Το τέλος των ελληνικών διεκδικήσεων

Στη Συνδιάσκεψη για την Ειρήνη η Ελλάδα πιέστηκε από τους συμμάχους
να παραιτηθεί από οικονομικές και εδαφικές απαιτήσεις
65 χρόνια πριν

αναδημοσίευση από: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100003_16/10/2011_459658

του Περικλή Χ. Χριστίδη[1]

Η βιβλιογραφική λήθη στην οποία περιέπεσε η Συνδιάσκεψη για την Ειρήνη το 1946 στο Παρίσι, αν και έντονα στην εποχή της προβεβλημένη δημοσιογραφικά, ανάγει τις αιτίες της ήδη στην εποχή της έναρξής της, σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Μεγάλες Δυνάμεις (Βρετανία, ΕΣΣΔ, ΗΠΑ) δεν ήταν πεπεισμένες για τη σκοπιμότητά της, καθώς ήδη από το 1945 είχαν συστήσει το Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών που περιελάμβανε τις ίδιες -κάποτε και τη Γαλλία- το οποίο προχωρούσε στη διευθέτηση των ζητημάτων που είχαν προκύψει από τον πόλεμο. Εκτεθειμένες όμως στα μάτια της κοινής γνώμης των χωρών τους, καθώς έτσι αγνοούσαν τους συμμάχους τους στα όπλα, η Μεγάλη Βρετανία και οι ΗΠΑ θα πιέσουν τη Σοβιετική Ενωση έτσι ώστε να συγκληθεί μια Συνδιάσκεψη έστω περιορισμένης εμβέλειας. Το Συμβούλιο των Υπουργών Εξωτερικών θα διατηρήσει τις αποφασιστικές του αρμοδιότητες, ενώ η Συνδιάσκεψη δεν θα ασχοληθεί με τη Γερμανία, στα ζητήματα της οποίας δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Η Συνδιάσκεψη θα αφορά μόνο τις συμμάχους της Γερμανίας: την Ιταλία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, τη Φινλανδία και τη Βουλγαρία. Από την άλλη μεριά θα βρεθούν οι 21 νικήτριες χώρες του πολέμου, ανάμεσά τους και η Ελλάδα.

Οι νικητές του πολέμου δεν είχαν την πρόθεση να επαναλάβουν τα λάθη της Συνδιάσκεψης του 1919. Υιοθέτησαν μια επιεική στάση απέναντι στους ηττημένους και αποφάσισαν να συμμετάσχουν στην οικονομική τους ανασυγκρότηση, καθώς πρόθεσή τους υπήρξε να τους συμπεριλάβουν στα υπό διαμόρφωση στρατόπεδα του αρχόμενου Ψυχρού Πολέμου. Η συνύπαρξη πλέον νικητών και ηττημένων στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα κατέστησε τη θέση της Ελλάδας δεινή. Εάν ήθελε να πετύχει όσα διεκδικούσε θα έπρεπε να αντιπαλέψει τόσο τους πρώην πλέον εχθρούς όσο και τους συμμάχους της στους οποίους, τουλάχιστον μέχρι την περίοδο της Συνδιάσκεψης, περιλαμβάνεται και η Σοβιετική Ενωση.

Η Ελλάδα θα τηρήσει παθητική στάση κατά τη Συνδιάσκεψη, καθώς θα εναποθέσει τις ελπίδες της σε πρωτοβουλίες Βρετανών και Αμερικανών όσον αφορά τα αιτήματα που εγείρει. Ακόμη θα είναι αρκετά πειθήνια απέναντι στις συμβουλές των «φίλων» της, κινούμενη μέσα στα όρια που θέτουν. Παρ' όλα αυτά όμως οι Αμερικανοί όσο και οι Βρετανοί καθιστούν συχνά φανερό ότι επιθυμούν την Ελλάδα ακόμη πιο συνεργάσιμη. Ουσιαστικά ζητούν να παραιτηθεί από τις διεκδικήσεις της - έναντι της Αλβανίας, της Βουλγαρίας και εκείνων των οικονομικών. Οι μεγάλοι σύμμαχοι αντιμετωπίζουν τα ελληνικά ζητήματα ως «περιφερειακά» σε σχέση με τα κρίσιμα διακυβεύματα της Συνδιάσκεψης και θεωρούν πως απαιτούν από αυτούς σημαντική διανοητική και σωματική εργασία και βεβαίως χρόνο. Αμερικανοί και Βρετανοί τελικά όχι μόνο δεν θα στηρίξουν τις θέσεις της Ελλάδας, αλλά θα είναι και αρνητικοί απέναντί σ' αυτές.

Η Ουάσιγκτον θεωρεί πως οι ελληνικές διεκδικήσεις δεν αξίζουν μια διακινδύνευση συνεχούς αντιπαράθεσης με τη Μόσχα και το εκδηλώνουν ευθέως. Οι Βρετανοί από την άλλη, δέσμιοι στον ρόλο του κηδεμόνα των ελληνικών κυβερνήσεων, συμφωνούν μεν με τις αμερικανικές θέσεις, δεν έχουν όμως την ευχέρεια να το εκδηλώσουν χωρίς να θέσουν σε κίνδυνο την επιθυμητή γι' αυτούς εμπιστοσύνη των Ελλήνων. Με επικοινωνιακό τρόπο επιχειρούν να εμφανίζονται αλληλέγγυοι στα ελληνικά αιτήματα χωρίς όμως να προβαίνουν σε ενέργειες στήριξής τους.

Ψυχροπολεμικά «ιερά» σύνορα

Η Ελλάδα τη χρονιά του 1946, χρονιά που σηματοδοτεί την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, υπήρξε στην πραγματικότητα ένα πεδίο δοκιμών της πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων. Η χώρα διεκδικεί, χωρίς ουσιαστική βοήθεια, όσα θεωρεί ότι της οφείλονται για λόγους ιστορικούς, δικαιοσύνης αλλά και ασφάλειας. Το σύνολο σχεδόν των Ελλήνων διατηρεί ισχυρή την πεποίθηση πως η χώρα θα πρέπει να ικανοποιηθεί προνομιακά, λόγω της μεγάλης συνεισφοράς της στον πόλεμο. Όμως οι πενιχρές αποζημιώσεις που επιδικάζονται στην Ελλάδα, ακόμη και η απόδοση των Δωδεκανήσων, που είχε προαποφασιστεί, ύστερα από αμερικανική πρόταση, από το Συμβούλιο των Υπουργών Εξωτερικών παρά το έντονο διπλωματικό παρασκήνιο λόγω της έλλειψης συναίνεσης αρχικά των Σοβιετικών, δεν μπορούν να καταστήσουν τη Συνδιάσκεψη στα μάτια των Ελλήνων πετυχημένη.

Η λήξη της Συνδιάσκεψης για την Ελλάδα θα αποτελέσει και λήξη των όποιων εδαφικών διεκδικήσεων είχε από συστάσεώς της ακόμη και για περιοχές που παραδοσιακά διεκδικούσε ως εθνικό έδαφος. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου τα σύνορα στην Ευρώπη θα καταστούν «ιερά» και απαραβίαστα. Τις επόμενες δεκαετίες κανένας λόγος, ακόμη και αυτός της «αυτοδιάθεσης», δεν θα μπορεί να δικαιολογήσει εδαφικές μεταβολές. Η εμπειρία του τελευταίου πολέμου σε συνδυασμό με τον φόβο της ασύλληπτης καταστροφής από μια σύγκρουση των υπερδυνάμεων, θα αποτρέπει κάθε ενέργεια αμφισβήτησης του μεταπολεμικού εδαφικού καθεστώτος.

Στόχος η Β. Ηπειρος, τα Δωδεκάνησα και συνοριακές διαρρυθμίσεις

αναδημοσίευση από: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100004_16/10/2011_459657

Οι ελληνικές κυβερνήσεις, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, κατά κύριο λόγο ακολουθούν το ίχνος της εξωτερικής πολιτικής του Ελευθέριου Βενιζέλου. Η ανάγκη της χώρας για επιβίωση και ανάπτυξη θέτει σε δεύτερη μοίρα ενδεχόμενες διεκδικήσεις. Οι τελευταίες όμως μπορούν να επανέλθουν στο προσκήνιο αν οι διεθνείς συνθήκες το επιτρέψουν. Οι Έλληνες πολιτικοί θα εκλάβουν τη Συνδιάσκεψη αυτή ως ευκαιρία όχι μόνο για να ενισχύσουν τη χώρα, επιτυγχάνοντας εδαφικά οφέλη αλλά και για να ενισχύσουν το κύρος των αστικών πολιτικών δυνάμεων που θα την εκπροσωπήσουν στη Συνδιάσκεψη, οι οποίες βρίσκονται υπό έντονη κριτική και αμφισβήτηση. Η εσωτερική κατάσταση της χώρας, από τη σκοπιά των αστικών κομμάτων, απαιτεί μια διπλωματική προσπάθεια που θα αναπαράγει μια εθνική ιδεολογία η οποία, συνδεόμενη με τις εθνικές διεκδικήσεις, έχει στόχο τον αποκλεισμό της Αριστεράς από την πολιτική ζωή. Η Αριστερά, από την πλευρά της, θα τονίσει εμφατικά ότι η έγερση των εθνικών διεκδικήσεων σκοπό έχει τον αποπροσανατολισμό του ελληνικού λαού από τα σοβαρά εσωτερικά προβλήματα της χώρας.

Το σώμα των ελληνικών διεκδικήσεων είναι περιορισμένο σε σχέση με την εθνική ρητορεία που αναπτύχθηκε στο εσωτερικό της χώρας και αντικατόπτριζε ίσως ως ένα βαθμό ακόμη τη χαμένη Μεγάλη Ιδέα. Η πολυμελής ελληνική αντιπροσωπεία, της οποίας η συγκρότηση υπήρξε αμφιλεγόμενη και στηρίχθηκε ελάχιστα σε διπλωματικά κριτήρια, θα διεκδικήσει στο Παρίσι τη Βόρεια Ήπειρο από την Αλβανία, τα Δωδεκάνησα από την Ιταλία και μια συνοριακή διαρρύθμιση εις βάρος της Βουλγαρίας. Διατυπώνονται ακόμη, ανεπίσημα, διεκδικήσεις έναντι της Τουρκίας, για το καθεστώς της Ανατολικής Θράκης, και της Γιουγκοσλαβίας για μια διαρρύθμιση συνόρων, αλλά καθώς δεν είναι εφικτό να διατυπωθούν επίσημα από τη στιγμή που οι χώρες αυτές δεν ανήκουν στους αντιπάλους των συμμάχων, θα απαλειφθούν από τον ελληνικό διπλωματικό λόγο. Η Κύπρος, αν και ανήκει σε εκείνες τις περιοχές που η Ελλάδα επιθυμεί να εντάξει στην επικράτειά της, δεν θα συμπεριληφθεί στις διεκδικήσεις. Η Ελλάδα θεωρεί ότι μεταγενέστερα θα διευθετήσει φιλικά το ζήτημα με τους Βρετανούς στην κυριαρχία των οποίων βρίσκεται το νησί.

Οι ελληνικές διεκδικήσεις κατά της Ιταλίας βασίζονται σε εθνικούς λόγους, ενώ κατά της Βουλγαρίας σε λόγους ασφάλειας. Η διεκδίκηση της Βόρειας Ηπείρου συνδυάζει και τους δύο λόγους. Ειδικότερα για τα Δωδεκάνησα η Ελλάδα ενδιαφέρεται, εκτός από την απόδοσή τους, για τη διατύπωση του άρθρου που θα καθορίζει τα ζητήματα της αποστρατιωτικοποίησης και των θαλάσσιων συνόρων του νησιωτικού συμπλέγματος. Όσον αφορά το οικονομικό σκέλος της Συνδιάσκεψης, αν και εγείρονται οικονομικές διεκδικήσεις εναντίον της Ιταλίας και της Βουλγαρίας, οι περισσότεροι Έλληνες αστοί πολιτικοί πιστεύουν ελάχιστα στη δυνατότητα εξασφάλισης ικανών οικονομικών επανορθώσεων για την ανοικοδόμηση της χώρας. Η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη θα ρίξει το βάρος στην εξασφάλιση οικονομικής βοήθειας από τη μόνη χώρα που μπορεί να αναλάβει μια τέτοια υποχρέωση, τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αγωνία για τη Μακεδονία

Η Ελλάδα στη Συνδιάσκεψη διεκδικεί αλλά ταυτόχρονα αμύνεται απέναντι στους γείτονές της που με έμμεσο ή άμεσο τρόπο εκδηλώνουν τις δικές τους διεκδικήσεις έναντί της. Στην πραγματικότητα η αγωνία της Ελλάδας δεν αφορά τόσο τη Δυτική Θράκη ή την Ήπειρο. Οι περιοχές αυτές αναφέρονται, κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης, ως διεκδικήσεις της Βουλγαρίας και της Αλβανίας, χωρίς όμως να τίθενται επίσημα. Καθώς οι δύο χώρες δεν ανήκουν στο συμμαχικό στρατόπεδο, τυχόν διεκδικήσεις τους δεν μπορούν να έχουν κάποια τύχη. Η ελληνική ανησυχία αφορά τη Μακεδονία. Η ελληνική κυβέρνηση φοβάται πως η έντονη προπαγάνδα των Γιουγκοσλάβων στη Συνδιάσκεψη εναντίον της Ελλάδας, με συνεχείς αναφορές στη δημιουργία μιας μεγάλης «Μακεδονίας», σε συνδυασμό με την ένοπλη δράση των κομμουνιστών στη Βόρεια Ελλάδα, οι οποίοι υποστηρίζονται από αυτούς, καταδεικνύει την πρόθεση του Βελιγραδίου να ενσωματώσει στη Γιουγκοσλαβία ελληνικό έδαφος.



[1] Ο κ. Περικλής Χ. Χριστίδης είναι δρ Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικών Επιστημών.