Ο Ζαχαριάδης στον εμφύλιο πόλεμο

Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ε-Ιστορικά

(τεύχος 235, 6/5/2004, σελ. 32-37) της εφημερίδας Ελευθεροτυπία.

του Γιώργου Μαργαρίτη

Ο κρατούμενος στο Νταχάου

Η τύχη του Ζαχαριάδη παρέμενε άγνωστη για σχεδόν όλο το διάστημα της Κατοχής. Από πολύ νωρίς είχε μεταφερθεί από τις ελληνικές φυλακές σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία, στο Νταχάου, από όπου ήταν αδύνατο να φτάσουν πληροφορίες για την τύχη του στην Ελλάδα. Τον καιρό της Αντίστασης και της ανάπτυξης της Αριστεράς στην κατεχόμενη Ελλάδα, η παρουσία του Ζαχαριάδη στα δρώμενα ήταν καθαρά συμβολική. Η παράδοσή του στους ναζί από την βασιλική κυβέρνηση της Αθήνας, το 1941, αποτελούσε ένα είδος απόδειξης της αντιπατριωτικής και προδοτικής στάσης της ελληνικής Δεξιάς, ενώ ο εγκλεισμός του σε ναζιστικό στρατόπεδο -αφού είχε ήδη γνωρίσει τις φυλακές του Μεταξά- έδειχνε την αποφασιστικότητα και την συνέπεια του αγώνα των κομμουνιστών ενάντια στον ολοκληρωτισμό, για την δημοκρατία και την ελευθερία της πατρίδα.

Την ημέρα της Πρωτομαγιάς του 1945, ο Ριζοσπάστης, η επίσημη εφημερίδα του ΚΚΕ, πανηγυρικά ανήγγειλε ότι ο ιστορικός ηγέτης του κόμματος, ο Νίκος Ζαχαριάδης, βρέθηκε ζωντανός από τα αμερικανικά στρατεύματα που απελευθέρωσαν τους κρατουμένους του Νταχάου και ότι επρόκειτο σύντομα να επιστρέψει στην Ελλάδα. Η επιστροφή αυτή δεν έγινε γρήγορα, καθώς ο πρώην κρατούμενος χρειάστηκε ιατρικές φροντίδες για την αποκατάσταση της κλονισμένης από της στερήσεις φυσικής του κατάστασης. Στο ίδιο αυτό διάστημα ο ίδιος φαίνεται ότι προσπάθησε να ενημερωθεί από στελέχη του κομμουνιστικού κινήματος για την πολιτική των κομμουνιστικών κομμάτων την επαύριο της συμμαχικής νίκης στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα επέστρεψε στις 29 Μαΐου 1945 και αμέσως -σχεδόν αυτονόητα- κατέλαβε την θέση του, του γενικού γραμματέα, στην ανώτατη βαθμίδα της ηγεσίας του ΚΚΕ.

Στα χρόνια του εγκλεισμού ο Ζαχαριάδης ήταν πραγματικά αποκομμένος τόσο από της γενικότερες πολιτικές εκτιμήσεις, θέσεις και επιλογές του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος όσο και από τις γενικότερες εξελίξεις και πιο ειδικά από την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην Ελλάδα. Λέγεται ότι, το Δεκέμβριο του 1944, όταν μαίνονταν στην Αθήνα οι συγκρούσεις ανάμεσα στους Βρετανούς και στον ΕΛΑΣ, οι Γερμανοί φρουροί του στρατοπέδου ειρωνεύονταν τον κρατούμενο ηγέτη λέγοντάς του ότι τώρα πλέον πολεμούν τους ίδιους εχθρούς, τους Βρετανούς, γεγονός που τον είχε ιδιαίτερα θορυβήσει. Παρ΄ όλ΄ αυτά, η πολύχρονη αποκοπή του από την πραγματικότητα δεν φαίνεται να επηρέασε την πολιτική του αντίληψη και την ικανότητα να προσαρμόζετε στις καταστάσεις. Δεν υπήρξε δηλαδή «περίοδο χάριτος» και ο Ζαχαριάδης ανέλαβε με ουσιαστικό τρόπο την καθοδήγηση του ΚΚΕ από την πρώτη στιγμή της επιστροφής του.

Η ανάσχεση της φθοράς

Ανεξάρτητα πάντως από όσα γνώριζε ο Ζαχαριάδης για τις εξελίξεις στην Ελλάδα και τον κόσμο στα χρόνια του πολέμου, η επιστροφή του ήταν ανέλπιστη τύχη για το ΚΚΕ στις δύσκολες μέρες που περνούσε. Πραγματικά η πίεση που δεχόταν η κομματική ηγεσία μετά την συμφωνία της Βάρκιζας και τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ ήταν αφόρητη. Η γενική πεποίθηση ήταν ότι ο μεγαλειώδης αγώνας, που στην διάρκεια της Κατοχής κατέστησε την Αριστερά κυρίαρχη πολιτική δύναμη στη χώρα, είχε «προδοθεί» από την ηγεσία, οι τακτικές τις οποίας οδήγησαν σε αλλεπάλληλες ήττες. Στην 11η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ τον Απρίλιο του 1945 η ρήξη στην κορυφή εκδηλώθηκε σχεδόν δημόσια, καθώς οι Βλαντάς και Καραγιώργης έθεσαν ζήτημα σχεδόν «προδοσίας» της ηγεσίας εξαιτίας των χειρισμών που οδήγησαν στην Βάρκιζα. Η ίδια η ήττα και οι ταπεινώσεις που δέχονταν τα μέλη και τα στελέχη της Αριστεράς, καθώς και ο αποκλεισμός τους από τις διαδικασίες ανοικοδόμησης της χώρας -από την ξένη βοήθεια δηλαδή- απειλούσαν με διάλυση τις κομματικές οργανώσεις και με συρρίκνωση την επιρροή του ΚΚΕ στην ελληνική κοινωνία. Η διαμόρφωση μιας πολιτικής που θα έδινε ελπίδες και προοπτικές ήταν επείγουσα προτεραιότητα. Την πολιτική αυτή δύσκολα μπορούσαν να την επεξεργαστούν και να την εμπνεύσουν εκείνοι που «ευθύνονταν» για την υπογραφή της Βάρκιζας.

Ο Ζαχαριάδης - σίγουρα με την συνδρομή της υπόλοιπης ηγεσίας του ΚΚΕ- φαίνεται πως εντόπισε αμέσως το πρόβλημα. Η αποκατάσταση της ενότητας και η άμβλυνση των εσωτερικών αντιθέσεων που είχαν δημιουργηθεί ήταν η πρώτη του φροντίδα. Στο βωμό αυτού του στόχου «θυσιάστηκε» και ο Άρης Βελουχιώτης, του οποίου το αποσχιστικό κίνημα καταδικάστηκε με τον πιο αυστηρό τρόπο. Ο επόμενος στόχος ήταν η οργανωτική δουλεία, η ανασύνταξη, το ξεκαθάρισμα των οργανώσεων από όσα μέλη είχαν κλονιστεί και η μετάδοση μαχητικής ψυχολογίας στις οργανώσεις, στα μέλη και τα στελέχη του κόμματος. Οι τελευταίοι αντιλήφθηκαν πολύ αργά τη διαφορά ανάμεσα στη στιβαρή καθοδήγηση του Ζαχαριάδη και στην άτολμη αντίστοιχη των προκατόχων του μετά τη Βάρκιζα, γεγονός που τους οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η νέα αρχή στηριζόταν σε πολύ στέρεες βάσεις και ότι τα θλιβερά κληροδοτήματα του παρελθόντος μπορούσαν να ξεπεραστούν.

Οι συνθήκες ευνόησαν μάλιστα αυτή την τροπή. Καθώς η εξασφάλιση πολλών από τα αναγκαία για την καθημερινή επιβίωση εξαρτιόταν από τις διανομές που πραγματοποιούσαν οι κυβερνητικοί ή οι ξένοι οργανισμοί βοήθειας - η ΟΥΝΡΑ του ΟΗΕ δηλαδή- γεννήθηκε ένα κίνημα διεκδικήσεων, που στόχευε στην όσο το δυνατόν πιο δίκαιη διανομή αυτών των αγαθών. Αυτό το πνεύμα οδήγησε σε πολλές μικρές και μεγάλες κινητοποιήσεις και σε ανασύσταση του συνδικαλισμού. Οι επιτυχείς των δυνάμεων του ΚΚΕ στον τομέα των συνδικάτων, των συνεταιρισμών και των μαζικών οργανώσεων υπήρξαν εντυπωσιακές, παρά την καταστολή και την ολοένα πιο έντονη τρομοκρατία των αντιπάλων του.

Η διαμόρφωση νέας πολιτικής

Μία από τις πρώτες επιτυχίες τις περιόδου ήταν σίγουρα η διατήρηση του ΕΑΜ με τη μορφή του Συνασπισμού Κομμάτων και Οργανώσεων που κρατούσε τουλάχιστον ένα μέρος των συμμαχιών που είχαν δημιουργηθεί στο πλαίσιο της Αντίστασης. Το κυριότερο όμως ήταν η διαμόρφωση πολιτικής γραμμής στο πλαίσιο του πολύπλοκου περιβάλλοντος που είχε δημιουργηθεί μετά την στρατιωτική ήττα της Αντίστασης. Το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ, το φθινόπωρο του 1945, υιοθέτησε ουσιαστικά τις θέσεις που είχαν διαμορφωθεί λίγο μετά την επιστροφή του Ζαχαριάδη, δηλαδή το προσδιορισμό του Προγράμματος της Λαϊκής Δημοκρατίας ( το Σχέδιο Προγράμματος της Λαϊκής Δημοκρατίας εγκρίθηκε από το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ στις 15 Ιουνίου 1945 ), ενώ η πολιτική των «δύο πόλων», που δέχονταν την «συμβίωση» με το βρετανικό παράγοντα στη χώρα, διαμορφώθηκε περίπου την ίδια εποχή. Στην ουσία η γενική στρατηγική του ΚΚΕ προσπαθούσε να συμβιβαστεί με τη δεδομένη πραγματικότητα.

Η εμπλοκή στον Εμφύλιο

Ο συμβιβασμός αποδείχθηκε γρήγορα αδύνατος. Τα διαδοχικά κυβερνητικά μέτρα ενάντια στην Αριστερά και η ανεξέλεγκτη δράση των παρακρατικών ακροδεξιών συμμοριών στην ύπαιθρο δημιούργησαν ένα ασφυκτικό πλέγμα, μέσα στο οποίο ήταν αδύνατη η διατήρηση πολιτικών οργανώσεων και επισφαλής η απλή βιολογική επιβίωση των στελεχών -ή και των οπαδών- του κινήματος. Πολλοί φυγαδεύτηκαν στο εξωτερικό, περισσότεροι όμως βρέθηκαν στις φυλακές ή αναγκάστηκαν να ζουν σαν αγρίμια στα βουνά ως «καταδιωκόμενοι». Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ασφυξίας και αδιεξόδου η ηγεσία του ΚΚΕ αποφάσισε να απέχει από τις εκλογές της 31ης Μαρτίου του 1946. Σε μια τόσο σοβαρή κίνηση ο προσωπικός ρόλος του Νίκου Ζαχαριάδη πρέπει να ήταν εξαιρετικά σημαντικός και μεγάλο μέρος της κριτικής για την απόφαση αυτή στράφηκε προς το πρόσωπό του. Η δική του εκτίμηση, όπως την παρουσίασε τότε στους ηγέτες των κομμουνιστικών κομμάτων, ήταν ότι η συμμετοχή της Αριστεράς στις εκλογές αυτές θα νομιμοποιούσε απλά το κλίμα της τρομοκρατίας, τις διώξεις ενάντια στα μέλη και τα στελέχη της Αριστεράς και θα συνυπέγραφε τον παραγκωνισμό του κινήματος που δημιούργησε η Αντίσταση στο περιθώριο της ελληνικής κοινωνίας, σε θέση ολότελα αναντίστοιχη με τις πραγματικές του δυνατότητες και με την ευρύτερη απήχηση που ακόμη διατηρούσε. Φυσικά οι σχετικές εκτιμήσεις και απόψεις γνώρισαν έκτοτε γενικό πληθωρισμό.

Στις παραμονές των εκλογών πάντως ο Ζαχαριάδης αναχώρησε για το εξωτερικό, με ενδιάμεσο σταθμό την Θεσσαλονίκη, όπου φαίνεται ότι έδωσε εντολή για την οργάνωση «προειδοποιητικού χτυπήματος» στο Λιτόχωρο την ημέρα των εκλογών. Στο εξωτερικό έθεσε μάλλον προς «διερεύνηση» το ζήτημα της ένοπλης εμπλοκής στην Ελλάδα, τόσο στον Τίτο, στο Βελιγράδι, όσο και στους Σοβιετικούς ηγέτες. Φαίνεται ότι η θετικότερη στάση ως προς αυτή την προοπτική τη βρήκε από τον Τίτο και τους Γιουγκοσλάβους. Αντίθετα στη Μόσχα, όπου ο Ζαχαριάδης συναντήθηκε με τους Στάλιν, Ζντάνοφ και Μολότοφ, η στάση ήταν πολύ πιο επιφυλακτική και υπήρξε μάλιστα κριτική για την αποχή στις εκλογές του Μαρτίου. Στο θέμα του ένοπλου αγώνα τέθηκε σε αυτές τις συζητήσεις ως πιθανός πολιτικός στόχος η αναζήτηση ενός συμβιβασμού με τους Βρετανούς και τη Δεξιά, συμβιβασμού που θα επέτρεπε την πολιτική λειτουργία της Αριστεράς στην Ελλάδα. Στις 9 Απριλίου ο Ζαχαριάδης επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη. Στη συγκέντρωση εκεί αναφέρθηκε αόριστα η προοπτική δημιουργίας χιλιάδων από «Μπαρούτες» -δηλαδή πολλαπλασιασμός των ένοπλων διωκόμενων.

Γεγονός πάντως είναι ότι με αργούς ρυθμούς -ακόμη και μετά το Γ' Ψήφισμα, που προκάλεσε κύμα καταδικών σε θάνατο και εκτελέσεων- πάρθηκαν στη διάρκεια του καλοκαιριού του 1946 αρκετά οργανωτικά μέτρα στην προοπτική της σύγκρουσης. Στις αρχές του φθινόπωρου η αναχώρηση των Γιάννη Ιωαννίδη και Πέτρου Ρούσου στο Βελιγράδι επέτρεψε την δημιουργία εκεί ενός «εφεδρικού» καθοδηγητικού κέντρου.

Η κλιμάκωση του πολέμου

Το επόμενο στάδιο ήρθε πολύ αργότερα, όταν οι ένοπλες συγκρούσεις είχαν πάρει πλέον στρατιωτική μορφή. Το Φεβρουάριο του 1947, το Π.Γ. του ΚΚΕ κατέληξε ότι "παρά την εκμετάλλευση των νόμιμων δυνατοτήτων» η ένοπλη πάλη έπρεπε να θεωρηθεί κεντρικό πεδίο ενδιαφέροντος για την πολιτική του ΚΚΕ. Στις 6 Απριλίου του ίδιου χρόνου ο Νίκος Ζαχαριάδης πέρασε κρυφά τα σύνορα και πραγματοποίησε μια σειρά νέων επαφών με παράγοντες των κομμουνιστικών κομμάτων. Στις 17 Απριλίου, πριν ακόμη οδηγήσουν σε κάτι το συγκεκριμένο οι συναντήσεις με τους κομμουνιστές ηγέτες, ο Ζαχαριάδης με τον Ιωαννίδη έστειλαν με ραδιοτηλεγράφημα τις περίφημες οδηγίες στον Μάρκο Βαφειάδη σχετικά με τις προοπτικές και τους στόχους του ένοπλου αγώνα. Από αυτή την άποψη φαίνεται ότι οι επιλογές της ηγεσίας του ΚΚΕ ήταν ανεξάρτητες από την όποια στάση των κομμουνιστικών ηγετών. Οι κεντρικές επαφές με τα «αδελφά» Κ.Κ. έγιναν το Μάιο, όπου το αντικείμενο των διαβουλεύσεων ήταν πολύ πιο συγκεκριμένο: το ζητούμενο ήταν ο βαθμός εμπλοκής και συμπαράστασης των κομμάτων αυτών στον ελληνικό αγώνα. Λίγο αργότερα, στις 27 Ιουνίου 1947, στο συνέδριο του Κ.Κ. Γαλλίας ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης προσδιόρισε τους στόχους του ΚΚΕ δια μέσου του ένοπλου αγώνα: επρόκειτο για την δημιουργία ελεύθερης Ελλάδας με δική της κυβέρνηση.

Οι οδηγίες συνοπτικά περιέγραφαν πώς η στρατιωτική δράση θα οδηγούσε την πολιτική του ΚΚΕ έξω από τα αδιέξοδα μέσα στα οποία είχε παγιδευθεί. Ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας θα αποκαθιστούσε τη «λαϊκή δημοκρατική εσωτερική τάξη και την εθνική ανεξαρτησία». Ο ΔΣΕ θα ήταν ταυτόχρονα στρατιωτική δύναμη και «εν δυνάμει» κρατικός μηχανισμός με πρότυπο τους μηχανισμούς της Αντίστασης. Το αγροτικό ζήτημα θα ήταν πρωταρχικό σε αυτό τον αγώνα, ο οποίος θα αφορούσε πρώτιστα την ελληνική ύπαιθρο.

Η τελευταία δημόσια εμφάνιση του Ζαχαριάδη στην Ελλάδα έγινε στις 22 Μαρτίου του 1946, στην «πένθιμη συγκέντρωση» για την δολοφονία του Γιάννη Ζέβγου στη Θεσσαλονίκη. Στη συνέχεια «εξαφανίστηκε», δηλαδή πέρασε με παράνομο τρόπο στο εξωτερικό. Εκεί, μερικούς μήνες αργότερα, πήρε μέρος στην εξαιρετικά συρρικνωμένη 3η «Ολομέλεια» της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ στο Βελιγράδι, στις 11 και 12 Σεπτεμβρίου του 1947. Σε αυτή τη συνεδρίαση πήραν μέρος μόλις έξι (μετείχαν εκτός από αυτόν οι Λεωνίδας Στρίγκος, Πέτρος Ρούσος, Γιάννης Ιωαννίδης, Γιώργος Ερυθριάδης και Μάρκος Βαφειάδης) από τα σαράντα μέλη της Κ.Ε. και ως εκ τούτου η παρουσία του Ζαχαριάδη αποτελούσε τη μόνη εγγύηση για το κύρος του οργάνου και φυσικά την κύρια πηγή των τελικών αποφάσεων. Εκεί, αφού διαπιστώθηκε η ολοκληρωτική αποτυχία της πολιτικής της «συμφιλίωσης» και των νόμιμων πρακτικών, αποφασίστηκε ότι η επένδυση στο στρατιωτικό τομέα αποτελούσε μονόδρομο. Στον πρακτικό τομέα υιοθετήθηκε το «Σχέδιο Λίμνες» που είχαν επεξεργαστεί οι στρατιωτικοί ηγέτες του ΔΣΕ. Το σχέδιο, αόριστο στις λεπτομέρειες, βασιζόταν κυρίως στο «βολονταρισμό» και τις «μαγικές» ιδιότητες των στελεχών. Έθετε εξωπραγματικούς στόχους για κυριαρχία του ΔΣΕ στη βόρεια Ελλάδα και ζητούσε την άμεση ανάπτυξη των δυνάμεων του σε 50-60 χιλιάδες μαχητές.

Η ρήξη με τους Γιουγκοσλάβους

Στις μεγάλες μάχες του Γράμμου το καλοκαίρι του 1948 ο Ζαχαριάδης ήταν μέλος του Στρατιωτικού Συμβουλίου του ΔΣΕ και ως εκ τούτου είχε μέρος της ευθύνης για τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Παρ΄ όλ αυτά η απώλεια του Γράμμου τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου - σε μια εξαιρετικά κρίσιμη στιγμή, καθώς είχε ήδη εκδηλωθεί η ρήξη ανάμεσα στον Τίτο και τους Σοβιετικούς - χρεώθηκε αποκλειστικά στον Μάρκο Βαφειάδη, που αναχώρησε «για ξεκούραση» στην ΕΣΣΔ. Στη θέση του, όπως πιστοποιήθηκε στη συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου στις 25 Αυγούστου, προωθήθηκε ο Γιώργος Βροντίσιος ή Γούσιας. Ο τελευταίος, μαζί με τον Ζαχαριάδη και το στενό του κύκλο, καθοδήγησαν ουσιαστικά τον ΔΣΕ στην τελευταία φάση του πολέμου.

Η γιουγκοσλαβική ρήξη υπήρξε το τελευταίο από τα πολιτικά παιχνίδια του Ζαχαριάδη. Προσπάθησε να τη χρησιμοποιήσει, όπως και το κλίμα του Ψυχρού Πολέμου που εγκαθίστατο στις σχέσεις Ανατολής-Δύσης, για να αναβαθμίσει τη σημασία του αγώνα του ΔΣΕ στο διεθνές προσκήνιο και να πετύχει πιο ενεργό συμπαράσταση των ανατολικών χωρών στην πολεμική προσπάθεια. Τα μεγαλεπήβολα σχέδια για δημιουργία αεροπορίας κ.λ.π. είχαν τις ρίζες τους σε αυτή τη στρατηγική. Όταν τίποτε από αυτά δεν υλοποιήθηκε, το γιουγκοσλαβικό αποτέλεσε το κυριότερο άλλοθι για την τελική ήττα. Τον Αύγουστο του 1949 ο Ζαχαριάδης με το άρθρο του «Το στιλέτο του Τίτο χτυπά πισώπλατα τη Λαικοδημοκρατική Ελλάδα», στο περιοδικό «Δημοκρατικός Στρατός», καυτηρίαζε την απόφαση του Τίτο για κλείσιμο των ελληνογιουγκοσλαβικών συνόρων στις 11 Ιουλίου 1949 και ταυτόχρονα έβρισκε ένα ισχυρό άλλοθι για τη στρατιωτική ήττα και υποχώρηση του Δημοκρατικού Στρατού στην Αλβανία και τη Βουλγαρία.