«ΟΙ ΜΑΫΔΕΣ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗΝ ΓΡΑΜΜΗΝ»

-Καθημερινή προσφορά τιμίου αίματος

- Ενώ εδώ τους συκοφαντούν

- Αλέτρι και όπλον

του κ. Γ.Χ. ΜΟΔΗ

εφ. «ΕΜΠΡΟΣ», 18/6/1948, σελ. 1 και 4

Πόσα δεν έχουν καταμαρτυρηθή κατά των ΜΑΥ από μερικούς κατοίκους της πρωτευούσης που είχαν υπ’ όψιν μόνον στενήν λωρίδα της ιδιαιτέρας πατρίδος των και το ευρύ πεδίον της γενικωτέρας μικροπολιτικής των; Αλλού έχουν γίνει, φαίνεται, καταχρήσεις. Εις την Μακεδονίαν όμως και την Θράκην λέγονται ΜΑΥ οι απλοί ένοπλοι αγρόται, που εργάζονται την ημέραν με το αλέτρι και πολεμούν την νύκτα με το τουφέκι. Και πολεμούν και μάχονται σκληρά και κατά τρόπον ο οποίος έπρεπε προ πολλού να έχη επισύρει την γενικήν προσοχήν και τον πανελλήνιον θαυμασμόν.

Δεν παρέρχεται ημέρα χωρίς να αναγράψουν αι εφημερίδες της Θεσσαλονίκης την λακωνικήν είδησιν: «Την νύκτα της … το χωρίον … υπέστη πολύωρον επίθεσιν μεγάλης συμμορίας, αποκρουθείσαν. Έπεσαν δύο ΜΑΥ και άλλοι δύο ετραυματίσθησαν. Ευρέθησαν δύο πτώματα συμμοριτών και πολλαί λίμναι αίματος…»

Άλλοτε καίονται μερικά ακραία σπίτια και σφάζονται και απάγονται άνθρωποι και ζώα. Εκ παραλλήλου με τας στρατιωτικάς δυνάμεις μάχονται και οι αγρόται αυτοί στρατιώται είτε μαζί με ολίγους χωροφύλακας ή στρατιώτας, είτε μόνοι. Οι νεκροί ήρωες δεν έχουν ούτε και την τιμήν της δημοσιεύσεως των ονομάτων των! Χάνονται ανώνυμοι…

Ούτω την νύχτα της 12ης τρέχ. προσέβαλε τα Ριζά της Χαλκιδικής συμμορία η οποία εβγήκε κουρεμένη. Αφήκε επί τόπου τρεις νεκρούς εκ των οποίων η μία συμμορίτισσα. Οι υπερασπισταί του χωρίου δεν είχαν καμμίαν απώλειαν.

Την ιδίαν νύκτα εις το Σχολάρι άλλη συμμορία εγκατέλειψε τρία κτήνη και πολεμικά είδη. Η Δάφνη της Νιγρίτης υπέστη τας νύκτας της 9ης και 10ης τρέχ. δύο επιθέσεις. Ο απολογισμός είναι δύο ΜΑΥ νεκροί και εις αγνοούμενος και δύο πτώματα συμμοριτών και πολλαί λίμναι αίματος. Επίθεσιν άνευ αποτελέσματος υπέστη και το Σιτοχώρι της ιδίας περιοχής. Την νύκτα της 11ης παρά το Παλαιό Κεραμίδι της Κατερίνης συμμορίται εις σύγκρουσιν με τους ενόπλους αφήκαν πολλά αίματα.

Εις το Μεσοχώρι Φλωρίνης και επί της γιουγκοσαυϊκής μεθορίου, γηγενείς, πρόσφυγες, χωρικοί και χωροφύλακες απέκρουσαν την 12ην ή 112ην επίθεσιν. Εις τον παραμεθόριον επίσης Νέον Καύκασον της ιδίας περιοχής έπεσαν 3 ΜΑΥ και περισσότεροι επληγώθησαν, ενώ 40 οικογένειαι του χωρίου επροτίμησαν ν’ ακολουθήσουν τους συμμορίτας εις το γιουγκοσλαυϊκόν έδαφος οπόθεν και εξώρμησαν δια να γευθούν, φαίνεται, εκ του πλησίον τα αγαθά του παραδείσου από τον οποίον οι παλαιοί ένοικοι είναι τόσον ενθουσιασμένοι, ώστε και φανατικοί Βούλγαροι των Σκοπίων και άλλων πόλεων της Μακεδονίας του Βαρδαρίου ερωτούν πότε θα έλθουν οι Έλληνες να μας απελευθερώσουν. Εις τας Κάτω Κλεινάς δε του κάμπου της Φλωρίνης είχαμεν εκατόμβην ΜΑΥ, αόπλων χωρικών και χωροφυλάκων.

Ενώ δε εις μερικάς περιφερείας παρατηρείται ακόμη το θλιβερόν φαινόμενον να θεώνται με σταυρωμένα δια τον φόβον των ναρκών στρατιωτικαί δυνάμεις, άλλα τμήματα στρατού ή ενόπλους χωρικούς και χωροφύλακας που διεξάγουν ολονυκτίους αγώνας εις όχι πολύ μεγάλην απόστασιν οι ΜΑΥ του Προβατά των Σερρών δεν εδίστασαν ουδ’ επί στιγμήν να σπεύσουν εις βοήθειαν της προσβαλλομένης Σκοτούσης και ν’ αποκρούσουν από κοινού μεγάλην συμμορίαν.

Το ίδιο έχει συμβεί και εις τα χωριά του Κιλκίς. Εις δε την Ροδόπολιν, εις τας υπωρείας του Μπέλες και εγγύτατα των γιουγκοσλαϋικών και βουλγαρικών συνόρων 30 ΜΑΥ επάλαισαν σκληρότατα όλην την νύχτα με πολλαπλασίαν ισχυράν συμμορίαν. Οι άλλοι ένοπλοι του χωρίου απουσίαζαν εις εκκαθαριστικάς επιχειρήσεις με τα στρατιωτικά τμήματα. Τρεις χωρικοί έπεσαν και άλλοι τόσοι ετραυματίσθησαν. Μόλις αργά την πρωΐαν οι συμμορίται απεχώρησαν δια να συνεχίσουν τον αγώνα εις τα Κάτω Πορόϊα. Ένας διμοιρίτης τότε της Ροδοπόλεως παραλαμβάνει 15 από τους κατακόπους αυτούς άνδρας και σπεύδει εις το πεδίον της νέας συγκρούσεως. Δύο από τους αγρότας μαχητάς του φονεύονται, τέσσαρες τραυματίζονται, διατίθενται μερικοί δια την μεταφοράν των και με τους υπολειπομένους ελαχίστους εξακολουθεί να μάχεται μέχρις ου περί την 10ην ώραν κατέφθασε λόχος στρατού μετ’ άλλων ενόπλων χωρικών. Εις εκατόν και πλέον ανήλθον οι νεκροί και τραυματίαι των συμμοριτών.

Είναι δύσκολον να αντιληφθώμεν οι ζώντες εις τας μεγαλουπόλεις όλην την έκτασιν του δράματος της υπαίθρου και την φρίκην των εφιαλτικών νυκτών της. Ξαφνικά και αιφνιδιαστικά ξεσπάει από το σκοτάδι πανδαιμόνιον κρότων όλων των όπλων και βροχή πυρός που συνοδεύονται κάποτε και από τα ουρλιάγματα συναγωνιστριών. Οι συμμορίται δεν κάμνουν καμμίαν οικονομίαν βλημάτων και πυρομαχικών. Τα σύνορα είναι τόσο κοντά! Μια λιποψυχία, ολιγωρία ή αβλεψία συμμαχητού εις άλλην θέσιν ή φυλάκιον ημπορή να κοστίση την εισβολήν, την προσβολήν εκ των νώτων των μαχομένων, την καταστροφήν. Η εισβολή σημαίνει σφαγήν, διαρπαγήν, εξανδραποδισμόν. Μόνον γερά νεύρα και στωϊκή αποφασιστικότης ημπορούν να ανθέξουν εις παρομοίας ατελειώτους δοκιμασίας. Ευτυχώς οι σεμνοί, σιωπηλοί, πειθαρχικοί και σκληροτράχηλοι αγρόται της Μακεδονίας έχουν όλα τ’ απαιτούμενα προσόντα εις βαθμόν μάλιστα που θα επεριποίει τιμήν εις βετεράνους μακρών πολέμων. Το μόνον που δεν έχουν και ζητούν είναι τα άφθονα και ανάλογα όπλα. Αν υπήρχαν θα διηυκολύνετο απείρως η ριζική εκκαθάρισις του συμμοριακού άγους εις την Βόρειον τουλάχιστον Ελλάδα, όπου εν τούτοις λόγω των συνόρων η κατάστασις έπρεπε να είναι δυσχερεστέρα. Δυστυχώς τα επαρκή όπλα δεν εξευρέθησαν ακόμη προς δόξαν των κυβερνώντων και των συμμάχων. Χάρις εις την έλλειψίν των είναι ενδεχόμενον να κινδυνεύση και η πλουσία εφετεινή συγκομιδή.

Γ.Χ. ΜΟΔΗΣ

Θεσ/νίκη 15/6/1948