ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ « ΤΟ «ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ» ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΜΦΥΛΙΟ ΠΟΛΕΜΟ»

Διπλωματική εργασία, Αθήνα 2008

από τον πρόλογο σελ.3-9

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Το Μάρτιο του 1948 ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος, στην πιο κρίσιμη καμπή του, θ’ αποκτήσει ένα καινούριο πρωταγωνιστή: τα παιδιά. Η εμπλοκή των ελληνόπουλων στον εμφύλιο πόλεμο από τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις με σκοπό την προστασία και τη σωτηρία τους δεν αποτελεί παράδοξο. Τα παιδιά, αθώα θύματα μιας τραγικής περιόδου, αποτελούσαν μια αδιαμφισβήτητη αξία την οποία θέλησαν να υπερασπιστούν τόσο η κυβέρνηση της Αθήνας όσο και η κυβέρνηση του Βουνού, με τη μεταφορά τους από τις εκτεθειμένες στον εμφύλιο περιοχές στη νότια Ελλάδα και στις Λαϊκές Δημοκρατίες αντίστοιχα.

Το ζήτημα της μετακινήσεως παιδιών από τη Βόρεια Ελλάδα στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης από το Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας, παραμένει μία από τις πιο σκοτεινές και ακανθώδεις πτυχές του εμφυλίου. Παρόλο που έχουν παρέλθει σχεδόν εξήντα χρόνια από την επίσημη λήξη του πολέμου, η απομάκρυνση των Ελληνόπουλων αποτελεί, ακόμη μέχρι σήμερα, ένα από τα θέματα «ταμπού» της ελληνικής ιστοριογραφίας. Η αποφυγή ανακίνησης ευαίσθητων ζητημάτων, που θα οδηγούσαν στην αναμόχλευση παθών, οδήγησε στις ευκαιριακές προσεγγίσεις ορισμένων μόνο παραμέτρων της περιόδου. Εξάλλου δεν είναι τυχαίο που το «παιδομάζωμα» βρίσκεται ακόμη στα πρώιμα στάδια της έρευνας και προκαλεί την αμηχανία των ιστορικών. Η αίσθηση της αμηχανίας δεν πρέπει να εκληφθεί ως τετριμμένη κοινοτυπία ή εύκολη υπεκφυγή. Άλλωστε, η μέχρι τώρα εξέταση του προβλήματος το επιβεβαιώνει.

Για τον προσδιορισμό του φαινομένου δεν υπάρχει μια γενικά αποδεκτή ορολογία, άλλωστε εξαιτίας της λεπτότητας και της συγκινησιακής φόρτισης του ζητήματος, ο όρος δε μπορεί παρά να είναι συμβατικός. Η δεξιά χρησιμοποίησε τους όρους γενοκτονία, έγκλημα κατά της ανθρωπότητος και παιδομάζωμα. Ο όρος που γρήγορα επικράτησε ήταν αυτός του παιδομαζώματος, ο οποίος χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα από τους αριστερούς συνήθως με την προσθήκη «το λεγόμενο» παιδομάζωμα. Η επικράτηση του όρου οφείλεται στο ότι στο σκληρό κόσμο των εντυπώσεων, μπροστά στο ρητορικό οπλοστάσιο της δεξιάς ο αριστερός λόγος ήταν σαφώς πιο αδύναμος. Στην παρούσα εργασία έχει προκριθεί ο όρος παιδομάζωμα με τη χρήση εισαγωγικών, αφού είναι αυτός που έχει υιοθετηθεί από την πλειονότητα και αυτός που απαντάται στις πηγές. Αξίζει να σημειωθεί ότι τον ίδιο όρο χρησιμοποίησε και ο αντάρτικος Τύπος για να περιγράψει τη μεταφορά παιδιών από τις ζώνες επιχειρήσεων στην Αθήνα και νησιά του Αιγαίου, που εφάρμοσε η κυβέρνηση των Αθηνών[1].

Ο όρος είναι κατεξοχήν προπαγανδιστικός, αφού μας παραπέμπει στην πρακτική των σουλτανικών στρατευμάτων στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Η δεξιά ρητορική ανακάλεσε στην ιστορική μνήμη του ελληνικού λαού τους προαιώνιους εχθρούς του Έθνους: τους Τούρκους. Εξάλλου, οι αντάρτες δεν ήταν Έλληνες αλλά «εαμοβούλγαροι», «σλαβοκομμουνιστές» «συμμορίτες», «κομμουνιστοσυμμορίτες». Όμοια με τους Τούρκους, οι Σλάβοι και οι Βούλγαροι ανήκαν και αυτοί στους προαιώνιους εχθρούς των Ελλήνων. Σε προπαγανδιστικό έντυπο της εποχής γινόταν ιστορική ανάλυση των δεινών που προκάλεσαν οι Σλάβοι στην Ελλάδα από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα: «Δεν είναι η πρώτη φορά, μέσα εις το κύλισμα των αιώνων, που οι Σλαύοι εξαπολύουν τις βάρβαρες ορδές των εις την Ελληνική Μακεδονία. [] Οι Σλαύοι, τη φορά αυτή δεν αποτελούνται μόνον από Αλβανούς και Βουλγάρους. Έχουνε βοηθούς των τους συμμορίτες κομμουνιστές»[2].

Η αναγωγή σύγχρονων συγκρούσεων στο παρελθόν και η άντληση επιχειρημάτων από την ιστορία, με άλλα λόγια η επικαιροποίηση της ιστορίας, είναι μία από τις πιο προσφιλές μεθόδους σε κρίσιμες περιόδους. Έτσι, ο αρνητικά φορτισμένος όρος «παιδομάζωμα» επαναφέρεται εν έτη 1948, το ιστορικό παρελθόν αναπλάθεται στο παρόν με στόχο την εξυπηρέτηση ιδεολογικών και όχι μόνο σκοπιμοτήτων. Η ιδεολογική χρήση της ιστορίας θα αποδειχτεί ένα από τα αποτελεσματικότερα εργαλεία του προπαγανδιστικού μηχανισμού. Οι δύο αντίπαλοι επικαλούνται συστηματικά ιστορικές εμπειρίες του ελληνικού λαού και κυρίως αρνητικές εμπειρίες της κοινωνίας, με την κύρια κατηγορία του γενιτσαρισμού να εκτοξεύεται εκατέρωθεν[3].

Η μετακίνηση παιδιών αποτέλεσε μέρος της πολιτικής και στρατιωτικής αντιπαράθεσης και οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές αποδύθηκαν σε έναν απελπισμένο αγώνα δρόμου να μετακινήσουν τα παιδιά από τις βόρειες επαρχίες της Ελλάδας πριν τα πάρουν οι εχθροί. Αδιαμφισβήτητα ιστορικά γεγονότα που όμως έχουν αφήσει πολλά αναπάντητα ερωτήματα. Ερωτήματα που θα μείνουν για καιρό ακόμη αναπάντητα ή και για πάντοτε, εφόσον πολλά αρχεία καταστράφηκαν – εσκεμμένα ή μη – ή παραμένουν κλειστά για τους ερευνητές[4]. Πέρα από την ηθελημένη καταστροφή των αρχείων, η αλλοίωση οφείλεται επίσης στην κακή εναποθήκευση, την έλλειψη κατάλληλων χώρων υποδοχής, την αδράνεια και την αδιαφορία των επισήμων αρχών.

Η εργασία στοχεύει στην αντικειμενική διερεύνηση και παρουσίαση των αιτιών της μετακίνησης των παιδιών, του αντίκτυπου που είχε η εφαρμογή του μέτρου, των στόχων των Ελλήνων κομμουνιστών, των προεκτάσεων που πήρε το ζήτημα στον ΟΗΕ και πώς αυτό χρησιμοποιήθηκε στη διπλωματική σκακιέρα του Ψυχρού Πολέμου και τέλος των προσπαθειών για επαναπατρισμό των ελληνόπουλων. Παράλληλα, θα γίνει σύντομη αναφορά σε μια σημαντική παράμετρο του ζητήματος, τη μετακίνηση παιδιών από τον Εθνικό Στρατό και τις παιδοπόλεις της βασίλισσας Φρειδερίκης. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αναφορά αυτή δε θα είναι διεξοδική, αφού η παράλληλη μελέτη και ανάλυση «παιδομαζώματος» - «παιδοφυλάγματος» αδιαμφισβήτητα δε μπορεί να διεκπεραιωθεί μέσα στα πλαίσια μιας μεταπτυχιακής διπλωματικής εργασίας.

Η απουσία επαρκών πρωτογενών πηγών, απαραίτητη προϋπόθεση για τη γνώση της ιστορίας, κατέστησε το εγχείρημα αρκετά δύσκολο, επίπονο και χρονοβόρο. Με αρκετό σκεπτικισμό και αρνητική διάθεση με υποδέχτηκαν σε αρκετά αρχεία τα οποία επισκέφτηκα, γεγονός που φανερώνει ότι το θέμα της μετακίνησης των παιδιών εξακολουθεί να είναι ταμπού για την ελληνική κοινωνία, σχεδόν εξήντα χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου. Ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή που συνάντησα στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό, όπου έλαβα την απάντηση ότι τα αρχεία έχουν χαθεί μετά από μετακομίσεις, πλημμύρες κλπ, ενώ το αρχείο που υπάρχει, περιλαμβάνει μόνο αιτήσεις επαναπατρισμού (οι οποίες καρτέλες περιέχουν μόνο τα απαραίτητα στοιχεία για τον εντοπισμό των παιδιών). Μετά από αρκετή πίεση η υπάλληλος της Διεύθυνσης Αναζητήσεων αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι και αν υπάρχουν τα αρχεία, δε θα μπορούσα να έχω πρόσβαση λόγω της «μυστήριας», όπως την χαρακτήρισε, εποχής[5].

Η εμπλοκή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, όχι μόνο στο «παιδομάζωμα» αλλά και γενικότερα στο ελληνικό ζήτημα, αποτυπώνεται στα πρακτικά και στις αποφάσεις των Γενικών Συνελεύσεων, καθώς και στις επετηρίδες που εκδίδει ο Οργανισμός. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, μετά το κλείσιμο του Γραφείου του ΟΗΕ, το αρχείο του Οργανισμού έχει χαθεί. Απευθύνθηκα για το λόγο αυτό στο Περιφερειακό Γραφείο του ΟΗΕ στις Βρυξέλλες, ζητώντας τα πιο πάνω έγγραφα, απ’ όπου έλαβα την απάντηση ότι γίνεται μόνο επιτόπια έρευνα, αλλά στις εκδόσεις του Οργανισμού θα μπορούσα να έχω πρόσβαση από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας. Δυστυχώς όμως, όπως συνέβη και με αρκετά άλλα βιβλία, οι τόμοι αυτοί είναι επισήμως χαμένοι από την Εθνική Βιβλιοθήκη, η οποία ελάχιστα ανταποκρίνεται στο ρόλο της και στο βάρος που περιέχει και της αποδίδει ο όρος Εθνική. Αρκετά βιβλία, που δυστυχώς δεν κατέστη εφικτό να τα εντοπίσω αλλού, είναι χαμένα ή μη διαθέσιμα, αφού από το Μάιο του 2007, ολόκληρες πτέρυγες έχουν κλείσει εξαιτίας έργων συντήρησης, με αποτέλεσμα οι ερευνητές να στερούνται της ευκαιρίας μελέτης πολλών έργων.

Τα Γενικά Αρχεία του Κράτους ελάχιστα πρόσφεραν σε αυτή την έρευνα. Το περιεχόμενο των φακέλων περιοριζόταν κυρίως σε προπαγανδιστικά έντυπα της εποχής, που μεν είναι ιστορικό τεκμήριο, όχι όμως ασφαλές εργαλείο για τη συγγραφή μιας έρευνας. Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους φυλάσσεται μέρος του αρχείου του ΠΙΚΠΑ (Πατριωτικόν Ίδρυμα Κοινωνικής Πρόνοιας και Αποκαταστάσεως), το οποίο όμως τα τελευταία πέντε χρόνια είναι εγκιβωτισμένο για λόγους ταξινόμησης άρα και μη προσβάσιμο.

Η Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών περιλαμβάνει αρκετούς φακέλους με πλούσιο και άκρως ενδιαφέρον υλικό, που καλύπτει αρκετές από τις πτυχές του ζητήματος. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η αλληλογραφία του Υπουργείου με τη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στον ΟΗΕ, με τις ελληνικές πρεσβείες στις διάφορες χώρες, με το Διεθνή Ερυθρό Σταυρό και τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό. Επίσης, υπάρχουν εκθέσεις παρατηρητών, ονομαστικές καταστάσεις παιδιών, αιτήσεις γονέων για επιστροφή των τέκνων τους, μεγάλος αριθμός επιστολών από ελληνόπουλα αλλά και Έλληνες πρόσφυγες που ζούσαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Αρκετές αποφάσεις του ΟΗΕ και εκθέσεις της Ειδικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για τα Βαλκάνια, της γνωστής UNSCOB (United Nations Special Committee on the Balkans) εντοπίστηκαν στους φακέλους του Αρχείου της Κεντρικής Υπηρεσίας, καθώς και εξετάσεις μαρτύρων από την Επιτροπή. Τέλος, στους φακέλους περιέχονται διάφορα προπαγανδιστικά έντυπα και μια πολύ πλούσια αρθρογραφία κυρίως από τον ξένο Τύπο.

Αρχικά έγιναν σκέψεις να υπάρξει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο για τον Τύπο και το ρόλο του, τα άρθρα όμως ενσωματώθηκαν φυσιολογικά και αρμονικά μέσα στο υπόλοιπο κείμενο[6]. Άλλωστε αν ληφθεί υπόψη η προειρημένη κατάσταση των αρχείων, ο Τύπος της εποχής ανάγεται σε ιδιαίτερα χρήσιμο εργαλείο, μια πολύτιμη ιστορική πηγή καθώς αποτελεί πρωτογενές υλικό για τη μελέτη και ανασύνθεση της περιόδου. Οι εφημερίδες είναι ο ασφαλέστερος δείκτης της κοινής γνώμης και αποδίδουν καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο μέσο την ατμόσφαιρα της εποχής. Ωστόσο, πρέπει να λεχθεί πως η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για το ζήτημα του «παιδομαζώματος» μόνο μέσα από τον Τύπο είναι ουσιαστικά ανέφικτη, εφόσον την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, αθηναϊκός και αντάρτικος Τύπος, εξυπηρετούσαν κατά πρώτο λόγο προπαγανδιστικούς σκοπούς. Η πολύ λεπτή και πολλές φορές καθόλου ευδιάκριτη γραμμή που χωρίζει την προπαγάνδα με την πραγματικότητα, μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε λανθασμένες εκτιμήσεις. Επομένως, ο Τύπος πιθανόν να μην οδηγεί πάντοτε σε ιστορικές αλήθειες, είναι όμως ένα προνομιακό πεδίο έρευνας και το πολυτιμότερο εργαλείο που διαθέτει ο ερευνητής για να υπερβεί το χρόνο και να εξετάσει τα γεγονότα.

Τέλος, πρέπει να επισημάνω πως παρά τις προσπάθειές μου να περιλάβω στο σύγγραμμα και μαρτυρίες των πρωταγωνιστών της εποχής, δηλαδή των τότε παιδιών, τα άτομα με τα οποία κατάφερα να επικοινωνήσω, δυστυχώς απάντησαν αρνητικά στην παράκλησή μου για παραχώρηση συνέντευξης. Έτσι, δυστυχώς δεν κατέστη εφικτό να ενσωματώσω προφορικές μαρτυρίες στο παρόν πόνημα.

Όπως γίνεται κατανοητό, τα κλειστά αρχεία, αλλά και η μέχρι τώρα συνοπτική συζήτηση του ζητήματος, κάνουν ακόμα δυσκολότερη την ανίχνευση της αλήθειας, ειδικότερα σε μια περίοδο εμφύλιου σπαραγμού. Ως εκ τούτου, η παρούσα μελέτη δεν έχει καμία φιλοδοξία πληρότητας. Ένα τόσο αμφιλεγόμενο και πολυδιάστατο θέμα ασφαλώς δεν εξαντλείται στα πλαίσια μιας μεταπτυχιακής διπλωματικής εργασίας, εξάλλου καμία ιστορική περίοδος και κανένα ζήτημα δεν είναι ποτέ πλήρως εξαντλημένα και κλειστά σε νέες έρευνες. Ίσως μάλιστα η έρευνα αυτή να δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα απ’ όσες απαντήσεις δίνει. Για να υπάρξουν όμως ιστορικές μελέτες βασισμένες σε όλα τα αρχειακά τεκμήρια που υπάρχουν, είναι απαραίτητο τα αρχεία να καταστούν προσβάσιμα στους μελετητές, προοπτική που δυστυχώς φαντάζει δυσοίωνη.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά όσους με βοήθησαν ποικιλοτρόπως κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου. Ευχαριστώ τον κ. Μιχάλη Μέντζιο, υπεύθυνο αναγνωστηρίου του Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου, ο οποίος μου παρείχε κάθε δυνατή διευκόλυνση. Ευχαριστώ ακόμη την καλή μου φίλη και βιβλιοθηκονόμο του Πανεπιστημίου Κύπρου Νατάσα Ιωάννου. Θερμές ευχαριστίες για τη βοήθεια και τις συμβουλές τους στον κ. Λεωνίδα Καλλιβρετάκη και στην κα. Κατερίνα Δέδε, ερευνητές του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Επίσης ευχαριστίες στον Ιστορικό κ. Τάσο Σακελλαρόπουλο, που με έφερε σε επαφή με τον κινηματογραφιστή του Δημοκρατικού Στρατού κ. Μάνο Ζαχαρία, έναν εξαίρετο άνθρωπο, ο οποίος με χαρά με υποδέχτηκε στο γραφείο του και είχα την τιμή να συνομιλήσω μαζί του.

Ιδιαιτέρως ευχαριστώ την Caroline Conus, υπεύθυνη Βιβλιοθήκης του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στη Γενεύη, καθώς και την Laurence Weber η οποία είχε την καλοσύνη να μου αποστείλει ταχυδρομικώς το υπόμνημα του ΔΕΣ σχετικά με τον επαναπατρισμό των Ελληνοπαίδων.

Ευχαριστίες οφείλω στο Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης κ. Σωτήρη Γεωργόπουλο, ο οποίος ανταποκρίθηκε με ευχαρίστησή στο αίτημά μου να ερευνήσω το αρχείο του Εθνικού Οργανισμού Προνοίας[7] και στον κ. Μαρκούλη Γιάννη, Διοικητικό Οικονομικό υπάλληλο του Υπουργείου και Υπεύθυνο Αρχείου του Οργανισμού Προνοίας. Δυστυχώς το αρχείο του ΕΟΠ δεν τυγχάνει της δέουσας καλής συντήρησης αλλά αντίθετα σαπίζει μέσα στις υγρές υπόγειες αποθήκες της οδού Τσόχα. Η κατάσταση που συνάντησα είναι τουλάχιστον τραγική και θλιβερή συνάμα. Πεταμένες κάσες γεμάτες με αρχειακό υλικό, σκονισμένοι τόμοι πρακτικών, ένα τεράστιο ανεκμετάλλευτο φωτογραφικό αρχείο, μουχλιασμένοι τοίχοι, ανεπαρκής φωτισμός και εξαερισμός συνθέτουν το άθλιο σκηνικό του χώρου φύλαξης του πολύτιμου αρχείου του Εθνικού Οργανισμού Προνοίας. Οι πλημμελείς συνθήκες φύλαξης και η υγρασία έχουν ήδη οδηγήσει στην καταστροφή μέρους του υλικού και η ανάγκη μεταφοράς του σε άλλο χώρο είναι κάτι παραπάνω από επιβεβλημένη, ώστε να μην οδηγηθεί στην πλήρη καταστροφή.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ, στον επιβλέπων καθηγητή μου κ. Προκόπη Παπαστράτη για την πολύτιμη βοήθειά του, τις συμβουλές του, το χρόνο που διέθεσε για συζητήσεις μαζί μου αλλά και για την ηθική συμπαράστασή του.

Τέλος, ευχαριστώ τους γονείς μου που με στηρίζουν σε κάθε μου βήμα.

Ολόκληρη η εργασία εδώ:

http://library.panteion.gr:8080/dspace/handle/123456789/977

http://library.panteion.gr:8080/dspace/bitstream/123456789/977/1/papageorgiou.pdf



[1] Αρκετά διαδεδομένος, ανάμεσα συγγραφείς της Αριστεράς, είναι και ο όρος παιδοσώσιμο. Ο όρος παιδοφύλαγμα χρησιμοποιείται κυρίως για να χαρακτηρίσει τη μετακίνηση παιδιών από τον Εθνικό Στρατό.

[2] Δώρου Γερ. Πεφάνη, Το παιδομάζωμα εις την ελληνικήν ιστορίαν από της εποχής των περσικών επιδρομών μέχρι σήμερον, Αθήνα 1948.

[3] Για την ιδεολογική χρήση της ιστορίας βλ. Σπύρος Ασδραχάς, Ζητήματα ιστορίας, Αθήνα 1983.

[4] Χαρακτηριστική περίπτωση είναι το αρχείο του ΚΚΕ στον Περισσό.

[5] Ενδιαφέρουσα είναι πάντως η πληροφορία που μου δόθηκε από τη Διεύθυνση Αναζητήσεων του ΕΕΣ, ότι ακόμη και σήμερα υπάρχουν αιτήσεις για εντοπισμό παιδιών που χάθηκαν μέσα στη θύελλα του Εμφυλίου. Ο αριθμός των αιτήσεων είναι πολύ μικρός, δίνει όμως μία σημαντική όψη του ζητήματος.

[6] Αναπόφευκτα, τη μερίδα του λέοντος όσον αφορά τον αριθμό των άρθρων, έχουν οι αθηναϊκές εφημερίδες. Δυστυχώς από τον αντάρτικο τύπο, ο οποίος είχε ν’ αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα όσον αφορά την κυκλοφορία του, έχουν ανευρεθεί ψήγματα. Τα περισσότερα φύλλα έχουν χαθεί, ενώ αρκετά από αυτά που διασώθηκαν βρίσκονται σε κακή κατάσταση. Τέλος, δεν πρέπει να λησμονείται και η απαγόρευση της κυκλοφορίας του Ριζοσπάστη στις 17 Οκτωβρίου 1947.

[7] Το αρχείο του Εθνικού Οργανισμού Προνοίας, μετά το κλείσιμο του Οργανισμού το 2003, έχει διασκορπισθεί σε διάφορα μέρη της Αθήνας. Στην οδό Τσόχα υπάρχει ο κύριος όγκος του αρχείου που περιλαμβάνει τα εξερχόμενα έγγραφα του Οργανισμού, τα πρακτικά των συνεδριάσεων, πλούσιο φωτογραφικό υλικό και το υπαλληλικό αρχείο. Επίσης, ντοκουμέντα φυλάσσονται στο κτίριο της οδού Υπατίας 6, χωρίς όμως να επιτρέπεται η μελέτη τους. Η ίδια τραγική κατάσταση επικρατεί και στο αρχείο της Παιδόπολης Άγιος Ανδρέας στον Άλιμο. Στο χώρο αυτό, μετά το 2003, μεταφέρθηκε το λεγόμενο προνοιακό αρχείο, δηλαδή οι φάκελοι των παιδιών που φιλοξενήθηκαν στις Παιδοπόλεις όλης της χώρας. Λάθος ταξινομημένο, αποθηκευμένο μέσα σ’ ένα χώρο που σίγουρα δεν προσφέρεται για έρευνα, αφού οι υπόγειες αποθήκες του κτιρίου μπάζουν νερά και μια απίστευτη δυσοσμία να κυριαρχεί, σταδιακά θα οδηγηθεί και αυτό στην καταστροφή.