Θανάσης Φωτίου «Η ναζιστική τρομοκρατία στην Ελλάδα»

αναδημοσίευση από: http://www.epikentro.gr/index.php?isbn=9789604583287

«Εφονεύθησαν ή εβασανίσθησαν κατά τον αγριώτερον τρόπον πλείστα άτομα, εληστεύθησαν δε και εκάησαν πλείσται οικίαι. Γενικώς η μετάβασις του σώματος τούτου [Σούμπερτ] εις τους τόπους της δράσεώς του ομοίαζεν προς αγρίαν λαίλαπα, συνώδευεν δε ταύτην πάντοτε αφθονία δακρύων, πόνου και αίματος». Έτσι συνοψίζει ο Ειδικός Αντεπίτροπος στην έκθεσή του τον Απρίλιο 1947 την ωμή τρομοκρατία που είχε εξαπολύσει στην Κρήτη και στη Μακεδονία κατά την Κατοχή ο ελληνομαθής λεβαντίνος Φριτς Σούμπερτ, διοικητής του διαβόητου ελληνικού «Σώματος Κυνηγών». Θεωρήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους εγκληματίες πολέμου, καταδικάσθηκε 27 φορές σε θάνατο και εκτελέσθηκε στην Θεσσαλονίκη.

Κοσμοπολίτης, πολύγλωσσος, βίαιος, σαδιστής, διπλωμάτης και δολοπλόκος –μερικά από τα κύρια χαρακτηριστικά της ιδιόρρυθμης προσωπικότητάς του– ο επιλοχίας Σούμπερτ συνιστά μια πρωτοφανή και ίσως μοναδική περίπτωση στα χρονικά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κατ’ αρχάς, ξεκινά πρώιμα (Ιούνιος 1942) την τρομοκρατική του δράση στο Νησί επικεφαλής ομάδας Κρητικών προαναγγέλλοντας την ίδρυση αργότερα των περιβόητων Ταγμάτων Ασφαλείας. Στη συνέχεια, με διαταγή του Στρατιωτικού Διοικητή του Φρουρίου Κρήτης καθίσταται πανίσχυρος διοικητής γερμανοντυμένου εγκληματικού σώματος Ελλήνων με το οποίο μετέρχεται ωμή βία εναντίον πολιτών στην Κρήτη και στη Μακεδονία για να επιβάλει τη Νέα γερμανική Τάξη.

Ο Θανάσης Φωτίου αποπειράται με τη παρούσα μελέτη, η πρώτη για το θέμα, την αποδόμηση του μύθου στηριζόμενος σε στέρεο πραγματολογικό υλικό, προϊόν πολύχρονης έρευνας που συνίσταται τόσο σε γραπτές όσο και σε προφορικές πηγές. Κυρίως, όμως, επιχειρεί στο μέτρο του δυνατού την ένταξη του Γερμανού επιλοχία μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της τραγικής εκείνης περιόδου και την αποκάλυψη αγνώστων μικρών και μεγάλων γεγονότων που αφορούν το βίο και τη δράση του αιμοβόρου Επιλοχία και των στυγνών συνεργατών του. Τέλος, ο συγγραφέας κατορθώνει μια πρώτη ερμηνεία θέτοντας έτσι ένα ακόμη πετραδάκι στο παζλ της κατανόησης μιας εποχής που καθόρισε όχι μόνο τις δυο ελληνικές περιφέρειες στις οποίες ο Σούμπερτ πρωταγωνίστησε, αλλά και την Ελλάδα ολόκληρη.

Πρόλογος Στράτου Δορδανά

Στη συλλογική μνήμη των κατοίκων του βορειοελλαδικού χώρου έχουν καταγραφεί με ανεξίτηλα γράμματα τα ονόματα όσων την περίοδο της Κατοχής εργάστηκαν σκληρά για την παγίωση της γερμανικής «ησυχίας και τάξης», και ως εκ τούτου για το ξερίζωμα των «ανθών του καλού» από τον ελληνικό αντιστασιακό κήπο. Ο Δάγκουλας, ο Πούλος, ο Σούμπερτ ήταν μερικοί μόνο από εκείνους τους αρχηγίσκους που κατέστησαν σε τέτοιο βαθμό ευτελείς τις ζωές των Ελλήνων, ώστε ακόμα και μετά το τέλος του εφιάλτη και την απελευθέρωση της χώρας τα φαντάσματα του παρελθόντος να στοιχειώνουν τους ανθρώπους. Έως σήμερα, οι Δαγκουλαίοι, οι Πουλικοί και οι Σουμπερίτες αποτελούν τους πρωταγωνιστές όχι μόνο σε επιστημονικές μελέτες και λογοτεχνικά κείμενα, αλλά και σε οικογενειακές διηγήσεις και προσωπικές ιστορίες, καθώς η αιματοβαμμένη διαδρομή τους σημάδεψε για πάντα τη σύγχρονη ιστορία της περιοχής.

Για τους περισσότερους από τους συγκεκριμένους και άλλους ταγματασφαλίτες, νεότερες μελέτες τούς προσέδωσαν «σάρκα και οστά», τους κατέστησαν πρόσωπα της ιστορίας και επομένως συνέβαλαν στην οριστική αποκοπή τους από το συνοδευτικό μύθο τους. Ο μόνος ίσως μύθος που άντεχε πεισματικά στο χρόνο έως σήμερα ήταν αυτός του Γερμανού Φριτς Σούμπερτ, μάλλον γιατί ήταν δυσκολότερο και να διαλυθεί. Και από τη στιγμή που ο ερευνητής καλούνταν να μαζέψει στη φαρέτρα του σχεδόν διάσπαρτα και μόνο στοιχεία –που θα τον βοηθούσαν να φωτίσει εν μέρει τα σκοτάδια της προκατοχικής πορείας και κυρίως της κατοχικής του δράσης–, ο εν λόγω υπαξιωματικός συνέχιζε να διατηρεί αλλά και να ενδυναμώνει σταδιακά αυτόν το μύθο γύρω από το όνομά του, με διάφορες μάλιστα παραλλαγές. Ήταν δε τόσο ισχυρή η δυναμική του που έτεινε σχεδόν να εξοβελίσει τα πραγματικά γεγονότα και να τα αντικαταστήσει με πολλαπλές εκδοχές τους, που όλες τους όμως συνέτειναν σε μια βασική παραδοχή: πως ο Σούμπερτ υπήρξε ο πιο αδίστακτος από όλους, καταφέρνοντας μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να συγκροτήσει έναν ιδιωτικό στρατό βαρβάρων, συμπαρασύροντας στο διάβα τους εκατοντάδες ζωές κατά τη διάρκεια οικοδόμησης του βίαιου βασιλείου τους στην Κρήτη και στη Μακεδονία.

Ο Σούμπερτ, λοιπόν, παρέμενε πεισματικά στο προσκήνιο της ιστορίας όχι γιατί θεωρούνταν περιφερειακός δράστης κατοχικών εγκλημάτων πολέμου, αλλά –όπως αναφέρθηκε– εξαιτίας της διασποράς και της αποσπασματικότητας των στοιχείων που συνόδευαν τη δράση του. Οι καταγραφές για το άτομό του και για το σκληρό αντικομμουνιστικό τμήμα του υπήρξαν πολλές κατά τη διάρκεια των μεταπολεμικών δεκαετιών, ενώ άλλες είχαν χαθεί εξαιτίας της χρονικής απόστασης που είχε μεσολαβήσει αλλά και της καταστροφής σημαντικών αρχείων (όπως για παράδειγμα αυτό του Ελληνικού Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου). Χρειαζόταν επομένως να συλλεχθούν όλα τα διαθέσιμα στοιχεία και μέσα από τις ψηφίδες να συγκροτηθεί η μεγάλη εικόνα για τον Σούμπερτ και τους άντρες του.

Κυρίως η έρευνα αυτή απαιτούσε ευλαβική προσήλωση στον στόχο, επιμονή και ιώβεια υπομονή για να εντοπιστούν πληροφορίες σε πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές και να περιγραφούν γεγονότα που για χρόνια παρέμεναν στην αφάνεια.

Την έρευνα ανέλαβε να διεξάγει ο καθηγητής Θανάσης Φωτίου, εκκινώντας από προσωπικό ενδιαφέρον, καθώς το χωριό του στη Χαλκιδική (Μαραθούσα) είχε βρεθεί εντός της πυρίκαυστης ζώνης του Σούμπερτ και των Σουμπεριτών. Πριν φύγει για μόνιμη εγκατάσταση στον Καναδά, ο Φωτίου μεγάλωσε με διηγήσεις για περιστατικά της Κατοχής και ιδιαίτερα για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το χωριό του είχε καταστραφεί. Ολοκληρώνοντας την πολύχρονη πανεπιστημιακή σταδιοδρομία του, αποφάσισε να επιστρέψει –έστω και νοερά κατ’ αρχήν– στα πάτρια εδάφη και να ασχοληθεί με τη γενέτειρά του, ανασυνθέτοντας μια ιστορία με την οποία ούτε και ο ίδιος δεν ήταν επιστημονικά εξοικειωμένος. Προφανώς δεν φανταζόταν –αρχικά τουλάχιστον– πως το χωριό του δεν θα συνιστούσε την αρχή και το τέλος της διήγησής του, αλλά θα εντασσόταν σε ένα μακρύ κατάλογο κατοικημένων περιοχών στην Κρήτη και στη Μακεδονία όπου το τάγμα του Σούμπερτ είχε αφήσει το ανεξίτηλο ίχνος του.

Ο γράφων, όσο και αν προσπαθεί, δεν μπορεί να θυμηθεί πότε για πρώτη φορά ο Φωτίου επικοινώνησε μαζί του και συζήτησε για την πρόθεσή του να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο ζήτημα, ζητώντας στοιχεία και πληροφορίες. Το σίγουρο είναι πάντως πως πέρασαν αρκετά χρόνια έκτοτε, ίσως πάνω από μια επταετία, μέχρι τη στιγμή που το συγκεκριμένο βιβλίο πάρει το δρόμο για τον εκδότη και στη συνέχεια για το τυπογραφείο. Θα αναρωτηθεί σίγουρα στο σημείο αυτό ο αναγνώστης γιατί χρειάστηκε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα για την ολοκλήρωση της έρευνας. Η απάντηση δεν είναι απλή ούτε και σύντομη. Κατά την άποψή μου αυτό οφείλεται σε δύο κυρίως λόγους: α) γιατί αφενός υπήρχαν πολλά σκοτεινά σημεία που έπρεπε να φωτιστούν, έχοντας συχνά ο συγγραφέας να αντιμετωπίσει την ένδεια των πηγών, και αφετέρου γιατί όλη αυτή η έρευνα διεξήχθη ως επί το πλείστον κυριολεκτικά εξ αποστάσεως. Για το λόγο αυτόν, ο Φωτίου χρειάστηκε να επιστρατεύσει τα μόνα ίσως μέσα που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν, όπως ήταν το διαδίκτυο αλλά και το τηλέφωνο, για να μειώσει έστω και στο ελάχιστο την απόσταση μεταξύ Καναδά και Ελλάδας και να αρχίσει να συλλέγει τις πρώτες ψηφίδες ενός πολύπλοκου και ιδιαίτερα απαιτητικού παζλ. Μετά την επιτόπια έρευνα σε αρχεία στην Ελλάδα και στη Γερμανία, η υπόλοιπη μακρά ερευνητική διαδρομή πέρασε αναγκαστικά μέσα από το διαδίκτυο και

το τηλέφωνο· ακόμα και σε πολύωρες τηλεφωνικές συνεντεύξεις κατέφυγε ο Φωτίου, σε μια προσπάθεια να καλύψει τα κενά στη διήγησή του, να επιβεβαιώσει την εγκυρότητα πληροφοριών ή να καταρρίψει μύθους που καλά κρατούσαν, β) γιατί έγραψε από την αρχή ολόκληρα κεφάλαια, αφού προηγουμένως μια απίστευτη δουλειά μυρμηγκιού τον είχε οδηγήσει σε μια λεπτομερή εξιστόρηση των γεγονότων, σε πολλά σημεία υπέρ του δέοντος λεπτομερή είναι η αλήθεια.

Όλα αυτά τα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων και των παραμικρών λεπτομερειών, συνελέγησαν με πολύ κόπο και για τη σύνθεσή τους απαιτήθηκε πολύ περισσότερος χρόνος, καθώς ο συγγραφέας ήταν επιπλέον ιδιαίτερα απαιτητικός και αυστηρός με τον εαυτό του.

Διαβάζοντας κανείς το ανά χείρας βιβλίο, δεν θα δυσκολευτεί να αναγνωρίσει στο συγγραφέα τα προτερήματα εκείνα που καθιστούν αυτομάτως τη δουλειά του μοναδική και για τους ιδιάζοντες λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω. Πράγματι, ο Φωτίου έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό ιστοριογραφικό κενό για την περίοδο και να συμβάλλει αποφασιστικά με το έργο του στη ζωηρή συζήτηση που άνοιξε τα τελευταία χρόνια αναφορικά με το ζήτημα της συγκρότησης των ταγμάτων ασφαλείας και συνολικά της συνεργασίας με τον κατακτητή.

Και μπορεί ο ίδιος ο Σούμπερτ να μην έδρασε προδοτικά εναντίον της πατρίδας του αλλά αυτό το έκαναν οι άντρες του, σπεύδοντας πολλοί να καταταγούν για διάφορους λόγους στο τάγμα του. Ο Σούμπερτ άντλησε το ένοπλο προσωπικό του από πολλές πηγές, μέρη και με διάφορους τρόπους, όχι σπάνια εξαναγκάζοντας στην κατάταξη όσους δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Σε κάθε περίπτωση, αυτοί οι άντρες με το διοικητή τους ήταν υπεύθυνοι για εκατοντάδες δολοφονίες αμάχων, συχνά με ειδεχθή τρόπο. Θεωρούνται δε ως οι «εισηγητές» της μεθόδου της συγκέντρωσης των εκάστοτε αμάχων σε ένα οίκημα, στο οποίο στη συνέχεια έβαζαν φωτιά. Τη μέθοδο αυτή εφάρμοσαν για πρώτη φορά στην Κρήτη και την τελειοποίησαν στη Μακεδονία, με αποκορύφωμα τα γεγονότα του Χορτιάτη.

Ο Φωτίου δεν ξεκινά την εξιστόρηση των γεγονότων από την Κατοχή ούτε και την τερματίζει με τη λήξη της. Σε μια προσπάθεια να καταρρίψει έναν από τους πιο εδραιωμένους μύθους σχετικά με την «ελληνική» καταγωγή του Σούμπερτ, παρακολουθεί τον μετέπειτα πρωταγωνιστή από τα πρώτα βήματά του έως και την ενηλικίωσή του και την κατάταξή του στο γερμανικό στρατό με την έκρηξη του πολέμου. Η συμβολή του συγγραφέα ως προς το ζήτημα αυτό είναι αποφασιστική, καθώς η εκδοχή του «Έλληνα» Σούμπερτ διαπότισε για δεκαετίες τόσο τις δευτερογενείς, όσο και τις πρωτογενείς πηγές και αναπαράχθηκε με αξιοσημείωτη συνέπεια. Το ζήτημα της εθνικότητας επανέρχεται και στην εξιστόρηση των συνθηκών της σύλληψής του, με την επιστροφή του στην Ελλάδα μετά το τέλος του πολέμου, χρονικό σημείο από το οποίο αναβίωσε και διανθίστηκε ο σχετικός μύθος.

Η κατοχική δράση του και το χρονικό της συγκρότησης του εγκληματικού τάγματός του στην Κρήτη καταλαμβάνουν, όπως είναι φυσικό, τη μεγαλύτερη έκταση στο βιβλίο. Η Μεγαλόνησος είχε την ατυχία να υποστεί πρώτη τα πλήγματα του σκληρού αυτού αντικομμουνιστικού τμήματος, μέσα από τη συμμετοχή του στις γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Στην Κρήτη ο Σούμπερτ και οι άντρες του «έκαναν όνομα» στο χώρο των ενόπλων παραστρατιωτικών τμημάτων, αλλά και στον ευρύτερο δοσιλογικό χώρο, πριν οι γερμανικές αρχές αποφασίσουν πως ο εν λόγω αρχηγός ήταν πρόξενος ανωμαλίας παρά ένας πολύτιμος συνεργάτης των κατοχικών στρατευμάτων.

Έχοντας ήδη καταγράψει στο βιογραφικό του αρκετές πυρπολήσεις, εκτελέσεις αμάχων, αλλά και ποικίλες σαδιστικές μεθόδους απόσπασης πληροφοριών, μετακινήθηκε στις αρχές του 1944 με τους Σουμπερίτες στη Μακεδονία, όπου του δόθηκε η δυνατότητα να συνεισφέρει στην κατάσταση χάους και στο εμφανές έλλειμμα τάξης. Στην πολύπλευρη και ανεξέλεγκτη βία πρόσθεσε σύντομα το δικό του λιθαράκι, εισάγοντας ταυτόχρονα το σαδισμό ως απαραίτητη άσκηση στην καθημερινή πρακτική του τάγματός του. Γρήγορα κέρδισε μια αξιοσέβαστη θέση μεταξύ των Ελλήνων σκληροτράχηλων ταγματασφαλιτών, κανείς όμως από τους οποίους δεν είχαν να επιδείξουν τέτοια πληθώρα καταγραφών απάνθρωπων πράξεων.

Όπως ήταν φυσικό, η σύλληψή του στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας θεωρήθηκε ως μια πρώτης τάξεως επιτυχία των αρχών και ικανοποίησε αφάνταστα τους συγγενείς των θυμάτων που ανέμεναν πλέον την παραδειγματική τιμωρία του. Η καταδίκη του σε θάνατο συνοδεύτηκε από μια ασυνήθιστη διαμάχη: η Κρήτη και η Μακεδονία έριζαν για τη διοργάνωση του τελετουργικού εκτέλεσης της ποινής. Τελικά, η μεταφορά του στη Θεσσαλονίκη, όπου εκκρεμούσε ένα ένταλμα σύλληψης και μια δίκη για τον ίδιο και τους άντρες του, έμελλε να είναι και ο τελευταίος σταθμός της πολυτάραχης ζωής του. Ένα πρωινό του Οκτωβρίου 1947, ο Σούμπερτ πέρασε την πύλη των φυλακών Επταπυργίου, μεταφέρθηκε στο «συνήθη τόπο εκτελέσεων» πίσω από τις φυλακές και έγινε εύκολη λεία του εκτελεστικού αποσπάσματος. Τις τελευταίες του στιγμές κατέγραψε ο φωτογραφικός φακός, ενώ κατά τη διάρκεια των δικών η δημοσιογραφική κάλυψη εστίασε εκτός των άλλων στο σκληρό πρόσωπο του κατηγορούμενου, συνοδεύοντας τις περιγραφές με χαρακτηρισμούς που συμπύκνωναν τον αποτροπιασμό της κοινής γνώμης. Όσο για τους άντρες του, η έκδοση και η επιστροφή τους στην Ελλάδα δεν συνοδεύτηκε και από την παραδειγματική τιμωρία τους. Ο Φωτίου παρακολουθεί τις προσωπικές διαδρομές πολλών εξ αυτών μέσα από τα πρακτικά των δικών τους, με σκοπό να τους καταστήσει πιο οικείους στον αναγνώστη, αφήνοντας τον τελευταίο να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα.

Μετά από τόσα χρόνια δουλειάς και ατελείωτες ώρες συζητήσεων με τον Φωτίου –και μέσω τηλεφώνου και ηλεκτρονικών μηνυμάτων–,ο γράφων είχε αρχίσει να κλονίζεται, διαβλέποντας τον κίνδυνο το έργο αυτό να μην δει ποτέ το φως της δημοσιότητας. Ευτυχώς οι φόβοι του δεν επαληθεύτηκαν και η πολυπόθητη τελευταία τελεία στο κείμενο μπήκε. Μέχρι και την ύστατη στιγμή ο Φωτίου έσβηνε και έγραφε, δίνοντας όμως άθελά του τον απαραίτητο χρόνο στο γραφίστα να εμπλουτίσει το παράρτημα με κατατοπιστικούς χάρτες, πάνω στους οποίους κανείς δεν θα δυσκολευτεί να εντοπίσει τις φονικές διαδρομές του Σούμπερτ και των Σουμπεριτών, αρκεί να ακολουθήσει τις κηλίδες του αίματος.

Είμαι πεπεισμένος πως η αναμονή άξιζε τελικά και με το παραπάνω. Ο αναγνώστης θα διαβάσει μια συναρπαστική ιστορία, άγνωστη στο ευρύ αλλά και στο εξειδικευμένο με την περίοδο κοινό, που περικλείει σε όλες τις διαστάσεις της την κτηνωδία του πολέμου και τον παραλογισμό της βίας στη χειμαζόμενη Ελλάδα της Κατοχής. Ιστορία διόλου ευχάριστη, λόγω θεματολογίας, μα σε κάθε περίπτωση τόσο απαραίτητη για την κατανόηση και την εξοικείωση με το πρόσφατο παρελθόν μας.

Στράτος Ν. Δορδανάς

Θεσσαλονίκη, Ιούλιος 2011