Το εαμικό αντιστασιακό κίνημα στην Αθήνα

του Μενέλαου Χαραλαμπίδη[1]

αναδημοσίευση από:

http://www.edromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=6196:%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C-%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BD%CE%B1&Itemid=64

ΕΦ. «δρόμος της ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ»

ΕΝΘΕΤΟ: Δρόμοι της Ιστορίας

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: 70 χρόνια από την ίδρυση του ΕΑΜ - Πρώτο μέρος

Το αντιστασιακό κίνημα που εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της Κατοχής, υπήρξε ένα πολυδιάστατο κοινωνικό φαινόμενο που εξέφραζε ταυτόχρονα το πατριωτικό αίσθημα για την απελευθέρωση της χώρας και το πολιτικό αίτημα για την αποτροπή επαναφοράς του προπολεμικού πολιτικοκοινωνικού καθεστώτος μετά τη λήξη του πολέμου, όπως συνέβη και σε άλλες κατεχόμενες ευρωπαϊκές χώρες.

Το πολιτικό κενό που δημιουργήθηκε μετά τη στρατιωτική κατάληψη της χώρας (αναχώρηση της ελληνικής κυβέρνησης και του βασιλιά στο εξωτερικό, αδράνεια των πολιτικών που παρέμειναν στη χώρα, συνεργασία άλλων με τις αρχές κατοχής), η πλήρης αποδιάρθρωση του κρατικού μηχανισμού και η κατάρρευση της οικονομίας, λειτούργησαν ως επιταχυντές κοινωνικών διεργασιών που είχαν δρομολογηθεί ήδη από το Μεσοπόλεμο και κυρίως κατά τη διάρκεια της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου και είχαν οδηγήσει στην απαξίωση του προπολεμικού πολιτικού συστήματος στις συνειδήσεις σημαντικού τμήματος του ελληνικού λαού. Στα μη προνομιούχα κατώτερα κοινωνικά στρώματα του Μεσοπολέμου, προστέθηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής μεγάλα τμήματα των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων, τα οποία απώλεσαν την οικονομική και κοινωνική τους βάση λόγω των συνεπειών της. Μπορεί λοιπόν η ρήξη της Κατοχής να προκάλεσε την αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού, όπως αυτή εκφράστηκε με την αντικατάσταση των πολιτικών κομμάτων από τις αντιστασιακές οργανώσεις ως φορέων πολιτικής έκφρασης, ενσωμάτωσε όμως ταυτόχρονα τις συνέχειες, τα κληροδοτήματα του Μεσοπολέμου, στη νέα πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα που βρίσκονταν υπό διαμόρφωση.

Το ΕΑΜ ιδρύθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου του 1941. Υπήρξε ένας συνασπισμός αριστερών κομμάτων, μεταξύ των οποίων το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε πρωταγωνιστικό ρόλο. Το εαμικό αντιστασιακό κίνημα της Αθήνας είχε αμιγώς πολιτικό χαρακτήρα. Όπως και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές κατεχόμενες πόλεις, έτσι και στην Αθήνα, στόχος της Αντίστασης δεν ήταν η ένοπλη αντιπαράθεση με τον καλύτερα εξοπλισμένο, περισσότερο έμπειρο και σαφώς πολυπληθέστερο στρατό κατοχής, αλλά η προάσπιση της δοκιμαζόμενης κοινωνίας μέσα από την προσπάθεια ελαχιστοποίησης των αρνητικών συνεπειών της στρατιωτικής κατοχής.
Το ΕΑΜ δεν υπήρξε αποτέλεσμα ενός «επί χάρτου» σχεδιασμού της ηγεσίας του. Ο χαρακτήρας της δράσης του και οι οργανωτικές του πρακτικές γνώρισαν σημαντικούς μετασχηματισμούς στην προσπάθειά του να προσαρμοστεί στις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες. Τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες κατεχόμενες ευρωπαϊκές χώρες, η ανάπτυξη των αντιστασιακών κινημάτων ακολούθησε ένα γενικό σχήμα: η παράταση της διάρκειας του πολέμου και οι πρώτες μεγάλες ήττες του Άξονα στη Βόρειο Αφρική και στο ανατολικό μέτωπο, οδήγησαν στην εντατικοποίηση των πιέσεων που ασκούσαν οι αρχές κατοχής στους κατεχόμενους λαούς. Οι πιέσεις αυτές με τη σειρά τους, έθεσαν σε κίνδυνο μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, τόσο λόγω της επιδείνωσης της καθημερινότητας, όσο και μέσω της επιβολής του μέτρου της πολιτικής επιστράτευσης, που μετέτρεψε εκατομμύρια ευρωπαίων πολιτών σε εργάτες των γερμανικών πολεμικών εργοστασίων. Σε αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα, με τις επίσημες κυβερνήσεις σε εξορία και με μεγάλα τμήματα των πολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών ελίτ να συνεργάζονται ανοικτά με τις δυνάμεις κατοχής, η ιδέα της Αντίστασης κέρδιζε όλο και περισσότερο έδαφος στις συνειδήσεις των κατεχόμενων πληθυσμών.

Ο αγώνας της επιβίωσης

ως αφετηρία για την ανάπτυξη του εαμικού αντιστασιακού κινήματος
Τον πρώτο χρόνο της Κατοχής, που χαρακτηρίστηκε από την τραυματική εμπειρία του λιμού το χειμώνα 1941-1942, το νεοσύστατο ΕΑΜ προσανατολίστηκε στη συγκρότηση των οργανωτικών του πυρήνων και στην υποστήριξη του αγώνα του κατεχόμενου πληθυσμού να επιβιώσει. Την περίοδο αυτή που το ΕΑΜ βρίσκονταν στα πρώτα στάδια ανάπτυξής του, έγιναν περισσότερο ορατά τα οργανωτικά κληροδοτήματα του προπολεμικού ΚΚΕ. Μπορεί λοιπόν το φθινόπωρο του 1941 το ΕΑΜ, όπως και οι υπόλοιπες αντιστασιακές οργανώσεις, να αριθμούσε μερικές εκατοντάδες μέλη, αυτό όμως που το διαφοροποιούσε και διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στη συνέχεια, ήταν ότι οι κομμουνιστές που ενεργοποιήθηκαν στο πλαίσιό του ήταν φορείς της προπολεμικής εμπειρίας στην οργάνωση της παράνομης δράσης. Η εμπειρία αυτή υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για τη μαζικοποίηση του ΕΑΜ, καθώς, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες αντιστασιακές οργανώσεις, οι κομμουνιστές γνώριζαν καλά τις πρακτικές κινητοποίησης των μαζών στην προσπάθεια δημιουργίας ενός μαζικού κινήματος.

Κατά τη διάρκεια του πρώτου χρόνου της Κατοχής, οι εαμικές οργανώσεις αναπτύχθηκαν στους μαζικούς χώρους (πανεπιστήμια, σχολεία, εργοστάσια), όπου το ΚΚΕ ήδη από την περίοδο του Μεσοπολέμου είχε ισχυρές βάσεις, ως αντίγραφα των κομματικών του οργανώσεων σε μια συνδικαλιστική λογική οργάνωσης. Κύριος στόχος τους ήταν η αντιμετώπιση του επισιτιστικού προβλήματος. Η βασική πρακτική που υιοθέτησαν οι εαμικές οργανώσεις για να εδραιωθούν στους μαζικούς χώρους, ήταν αυτή της ενσωμάτωσης των στρατηγικών επιβίωσης, που οι κάτοικοι της πόλης μέσα από την αυτενέργειά τους δημιούργησαν, στην αντιστασιακή δράση. Μέλη του ΕΑΜ ενεπλάκησαν στα πολυάριθμα δίκτυα προμήθειας και διανομής τροφίμων (εισήλθαν στις επιτροπές διαχείρισης συσσιτίων, στα διοικητικά συμβούλια προμηθευτικών συνεταιρισμών, στις επιτροπές οργάνωσης ομαδικών «εξορμήσεων» στην επαρχία προς εξεύρεση τροφίμων, στα δίκτυα κλοπής υλικών από τους εργάτες των επιταγμένων από το στρατό κατοχής παραγωγικών μονάδων) μετασχηματίζοντας την αυτοσχέδια δράση προς ατομικό όφελος σε συλλογική αντιστασιακή δράση.

Η ανάπτυξη του διεκδικητικού κινήματος

Η τραυματική εμπειρία του λιμού μείωνε στο ελάχιστο την αντιστασιακή διαθεσιμότητα του πληθυσμού. Οι περιορισμένες ψυχικές και σωματικές δυνάμεις των κατοίκων της πόλης, αναλώνονταν εξολοκλήρου στην προσπάθεια για την ανεύρεση τροφής. Παράλληλα, το ίδιο χρονικό διάστημα το ΕΑΜ επιδίωκε τη συγκρότηση και εδραίωση των πρώτων αντιστασιακών του πυρήνων σε καθεστώς πλήρους παρανομίας, γεγονός που καθιστούσε πρώιμη κάθε σκέψη για μαζικές στρατολογήσεις. Η κατάσταση αυτή μεταβλήθηκε σταδιακά από την άνοιξη και ιδιαίτερα από το καλοκαίρι του 1942, όταν η άφιξη της επισιτιστικής βοήθειας του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για τη μετάβαση του αντιστασιακού κινήματος σε ένα ανώτερο επίπεδο οργάνωσης και δράσης. Ο αντιστασιακός αγώνας έλαβε πλέον τη μορφή πολιτικής διεκδίκησης με στόχο τη διοχέτευση του διατροφικού αποθέματος προς τα λαϊκά και μεσαία κοινωνικά στρώματα που δοκιμάζονταν περισσότερο από το λιμό. Άλλωστε οι συνθήκες ήταν πρόσφορες, η τραγική εμπειρία του λιμού έκανε από πολύ νωρίς κατανοητό στους κατοίκους της πόλης, ότι η υπακοή στο νέο καθεστώς, ενείχε τους ίδιους αν όχι μεγαλύτερους κινδύνους για την επιβίωσή τους, απ’ ότι ο αγώνας για την ανατροπή του[2].

Η πλέον δυναμική αντιστασιακή κινητοποίηση της περιόδου αυτής, ήρθε απρόσμενα από έναν επαγγελματικό χώρο που δεν φημίζονταν για την μαχητικότητά του. Στις 12 Απριλίου 1942 οι δημόσιοι υπάλληλοι κήρυξαν απεργία. Παρά τη σκληρή απάντηση της κυβέρνησης, με την απόφαση του υπουργικού συμβουλίου να απολύσει τους απεργούς και με την ανακοίνωση του πρωθυπουργού Γεωργίου Τσολάκογλου στον Τύπο ότι: «Η απεργία των θα μας δώση την αφορμήν να εξυγιάνωμεν την υπαλληλικήν τάξιν, να περιορίσωμεν τον αριθμόν των υπαλλήλων δια να αμείβωνται καλύτερον οι φιλόπονοι […] και οι φιλότιμοι»[3], η απεργία συνεχίστηκε και στέφθηκε από επιτυχία.

Αυτού του τύπου η συνδικαλιστική-αντιστασιακή δράση με αμιγώς επισιτιστικά αιτήματα, ακολουθήθηκε μέχρι το τέλος του 1942, με κορύφωση τη γενική απεργία που κήρυξαν οι προσκείμενες στο ΕΑΜ και τον ΕΔΕΣ συνδικαλιστικές οργανώσεις στις 7 Σεπτεμβρίου του 1942, η οποία διήρκησε τέσσερις ημέρες. Στην απεργία αυτή δεν συμμετείχαν μόνο δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά και τραπεζικοί, κατώτεροι δικαστικοί, εργαζόμενοι στις συγκοινωνίες, ακόμη και εργαζόμενοι στα επιταγμένα από το στρατό κατοχής εργοστάσια, παρά τη σχετική απόφαση των αρχών κατοχής που απαγόρευε ρητά τις απεργίες σε αυτά, επισείοντας ποινές φυλάκισης έως και δέκα έτη για τους συμμετέχοντες και την ποινή του θανάτου για τους οργανωτές.

Από τα αμιγώς επισιτιστικά στα πολιτικά αιτήματα. Η πολιτικοποίηση του εαμικού κινήματος

Η οργανωτική και αντιστασιακή εμπειρία που απέκτησε το εαμικό κίνημα στη διάρκεια του 1942, απέδωσε καρπούς κατά τη διοργάνωση και υλοποίηση της μαζικότερης, έως τότε, αντιστασιακής του ενέργειας. Στις 22 Δεκεμβρίου 1942 απέργησαν φοιτητές, μαθητές και εργαζόμενοι διαφόρων κλάδων, πραγματοποιώντας παράλληλα μαζική διαδήλωση στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας. Η συγκεκριμένη κινητοποίηση, πέρα από τη μαζικότητά της, καθώς σύμφωνα με τις υπάρχουσες μαρτυρίες οι διαδηλωτές κυμαίνονταν μεταξύ 30 και 40 χιλιάδων, έφερε δύο ακόμη χαρακτηριστικά που τη διαφοροποίησαν από τις προηγούμενες και τα οποία παράλληλα πιστοποιούσαν την ωρίμανση των οργανωτικών πρακτικών του ΕΑΜ.
Το πρώτο είχε να κάνει με τη σταδιακή πολιτικοποίηση του κινήματος, καθώς το κεντρικό αίτημα, που ήταν το επισιτιστικό, πλαισιώθηκε για πρώτη φορά με αμιγώς πολιτικά αιτήματα ενάντια στις συλλήψεις, τα βασανιστήρια και τις εκτελέσεις πολιτών από τις δυνάμεις κατοχής. Το δεύτερο στοιχείο που διαφοροποίησε την κινητοποίηση της 22ας Δεκεμβρίου, ήταν ο πρώτος καταγεγραμμένος νεκρός του μαζικού αντιστασιακού κινήματος στην Αθήνα, ο φοιτητής Μήτσος Κωνσταντινίδης. Το κίνημα αποκτούσε πλέον τους μάρτυρές του, γεγονός που αποτύπωνε μια νέα πραγματικότητα: όσο το ΕΑΜ διεύρυνε την πολιτική του επιρροή, τόσο πιο βίαιη γινόταν η αντίδραση των κατοχικών δυνάμεων.

Οι εξελίξεις του επόμενου τριμήνου, σηματοδότησαν το πέρασμα του εαμικού κινήματος στον αμιγώς πολιτικό αγώνα ενάντια στην κυβέρνηση των δωσίλογων και τις αρχές κατοχής. Η δυσμενής εξέλιξη του πολέμου για τις δυνάμεις του Άξονα –μετά τη συνθηκολόγηση του Στρατάρχη Πάουλους στο Στάλινγκραντ στις 2 Φεβρουαρίου 1943 και τη διαφαινόμενη ήττα των στρατευμάτων του Στρατάρχη Ρόμμελ στη Βόρειο Αφρική– έφερε τους κατοίκους των κατεχόμενων ευρωπαϊκών κρατών αντιμέτωπους με τον κίνδυνο της πολιτικής επιστράτευσης. Οι διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες του γερμανικού στρατού σε έμψυχο δυναμικό, μετακύλησαν μέρος του κόστους της συνέχισης του πολέμου στους πολίτες των κατεχόμενων χωρών, οι οποίοι καλούνταν πλέον να καλύψουν τις θέσεις εργασίας που εγκατέλειπαν οι Γερμανοί εργάτες για να σταλούν στα μέτωπα του πολέμου.

Στις 24 Φεβρουαρίου, πραγματοποιήθηκε η πρώτη μεγάλη κινητοποίηση των κατοίκων της πρωτεύουσας ενάντια στο μέτρο της πολιτικής επιστράτευσης. Σύμφωνα με αυτό όλοι οι κάτοικοι της χώρας, ηλικίας από 16 έως 45 ετών, ήταν υποχρεωμένοι να αναλάβουν υποδεικνυόμενη από τις αρχές κατοχής εργασία και εκτός του τόπου κατοικίας τους, συγκροτημένοι σε συμβιωτικές ομάδες εργασίας εντός στρατοπέδων. Ο κίνδυνος της μαζικής αποστολής Ελλήνων στα εργοστάσια της Γερμανίας ήταν πλέον ορατός.
Η 24η Φεβρουαρίου και η 5η Μαρτίου 1943 υπήρξαν ημέρες γενικής απεργίας στην Αθήνα. Σε αυτό το δεκαήμερο της «εξέγερσης», περισσότεροι από 50 χιλιάδες διαδηλωτές πολιόρκησαν και κατάφεραν να εισβάλουν δύο φορές στο κτίριο του Υπουργείου Εργασίας, παρά τις σφοδρές συγκρούσεις με δυνάμεις των κατακτητών, με στόχο να καταστρέψουν τις ονομαστικές καταστάσεις, σύμφωνα με τις οποίες οι αρχές κατοχής θα μπορούσαν να εντοπίσουν τους προς επιστράτευση κατοίκους της Αθήνας. Οι πρωτόγνωρες αυτές κινητοποιήσεις, είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή μέρος του κτιρίου, το κάψιμο των ονομαστικών καταστάσεων, το θάνατο τουλάχιστον έξι και τον τραυματισμό περισσοτέρων από 100 διαδηλωτών[4].

Αυτή η νίκη του αντιστασιακού κινήματος, που είχε ως αποτέλεσμα την απόσυρση του μέτρου της πολιτικής επιστράτευσης, σηματοδότησε την αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών στην κατεχόμενη Αθήνα. Η ανοιχτή αμφισβήτηση της πολιτικής κυριαρχίας των δυνάμεων κατοχής, οδήγησε στη διάδοση του αντιστασιακού πνεύματος. Πλέον, η προπαγάνδα της δωσίλογης κυβέρνησης δεν γίνονταν πιστευτή και το δέος απέναντι στον κατακτητή υποχωρούσε. Από αυτό το σημείο και μετά η εξουσία των κατακτητών και της διορισμένης από αυτούς κυβέρνησης, στηρίζονταν όλο και περισσότερο στη μαζική τρομοκρατία της βίας, των συλλήψεων και των ομαδικών εκτελέσεων.
Προς τις εμφύλιες συγκρούσεις του τελευταίου χρόνου της Κατοχής
Η μαζικοποίηση της Αντίστασης και κυρίως του «κομμουνιστικού» ΕΑΜ, οδήγησε στη συσπείρωση μέρους του αστικού πολιτικού και στρατιωτικού κόσμου, το οποίο εναρμονίστηκε πλήρως με την αντικομμουνιστική ρητορεία της χιτλερικής προπαγάνδας. Ο διορισμός του Ιωάννη Ράλλη ως πρωθυπουργού υπήρξε αφετηρία αυτής της προσπάθειας, καρπός της οποίας ήταν η ίδρυση ελληνικών ένοπλων σωμάτων, των Ταγμάτων Ασφαλείας, «με την ευγενή και πρόθυμον συνδρομήν των Γερμανικών Αρχών», με στόχο την προάσπιση του κοινωνικού καθεστώτος, όπως επισήμανε με διάγγελμά του προς τον ελληνικό λαό ο πρωθυπουργός[5].

Κεντρικό ρόλο στη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας διαδραμάτισαν προσωπικότητες του προπολεμικού πολιτικού βίου. Η ετερόκλητη συμμαχία φανατικών βενιζελικών και αντιβενιζελικών του Μεσοπολέμου, όπως ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος, ο Στυλιανός Γονατάς, ο υποστράτηγος Βασίλειος Ντερτιλής, ο Ιωάννης Ράλλης, πιστοποιούσε τον ταξικό χαρακτήρα που χαρακτήρισε τη δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας, αλλά και σημαντικού τμήματος των Σωμάτων Ασφαλείας, τα οποία σε απόλυτη συνεργασία με τους κατακτητές, επιδίωξαν την κάμψη του εαμικού κινήματος και την αποτροπή της κατάληψης της εξουσίας από αυτό μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από την Αθήνα.

Ο ρόλος που καλούνταν να διαδραματίσουν τα Τάγματα και Σώματα Ασφαλείας ως προασπιστές του κοινωνικού καθεστώτος, έγινε ορατός με τραγικό τρόπο κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων των Αθηναίων ενάντια στην επέκταση της ζώνης κατοχής του βουλγαρικού στρατού στην κεντρική Μακεδονία. Στη διαδήλωση της 22ας Ιουλίου 1943, που ήταν η μαζικότερη της Κατοχής στην Ελλάδα και μια από τις μαζικότερες κινητοποιήσεις σε ολόκληρη την κατεχόμενη Ευρώπη, περισσότεροι από 100.000 διαδηλωτές βρέθηκαν αντιμέτωποι στους κεντρικούς δρόμους της πόλης με πάνοπλους Γερμανούς στρατιώτες και άνδρες της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας Πόλεων. Όταν η κεφαλή της διαδήλωσης έφτασε έξω από την Τράπεζα της Ελλάδος επί της οδού Πανεπιστημίου, γερμανικά άρματα άνοιξαν πυρ κατά των διαδηλωτών. Οι περισσότεροι διαδηλωτές σκοτώθηκαν από γερμανικά πυρά στην οδό Ομήρου και στους δρόμους γύρω από το Οφθαλμιατρείο Αθηνών, ενώ ενεργή ήταν και η συμμετοχή ανδρών της Χωροφυλακής που καταδίωκαν τους διαδηλωτές στα γύρω στενά. Η αιματηρή καταστολή της διαδήλωσης άφησε 59 νεκρούς και τραυματίες στους δρόμους της Αθήνας[6].

Η εξέλιξη αυτή οδήγησε το ΕΑΜ στην αλλαγή του προσανατολισμού του ως προς την εκδήλωση της αντιστασιακής δράσης. Η συμμετοχή ανδρών των ελληνικών σωμάτων ασφαλείας στην καταστολή και η έναρξη των επιδρομών των Ευζωνικών Ταγμάτων Ασφαλείας, οδήγησαν στο μετασχηματισμό της εαμικής δράσης στην πόλη. Καθοριστικής σημασίας υπήρξε η συνθηκολόγηση της Ιταλίας στις αρχές του Σεπτέμβρη του 1943, που ουσιαστικά οδήγησε στον εξοπλισμό του ΕΑΜ στην Αθήνα, μέσα από την κάρπωση στρατιωτικού υλικού που αντάλλασαν και πουλούσαν μαζικά οι αποχωρούντες Ιταλοί στρατιώτες.

Από το χειμώνα του 1943, το ΕΑΜ ανέπτυξε το ένοπλο σκέλος του, τον ΕΛΑΣ, μεταφέροντας την κύρια δράση του από τους κεντρικούς δρόμους στις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας, οι οποίες εξασφάλιζαν στις οργανώσεις του ζωτικό χώρο δράσης. Δεν είναι τυχαίο, και αυτό πιστοποιεί τον ταξικό χαρακτήρα που έλαβε η εμφύλια σύγκρουση στην Αθήνα κατά τη διάρκεια του τελευταίου χρόνου της Κατοχής, ότι οι προσφυγικές και γενικότερα λαϊκές συνοικίες της πόλης αποτέλεσαν τα προπύργια της εαμικής αντίστασης και άρα τους κύριους στόχους των αντιεαμικών δυνάμεων.

Η ταξική γεωγραφία των μεγάλων μπλόκων, που αποτέλεσαν την κορύφωση της τρομοκρατικής βίας των γερμανικών αρχών κατοχής όπως αυτή υλοποιήθηκε από τα ελληνικά Σώματα Ασφαλείας το καλοκαίρι του 1944, καταδεικνύεται από το γεγονός ότι όλα διενεργήθηκαν σε φτωχές προσφυγικές συνοικίες της Αθήνας: στη Γούβα, στις 18 Ιουνίου 1944 με 1.000 συλληφθέντες και στις 4 Ιουλίου 1944 με 200 συλληφθέντες, στον Βύρωνα, την 1 Αυγούστου 1944 με 200 συλληφθέντες και στις 7 Αυγούστου 1944 με 1.000 συλληφθέντες και 12 επιτόπου εκτελεσθέντες, στου Δουργούτη (περιοχή του σημερινού Νέου Κόσμου) - Κατσιπόδι (σημερινή Δάφνη) - Φάρο Ν. Σμύρνης στις 9 Αυγούστου 1944 με 5.000 συλληφθέντες και 190 επιτόπου εκτελεσθέντες, στην Καλλιθέα στις 24, 25 και 28 Αυγούστου 1944 με 93 συνολικά εκτελεσθέντες, στην Καλογρέζα, στις 15 Μαρτίου 1944 με 160 συλληφθέντες και 23 επί τόπου εκτελεσθέντες[7].
Για λόγους οικονομίας δεν είναι δυνατό να επεκταθούμε στην αναλυτική παρουσίαση των εμφύλιων συγκρούσεων του τελευταίου χρόνου της Κατοχής. Η εμφύλια βία και οι διάφορες μορφές που αυτή έλαβε στην Αθήνα (από τη αδιάκριτη βία των μπλόκων, μέχρι και τη στοχευμένη και εκδικητική βία των εκτελέσεων και των δολοφονιών ανάμεσα στην ΟΠΛΑ και τον ΕΛΑΣ από τη μια πλευρά και τα Τάγματα και Σώματα Ασφαλείας και τις διάφορες αντικομμουνιστικές οργανώσεις από την άλλη), στοίχισε τη ζωή σε τουλάχιστον 1.500 άτομα.
Το ΕΑΜ, ξεκινώντας ως μια ανάμεσα σε άλλες αντιστασιακές οργανώσεις το φθινόπωρο του 1941, κατάφερε να εξελιχθεί σε ένα μαζικό αντιστασιακό κίνημα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ένας από τους βασικούς λόγους που οδήγησαν σε αυτή την εξέλιξη ήταν ότι το ΕΑΜ αξιοποίησε την εμπειρία του προπολεμικού ΚΚΕ στην οργάνωση και λειτουργία παράνομων οργανώσεων, εμπειρία που δεν έφεραν οι υπόλοιπες αντιστασιακές οργανώσεις. Σημαντικότερη όμως υπήρξε η πολιτική του επιδίωξη που στόχευε στη δημιουργία ενός μαζικού κινήματος. Το ΕΑΜ διατύπωσε εξαρχής το διττό χαρακτήρα της αντιστασιακής του δράσης (εθνικοαπελευθερωτικός και κοινωνικός αγώνας), με τον στόχο της αποτροπής επαναφοράς του προπολεμικού πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος μετά τον πόλεμο όχι μόνο να μην ατονεί –όπως συνέβη στην περίπτωση άλλων αντιστασιακών οργανώσεων που σταδιακά τον εγκατέλειψαν– αλλά να καθορίζει όλο και σε μεγαλύτερο βαθμό την εαμική πολιτική.



[1]Ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης είναι διδάκτορας ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και οικονομολόγος.

[2] Πράγματι, όπως προκύπτει από την εξαίρετη μελέτη τεσσάρων ελλήνων ψυχιάτρων-ψυχολόγων, Φ. Σκούρας, Α. Χατζηδήμος, Α. Καλούτσης και Γ. Παπαδημητρίου, Η ψυχοπαθολογία της πείνας, του φόβου και του άγχους. Νευρώσεις και ψυχονευρώσεις, Αθήνα, Οδυσσέας, 1991, σειρά Τρίαψις Λόγος 3, πρώτη έκδοση το 1947, η επιλογή της ανάληψης αντιστασιακής δράσης λειτούργησε λυτρωτικά για χιλιάδες κατοίκους της πόλης. Η μελέτη αυτή, η οποία βασίστηκε σε στοιχεία που συλλέχτηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής και αμέσως μετά την απελευθέρωση, αναδεικνύει μια ελάχιστα μελετημένη πτυχή της αντιστασιακής δράσης, αυτή που σχετίζεται με την ψυχολογία της Αντίστασης και η οποία διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη μαζικοποίηση του αντιστασιακού κινήματος.

[3] Πρωία, 19 Απριλίου 1942.

[4]Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, στη διαδήλωση της 24ης Φεβρουαρίου σκοτώθηκαν τουλάχιστον τρία άτομα: ο Διονύσης Δημακόπουλος, ανάπηρος πολέμου, μέλος του ΚΚΕ, ο Νικόλαος Κουκουβάς ή Κουκουράβας, ζαχαροπλάστης, μέλος του ΕΑΜ Κουκακίου και ο Ιωάννης Δρακόπουλος, μαθητής του Ε΄ γυμνασίου Αθηνών από πυρά καραμπινιέρου στις κινητοποιήσεις των μαθητών στο Παγκράτι. Στις συγκρούσεις της 5ης Μαρτίου σκοτώθηκαν τουλάχιστον τρία άτομα: ο Γιώργος Μαρινάκης, επικεφαλής λόχου του ΕΛΑΣ, ο επονίτης Ανδρέας Μουρκούσης και ο Εδμόνδος Τορόν, σπουδαστής ΕΜΠ και μέλος της ΕΠΟΝ.

[5] Πρωία, 15 Ιανουαρίου 1944.

[6]Οι νεκροί της ημέρας εκείνης ήταν τουλάχιστον εννέα: ο Ιωάννης Κατσαρός, μέλος του ΕΑΜ Αθήνας, ο Δημήτρης Δουκάκης, ξυλουργός, κάτοικος Καισαριανής, ο Θανάσης Τεριακής, σπουδαστής του τμήματος Μηχανολόγων – Ηλεκτρολόγων ΕΜΠ, μέλος της ΕΠΟΝ, κάτοικος Παγκρατίου, ο Θωμάς Χατζηθωμάς, σπουδαστής του τμήματος Πολιτικών Μηχανικών ΕΜΠ, μέλος του ΚΚΕ, μέλος της ΕΠΟΝ Σπουδάζουσας, Θεωνάς Μαυρομματίδης, φοιτητής Ανωτάτης Εμπορικής, μέλος της ΕΠΟΝ, κάτοικος Κολωνού, η Κούλα Λίλη, φοιτήτρια της Γαλλικής Ακαδημίας, μέλος της ΕΠΟΝ, η Παναγιώτα Σταθοπούλου, εργάτρια, μέλος της ΕΠΟΝ, κάτοικος Γκύζη, ο Αλέξανδρος Δεσύπρης, εφαρμοστής και ο Χρήστος Κοντός, επιπλοποιός. Ο τελικός αριθμός των νεκρών πρέπει να προσεγγίζει τους 15.

[7]Οι αριθμοί συλληφθέντων και εκτελεσθέντων προέρχονται από τα δελτία συμβάντων των κατά τόπους αστυνομικών τμημάτων από το ΕΛΙΑ, Αρχείο Αριστοτέλη Κουτσουμάρη, φακ. 46 και από δημοσιευμένα πρακτικών δικών των δωσίλογων στον μεταπολεμικό Τύπο.