Νέα στοιχεία για τη μάχη της Κρήτης

Μια διαφορετική ανάγνωση – περιγραφή

αναδημοσίευση από: http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=24/09/2011&id=311626

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον Διονύση Ν. Μουσμούτη

Heinz Α. Richter

Η μάχη της Κρήτης

μτφρ.: Ελίζα Παναγιωτάτου

εκδόσεις Γκοβόστη, σ. 544, ευρώ 32

Οταν ο Χίτλερ εξέδωσε στις 24 Απριλίου τη Διαταγή αρ. 28 για την Επιχείρηση «Ερμής» εναντίον της Κρήτης, προσδοκούσε ότι θα ολοκληρωνόταν πολύ σύντομα, καθώς δεν ήθελε να καθυστερήσει η Επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα» εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης. Για τις ανάγκες της Επιχείρησης «Ερμής» συγκεντρώθηκαν 23.000 άνδρες, από τους οποίους περίπου οι μισοί ήταν αλεξιπτωτιστές υπό τη διοίκηση του στρατηγού Κουρτ Στούντεντ. Το μεγαλύτερο μέρος τους θα μεταφερόταν με αεροπλάνα και συρόμενα ανεμοπλάνα, ενώ βαρύς οπλισμός, πυροβολικό και 5.000 άνδρες θα αποβιβάζονταν από τη θάλασσα. Κύριοι στόχοι ήταν η κατάληψη των αεροδρομίων σε Μάλεμε, Ρέθυμνο και Ηράκλειο, η Σούδα και τα Χανιά, και η δημιουργία προγεφυρωμάτων. Οι υπερασπιστές της Κρήτης ήταν περίπου 42.000, αλλά με ανεπαρκή οπλισμό. Από αυτούς, 10.000 ήταν Ελληνες στρατιώτες και οι υπόλοιποι Αυστραλοί, Βρετανοί και Νεοζηλανδοί. Φυσικά, υπήρχαν και οι Κρητικοί.

Η γερμανική επίθεση από τον αέρα κατά της Κρήτης εκδηλώθηκε στις 8 το πρωί της 20ής Μαΐου 1941, με τη ρίψη αλεξιπτωτιστών σε δύο μέτωπα: στο αεροδρόμιο του Μάλεμε και στην ευρύτερη περιοχή των Χανίων.

Η κατάληψη της Κρήτης, την 31η Μαΐου, ήταν αναμφίβολα ένα εντυπωσιακό στρατιωτικό επίτευγμα των Γερμανών. Εντούτοις, η κατάληψη του νησιού δεν είχε για τους Γερμανούς στρατηγικό αντίκρισμα αντίστοιχο των απωλειών τους, επιτρέποντας έτσι το συμπέρασμα ότι χάθηκαν τόσο πολλοί για να κερδηθούν τόσο λίγα. Ο ίδιος ο Στούντεντ δήλωσε μετά τον πόλεμο ότι η Κρήτη έγινε «ο τάφος» των Γερμανών αλεξιπτωτιστών. Η αντίσταση την οποία πρόβαλαν οι Κρητικοί θα αποτελέσει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο του σημαντικού αυτού ιστορικού γεγονότος.

Η μελέτη του Ρίχτερ στηρίζεται κυρίως στα πολεμικά ημερολόγια και στις εκθέσεις των μονάδων που συμμετείχαν στις εχθροπραξίες. Οι πρωτογενείς αυτές πηγές συμπληρώνονται από πολυάριθμα απομνημονεύματα. Επίσης, εξετάζεται η πλούσια δευτερογενής βιβλιογραφία. Ο Ρίχτερ, εκτός της περιγραφής των στρατιωτικών γεγονότων, δίνει απαντήσεις σε μερικά καίρια ερωτήματα, τα οποία αφορούν και τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές.

Ο Χάιντς Ρίχτερ δεν περιορίζεται σε μια καταγραφή με επιστημονικό τρόπο των γεγονότων, αλλά εξετάζει και τον αντίκτυπο της Επιχείρησης «Ερμής» στη μεταπολεμική περίοδο, στο πλαίσιο της δίκης του Κουρτ Στούντεντ ως υπεύθυνου για τη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου. Καταθέτει στη βιβλιογραφία μια διαφορετική περιγραφή της Μάχης της Κρήτης, η οποία πληροί τα κριτήρια ενός επιστημονικού συγγράμματος, ενώ παράλληλα είναι απολαυστική και ως ανάγνωσμα.

Δ. Ν. Μ.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ Ν. ΜΟΥΣΜΟΥΤΗΣ: Ποιοι ήταν οι παράγοντες που κατ' αρχήν καθόρισαν το αποτέλεσμα της Μάχης της Κρήτης;

ΧΑΪΝΤΣ ΡΙΧΤΕΡ: Είναι όντως απορίας άξιον το πώς οι επιτιθέμενοι, που υστερούσαν από αριθμητικής απόψεως και που αρχικά δεν διέθεταν παρά ελαφρύ οπλισμό, κατόρθωσαν να επικρατήσουν ενός ανώτερου αντιπάλου, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος γνώριζε λεπτομερώς τα σχέδια των επιτιθεμένων και είχε προετοιμαστεί αναλόγως. Αυτό οφείλεται σε δύο λόγους: Πρώτον, η απόλυτη αεροπορική υπεροχή της Γερμανίας πάνω από το νησί και τη θάλασσα. Οι αδιάκοπες αεροπορικές επιθέσεις έκαμψαν το φρόνημα των αμυνομένων. Η μάχη με το Βασιλικό Ναυτικό κερδήθηκε από τη Λουφτβάφε. Αποδείχτηκε ότι μια αεροπορική δύναμη είναι ικανή να νικήσει ένα στόλο ο οποίος δεν διαθέτει αεροπορική κάλυψη. Τα αντιαεροπορικά πυροβόλα δεν επαρκούν, πόσω μάλλον αν τα ειδικά πυρομαχικά εξαντλούνται, όπως συνέβη στην περίπτωση αυτή. Ενας στόλος χωρίς αεροπορική κάλυψη είναι πολύ ευάλωτος κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Δεύτερον, η θεμελιώδης διαφορά στις αντιλήψεις περί ηγεσίας οδήγησε εν τέλει τους Γερμανούς στη νίκη. Οι στρατοί της Μεγάλης Βρετανίας και της Βρετανικής Κοινοπολιτείας ακολουθούσαν το δόγμα διαταγή-εκτέλεση. Ακόμη και οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι δεν προέβαιναν σε καμία απολύτως ενέργεια εάν δεν ελάμβαναν κάποια διαταγή από ανώτερα κλιμάκια. Το σύστημα αυτό -σε συνδυασμό με την καταστροφική έλλειψη μέσων επικοινωνίας- είχε ως αποτέλεσμα την αδράνεια. Αντιθέτως, ο γερμανικός στρατός εφάρμοζε την τακτική της αποκεντρωμένης διοίκησης ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα. Κατά συνέπεια, όλοι οι στρατιώτες ήταν εκπαιδευμένοι στο να σκέφτονται και να δρουν αυτόνομα. Αυτό αναφερόταν ακόμη και στον αποκαλούμενο δεκάλογο των αλεξιπτωτιστών: «Πρέπει να κατανοείς πλήρως το νόημα μιας επιχείρησης, προκειμένου να μπορείς να δρας αυτοβούλως σε περίπτωση που ο ανώτερός σου σκοτωθεί». Ετσι, λοιπόν, οι χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί, οι στρατιώτες και οι απλοί αλεξιπτωτιστές έφεραν εις πέρας την αποστολή τους ακόμη και αν ο διοικητής της μεραρχίας ή και του συντάγματος έχανε τη ζωή του. Δεν περίμεναν για διαταγές από την Αθήνα. Το αντίθετο· η Μάχη της Κρήτης διεξήχθη από τους χαμηλόβαθμους αξιωματικούς και τους απλούς στρατιώτες και των δύο πλευρών. Οι ηγέτες των νεοζηλανδικών στρατευμάτων ήταν αυτοί που ηττήθηκαν στη μάχη.

Δ.Ν.Μ.: Η στρατιωτική ηγεσία των ελληνοβρετανικών δυνάμεων της Κρήτης (Creforce) διέπραξε σφάλματα; Και αν ναι, σε ποιο βαθμό επηρέασαν αυτά την έκβαση της Μάχης της Κρήτης;

Χ.Ρ.: Οι Βρετανοί γνώριζαν λεπτομερώς τα σχέδια της άλλης πλευράς χάρη στο σύστημα υποκλοπών Ultra. Ομως, οι ανώτεροι του Φράιμπεργκ δεν τον ενημέρωσαν για την πραγματική προέλευση και την αξιοπιστία των πληροφοριών αυτών. Ο ίδιος είχε ενημερωθεί πως προέρχονταν από κάποιον πράκτορα. Ως εκ τούτου, ο Φράιμπεργκ δεν εμπιστευόταν πλήρως τις πληροφορίες αυτές και, βάσει της πρότερης εμπειρίας του στην Καλλίπολη κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην Κρήτη θα πραγματοποιούνταν μια αμφίβια εισβολή· ανέπτυξε λοιπόν τις δυνάμεις του αναλόγως. Ούτε καν είχε φανταστεί ότι θα πραγματοποιούνταν μια αεραποβατική επιχείρηση τέτοιας έκτασης. Εκείνος πίστευε ότι θα πραγματοποιούνταν μια διπλή εισβολή, από αέρος και θαλάσσης.

Ο Φράιμπεργκ είχε συνειδητοποιήσει ότι δεν θα μπορούσε να εφαρμόσει ένα σύστημα κεντρικής διοίκησης, τόσο λόγω των μεγάλων αποστάσεων μεταξύ των τεσσάρων τομέων που θα δέχονταν επίθεση όσο και λόγω του ανεπαρκούς δικτύου επικοινωνιών. Ηταν αναγκασμένος να μεταβιβάσει την ευθύνη στους τέσσερις τοπικούς διοικητές ταξιαρχίας, οι οποίοι με τη σειρά τους θα υποχρεώνονταν να ενεργήσουν ανεξάρτητα. Αυτή η τακτική απέδωσε στους τομείς Ηράκλειο, Ρέθυμνο και Χανιά/Γαλατά, αλλά στον κρίσιμο τομέα του αεροδρομίου του Μάλεμε ο Φράιμπεργκ μεταβίβασε τη διοίκηση σε δύο ανθρώπους που ήταν ακατάλληλοι για την αποστολή. Ο διοικητής της ταξιαρχίας που βρισκόταν στον τομέα του Μάλεμε, ο Χάργκεστ, ήταν πολιτικός, ενώ ο διοικητής της μεραρχίας, Πάτικ, σκεφτόταν με όρους του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Φράιμπεργκ δεν μπόρεσε να αντιληφθεί ότι για την επικείμενη μάχη χρειαζόταν δυναμική άμυνα και όχι μια στατική αμυντική τακτική σαν αυτή που είχε εφαρμοστεί κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κατά την ανάπτυξη των δυνάμεών του στους τέσσερις τομείς απόβασης, ο Φράιμπεργκ δεν έκανε κάποιο κεφαλαιώδες λάθος, με εξαίρεση την περίπτωση του Μάλεμε. Ως επακόλουθο, οι αλεξιπτωτιστές που απέτυχαν στις επιθέσεις τους ήταν υποχρεωμένοι να καταλάβουν καλώς οχυρωμένες θέσεις και, χωρίς εξωτερική βοήθεια, θα αναγκάζονταν να παραδοθούν αργά ή γρήγορα. Στο Μάλεμε, όμως, η δυτική όχθη του ποταμού Ταυρωνίτη και τα υψώματα δυτικά αυτού δεν είχαν καταληφθεί, κάτι που επέτρεψε στο 2ο Τάγμα Αλεξιπτωτιστών και σε τμήματα του 4ου Τάγματος να προσγειωθούν χωρίς απώλειες, να συλλέξουν τα όπλα τους και να επιτεθούν. Εάν αυτές οι περιοχές είχαν καταληφθεί, η ανάπτυξη των αερομεταφερόμενων δυνάμεων θα ομοίαζε με αυτή των άλλων τομέων. Σε αυτή την περίπτωση θα ήταν αδύνατη η απώθηση του αντιπάλου από το αεροδρόμιο. Ενα άλλο λάθος, κεφαλαιώδους σημασίας, ήταν το ότι δεν καταστράφηκε ολοσχερώς ο διάδρομος προσγειώσεως/απογειώσεως. Αν είχε καταστραφεί, τα μεταγωγικά αεροσκάφη δεν θα ήταν δυνατόν να προσγειωθούν. Πάντως, το καθοριστικό λάθος που οδήγησε στην ήττα των αμυνομένων ήταν η μη κατάληψη των υψωμάτων δυτικά του Ταυρωνίτη. Το γεγονός ότι ο Φράιμπεργκ δεν επέμεινε στο να καλυφθεί αυτό το επικίνδυνο κενό, αφότου έπεσε στην αντίληψή του, μπορεί να χαρακτηριστεί παταγώδης αποτυχία.

Η απόπειρα των περισσότερων διοικητών των Συμμάχων να διοικήσουν τη μάχη από τα μετόπισθεν, όπως είχαν κάνει κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, αποδείχτηκε καταστροφική, καθώς δεν υπήρχαν αρκετοί ασύρματοι και το τηλεφωνικό δίκτυο της Κρήτης καταστράφηκε από την πρώτη βομβαρδιστική επίθεση.

Καθώς δεν υπήρχαν νέα στρατεύματα στην Εγγύς Ανατολή, ο αρχιστράτηγος που βρισκόταν εκεί, Αρτσιμπαλντ Γουέιβελ, ήταν αναγκασμένος να χρησιμοποιήσει τα στρατεύματα που είχαν μόλις εγκαταλείψει την ηπειρωτική Ελλάδα και είχαν απολέσει το σύνολο των βαρέων όπλων τους και όλα τα μέσα μεταφοράς και επικοινωνίας. Τα λιγοστά βαρέα όπλα που ήταν διαθέσιμα στην Κρήτη ήταν ιταλικής προέλευσης και είχαν πρόσφατα καταληφθεί στη Βόρειο Αφρική· τα δε άρματα μάχης ήταν ελάχιστα και παρουσίαζαν πολλά τεχνικά προβλήματα. Τα εφόδια έπρεπε να μεταφερθούν διά θαλάσσης από την Αίγυπτο και, ήδη με την αποχώρηση από την Ελλάδα, είχε καταστεί σαφές ότι τα πλοία μπορούσαν να εκφορτώσουν μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας, καθώς την ημέρα η Λουφτβάφε ήλεγχε τους αιθέρες πάνω από το Αιγαίο.

Δ.Ν.Μ.: Σε σφάλματα υπέπεσε και η γερμανική στρατιωτική διοίκηση. Αν θελήσουμε συνοπτικά να τα σταχυολογήσουμε, ποια από αυτά πρέπει να επισήμανουμε;

Χ.Ρ.: Τα προβλήματα των Γερμανών ήταν εξίσου σοβαρά. Εντός λίγων εβδομάδων, οι αερομεταφερόμενες μονάδες και οι μονάδες των αλεξιπτωτιστών έπρεπε να μεταφερθούν στην Ελλάδα, χωρίς να διαταραχθεί η ανάπτυξη των δυνάμεων για την Επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα», που ήταν ήδη σε εξέλιξη, και την ίδια στιγμή έπρεπε να δημιουργηθεί στην Ελλάδα η αναγκαία υποδομή για μια αεραποβατική επιχείρηση. Επρεπε να συντονιστούν οι επιχειρήσεις δύο πολύ διαφορετικών σωμάτων της Λουφτβάφε (των αερομεταφερόμενων σωμάτων και των πληρωμάτων των μαχητικών αεροσκαφών) με τις τεράστιες αεροπορικές δυνάμεις που θα χρησιμοποιούνταν για μεταφορές υπό τη διοίκηση του 4ου Αεροπορικού Στόλου (Luftflotte 4) και, ακολούθως, έπρεπε να δοθούν κατευθύνσεις για τη μάχη. Αυτό έθετε ψηλά τον πήχυ των απαιτήσεων σε επίπεδο ηγεσίας, και η ηγεσία της Λουφτβάφε δεν μπορούσε πάντα να ανταποκριθεί σ' αυτές, καθώς δεν διέθετε ένα μοντέλο αεραποβατικών επιχειρήσεων σε στρατηγικό επίπεδο. Η Επιχείρηση «Ερμής», από στρατηγικής απόψεως, ήταν terra incognita.

Η αντίληψη των Γερμανών περί ηγεσίας ήταν εξίσου προβληματική: φαινομενικά, η Επιχείρηση «Ερμής» βρισκόταν υπό τη διοίκηση του πτεράρχου Λερ του 4ου Αεροπορικού Στόλου στην Αθήνα· στην πραγματικότητα όμως εκείνος είχε παραχωρήσει τον έλεγχο στον Στούντεντ. Ο 4ος Αεροπορικός Στόλος είχε ήδη στείλει προς Βορράν τους μεγάλους ασύρματους σταθμούς επικοινωνίας για να υποστηρίξουν την Επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα». Επομένως, η επικοινωνία μεταξύ Αθήνας και Κρήτης έπρεπε να επιτευχθεί με μικρής εμβέλειας ασυρμάτους. Ετσι, η επικοινωνία μεταξύ της Αθήνας και των τεσσάρων τομέων ήταν προβληματική. Συχνά οι ασύρματοι των αερομεταφερόμενων στρατευμάτων συνθλίβονταν κατά την προσγείωση.

Γερμανικά εφόδια θα μπορούσαν να μεταφερθούν στην Κρήτη από αέρος και διά θαλάσσης. Με εναέρια μέσα ήταν δυνατή η μεταφορά μόνο ελαφρού οπλισμού και μοτοσικλετών. Τα βαρέα όπλα και τα μέσα μεταφοράς μπορούσαν να φτάσουν στην Κρήτη μόνο διά θαλάσσης. Ομως το Kriegsmarine (Ναυτικό) δεν διέθετε ούτε ένα κατάλληλο σκάφος στο Αιγαίο. Ως εκ τούτου, έπρεπε να χρησιμοποιηθούν καΐκια, τα οποία μπορούσαν να πλεύσουν μόνον κατά τη διάρκεια της ημέρας, επειδή τη νύχτα το Βασιλικό Ναυτικό κυριαρχούσε στο θαλάσσιο χώρο.

Αν εξετάσει κανείς το αρχικό σχέδιο επιθέσεως του Στούντεντ, θα κουνήσει το κεφάλι με απορία. Ηταν προφανές πως ο Στούντεντ δεν αντιλήφθηκε ότι, σύμφωνα με την απλή στρατιωτική λογική, ο εχθρός θα ανέμενε την επίθεση των αερομεταφερόμενων μονάδων στα τρία αεροδρόμια και στο λιμάνι του Κόλπου της Σούδας και, επομένως, θα ελάμβανε τα απαραίτητα μέτρα που θα οδηγούσαν σε βαριές απώλειες. Η πρόταση του 4ου Αεροπορικού Στόλου να ριφθούν τα αερομεταφερόμενα στρατεύματα σε μια μη κατειλημμένη περιοχή ήταν απολύτως σωστή. Ο Στούντεντ θα έπρεπε να ξέρει πως οι προετοιμασίες αυτής της μεγάλης στρατηγικής ανάπτυξης δυνάμεων θα περιέρχονταν στην αντίληψη του εχθρού απλώς και μόνο με τη χρήση αναγνωριστικών αεροσκαφών. Επομένως, θα χανόταν το στοιχείο του αιφνιδιασμού, που είναι ο πλέον σημαντικός παράγοντας σε μια αεραποβατική επιχείρηση. Η Κρήτη ήταν πολύ μεγάλη εδαφικά για να εφαρμοστεί η συνήθως επιτυχημένη τακτική του Στούντεντ, σύμφωνα με την οποία πραγματοποιούνται όσο το δυνατόν περισσότερες επιθέσεις σε διαφορετικά σημεία και, ακολούθως, οι επιτιθέμενοι συνενώνονται.

Επιπλέον, παρατηρήθηκαν ελλείψεις στον ατομικό εξοπλισμό των αερομεταφερόμενων στρατευμάτων λόγω των εσπευσμένων προετοιμασιών. Οι στολές και το φαγητό τους είχαν προβλεφθεί για τη Νορβηγία και ήταν τελείως ακατάλληλα για τις υψηλές θερμοκρασίες της Κρήτης. Επίσης, αποδείχτηκε μοιραίο το ότι ερίφθησαν ξεχωριστά οι άντρες και ο εξοπλισμός.

Οι αναγνωριστικές αποστολές των Γερμανών ήταν τελείως αποτυχημένες. Στα χρονικά τις στρατιωτικής ιστορίας, πολύ σπάνια μια επιχείρηση ξεκίνησε σε τέτοιο πλαίσιο απόλυτης άγνοιας. Ο 4ος Αεροπορικός Στόλος και το 12ο Σώμα Στρατού έφεραν την ευθύνη γι' αυτό.

Δ.Ν.Μ.: Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός ότι η Μάχη της Κρήτης υπήρξε μια έντιμη, «καθαρή» πολεμική αναμέτρηση;

Χ.Ρ.: Αν υποθέσουμε ότι η διεξαγωγή ενός πολέμου, σύμφωνα με τις Συνθήκες της Χάγης (1899 και 1907) και τις Συνθήκες της Γενεύης (1864 και 1906), θεωρείται μια έντιμη, «καθαρή» πολεμική αναμέτρηση, τότε η Μάχη της Κρήτης μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοια. Σε γενικές γραμμές, τα τακτικά στρατεύματα και των δύο πλευρών, συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής Χωροφυλακής, τήρησαν κατά γράμμα τους κανόνες. Υπήρξαν ελάχιστες εξαιρέσεις και από τις δύο πλευρές. Αναφέρονται δύο γνωστά περιστατικά. Πρώτον, στο χωριό Κοντομάρι ένας νεαρός υπολοχαγός, διαποτισμένος από τις ναζιστικές ιδέες, πήρε εκδίκηση με το να σφαγιάσει τους άνδρες αυτού του χωριού. Δεύτερον, ένα περιστατικό που έλαβε χώρα κατόπιν έγκρισης (μάλλον του στρατηγού Ρίνγκελ) ήταν η περίπτωση της ολοσχερούς πυρπόλησης της Καντάνου, όπου έχασαν τη ζωή τους τέσσερις ηλικιωμένοι, ως αντίποινα, επειδή προηγουμένως τουλάχιστον 39 Γερμανοί στρατιώτες είχαν σκοτωθεί από χωροφύλακες και δυνάμεις ατάκτων. Από την πλευρά των Συμμάχων, οι Μαορί δεν τήρησαν πάντοτε τους κανόνες του πολέμου και οι Κρήτες αντάρτες δεν γνώριζαν από συνθήκες και πολεμούσαν με τον παραδοσιακό άγριο τρόπο.

Οι Νεοζηλανδοί, που σήκωσαν το βάρος της μάχης στο Μάλεμε, ήταν της άποψης ότι η μάχη ήταν δίκαιη. Μετά τον πόλεμο, το 1947, όταν οι Βρετανοί έθεσαν τον Στούντεντ ενώπιον της δικαιοσύνης στη ζώνη της κατοχής τους στη Γερμανία (στο Λίνεμπουργκ), προκειμένου να τον καταδικάσουν σε θάνατο για υποτιθέμενα εγκλήματα που διεπράχθησαν από τα στρατεύματά του στην Κρήτη, παρουσιάστηκε στο δικαστήριο ο ταξίαρχος Ονγκλις του Νεοζηλανδικού Στρατού και κατέθεσε υπέρ του Στούντεντ, ώστε να απαλλαγεί ο τελευταίος από τις κατηγορίες. Και το 1959, ο γραμματέας της Ενωσης Νεοζηλανδών Βετεράνων της Κρήτης απέστειλε μια επιστολή στον Στούντεντ, με την οποία του πρότεινε να γίνει επίτιμος αντιπρόεδρος της νεοζηλανδικής ένωσης και αμοιβαία τιμητική συμμετοχή για τα μέλη των δύο ενώσεων. Ο Στούντεντ δέχτηκε, και μέχρι σήμερα αλεξιπτωτιστές ενενήντα ετών επιδεικνύουν υπερήφανα το πιστοποιητικό τους από την Ενωση Νεοζηλανδών Βετεράνων της Κρήτης. Η Μάχη της Κρήτης μπορεί επομένως να θεωρηθεί μία από τις πιο έντιμες μάχες. Η επακόλουθη Επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα» είχε πολύ διαφορετικό χαρακτήρα...

Δ.Ν.Μ.: Υπήρξε εμπλοκή των πολιτικών ηγεσιών της εποχής εκείνης στην Επιχείρηση «Ερμής»;

Χ.Ρ.: Ηδη από τον Οκτώβριο του 1940 ο πρωθυπουργός Τσόρτσιλ παρενέβαινε διαρκώς στη διαδικασία λήψης αποφάσεων στο Κάιρο. Ετσι, μειώθηκαν κατά πολύ οι ανεξάρτητες ενέργειες και η λήψη των αποφάσεων βάσει τοπικών συνθηκών. Λόγω της κριτικής που ξέσπασε στη Βρετανία για το φιάσκο στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941, ο Τσόρτσιλ αναζητούσε μια ευκαιρία για να καταφέρει στον Χίτλερ ένα ισχυρό πλήγμα, έτσι ώστε να ξεχαστεί η ήττα στην Ελλάδα. Οταν, στα τέλη Απριλίου, ο Τσόρτσιλ ενημερώθηκε από το Μπλέτσλεϊ Παρκ (Ultra) πως οι Γερμανοί σχεδίαζαν να καταλάβουν την Κρήτη από αέρος, τότε διέβλεψε την ευκαιρία που ζητούσε για εκδίκηση. Χωρίς την επιμονή του Τσόρτσιλ, η Κρήτη θα είχε πέσει στα χέρια των Γερμανών χωρίς καν μάχη, όπως είχε συμβεί και με τα υπόλοιπα ελληνικά νησιά. Από την άλλη πλευρά, ο Χίτλερ δεν ενδιαφερόταν πολύ για τη Μάχη της Κρήτης. Εκείνος ήταν επικεντρωμένος στην Επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα». Για εκείνον η Επιχείρηση «Ερμής» ήταν η κατάληξη της κατάληψης των Βαλκανίων. Η ανάμειξή του περιορίστηκε στο να διατάξει την προετοιμασία μιας αμφίβιας εισβολής. Αυτή απέβη καταστροφική όταν ο στόλος από ελαφρά σκάφη (καΐκια), που μετέφερε τους ορεινούς κυνηγούς, ήρθε αντιμέτωπος με το Βασιλικό Ναυτικό τη νύχτα της 20ής Μαΐου.

Δ.Ν.Μ.: Ηταν η Μάχη της Κρήτης αναγκαία από στρατηγικής απόψεως για τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές ή μήπως επρόκειτο για μια, εν πολλοίς, ανώφελη αιματοχυσία;

Χ.Ρ.: Στις 28 Οκτωβρίου του 1940, όταν ο Μουσολίνι επιτέθηκε στην Ελλάδα, ο Τσόρτσιλ και ο Χίτλερ έκαναν δηλώσεις που καταδείκνυαν πως και οι δυο τους είχαν αντιληφθεί τη στρατηγική σημασία της Κρήτης. Ωστόσο, εκείνη την περίοδο η στρατιωτική αξία της Κρήτης ήταν μάλλον θεωρητικής φύσεως. Η γερμανική πλευρά θα μπορούσε να έχει επηρεάσει τις εξελίξεις στην Εγγύς Ανατολή με επιθέσεις της Λουφτβάφε, κάτι που θα ήταν σύμφωνο με τις ιδέες της ηγεσίας του Ναυτικού και της Αεροπορίας, αλλά ο Χίτλερ είχε στραμμένη την προσοχή του αποκλειστικά στην Επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα», την επίθεση εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης. Εάν και εφόσον την περίοδο εκείνη υπήρχαν διαθέσιμα στην Εγγύς Ανατολή βομβαρδιστικά αεροσκάφη μακράς ακτίνας δράσεως, η βρετανική πλευρά θα μπορούσε να έχει επιτεθεί στις ρουμανικές πετρελαιοπηγές, που ήταν οι πλέον σημαντικές για την πολεμική προσπάθεια των Γερμανών.

Από αμιγώς στρατιωτικής απόψεως, τον Μάιο του 1941 η Μάχη της Κρήτης ήταν για τους Βρετανούς μια ανώφελη επιχείρηση. Αν είχαν κατορθώσει να κρατήσουν την Κρήτη, θα είχαν αναγκαστεί να διατηρούν μια ισχυρή φρουρά στο νησί. Καθώς η Κρήτη δεν ήταν αυτάρκης, οι Βρετανοί θα υποχρεώνονταν να συντηρούν τους στρατιώτες και τον άμαχο πληθυσμό, κάτι που θα οδηγούσε αναμφίβολα σε βαριές απώλειες μεταγωγικών πλοίων. Με άλλα λόγια, οι Βρετανοί θα είχαν αντιμετωπίσει την κατάσταση που αντιμετώπισαν οι Γερμανοί μετά τη νίκη τους στην Κρήτη.