώς και η συγκεκριμένη πολιτική, η οποία αποτέλεσε την επίσημη θέση της ηγεσίας του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος: ήταν τα αντίποινα σπασμωδικά και μεμονωμένα ως αντίδραση των στρατιωτικών μετά από επιθέσεις των ανταρτών ή ήταν συνέπεια συγκεκριμένης πολιτικής ; Αν ίσχυσε το δεύτερο, η πολιτική αυτή ασκήθηκε πιστά από την αρχή έως το τέλος της Κατοχής ή υπήρξαν μεταβολές που ενδεχομένως αποδείκνυαν την ύπαρξη διαφορετικών απόψεων μέσα στους κόλπους του στρατού ή μεταξύ των στρατιωτικών και άλλων εκπροσώπων του Γ΄ Ράιχ στην Ελλάδα ; Υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες οι διαταγές για τα αντίποινα παραβιάστηκαν από τοπικούς στρατιωτικούς διοικητές ή διοικητές μονάδων και πώς αυτοί αντιμετωπίστηκαν μετέπειτα από τους ανωτέρους τους ; Τα αντίποινα έλαβαν την ίδια μορφή και έκταση, όταν κλήθηκαν να τα εφαρμόσουν από τη μια πλευρά μονάδες της Βέρμαχτ και από την άλλη τμήματα των σχηματισμών των SS ; Τελικά, η επιβολή αντιποίνων εναντίον χωριών κοντά στα οποία είχαν σημειωθεί επιθέσεις εναντίον του γερμανικού στρατού και οι συμπληρωματικές εκτελέσεις ομήρων που κρατούνταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και σε φυλακές είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα ; Με άλλα λόγια κατάφερε να αντιμετωπίσει με την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος τρόμου τον ανταρτικό κίνδυνο ; Από την άλλη πλευρά, οι απώλειες που προκάλεσε ο ΕΛΑΣ στα γερμανικά στρατιωτικά τμήματα, εφαρμόζοντας τακτικές ανταρτοπολέμου, ήταν τέτοιες που να δικαιολογούν την επανάληψη των επιθέσεων και κυρίως τις απώλειες που μετέπειτα υπήρξαν μεταξύ του άμαχου πληθυσμού εξαιτίας των εφαρμοζόμενων γερμανικών αντιποίνων ;

Σε μερικά από τα παραπάνω ερωτήματα καλούνται να απαντήσουν όσοι ασχολούνται όχι μόνον με το ζήτημα των αντιποίνων, αλλά γενικότερα με την περίοδο της Κατοχής. Στην προσπάθεια να δοθούν απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα χρειάστηκε επισταμένη έρευνα σε ευρύ φάσμα πηγών, πρωτογενών και δευτερογενών. Η έρευνα αρχικά στράφηκε στην αναζήτηση του απαραίτητου πρωτογενούς υλικού της εποχής εκείνης στη Γερμανία. Εκεί εντοπίστηκε πλούσιο αρχειακό υλικό σχετικό με την Ελλάδα για την περίοδο του πολέμου και ειδικότερα για το διάστημα της κατοχής της από τα στρατεύματα του Γ΄ Ράιχ.

Το πρώτο και σημαντικότερο αρχείο για την περίοδο της Κατοχής στην Ελλάδα είναι το Ομοσπονδιακό Στρατιωτικό Αρχείο (Bundesarchiv-Militärarchiv) που βρίσκεται στην πόλη Φράιμπουργκ της Γερμανίας. Εκεί φυλάσσονται τα αρχεία των τοπικών στρατιωτικών διοικητών και της ανώτερης διοίκησης των γερμανικών στρατευμάτων που εγκαταστάθηκαν και έδρασαν στην Ελλάδα. Μεταξύ αυτών ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη Μακεδονία παρουσιάζουν οι φάκελοι του Στρατιωτικού Διοικητή Θεσσαλονίκης-Αιγαίου (Befehlshaber Saloniki-Ägäis), υπεύθυνου για το γερμανοκρατούμενο τμήμα της Μακεδονίας, του αρμόδιου επιτελείου για τα οικονομικά ζητήματα με έδρα επίσης τη Θεσσαλονίκη (Wehrwirtschaftsoffizier Saloniki-Ägäis) και του Στρατιωτικού Διοικητή Ελλάδας στην Αθήνα (Militärbefehlshaber Griechenland). Σώζονται, επίσης, τα έγγραφα της 164ης Μεραρχίας Πεζικού (164 Infanterie Division) που παρέμεινε στο χώρο της Μακεδονίας από τον Απρίλιο έως το Δεκέμβριο του 1941. Πολύτιμη πηγή αποτελεί και το πλήθος των εγγράφων της Ομάδας Στρατού Ε (Heeresgruppe E), η διοίκηση της οποίας εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη και για τη διετία 1943-1944 είχε υπό τις διαταγές της όλες τις στρατιωτικές μονάδες, εκτός από τους σχηματισμούς των SS, που στάθμευαν στην υπό γερμανικό έλεγχο Μακεδονία. Τα έγγραφα της Ομάδας Στρατού Ε, που υπάρχουν μικροφωτογραφημένα, περιγράφουν, εκτός από τις αναφορές σε αμιγώς στρατιωτικά ζητήματα, όπως είναι η οργάνωση, ο εφοδιασμός και η διοίκηση των μονάδων, τις επιχειρήσεις εναντίον των ανταρτών και τα αποτελέσματά τους, όπως φυσικά αυτά μεταφέρονταν από τις διοικήσεις των στρατευμάτων προς τη στρατιωτική ηγεσία. Εκτός αυτών υπάρχουν πλούσιες αναφορές για τους αντάρτες, την οργάνωση και τη στελέχωση των τμημάτων τους, την επιχειρησιακή τους ικανότητα, τις πηγές ανεφοδιασμού τους, τα δίκτυα πληροφοριών τους, καθώς και για τους Έλληνες γενικά και τη στάση τους απέναντι στους αντάρτες και τις κατοχικές δυνάμεις. Ταυτόχρονα μέσα από τις αναφορές αυτές παρουσιάζονται οι απόψεις της στρατιωτικής ηγεσίας για τους τρόπους αντιμετώπισης των ανταρτών και γενικότερα όσων θεωρούνταν ότι αποτελούσαν απειλή για τα στρατεύματα και το Γ΄ Ράιχ, αλλά και κρίσεις για την αποτελεσματικότητα των εφαρμοζόμενων μέτρων κυρίως όταν αυτά στρέφονταν εναντίον του άμαχου πληθυσμού. Τέλος, στο σχετικό αρχείο της 4ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας Αστυνομίας Γρεναδιέρων SS (4. SS Polizei Panzer Grenadier Division) φυλάσσεται πλήθος φωτογραφιών από την Ελλάδα, πολλές από τις οποίες αποτυπώνουν τα διάφορα στάδια εξέλιξης των γερμανικών επιχειρήσεων και τα αποτελέσματά τους. Δυστυχώς λείπουν τα έγγραφα της μεραρχίας, τα οποία θα ήταν ιδιαίτερα πολύτιμα, καθώς δύο συντάγματα του συγκεκριμένου σχηματισμού έδρασαν στη Μακεδονία εναντίον των ανταρτών, προβαίνοντας σε ωμότητες εις βάρος των αμάχων.

Το Πολιτικό Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών στη Βόννη (Politisches Archiv Auswärtiges Amt) πρόσφερε ανάλογες πληροφορίες για τους πολιτικούς εκπροσώπους του Ράιχ στην Ελλάδα, τις υπηρεσίες που εγκαταστάθηκαν στη χώρα και τις σχέσεις τους με τους στρατιωτικούς. Στο ίδιο αρχείο υπάρχει πλούσιο υλικό βασισμένο σε εκθέσεις που έστελναν προπολεμικά οι γερμανικές προξενικές αρχές, κυρίως της Θεσσαλονίκης, στο Βερολίνο, με θέμα τους εχθρούς του Εθνικοσοσιαλισμού στην Ελλάδα και με ειδικότερες αναφορές σε ανθρώπους, μερικοί από τους οποίους συντάχθηκαν κατά την περίοδο της Κατοχής με τη γερμανική πλευρά.

Στο Ομοσπονδιακό Αρχείο του Βερολίνου (Bundesarchiv Berlin) εντοπίστηκαν τα έγγραφα που ανήκουν στο αρχείο της δίκης του Αδόλφου Άιχμαν στο Ισραήλ, από τα οποία μπορεί κανείς να αντλήσει πολύτιμες πληροφορίες για το ρόλο των στρατιωτικών αρχών της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια εφαρμογής της Τελικής Λύσης που περιέλαβε τον εβραϊκό πληθυσμό της πόλης. Ιδιαίτερα ο φάκελος με την τελική έκθεση που συνέταξαν οι επικεφαλής του Ειδικού Τμήματος Ρόζενμπεργκ (Sonderkommando Rosenberg) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της αγαστής συνεργασίας στα ζητήματα αυτά όλων των υπηρεσιών του Ράιχ που έδρευαν στην Ελλάδα.

Το Κεντρικό Γραφείο του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Δικαιοσύνης για τη Δίωξη των Ναζιστικών Εγκλημάτων Πολέμου (Zentrale Stelle der Landesjustizverwaltungen) που βρίσκεται στην πόλη Λούντβικσμπουργκ, αποτελεί σημαντικότατη πηγή για το ζήτημα των αντιποίνων. Εκεί φυλάσσονται πολλές δικογραφίες που σχηματίστηκαν μεταπολεμικά από τις γερμανικές εισαγγελικές αρχές και αφορούν σε υποθέσεις εγκλημάτων πολέμου που διεπράχθησαν από τη Βέρμαχτ και τα SS στην Ελλάδα την περίοδο της Κατοχής. Περιλαμβάνουν καταθέσεις Γερμανών και Αυστριακών που υπηρέτησαν στη Βέρμαχτ, τα SS, την Αστυνομία Ασφαλείας / Υπηρεσία Ασφαλείας (Sicherheitspolizei / Sicherheitsdienst [Sipo/SD]), τη Μυστική Αστυνομία Στρατού (Geheim Feldpolizei) και άλλες υπηρεσίες στην Ελλάδα, από τις οποίες αντλήθηκαν πολυτιμότατες πληροφορίες, ανάμεσα στα άλλα, για το ζήτημα των αντιποίνων και των καταστροφών που υπέστη η χώρα την περίοδο της Κατοχής. Για την περίπτωση της Μακεδονίας μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι φάκελοι με τις καταθέσεις όσων υπηρέτησαν στην 4η Τεθωρακισμένη Μεραρχία Αστυνομίας Γρεναδιέρων των SS και την 621η μονάδα της Μυστικής Αστυνομίας Στρατού. Εξίσου αποκαλυπτικές για τη δικαστική τύχη που είχαν μεταπολεμικά όλες αυτές οι υποθέσεις είναι οι σχετικές αποφάσεις των τότε δυτικογερμανικών εισαγγελικών αρχών. Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητο να επισημανθεί πως το εν λόγω Γραφείο έχει στην κατοχή του υλικό του Ελληνικού Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου που απεστάλη τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 μέσω της διπλωματικής οδού στις γερμανικές αρχές για να συνεχίσουν τη διερεύνηση των υποθέσεων για τα διαπραχθέντα εγκλήματα πολέμου στην Ελλάδα. Κυρίως το υλικό αυτό αποτελείται από ένορκες καταθέσεις Ελλήνων μαρτύρων και εκθέσεις των αστυνομικών αρχών που το Εθνικό Γραφείο συγκέντρωσε στο πλαίσιο των προκαταρκτικών ερευνών για τη σύνταξη του κατηγορητηρίου εναντίον Γερμανών πολιτών που υπηρέτησαν στην Ελλάδα και βαρύνονταν με εγκλήματα πολέμου. Στην Ελλάδα δεν στάθηκε δυνατό να εντοπιστεί το υλικό αυτό. Τέλος, από τον ογκώδη φάκελο της υπόθεσης Μέρτεν, που βρίσκεται επίσης στο Λούντβικσμπουργκ, και τον οποίο ο ερευνητής μπορεί να μελετήσει μετά από σχετική αίτηση στην Εισαγγελία του Βερολίνου, προκύπτουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για το βαθμό και το είδος της συνεργασίας Ελλήνων με τις γερμανικές κατοχικές αρχές.

Στα Εθνικά Αρχεία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στην Ουάσιγκτον εντοπίστηκαν σε μικροφίλμς τα έγγραφα που αφορούν στην Υπόθεση Επτά, δηλαδή τη γνωστή δίκη των στρατηγών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης που εκδικάστηκε στο πλαίσιο των Δικών της Νυρεμβέργης. Τα χιλιάδες αυτά έγγραφα είναι εξαιρετικής σημασίας για την κατανόηση της εφαρμοζόμενης πολιτικής αντιποίνων στην Ελλάδα και γενικότερα της κατοχικής πολιτικής. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζουν οι διαταγές της ανώτερης και ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας για την αντιμετώπιση της αντίστασης στην Ελλάδα και τα εφαρμοζόμενα αντίποινα εναντίον του πληθυσμού και οι εκτενείς εκθέσεις των γερμανικών κατοχικών αρχών που πραγματεύονται όλα τα σχετικά με την Ελλάδα στρατιωτικά, πολιτικά και οικονομικά ζητήματα. Το πλούσιο αυτό υλικό συνοδεύεται από ένορκες καταθέσεις Γερμανών και Αυστριακών που δόθηκαν με αφορμή τη δίκη του Βίλχελμ Λιστ και των άλλων στρατηγών και από αντίστοιχα έγγραφα των ελληνικών υπηρεσιών. Ανάμεσα στα τελευταία ξεχωρίζει η τελική έκθεση του Ελληνικού Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου που υποβλήθηκε στη Δίκη της Νυρεμβέργης.

Στην Ελλάδα, η έρευνα ξεκίνησε από το Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών στην Αθήνα. Οι δεκάδες σχετικοί φάκελοι που φυλάσσονται εκεί, περιλαμβάνουν έγγραφα και εκθέσεις των ελληνικών αστυνομικών και πολιτικών αρχών της γερμανοκρατούμενης Μακεδονίας προς τα αρμόδια υπουργεία και το πρωθυπουργικό γραφείο στην Αθήνα, μέρος των οποίων χρησιμοποίησε ο Αθανάσιος Χρυσοχόου για τη συγγραφή της μελέτης του, καθώς πληθώρα αναφορών σε εκτελέσεις πολιτών και καταστροφές χωριών και πόλεων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης η αλληλογραφία μεταξύ των ελληνικών κατοχικών κυβερνήσεων και των γερμανικών στρατιωτικών και πολιτικών αρχών και οι διαταγές των τελευταίων προς τους εκπροσώπους της ελληνικής διοικήσεως, τα δελτία συμβάντων του Υπουργείου των Εσωτερικών, οι εκθέσεις των εκπροσώπων του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα, τα τηλεγραφήματα των ελληνικών προξενικών αρχών και οι αναφορές προς την εξόριστη κυβέρνηση. Ορισμένοι από τους φακέλους της Διεύθυνσης Μελετών και Πληροφοριών χρονολογούνται το 1945, αλλά περιέχουν έγγραφα της περιόδου της Κατοχής και σε ορισμένες περιπτώσεις εξαιρετικής σημασίας για ορισμένα γεγονότα, όπως η καταστροφή του Μεσόβουνου Κοζάνης, συγκεντρωτικούς ανά νομούς πίνακες καταστραφέντων χωριών και πόλεων της Μακεδονίας, καθώς και πληροφορίες για τη σύσταση του Ελληνικού Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου και τη δράση του στο πλαίσιο της Συμμαχικής Επιτροπής Εγκλημάτων Πολέμου.

Σημαντική επίσης πηγή για το εξεταζόμενο ζήτημα αποτελεί το αρχείο του Εμμανουήλ Τσουδερού που φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στην Αθήνα, όπου υπάρχουν αναφορές και κρίσεις από ελληνικής πλευράς για τον ανταρτοπόλεμο και τις συνέπειες του στον πληθυσμό. Το Αρχείο Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας περιλαμβάνει πολλές εκθέσεις των τοπικών κομματικών οργανώσεων του Κ.Κ.Ε. στη Μακεδονία που προσφέρουν χρήσιμες πληροφορίες, αν και πολιτικά μονόπλευρες, για την κατάσταση στη Μακεδονία και για τον τρόπο με τον οποίο το ΕΑΜ / ΕΛΑΣ έκρινε και αντιμετώπισε τις αντίπαλες οργανώσεις και τα χωριά που δεν συντάχθηκαν με το μέρος του. Τέλος, στην Ακαδημία Αθηνών υπάρχουν σε μικροφίλμς κατασχεθέντα γερμανικά στρατιωτικά έγγραφα που βρίσκονται στα Εθνικά Αρχεία των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ουάσιγκτον.

Στο Ιστορικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη στην Αθήνα φυλάσσεται το αρχείο του Νικολάου Δέα που συνιστά μια εξαιρετικής σημασίας πηγή. Εκεί υπάρχουν οι εκθέσεις των εκπροσώπων του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα, οι οποίες, καθώς είναι λεπτομερείς και αντικειμενικές, προσφέρουν μια πρώτης τάξεως εικόνα της περιόδου αυτής. Ειδικότερα για την περιοχή της Κεντρικής και της Δυτικής Μακεδονίας οι σχετικές εκθέσεις του ουδέτερου αντιπροσώπου της Επιτροπής Διαχειρίσεως Βοηθημάτων Ελλάδας του γραφείου Θεσσαλονίκης, Ελβετού Εμίλ Βένγκερ, είναι εξαιρετικής σημασίας. Το διάστημα 1943-1944 ο Βένγκερ με τους συνεργάτες του ταξίδευσε σε όλους σχεδόν τους νόμους της γερμανοκρατούμενης Μακεδονίας και κυρίως σε αυτούς που είχαν βρεθεί στο επίκεντρο των γερμανικών επιχειρήσεων για να μοιράσει τρόφιμα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης στους πληγέντες. Έχοντας τη σχετική άδεια από τις γερμανικές αρχές βρέθηκε μέσα στη δίνη των γεγονότων, τα οποία κατέγραψε και περιέγραψε με γλαφυρό τρόπο. Επίσης, είχε την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με τους ανθρώπους που επλήγησαν και να συλλέξει πολύτιμες πληροφορίες για τα περιστατικά. Από τις εκθέσεις του δεν λείπουν οι κρίσεις για τα γεγονότα και τις τραγικές συνθήκες από κάθε άποψη μέσα στις οποίες ήταν αναγκασμένοι να ζήσουν οι άνθρωποι των πόλεων και κυρίως της υπαίθρου, αλλά και οι αρνητικές αναφορές στους συνεργάτες των Γερμανών και τη δράση των παραστρατιωτικών τμημάτων τους. Τέλος, το αρχείο αυτό περιλαμβάνει συγκεντρωτικούς πίνακες χωριών και πόλεων της Μακεδονίας που υπέστησαν καταστροφές. Εκτός από αυτές του Βένγκερ και άλλες υπηρεσίες, όπως η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας, συνέταξαν εκθέσεις για τις καταστροφές που είχε υποστεί η Δυτική Μακεδονία εξαιτίας των γερμανικών επιχειρήσεων.

Στο Ελληνικό Λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ) βρισκόταν μέχρι πρότινος μέρος του αρχείου του διατελέσαντος στην Κατοχή Γενικού Επιθεωρητή Νομαρχιών Μακεδονίας, Αθανάσιου Χρυσοχόου. Το αρχείο αυτό εδώ και λίγο καιρό έχει μεταφερθεί στο ΕΛΙΑ Θεσσαλονίκης. Με βάση τις εκθέσεις για την κατάσταση που επικρατούσε στην Μακεδονία την περίοδο εκείνη, ο Χρυσοχόου συνέγραψε το εξάτομο έργο του για την Κατοχή στη Μακεδονία. Ωστόσο, στα βιβλία του παραλείπει σημαντικές πληροφορίες και γι΄ αυτό είναι απαραίτητη η έρευνα στους σχετικούς φακέλους του ΕΛΙΑ. Παραμένει αδιευκρίνιστο γιατί εδώ και πολλά χρόνια αποσύρθηκε από την κυκλοφορία ο πέμπτος τόμος του έργου που τιτλοφορείται Η Κατοχή εν Μακεδονία. Οι Γερμανοί εν Μακεδονία, 1941-1944, αντίτυπο του οποίου περιήλθε εσχάτως στην κατοχή του γράφοντος. Τόσο το αρχείο της Βουλγαρικής Κατοχής και Προπαγάνδας που απόκειται στο ΕΛΙΑ όσο και οι έξι τόμοι του εν λόγω έργου θεωρούνται απαραίτητη πηγή για την περίοδο αυτή χωρίς ωστόσο να αγνοείται η ξεκάθαρη αντικομμουνιστική τοποθέτηση του συγγραφέα τους. Στο ΕΛΙΑ Αθηνών φυλάσσεται επίσης το αρχείο του Πλάτωνος Χατζημιχάλη που περιλαμβάνει τα πρακτικά της δίκης των κατοχικών κυβερνήσεων από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων Αθηνών.

Στο Αρχείο της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού μπορεί κανείς να αναζητήσει είτε σε ηλεκτρονική μορφή είτε υπό μορφή τυπωμένων εγγράφων τις διαταγές και εκθέσεις μονάδων του ΕΛΑΣ που έδρασαν στη Μακεδονία, έγγραφα άλλων αντιστασιακών οργανώσεων, εκθέσεις των συμμαχικών υπηρεσιών πληροφοριών για την κατάσταση στην Ελλάδα και πολλά άλλα έγγραφα από διάφορες πηγές για την περίοδο. Εκτός από τα παραπάνω, απαραίτητη είναι η έρευνα σε φακέλους που δεν έχουν καταγραφεί ηλεκτρονικά και αναφέρονται στη δράση στελεχών της ΠΑΟ και άλλων αντιπάλων οργανώσεων του ΕΛΑΣ στο χώρο της Μακεδονίας, όπως ήταν τα τμήματα Ε.Ε.Σ. των τουρκόφωνων προσφύγων της Κοζάνης.

Στη Θεσσαλονίκη εντοπίστηκε επίσης αξιόλογο αρχειακό υλικό για την περίοδο της Κατοχής που αναφέρεται στον υπό γερμανικό έλεγχο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας. Οι φάκελοι του Κέντρου Ιστορίας Θεσσαλονίκης, οι οποίοι μόλις πρόσφατα ταξινομήθηκαν, αφορούν κυρίως στη Θεσσαλονίκη και βοηθούν σημαντικά στην κατανόηση των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν στην πόλη κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Από τη μελέτη τους αποκαλύπτεται ο ασφυκτικός έλεγχος που άσκησαν οι γερμανικές αρχές στις τοπικές ελληνικές διοικητικές αρχές, όπως ήταν ο Δήμος Θεσσαλονίκης και η Γενική Διοίκηση Μακεδονίας. Εκτός από τις διαταγές των Γερμανών προς τις ελληνικές υπηρεσίες, οι οποίες κοινοποιούνταν κατόπιν και προς τους δήμους και τις κοινότητες της περιφέρειας, υπάρχουν εκατοντάδες αιτήσεις πολιτών προς το δήμο για οικονομική ενίσχυση, υπομνήματα ιδιωτών με κρίσεις για την πολιτική κατάσταση, μέρος των πρακτικών των συνεδριάσεων του δημοτικού συμβουλίου και της διοικούσας επιτροπής, έγγραφα για την εβραϊκή κοινότητα και πλήθος αναφορών για οικονομικής φύσεως και άλλα καθημερινά ζητήματα που έπρεπε να διευθετήσουν οι υπηρεσίες του δήμου. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το ιδιωτικό αρχείο του Ραούλ Λιβαδά, καθώς προσφέρει ανεκτίμητες πληροφορίες για το στρατόπεδο συγκέντρωσης «Παύλος Μελάς», τις εκτελέσεις κρατουμένων και γενικά τις συνθήκες κράτησής τους. Πληροφορίες για τη δράση του σημαντικότερου κατασκοπευτικού δικτύου που εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη θα πρέπει να αναζητηθούν στο ιδιωτικό αρχείο Γεωργίου Μαργέτη.

Εξίσου πολύτιμα για την κατοχική Θεσσαλονίκη είναι τα πρακτικά συνεδριάσεων του δημοτικού συμβουλίου της περιόδου 1941-1944 που φυλάσσονται στο Δημαρχείο Θεσσαλονίκης και που αποκαλύπτουν τη δυσχερή θέση στην οποία βρέθηκαν οι εκπρόσωποι του δήμου: υπό τον γερμανικό ασφυκτικό εναγκαλισμό κλήθηκαν να επιλύσουν προβλήματα τα οποία πολλές φορές οι ίδιες οι συνθήκες τα είχαν καταστήσει ανυπέρβλητα. Εκτός από τα πολλά ζητήματα οικονομικής φύσεως μπορεί κανείς να αναζητήσει πληροφορίες για τα ιδιότυπα τμήματα ασφαλείας που εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη και συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς, καθώς και για τη στάση που τήρησαν, χωρίς σίγουρα καμία άλλη δυνατότητα επιλογών, οι δημοτικές αρχές απέναντι σε ενέργειες των ανταρτών.

Στο Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας βρίσκεται συγκεντρωμένο το πολύτιμο από κάθε άποψη αρχείο της Γενικής Διοίκησης Δυτικής Μακεδονίας και αυτό της Γενικής Διοίκησης Βορείου Ελλάδας. Ιδιαίτερα το πρώτο περιλαμβάνει πολυπληθές υλικό για τις καταστροφές που υπέστησαν τα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας, στοιχεία για τις αναγκαστικές μετεγκαταστάσεις των πληγέντων σε άλλες περιοχές και αναφορές των τοπικών αρχών και άλλων φορέων που περιγράφουν, με την παράθεση αναλυτικών στοιχείων και των τότε οικονομικών μεγεθών, τη δεινή κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο αγροτικός κόσμος της υπαίθρου. Το Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας διαθέτει επίσης σημαντικά έγγραφα από το αρχείο Κ.Κ.Ε. με εκθέσεις δράσεως των μονάδων του ΕΛΑΣ στη Μακεδονία.

Στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης έγινε η αποδελτίωση εφημερίδων της εποχής που προσέφερε πολλές λεπτομέρειες και συνέβαλε στην δημιουργία μιας πιο ολοκληρωμένης εικόνας για τα γεγονότα εκείνης της περιόδου. Για το διάστημα 1941-1944 η έρευνα αναγκαστικά περιέλαβε μόνο τη Νέα Ευρώπη και την Απογευματινή, τις δύο δηλαδή εφημερίδες που εκδίδονταν υπό τον γερμανικό έλεγχο. Το γεγονός αυτό όμως δεν μειώνει την αξία τους, γιατί ακριβώς αποτελούν μοναδικές πηγές, καθώς χρησιμοποιήθηκαν ως προπαγανδιστικό βήμα για την προβολή προς το ελληνικό αναγνωστικό κοινό των γερμανικών θέσεων. Σημαντικό υλικό μπορεί να αντληθεί και από την ανάγνωση των εφημερίδων που κυκλοφόρησαν στη Θεσσαλονίκη μετά την απελευθέρωση. Στην περίπτωση όμως αυτή οι πληροφορίες είναι αναγκαίο να υποβληθούν σε βασανιστικό έλεγχο και να διασταυρωθούν με άλλες πηγές από τη στιγμή που η πολιτική τοποθέτηση της μιας ή της άλλης εφημερίδας καθόριζε σε πολλές περιπτώσεις και την αξιοπιστία των πληροφοριών τους.

Τα αρχεία των δικαστηρίων συμπλήρωσαν πολλά κενά στην έρευνα για τα αντίποινα. Οι δέκα φάκελοι με τις δίκες των δοσιλόγων που διεξήχθησαν την περίοδο 1945-1950 από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων Θεσσαλονίκης προσφέρουν ανεκτίμητες πληροφορίες για τα μέτρα που έλαβαν οι γερμανικές αρχές εναντίον του πληθυσμού με τη βοήθεια και την ενίσχυση των συνεργατών τους. Ανάμεσα στις εκατοντάδες δικογραφίες ξεχωρίζουν αυτές του Γεώργιου Πούλου, του Φριτς Σούμπερτ και των αντρών τους. Ωστόσο, οι μαρτυρικές καταθέσεις όσων επλήγησαν από τη δράση τους και ταυτόχρονα από τα γερμανικά μέτρα είναι απαραίτητο να διασταυρωθούν και από άλλες πηγές και να ελεγχθεί η αξιοπιστία τους, καθώς δόθηκαν κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου που επηρέασε ασφαλώς και τα ζητήματα της απόδοσης ευθυνών σε Έλληνες πολίτες εξαιτίας της συνεργασίας τους με τις κατοχικές αρχές. Οι παραπάνω φάκελοι βρίσκονται σε σχετικά καλή κατάσταση στα υπόγεια του Εφετείου Θεσσαλονίκης και είναι διαθέσιμοι μετά από αίτηση προς το Υπουργείο της Δικαιοσύνης. Οι φάκελοι του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αποκάλυψαν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την οργάνωση Εθνική Ένωσις «Η Ελλάς», τόσο για την προπολεμική δράση της όσο και για τον τρόπο που κατά το πρώτο διάστημα της Κατοχής χρησιμοποιήθηκε από τον Γεώργιο Πούλο.

Στο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης εντοπίστηκαν δύο άλλες δικογραφίες με ξεχωριστό ενδιαφέρον. Η πρώτη για τον Γεώργιο Πούλο ήρθε να συμπληρώσει άγνωστες πτυχές για τη δράση ενός από τους κυριότερους συνεργάτες των Γερμανών με συμμετοχή σε πλήθος εγκλημάτων εις βάρος του άμαχου πληθυσμού της Κεντρικής και της Δυτικής Μακεδονίας. Η δεύτερη δικογραφία αφορούσε τη δίκη του Αντώνιου Κάλτσεφ, ο οποίος εκτός των άλλων κατηγορήθηκε από τις ελληνικές αρχές για την εσκεμμένη πρόκληση επεισοδίων που οδήγησαν σε εκτελέσεις Ελλήνων και σε καταστροφές χωριών από τα γερμανικά στρατεύματα.

Ανάλογη έρευνα στο Πρωτοδικείο Κοζάνης αποκάλυψε το βαθμό συνεργασίας Ελλήνων με τους Γερμανούς στη Δυτική Μακεδονία και κυρίως όσων εντάχθηκαν στον Ελληνικό Εθνικό Στρατό και πολέμησαν εναντίον του ΕΛΑΣ στην περιοχή της Κοζάνης. Η έρευνα αυτή πρόσθεσε πολλές πληροφορίες για τα γερμανικά αντίποινα που εφαρμόστηκαν εναντίον χωριών στην ευρύτερη περιοχή ή για τις μαζικές εκτελέσεις κρατουμένων που πραγματοποιήθηκαν στην πόλη της Κοζάνης από το εκεί στρατόπεδο συγκέντρωσης, καθώς οι σχετικές δικογραφίες που συντάχθηκαν προσπάθησαν να τεκμηριώσουν τη συμμετοχή Ελλήνων στις γερμανικές επιχειρήσεις.

Στην Κοζάνη η Κοβεντάριος Δημοτική Βιβλιοθήκη διαθέτει για την περίοδο της Κατοχής πλούσιο αρχειακό υλικό που περιλαμβάνει ανάμεσα στα άλλα εκθέσεις και ονομαστικούς καταλόγους των πολιτικών και αστυνομικών αρχών για τους εκτελεσθέντες από τα γερμανικά, κυρίως, αλλά και τα ιταλικά και βουλγαρικά στρατεύματα στη Δυτική Μακεδονία, καθώς και χρήσιμες πληροφορίες για τις μορφές και τις μεθόδους άσκησης της γερμανικής διοίκησης και τα στρατεύματα που στάθμευσαν στην περιοχή. Δυστυχώς όλο αυτό το υλικό εξακολουθεί να είναι αταξινόμητο. Εκτός αυτού η έλλειψη οργάνωσης καθιστά ακόμη δυσκολότερο το έργο του ερευνητή.

Η προσεκτική έρευνα εντόπισε αρχεία που παρέμεναν για δεκαετίες στα πατάρια μικρών κοινοτήτων και στα υπόγεια των δήμων ή και σε αυτά δικαστηρίων στην περιφέρεια. Στην παρούσα εργασία αξιοποιήθηκε ένα μόνο μέρος του πρωτογενούς αυτού υλικού και κυρίως αυτό που η έρευνα αποκάλυψε στην κοινότητα του Γαλλικού Κιλκίς και στο Δήμο Αλεξάνδρειας Ημαθίας. Προϊόν της ίδιας διαδικασίας αποτελεί και το αρχειακό υλικό που έχει στην κατοχή του ο υποψήφιος διδάκτορας για την ίδια περίοδο, Αθανάσιος Καλλιανιώτης, από το οποίο αντλήθηκαν επίσης αξιόλογες πληροφορίες.

Εκτός από τις παραπάνω αναφερόμενες πηγές, η έρευνα επεκτάθηκε και στα αρχεία των δήμων και κοινοτήτων. Τα ληξιαρχεία των φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης και οι συνταχθείσες πράξεις θανάτων εκτελεσθέντων από τα γερμανικά στρατεύματα προσέφεραν αξιόλογες πληροφορίες που δεν θα μπορούσαν να έχουν αντληθεί από άλλη πηγή και συνέβαλαν αποφασιστικά στην εξαγωγή πολύτιμων συμπερασμάτων, όχι κατ΄ ανάγκη στατιστικού και μόνο ενδιαφέροντος. Σε μεγάλους δήμους, όπως αυτός της Κατερίνης, η έρευνα συμπληρώθηκε με την αξιοποίηση των πρακτικών των συνεδριάσεων των δημοτικών συμβουλίων και άλλου αταξινόμητου υλικού, όπως κατάλογοι εκτελεσθέντων που συντάχθηκαν με πρωτοβουλία των δήμων. Επίσης, χάρη στην προθυμία ιδιωτών και δημοτικών υπαλλήλων, όπως συνέβη στις περιπτώσεις του Γεώργιου Γκουραμάνη για τον Χορτιάτη Θεσσαλονίκης και του προσωπικού του Δήμου Γιαννιτσών, εξασφαλίστηκαν αντίγραφα των αγωγών που ηγέρθησαν το τελευταίο διάστημα εναντίον του γερμανικού δημοσίου και εκκρεμούν ενώπιον της ελληνικής δικαιοσύνης.Πληροφορίες επίσης αντλήθηκαν με την ιδιαίτερα κοπιαστική διαδικασία των προφορικών μαρτυριών. Άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα και ανεξαρτήτως της τότε και της σημερινής πολιτικής τους τοποθέτησης, που έζησαν την εποχή εκείνη, δέχθηκαν με προθυμία να δώσουν πληροφορίες. Όμως, οι προφορικές μαρτυρίες μπορούν να παραπλανήσουν τον ερευνητή, όταν δεν είναι δυνατό να διασταυρωθούν με γραπτές μαρτυρίες, ώστε να διαπιστωθεί η αξιοπιστία τους. Οι πληροφορίες από τέτοιες συνεντεύξεις διασταυρώθηκαν και με γραπτές μαρτυρίες για να ελεγχθούν τυχόν ανακρίβειες που άλλοτε οφείλονταν σε προβλήματα μνήμης και άλλοτε στα πολιτικά πάθη της ταραγμένης εκείνης περιόδου.

Αναγκαίο συμπλήρωμα του πρωτογενούς υλικού αποτέλεσε ο εντοπισμός και η συγκέντρωση της απαραίτητης βιβλιογραφίας. Εκτός από την τεράστια βιβλιογραφία για την περίοδο της Κατοχής που είναι προσιτή στον ερευνητή, έγινε προσπάθεια να καταγραφούν τα βιβλία εκείνα που ασχολούνται ειδικότερα με το ζήτημα των αντιποίνων, η πλειοψηφία των οποίων εντοπίστηκε σε βιβλιοθήκες. Επίσης, εδώ αξιολογήθηκαν και αξιοποιήθηκαν βιβλία της τοπικής βιβλιογραφικής παραγωγής, τα οποία εκτός των άλλων τομέων με τους οποίους καταπιάνονται, όπως αυτός της λαογραφίας, αφιερώνουν πάντα ένα μικρό ή μεγαλύτερο μέρος τους στην ιστορία του χωριού ή της περιοχής απ΄ όπου κατάγεται ο συγγραφέας τους. Γενικότερα, πολλά από τα βιβλία που αναφέρονται στην περίοδο εκείνη αποκαλύπτουν αβίαστα και τις πολιτικές προτιμήσεις των συγγραφέων τους, προκαλώντας βάσιμες αμφιβολίες για την αντικειμενικότητά τους. Αυτό εμφανίζεται έντονα σε απομνημονεύματα αγωνιστών των αντιστασιακών οργανώσεων της Κατοχής, πολλοί από τους οποίους δεν έχουν καταφέρει ακόμη να ξεφύγουν από τα δεσμά της πόλωσης που επικράτησε την εποχή εκείνη. Η ίδια παραμορφωτική εικόνα χαρακτηρίζει όμως και τα απομνημονεύματα των Γερμανών αξιωματικών που υπηρέτησαν στην Ελλάδα. Στον αντίποδα βρίσκονται μελέτες διακεκριμένων, αλλά και νεότερων ιστορικών που συμβάλλουν αποφασιστικά στην καλύτερη κατανόηση των ζητημάτων της εποχής, θέτοντας ως στόχο την αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας όσο βασανιστική και αν είναι μερικές φορές η αναζήτηση αυτή.

Θερμές ευχαριστίες οφείλω στο δάσκαλο και επόπτη καθηγητή μου κύριο Ιωάννη Κολιόπουλο, όχι μόνο για την επιστημονική του καθοδήγηση, αλλά και για την αξιοσημείωτη υπομονή και επιμονή που επέδειξε απέναντί μου όλα αυτά τα χρόνια. Ευχαριστίες οφείλω και στους καθηγητές Βασίλειο Κόντη, Ιωάννη Μουρέλο, Βασίλειο Γούναρη και Σπυρίδωνα Σφέτα για την πολύτιμη βοήθειά τους. Επίσης, θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους όσοι δέχθηκαν να με βοηθήσουν από οποιαδήποτε θέση και με οποιονδήποτε τρόπο στην ολοκλήρωση της εργασίας αυτής και είναι πολλοί αυτοί. Νιώθω την ανάγκη και τους πρέπει να μνημονεύσω όλους εκείνους τους ανθρώπους στα χωριά και τις πόλεις που επισκέφτηκα, οι οποίοι άνοιξαν πρόθυμα την πόρτα τους σε έναν ξένο, δέχθηκαν να ξαναζήσουν για χάρη μιας επιστημονικής εργασίας τις τραγικές εκείνες εποχές και να εξιστορήσουν την πείνα, την καταστροφή μα κυρίως τους θανάτους αγαπημένων τους προσώπων. Ευχαριστώ ακόμη και αυτούς που δεν με βοήθησαν, που στάθηκαν με δυσπιστία απέναντί μου, που τοποθέτησαν με τη θέλησή τους ή αθέλητα εμπόδια στην πορεία μου. Τους ευχαριστώ γιατί αυτά τα εμπόδια ενίσχυσαν την απόφασή μου να συνεχίσω μέχρι το τέλος, όσο και αν μερικές φορές το τέλος αυτό φάνταζε πολύ μακρινό και απλησίαστο.

Θα ήθελα να αφιερώσω αυτές τις τελευταίες σειρές στην οικογένειά μου και ιδιαίτερα στον πατέρα μου Νικόλα και τη μητέρα μου Αργυρώ. Χωρίς τη δική τους υλική και ηθική συμπαράσταση και κυρίως την αγάπη τους δεν θα είχα καταφέρει τίποτε από τα λίγα που έχω επιτύχει μέχρι σήμερα. Ελπίζω η αγάπη μου προς αυτούς να αποτελεί την καλύτερη επιβράβευση των δικών τους μακροχρόνιων κόπων. Τέλος, νιώθω την ανάγκη να μνημονεύσω και να αφιερώσω την εργασία αυτή και στη γιαγιά μου που πριν από σχεδόν δύο χρόνια ξεκίνησε για ένα μακρινό ταξίδι.

Στράτος Ν. Δορδανάς

Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος 2002

Ολόκληρη η εργασία εδώ:

http://invenio.lib.auth.gr/record/2262/files/gri-2003-101.pdf