Τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στα Βαλκάνια

αναδημοσίευση από: http://www.e-dromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=6271:%CF%84%CE%B1-%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B1-%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%BA%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%B1&Itemid=64

του Φοίβου Οικονομίδη[1].

Οι βαθιές πολιτικές αλλαγές στο χώρο της Βαλκανικής στη διάρκεια και κυρίως μετά το τέλος του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξαν αποτέλεσμα της νίκης των Συμμάχων εναντίον των δυνάμεων του Άξονα, ειδικότερα, της προέλασης του Κόκκινου Στρατού στα Βαλκάνια, όμως επίσης και των εθνικοαπελευθερωτικών αντιστασιακών κινημάτων που αναπτύχθηκαν στη διάρκεια της κατοχής στη νοτιανατολική Ευρώπη.


Οι κομμουνιστές της εποχής είχαν πολλούς βασικούς λόγους ν’ αρχίσουν τον αντιστασιακό αγώνα. Κατ’ αρχήν σύμφωνα με την ιδεολογία τους έπρεπε να σταθούν στο πλευρό των φτωχών λαϊκών στρωμάτων που δοκιμάζονταν σε διάφορα επίπεδα (οικονομικό πολιτικό κ.ά.) στη διάρκεια του πολέμου και της κατοχής. Έπειτα, ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας πρόσφερε τη μεγάλη ευκαιρία ανατροπής του πολιτικού καθεστώτος που είχε επιβάλει ο κατακτητής ή και προϋπήρχε εκείνου με κύριο στόχο την εγκαθίδρυση ενός νέου κοινωνικού καθεστώτος που θα πρόβαλλε μεταξύ των άλλων το αίτημα της εθνικής ανεξαρτησίας από «κάθε ιμπεριαλιστική εξάρτηση».
Τέλος η γερμανική επίθεση κατά της ΕΣΣΔ, στις 22 Ιουνίου 1941, έδωσε το γενικό εγερτήριο αντιστασιακό σάλπισμα σε όλα τα κομμουνιστικά κόμματα που ήσαν μέλη της Κομιντέρν. Η αντιστασιακή δράση στα Βαλκάνια επηρεάστηκε σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό από τα εθνικά αιτήματα που προβάλλονταν στις επιμέρους χώρες (μακεδονικό, βορειοηπειρωτικό, Βεσσαραβία κ.ά).
Η Τουρκία δεν συμμετείχε στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Ρουμανία και η Βουλγαρία συμμάχησαν με τον Άξονα με κύριο στόχο την εκπλήρωση των εθνικών τους αξιώσεων. Η Ρουμανία είχε σοβαρές εθνικές διαφορές με την ΕΣΣΔ περί τη Βεσσαραβία και τη βόρεια Βουκοβίνα. Σημαντικός αριθμός ρουμανικών μεραρχιών συμμετείχε στη γερμανική επίθεση εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης.
Μέσα στο 1943 οι ρουμάνοι κομμουνιστές που δεν είχαν ιδιαίτερη επιρροή στη χώρα ίδρυσαν το «Πατριωτικό Μέτωπο» που είχε μια σχετικά περιορισμένη αντιστασιακή δράση, Αστικές πολιτικές δυνάμεις που πιθανόν να συνεργάζονταν με το «Πατριωτικό Μέτωπο» διαφωνούσαν με τους ρουμάνους κομμουνιστές περί το ζήτημα της Βεσσαραβίας.
Στη Βουλγαρία η προσπάθεια υλοποίησης της «Μεγάλης Ιδέας» επηρέασε τις εξελίξεις περί τον αντιστασιακό αγώνα. Τα βουλγαρικά στρατεύματα κατέλαβαν την ελληνική Ανατολική Μακεδονία και Θράκη όπως και τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, γεγονός που φαινόταν να ικανοποιεί το εθνικό αίσθημα πολλών Βουλγάρων.
Όπως αναφέρει και η ιστορία του βουλγαρικού Κ.Κ. «στη Βουλγαρία τα γεγονότα εξελίχθηκαν ιδιόμορφα. Οι χιτλερικοί μπήκαν στη χώρα με διακηρύξεις για φιλία όχι σαν επιδρομείς αλλά σαν “σύμμαχοι”. Συνάμα ο βουλγαρικός στρατός δεν είχε συντριβεί. Εδαφικά η χώρα έμεινε ανέπαφη. Στη Βουλγαρία υπόσχονταν και νέα εδάφη μέρος της Θράκης του Αιγαίου και της Μακεδονίας του Βαρδάρη. Σ’ αυτά τα νέα εδάφη κατευθύνθηκαν πολλοί υπάλληλοι, μικροεπαγγελματίες, έμποροι. Οι ίδιοι έβλεπαν ορισμένη προοπτική για εύκολο πλουτισμό. Το σύνθημα για “Μεγάλη Βουλγαρία” αποκοίμιζε και καθησύχαζε αρκετά τους ευκολόπιστους ανθρώπους». Επομένως, «αντικειμενικές συνθήκες για ανάπτυξη μαζικού ένοπλου αγώνα αναμφισβήτητα στη Βουλγαρία ήταν πιο δυσμενείς σε σύγκριση με τις συνθήκες μιας σειράς άλλων χωρών».

Μόλις τον Αύγουστο του 1943, μπόρεσε να ιδρυθεί η Κ.Ε. του «Πατριωτικού Μετώπου» μ’ εκπροσώπους του Εργατικού Κόμματος Bουλγαρίας (ΚΚ), της Αγροτικής Ένωσης (πτέρυγα «Πλάντνε»), του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, του πολιτικού ομίλου «Ζβενό» και ενός ανεξάρτητου. Το 1943 οι βούλγαροι κομμουνιστές συνένωσαν κάποιες παρτιζάνικες ομάδες και δημιούργησαν το Λαϊκό Απελευθερωτικό Επαναστατικό Στρατό (ΛΑΕΣ), που είχε ορισμένες επιτυχίες αλλά δεν έφτασε το επίπεδο της αντιστασιακής δράσης που εκδηλώθηκε στη Γιουγκοσλαβία, Αλβανία και Ελλάδα.

Τον Απρίλιο του 1939 η φασιστική Ιταλία κατέλαβε εύκολα την Αλβανία που την κατέστησε προτεκτοράτο της. Οι διάσπαρτοι κομμουνιστές στην Αλβανία «αμέσως κατάλαβαν» ότι δεν μπορούσαν να προβάλλουν σοβαρή αντίσταση «διαιρεμένοι» αλλά «και άγνωστοι στις μάζες» του αλβανικού λαού.

Το ΚΚ Αλβανίας ιδρύθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1941, δύο χρόνια και εφτά μήνες μετά την κατάληψη της χώρας από την Ιταλία. Μέχρι τότε δεν είχε υπάρξει κάποια αξιόλογη μορφή αντίστασης. Στις 16 Σεπτεμβρίου 1942 ιδρύθηκε στην Αλβανία με πρωτοβουλία των κομμουνιστών το Αντιφασιστικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο.
Παράλληλα δημιουργήθηκε μια αντίπαλη αντιστασιακή εθνικιστική οργάνωση το «Μπάλι Κομπετάρ» (Εθνικό Μέτωπο) που ήλθε σε ρήξη με τους αλβανούς αριστερούς αντάρτες όπως έγινε στην Ελλάδα μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ και στη Γιουγκοσλαβία μεταξύ παρτιζάνων του Τίτο και Τσέτνικς του Μιχαήλοβιτς.

Οι Αλβανοί παρτιζάνοι είχαν την υποστήριξη των γιουγκοσλάβων ομοϊδεατών τους και φορούσαν στα πηλίκια τους το πεντάγωνο κόκκινο αστέρι όπως και οι δυνάμεις του Τίτο. Το αντάρτικο στην Αλβανία είχε σοβαρή ανάπτυξη και με την υποστήριξη των ιδεολογικών φίλων του, μέσα σε δύο χρόνια, τον Οκτώβριο του 1944 «στην ιστορική συνάντηση του Μπεράτ» αποφασίστηκε η μεταλλαγή της Αντιφασιστικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης σε προσωρινή κυβέρνηση της Αλβανίας. Στη διάσκεψη του Μπεράτ απηύθυναν χαιρετισμό ο σοβιετικός και ο γιουγκοσλάβος αντιπρόσωπος καθώς ήταν προφανές ότι επικροτούσαν την απόφαση των αλβανών κομμουνιστών.

Ακριβώς την ίδια περίοδο, το μέλος της ηγεσίας του ΚΚΕ Γιάννης Ζέβγος σημείωσε στο ημερολόγιο του: «Γιουγκοσλάβοι και Σοβιετικοί δεν μας στέλνουν ούτε ένα φυσίγγι, ούτε λέξη για το ΕΑΜ οι σταθμοί τους».
Κανένας πολιτικός ή κοινωνικός αναλυτής δεν μπόρεσε να προβλέψει το μέγεθος της ανάπτυξης του αντιστασιακού κινήματος στην Ελλάδα όταν εκείνη «τη συννεφιασμένη φθινοπωριάτικη νύχτα» της 27ης Σεπτεμβρίου 1941, τέσσερις άνθρωποι συγκεντρώθηκαν «σ’ ένα απόμερο σπιτάκι στη βόρεια βουνοπλαγιά του Λυκαβηττού» για να υπογράψουν το ιδρυτικό του ΕΑΜ που φέρει ημερομηνία 28.9.1941. Ήταν ο Λ. Αποστόλου (ΚΚΕ), ο Χρ. Χωμενίδης (ΣΚΕ), ο Ηλ. Τσιριμώκος (ΕΛΔ) και ο Απ. Βογιατζής (ΑΚΕ).

Υπάρχουν αρκετοί λόγοι που θα μπορούσαν να εξηγήσουν, πως ένα κόμμα, όπως το ΚΚΕ, ουσιαστικά εξουδετερωμένο σε μεγάλο βαθμό από τη μεταξική δικτατορία, κατόρθωσε να ηγηθεί της μεγαλύτερης εθνικοαπελευθερωτικής πολιτικής οργάνωσης που δημιουργήθηκε στα Βαλκάνια.
Όπως έγραψε ο Δ. Παρτσαλίδης, «το ΕΑΜ ξεκίνησε το Σεπτέμβρη του 1941 σαν συνασπισμός ορισμένων πολιτικών δυνάμεων. Τον Οκτώβρη του 1942 μετατρέπεται σε συνασπισμό κομμάτων και οργανώσεων για να εξελιχτεί σε συνέχεια στην πλατύτερη λαϊκή οργάνωση που γνώρισε στην ιστορία της η Ελλάδα, που δύο μήνες πριν την απελευθέρωση συγκέντρωνε πάνω από 1.600.000 οργανωμένα μέλη».

Ο βρετανός απεσταλμένος στην Ελλάδα, την περίοδο της Κατοχής, Κρις Γουντχάουζ, έγραψε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ότι όταν μιλάμε γι’ αντιστασιακό αγώνα στην Αθήνα, εννοούμε τους κομμουνιστές και ορισμένα ενεργά μέλη της κεντροαριστεράς.

Αν το ΕΑΜ υπήρξε η μεγαλύτερη πολιτική αντιστασιακή οργάνωση στην περιοχή των Βαλκανίων, οι παρτιζάνοι του Τίτο στη Γιουγκοσλαβία θεωρήθηκαν η ισχυρότερη στρατιωτική αντιστασιακή οργάνωση στον ίδιο χώρο που ενισχύθηκε σημαντικά σε πολεμικό υλικό από τη Σοβιετική Ένωση και τους Δυτικούς Συμμάχους. Οι γιουγκοσλάβοι παρτιζάνοι με τη σειρά τους ενίσχυσαν τους αλβανούς παρτιζάνους καθώς στόχευαν να συμπεριλάβουν την Αλβανία στη γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία που επαγγέλονταν. Το ΚΚΕ και το ΚΚ Γιουγκοσλαβίας αρχίζοντας τον αντιστασιακό αγώνα δεν εφάρμοσαν την ίδια ταχτική.

Οι γιουγκοσλάβοι κομμουνιστές ξεκίνησαν άμεσα τον ένοπλο αγώνα κατευθυνόμενοι από τα αστικά κέντρα προς την ύπαιθρο. «Από την αρχή –έγραψε ο Τίτο– αφήσαμε τις πόλεις… ο στόχος μας ήταν η αγροτιά. Αυτός είναι ο λόγος που μεταφερθήκαμε από το κέντρο προς την περιφέρεια».

Αντίθετα το ΚΚΕ αναδιοργανώθηκε και ξεκίνησε την αντιστασιακή δράση στις πόλεις για να προχωρήσει στη συνέχεια στην περιφέρεια και την ένοπλη αντιστασιακή δράση στις ορεινές περιοχές της Ελλάδας. Γι’ αυτό η συστηματική ένοπλη αντιστασιακή δράση στην Ελλάδα άρχισε πιο καθυστερημένα σε σύγκριση με τη Γιουγκοσλαβία. Αυτό δεν εμπόδισε τον ΕΛΑΣ να έχει ραγδαία ανάπτυξη όπως αναφέρει ο αρχηγός του Στ. Σαράφης και τις παραμονές της απελευθέρωσης να αριθμεί στις τάξεις του περί τους 50.000 αντάρτες.Το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα στην Ελλάδα, η ΕΣΣΔ και οι βαλκάνιοι παρτιζάνοι έκριναν ότι αποτελούσε και μια ενισχυτική δύναμη για την επιτυχία των δικών τους πολιτικών στόχων. Στη διάρκεια των Δεκεμβριανών, μια αντιπροσωπεία της ΕΠΟΝ από τη Θεσσαλονίκη έγινε δεκτή στο Νόβι-Σαντ «μ’ αφάνταστο ενθουσιασμό. Η αίθουσα συνεδριάσεως της αντιφασιστικής νεολαίας δονούνταν ως μια ώρα από τις ζητωκραυγές και τις εκδηλώσεις για το ΕΛΑΣ-ΕΑΜ». Ο Τίτο που δέχτηκε αργότερα την ελληνική αντιπροσωπεία στο Βελιγράδι δήλωσε στα μέλη της ότι «ο αγώνας της Ελλάδας (ΕΛΑΣ) είναι αγώνα των Βαλκανίων». Το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ έμοιαζε και σαν μια δύναμη προφυλακής του αποκαλούμενου «αντι-ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου» που είχε αρχίσει βαθμιαία να δημιουργείται στα Βαλκάνια διαρκούντος του πολέμου.





[1]Ο Φοίβος Οικονομίδης είναι δημοσιογράφος-ερευνητής. Από τις εκδόσεις Λιβάνη κυκλοφορεί το τελευταίο του βιβλίο, «Η επανάσταση στην Ελλάδα. Το ΚΚΕ και οι ξένοι φίλοι: Εμφύλιος 1945-1949».