Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος στο διεθνές σύστημα: ένας ιδεολογικός πόλεμος με στρατηγικό περιεχόμενο;

Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, 1941-1950

Στρατηγικά ή Ιδεολογικά αίτια;

Workshop στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων
Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

Αντώνης Κλάψης

αναδημοσίευση από: http://www.idis.gr/coldwar/, http://www.idis.gr/coldwar/pdf/Klapsis.pdf

Η πληρέστερη κατανόηση του ελληνικού εμφυλίου πολέμου προϋποθέτει την εξέτασή του στο ευρύτερο διεθνοπολιτικό πλαίσιο της εποχής. Πράγματι, μολονότι ο εμφύλιος υπήρξε κατ' αρχήν μία αναμέτρηση -ιδεολογική, πολιτική και στρατιωτική- εσωτερικού χαρακτήρα, οι διεθνείς του πτυχές ήταν τόσες και τέτοιας σημασίας, ώστε να είναι αδύνατον να απομονωθεί από τα τεκταινόμενα σε ευρύτερο διεθνές επίπεδο. Η σύγκρουση, με άλλα λόγια, υπήρξε μεν εμφύλια, επηρεάστηκε όμως από τις διεθνείς εξελίξεις κατά τη διάρκεια αλλά και αμέσως μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ ταυτόχρονα άσκησε (σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό) τη δική της επιρροή στο -εξαιρετικά ρευστό και κατά συνέπεια ακόμα υπό διαμόρφωση- διεθνές σύστημα της δεκαετίας του 1940.

Το βασικό επιχείρημα που θα αναπτυχθεί στις σελίδες που ακολουθούν είναι ότι ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος υπήρξε μία αναμέτρηση ιδεολογική, η οποία όμως τροφοδοτήθηκε από την επίδραση στρατηγικών παραμέτρων. Αλλά και αντίστροφα: αποτέλεσε μία σύγκρουση βασισμένη σε στρατηγικούς υπολογισμούς (τόσο από τους άμεσα εμπλεκόμενους, όσο και από τρίτα μέρη που -με τον έναν ή τον άλλο τρόπο-συμμετείχαν σε αυτή), οι οποίοι διαμορφώνονταν σε μεγάλο βαθμό από την αποφασιστική επίδραση συγκεκριμένων ιδεολογικών αντιλήψεων, προκαταλήψεων, φοβιών κ.ο.κ. Θα υποστηριχθεί, κατά συνέπεια, ότι η στενή διασύνδεση του ιδεολογικού και του στρατηγικού παράγοντα επέδρασε καταλυτικά στη διαμόρφωση της ιδιαίτερης φύσης του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, καθιστώντας εκ των πραγμάτων την Ελλάδα ένα από τα πρώτα πεδία αντιπαράθεσης -και μάλιστα ένοπλης- των δύο κόσμων, ανατολικού/κομμουνιστικού και δυτικού/καπιταλιστικού, οι οποίοι ήρθαν αντιμέτωποι στη συνέχεια επί δεκαετίες στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.

Το υπόβαθρο για την εκδήλωση της ένοπλης εμφύλιας σύγκρουσης των ετών 1946-1949 είχε δημιουργηθεί ήδη από τα χρόνια της κατοχής της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα (1941-1944). Η δράση αντιστασιακών οργανώσεων εναντίον των κατακτητών, με σημαντικότερη -από κάθε άποψη- το ΕΑΜ, υπήρξε αναμφίβολα η καθοριστική παράμετρος στη διαμόρφωση των πολιτικών ισορροπιών στην κατεχόμενη χώρα. Εκμεταλλευόμενο την αδράνεια της μεγάλης πλειοψηφίας της προπολεμικής αστικής πολιτικής ηγεσίας, το -πολιτικά καθοδηγούμενο από το ΚΚΕ-ΕΑΜ αναδείχθηκε γρήγορα σε ηγεμονική δύναμη του ελληνικού αντιστασιακού κινήματος, ενώ η συγκρότηση, λίγο αργότερα, του ΕΛΑΣ ως στρατιωτικής του πτέρυγας, του παρείχε τη δυνατότητα διεξαγωγής ολοένα ευρύτερης κλίμακας ένοπλων επιχειρήσεων, ιδίως στην ελληνική ύπαιθρο. Το γεγονός, εξάλλου, ότι καμία άλλη αντιστασιακή οργάνωση δεν κατόρθωσε να αποκτήσει το λαϊκό έρεισμα και την επιρροή του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στους υπόδουλους Έλληνες, ανήγαγε εξ αντικειμένου το ΚΚΕ σε καθοριστικό πολιτικό παράγοντα όχι μόνο όσο θα διαρκούσε η κατοχή, αλλά πολύ περισσότερο όταν θα ερχόταν η ημέρα της απελευθέρωσης.

Το κρίσιμο ερώτημα που έπρεπε να απαντηθεί ήταν εάν η ΕΑΜική ηγεσία φιλοδοξούσε να διαδραματίσει καθοριστικό πολιτικό ρόλο μετά την απομάκρυνση των δυνάμεων κατοχής, ή εάν, αντίθετα, σκόπευε να αποσυρθεί από το προσκήνιο όταν η συγκυρία που είχε επιβάλει την ένοπλη αντιστασιακή του δράση θα είχε παρέλθει. Για τους μη ενταγμένους στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ Έλληνες, η απάντηση ήταν περίπου αυτονόητη: το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ θα λειτουργούσε αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου ως το όχημα του ΚΚΕ για τη -βίαιη εφόσον οι περιστάσεις το απαιτούσαν-κατάληψη της εξουσίας και την επιβολή ενός σοβιετικού τύπου καθεστώτος στην Ελλάδα. Την άποψη αυτή, εξάλλου, συμμεριζόταν και η βρετανική κυβέρνηση, η οποία επιδίωκε με κάθε τρόπο να διατηρήσει την απελευθερωμένη Ελλάδα εντός της βρετανικής σφαίρας επιρροής. Εάν, επομένως, για τους Έλληνες το ζήτημα που ετίθετο ήταν κυρίως ιδεολογικό, για τους Βρετανούς ιθύνοντες ήταν πρωτίστως θέμα διασφάλισης των στρατηγικών τους συμφερόντων στη γεωπολιτικά κρίσιμη περιοχή των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου.

Για τη βρετανική κυβέρνηση, τυχόν υπέρμετρη γιγάντωση του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, σε βαθμό που θα καθιστούσε την ηγεμονία του μη αναστρέψιμη, δεν σήμαινε απλώς τον κίνδυνο διολίσθησης της Ελλάδας στον κομμουνισμό - προοπτική που έτσι κι αλλιώς δεν γινόταν δεκτή με συμπάθεια στο Λονδίνο. Ενείχε, πολύ περισσότερο, τον κίνδυνο μετατροπής της μεταπολεμικής Ελλάδας σε πολιτικό δορυφόρο της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία, αποκτώντας ένα στρατηγικό προγεφύρωμα στα θερμά μεσογειακά ύδατα, θα κατάφερνε έτσι αποφασιστικό πλήγμα στη δεσπόζουσα βρετανική θέση στην ευρύτερη περιοχή. Αυτός, εξάλλου, υπήρξε και ο λόγος που οι Βρετανοί προτίμησαν τελικά να θυσιάσουν τα στρατιωτικά πλεονεκτήματα που προέκυπταν από τη δράση του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στο βωμό της αποφυγής του, απευκταίου για τους ίδιους, ενδεχομένου επιβολής ενός κομμουνιστικού καθεστώτος στην Ελλάδα αμέσως μετά την απελευθέρωση[1].

Οι φόβοι των Βρετανών και των Ελλήνων που αντιμετώπιζαν με επιφυλακτικότητα τη δράση του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ οξύνονταν ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ κατέφευγε ορισμένες φορές στην τακτική της τρομοκράτησης ή ακόμα και της εξόντωσης μελών άλλων ελληνικών αντιστασιακών οργανώσεων (όπως π.χ. του ΕΔΕΣ, της ΕΚΚΑ και της ΠΑΟ). Η πλήρης διάρρηξη των σχέσεων μεταξύ του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και των υπόλοιπων αντιστασιακών οργανώσεων έμελλε τον Οκτώβριο του 1943 να λάβει τη μορφή ένοπλης μεταξύ τους αναμέτρησης: η πρώτη φάση του εμφυλίου πολέμου ήταν πια γεγονός. Επιβεβαιώνοντας την αποφασιστική σημασία των στρατηγικών προτεραιοτήτων, οι οποίες στην προκειμένη περίπτωση συνυφαίνονταν με την ιδεολογική απέχθεια έναντι του κομμουνισμού, η βρετανική πλευρά επέλεξε να ενισχύσει τον ΕΔΕΣ στη σύγκρουση με το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, αποσκοπώντας προφανώς στη δημιουργία ενός όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερου αναχώματος απέναντι στη διαφαινόμενη κομμουνιστική πλημμυρίδα. Η σύναψη ανακωχής τον Φεβρουάριο του 1944, βάσει της οποίας οι αντιμαχόμενοι δεσμεύονταν να διακόψουν τις αψιμαχίες, αποφόρτισε μόνα προσωρινά την ένταση, καθώς πριν την εκπνοή του έτους η κατάσταση θα διολίσθαινε και πάλι προς τη σύγκρουση ανάμεσα στις φίλα προσκείμενες προς το ΚΚΕ δυνάμεις και σε εκείνες που αντιστρατεύονταν το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.

Στο μεταξύ, η ευνοϊκή για τους Συμμάχους τροπή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου είχε θέσει και πάλι δυναμικά επί τάπητος τα στρατηγικά ζητήματα που σχετίζονταν με το μελλοντικό καθεστώς της Ελλάδας. Το καλοκαίρι του 1944, όταν πλέον η τύχη των Γερμανών στην Ελλάδα, αλλά και γενικότερα στα Βαλκάνια, είχε πλέον κριθεί και η αποχώρησή τους ήταν απλώς θέμα χρόνου, οι Βρετανοί ιθύνοντες ήταν λογικό να ενδιαφέρονται πρωτίστως για τη μεταπολεμική ισορροπία των δυνάμεων, η οποία θα απέβαινε προς όφελος της Βρετανίας μόνο στο βαθμό που θα μπορούσε να ελεγχθεί η νομή της εξουσίας στην απελευθερωμένη Ελλάδα. Είναι, άλλωστε, ενδεικτικό του βρετανικού ενδιαφέροντος ότι ήδη από τα τέλη Μαΐου του 1944 το Λονδίνο είχε σπεύσει να καταλήξει σε μία προκαταρκτική συμφωνία με τη Μόσχα για τις σφαίρες επιρροής στα Βαλκάνια, βάσει της οποίας, σε αντάλλαγμα της αναγνώρισης της σοβιετικής ηγεμονίας στη Ρουμανία, εξασφαλιζόταν η βρετανική πρωτοκαθεδρία στη μεταπολεμική Ελλάδα[2] : «Οι Ρώσοι», τόνιζε στις 11 Ιουνίου 1944 ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ απευθυνόμενος προς τον πρόεδρο των ΗΠΑ Φράνκλιν Ρούζβελτ, «είναι έτοιμοι να μας επιτρέψουν να λάβουμε το προβάδισμα στις ελληνικές υποθέσεις, κάτι που σημαίνει ότι το ΕΑΜ [...] μπορεί να ελεγχθεί από τις εθνικές δυνάμεις της Ελλάδας»[3].

Η προκαταρκτική βρετανοσοβιετική συμφωνία επιβεβαιώθηκε τις παραμονές της απελευθέρωσης της Αθήνας μέσω της συνομολόγησης της επίσης διμερούς Συμφωνίας της Μόσχας (πιο γνωστής ως Συμφωνίας των Ποσοστών) και μάλιστα έπειτα από συνεννόηση στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο μεταξύ των Ουίνστον Τσώρτσιλ και Ιωσήφ Στάλιν. Η αναγνώριση από την πλευρά της Σοβιετικής Ένωσης της βρετανικής πρωτοκαθεδρίας στη ρύθμιση των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων, σε αντάλλαγμα αντίστοιχων «παραχωρήσεων» του Λονδίνου προς όφελος της Μόσχας σε άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, προδιέγραφε τη στάση της σοβιετικής ηγεσίας σε μία ενδεχόμενη αναμέτρηση στην, απελευθερωμένη πλέον, Ελλάδα. Η εν λόγω Συμφωνία, εξάλλου, υπήρξε μία επιπλέον απτή απόδειξη της βαρύνουσας σημασίας που απέδιδαν τα δύο συμβαλλόμενα μέρη στην εξυπηρέτηση των μακροπρόθεσμων στρατηγικών τους συμφερόντων: οι Βρετανοί ενδιαφέρονταν πρωτίστως για την ένταξη της Ελλάδας στη δική τους σφαίρα προκειμένου να εδραιώσουν τη θέση τους στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ οι Σοβιετικοί απέδιδαν μεγαλύτερη σημασία στον έλεγχο των κρατών της βαλκανικής ενδοχώρας με στόχο την κατοχύρωση της σοβιετικής ασφάλειας[4].

Όταν στις αρχές Δεκεμβρίου του 1944 η αμοιβαία καχυποψία ανάμεσα αφενός στην κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου και στις αστικές πολιτικές δυνάμεις που τη στήριζαν, και αφετέρου στην ηγεσία και στα μέλη του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, θα κλιμακωνόταν μέχρι του σημείου της ένοπλης αναμέτρησης, οι στρατηγικές προτεραιότητες του Λονδίνου και της Μόσχας, όπως αυτές είχαν αποτυπωθεί στη Συμφωνία των Ποσοστών, θα αποδεικνύονταν η σημαντικότερη παράμετρος για τον καθορισμό του αποτελέσματος της σύγκρουσης. Οι Βρετανοί επέλεξαν να ενισχύσουν με κάθε διαθέσιμο μέσο τις ελληνικές κυβερνητικές δυνάμεις που μάχονταν στην Αθήνα εναντίον του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, ενώ αντίθετα οι Σοβιετικοί απέφυγαν την παραμικρή εμπλοκή, όχι μόνο στρατιωτική, αλλά και πολιτική, αφήνοντας την ηγεσία του ΚΚΕ να σηκώσει μόνη της το βάρος του ένοπλου αγώνα.: εάν το ΕΑΜ επικρατούσε, τότε η Σοβιετική Ένωση θα αποκτούσε αποφασιστική επιρροή σε μία χώρα ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας για την ίδια, καθώς θα της επέτρεπε να αποκτήσει την πολυπόθητη πρόσβαση στα θερμά ύδατα της Μεσογείου' εάν, από την άλλη πλευρά, το ΕΑΜ αποτύγχανε λόγω της ενίσχυσης των κυβερνητικών δυνάμεων από τη Μεγάλη Βρετανία, τότε η βρετανική παρέμβαση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα προκειμένου να δικαιολογηθούν ανάλογες σοβιετικές ενέργειες στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Η ψυχρή στάθμιση των γεωπολιτικών συμφερόντων είχε επικρατήσει της όποιας ιδεολογικής συνάφειας, προδιαγράφοντας σε μεγάλο βαθμό το τελικό αποτέλεσμα: το ΕΑΜ ηττήθηκε στη μάχη της Αθήνας και αναγκάστηκε να υπογράψει τη Συμφωνία της Βάρκιζας, αποδεχόμενο τον αφοπλισμό του.

Οι μήνες που ακολούθησαν τη συνομολόγηση της Συμφωνίας της Βάρκιζας δεν υπήρξαν η απαρχή μίας περιόδου εθνικής συμφιλίωσης, αλλά αντίθετα απλώς το διάλειμμα μέχρι την επανέναρξη της εμφύλιας σύγκρουσης[5]. Οι δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις είχαν πλέον αποκρυσταλλωθεί ιδεολογικά: από τη μια πλευρά οι προσκείμενοι στο ΕΑΜ και κατ' επέκταση στο ΚΚΕ, και από την άλλη όλοι όσοι αντιτίθεντο στην προοπτική εγκαθίδρυσης ενός κομμουνιστικού καθεστώτος στην Ελλάδα. Μέσα σε συνθήκες πολιτικής πόλωσης, διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος ανατρέπονταν στο βωμό της αντιμετώπισης του κοινού εχθρού: έτσι, π.χ., βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί συνέπρατταν εναντίον της απειλής ανατροπής του αστικού καθεστώτος που αντιπροσώπευε το ΕΑΜ, αφήνοντας κατά μέρους το αβυσσαλέο μίσος της μεσοπολεμικής περιόδου[6]' αντίστοιχα, το υπέρ της μοναρχίας αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 1ης Σεπτεμβρίου 1946 επιβεβαίωνε την τάση συσπείρωσης του αστικού κόσμου γύρω από οποιονδήποτε παράγοντα εικαζόταν ότι μπορούσε να αναχαιτίσει τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Την ίδια στιγμή, η ιδεολογική διάσταση της αντιπαράθεσης μοιραία προσδιόριζε εκ των προτέρων και την αναζήτηση διεθνών ερεισμάτων στο δρόμο για την τελική επικράτηση: η ηγεσία του ΚΚΕ ήταν ασφαλώς αναμενόμενο να στραφεί για υποστήριξη προς την πλευρά των κομμουνιστικών καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης (έστω κι αν η Σοβιετική Ένωση εξακολουθούσε να εμφανίζεται επιφυλακτική), ενώ αντίθετα η κυβερνητική πλευρά δεν μπορούσε παρά να στραφεί προς την κατεύθυνση των μεγάλων δυτικών δυνάμεων - αρχικά της Μεγάλης Βρετανίας και αργότερα των ΗΠΑ.

Η διολίσθηση της Ελλάδας προς τον ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο έλαβε χαρακτήρα αμετάκλητο όταν το ΚΚΕ ανακοίνωσε την απόφασή του να απόσχει από τις βουλευτικές εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946. Η συνέχιση και η περαιτέρω συστηματοποίηση των διώξεων εις βάρος των Ελλήνων κομμουνιστών επιβάρυναν ακόμα περισσότερο το ήδη εξαιρετικά τεταμένο κλίμα, ωθώντας τελικά την κατάσταση στα άκρα. Ήδη, η ιδεολογική φόρτιση έμοιαζε να αποκλείει πλέον την πιθανότητα οποιουδήποτε συμβιβασμού μεταξύ των δύο πλευρών. Τον Οκτώβριο του 1946 οι κομμουνιστές ανακοίνωσαν το σχηματισμό του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ), γεγονός που ουσιαστικά επισημοποίησε την έναρξη του εμφυλίου. Η γενίκευση, εξάλλου, των συγκρούσεων ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και σε εκείνες ΔΣΕ πολύ γρήγορα ανέδειξε τη διεθνή διάσταση του ελληνικού εμφυλίου, καθώς η δράση των μαχητών του ΔΣΕ ενισχυόταν από τα όμορα προς την Ελλάδα κομμουνιστικά κράτη των Βαλκανίων, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία τον Δεκέμβριο του 1946 προσέφυγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, επικαλούμενη την απειλή που συνιστούσε η συνέχιση αυτής της κατάστασης για την ελληνική ασφάλεια και εδαφική ακεραιότητα.

Η απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας να συστήσει ειδική Επιτροπή για τη διερεύνηση των συμβάντων στα βόρεια ελληνικά σύνορα αποκάλυπτε για ακόμα μία φορά την απροθυμία της Μόσχας, η οποία δεν προέβαλε βέτο εναντίον της απόφασης, να υποστηρίξει με οποιοδήποτε τρόπο τις δυνάμεις του ΔΣΕ. Η αποστολή της Επιτροπής, ωστόσο, μολονότι αποτελούσε μία διπλωματική επιτυχία της ελληνικής κυβέρνησης, κάθε άλλο παρά αρκούσε προκειμένου να εξασφαλίσει την επικράτηση της αστικής εις βάρος της κομμουνιστικής παράταξης. Η ίδια, εξάλλου, η συνέχιση των πολεμικών επιχειρήσεων, κατά κύριο λόγο στους δύσβατους ορεινούς όγκους της Ελλάδας, θα αποκάλυπτε πολύ σύντομα όχι μόνο την αδυναμία της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει μόνη της την κομμουνιστική πρόκληση, αλλά και εκείνη της Μεγάλης Βρετανίας να σηκώσει το βάρος της ενίσχυσης των κυβερνητικών δυνάμεων σε μία ολοένα κλιμακούμενη, από στρατιωτική άποψη, αναμέτρηση.

Στα τέλη Φεβρουαρίου του 1947 η βρετανική κυβέρνηση ενημέρωσε επίσημα τις ΗΠΑ ότι αδυνατούσε να συνεχίσει την αποστολή βοήθειας προς την Ελλάδα μετά την 31η Μαρτίου του ίδιου έτους, ωθώντας ουσιαστικά την Ουάσινγκτον να αναλάβει εκείνη το ρόλο της προστάτιδας της Αθήνας. Πράγματι, στις 12 Μαρτίου 1947 ο Αμερικανός Πρόεδρος Χάρρυ Τρούμαν ανακοίνωσε στο Κογκρέσο των ΗΠΑ την απόφαση της κυβέρνησής του να παράσχει 300 εκατομμύρια δολάρια ως οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση προς την Ελλάδα για διάστημα ενός έτους. Το ιδεολογικό υπόβαθρο του Δόγματος Τρούμαν ήταν απόλυτα σαφές και περιγράφηκε αναλυτικά από τον ίδιο τον εμπνευστή του κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνεδρίασης του Κογκρέσου: σχεδόν όλα τα έθνη του κόσμου είχαν ουσιαστικά να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο εναλλακτικούς τρόπους ζωής, της ελευθερίας μέσω της επικράτησης της βούλησης της πλειοψηφίας και της καταπίεσης λόγω της βίαιης κατίσχυσης της μειοψηφίας' σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική των ΗΠΑ δεν μπορούσε να είναι άλλη από την ενίσχυση όλων των ελεύθερων λαών που αγωνίζονταν ενάντια στην προσπάθεια υποταγής τους από ένοπλες μειοψηφίες ή από εξωτερικές πιέσεις[7].

Η διατύπωση του Δόγματος Τρούμαν, το οποίο σηματοδότησε τη μετατόπιση της Ελλάδας από τη βρετανική στην αμερικανική σφαίρα επιρροής, αποτύπωνε ανάγλυφα την αλληλεπίδραση στρατηγικής και ιδεολογίας. Στις συνθήκες του Ψυχρού Πολέμου, ο φόβος της κομμουνιστικής επέκτασης ωθούσε τις ΗΠΑ να αποτρέψουν με κάθε μέσο την εξασφάλιση στρατηγικών πλεονεκτημάτων από τον αντίπαλο: κατά συνέπεια, η ενίσχυση των ελληνικών κυβερνητικών δυνάμεων ήταν απαραίτητη προκειμένου να κατισχύσουν των κομμουνιστών στον εμφύλιο πόλεμο και να εξασφαλισθεί κατ' αυτόν τον τρόπο η επιβίωση ενός φιλοδυτικού καθεστώτος στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, η απόφαση της Ουάσινγκτον να εμπλακεί στην ελληνική εμφύλια αναμέτρηση προσδιοριζόταν και από την απέχθεια των Αμερικάνων προς τον κομμουνισμό και τη συνακόλουθη προτίμησή τους προς καθεστώτα που έτειναν να ενστερνίζονται τις βασικές αξίες των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Σε αυτό το πλαίσιο, η στρατηγική και η ιδεολογική πτυχή του Δόγματος Τρούμαν λειτουργούσαν ως ένα είδος ανατροφοδοτούμενου συστήματος: οι στρατηγικές ανησυχίες των ΗΠΑ επέτειναν τον ιδεολογικό φόβο έναντι του κομμουνισμού, ενώ από την άλλη πλευρά η απόλυτη αντίθεση των Αμερικάνων ιθυνόντων απέναντι στην κομμουνιστική ιδεολογία ενίσχυε τις στρατηγικές τους ανησυχίες κ.ο.κ.

Σε κάθε περίπτωση, η ενεργή ανάμιξη των ΗΠΑ στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο υπήρξε καθοριστική για την τελική του έκβαση. Η ολοένα αυξανόμενη ροή αμερικανικής οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας προς την ελληνική κυβέρνηση συνέτεινε αποφασιστικά στη σταδιακή επικράτησή της στον αγώνα εναντίον του ΔΣΕ. Στην πιο κρίσιμη, εξάλλου, στιγμή της εμφύλιας σύγκρουσης, μία άλλη διεθνής εξέλιξη έμελλε να καταφέρει ένα συντριπτικό πλήγμα εις βάρος των Ελλήνων κομμουνιστών: η ρήξη Τίτο - Στάλιν, η οποία το καλοκαίρι του 1948 οδήγησε στην αποπομπή της Γιουγκοσλαβίας από την Κομινφόρμ, είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή της ζωτικής σημασίας γιουγκοσλαβικής βοήθειας προς τον ΔΣΕ και το καλοκαίρι του επόμενου έτους το κλείσιμο των γιουγκοσλαβικών συνόρων για τους Έλληνες αντάρτες. Υπό το βάρος της ανωτερότητας των κυβερνητικών δυνάμεων και της ταυτόχρονης αποστέρησης του ΔΣΕ από τη γιουγκοσλαβική υποστήριξη, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας σύμπτυξης και ανασύνταξης στο ασφαλές γιουγκοσλαβικό έδαφος, η τύχη των Ελλήνων κομμουνιστών στα βουνά της βόρειας Ελλάδας ήταν πια προδιαγραμμένη: στο τέλος Αυγούστου του 1949 τα τελευταία υπολείμματα του ΔΣΕ ηττήθηκαν στο Γράμμο και στο Βίτσι, αναγκαζόμενα να υποχωρήσουν στην Αλβανία.

Στην πρώτη ένοπλη αντιπαράθεση του Ψυχρού Πολέμου, οι δυνάμεις που πρόσκειντο ιδεολογικά στον δυτικό κόσμου είχαν επικρατήσει αντίστοιχων κομμουνιστικών. Αποτελώντας επιμέρους περιστατικό του Ψυχρού Πολέμου, ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος επηρεάστηκε αλλά και επηρέασε τις εξαιρετικά ρευστές και ευμετάβλητες διεθνείς ισορροπίες της εποχής. Σε μία εξαιρετικά πολωμένη από ιδεολογική άποψη όπως ο Ψυχρός Πόλεμος, κάθε επιτυχία του ενός συνασπισμού σχεδόν μοιραία καταγραφόταν ως αποτυχία του αντίπαλου και αντίστροφα. Σε αυτό το παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος συνέβαλε στη διαμόρφωση γεωπολιτικών ισορροπιών στην ευρύτερη περιοχή, οι οποίες θα παρέμεναν σε ισχύ μέχρι την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού στην Ανατολική Ευρώπη. Η Ελλάδα αποτέλεσε προπύργιο της Δύσης στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο, διατηρώντας ιδιαίτερα στενούς δεσμούς με τις ΗΠΑ, αν και αργότερα η ανθεκτικότητα αυτής της ειδικής σχέση δοκιμάστηκε -για διάφορους λόγους- σκληρά. Λιγότερο από τρία χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου, η ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ επιβεβαίωσε με τρόπο κατηγορηματικό τον διεθνή προσανατολισμό της, δίνοντας ταυτόχρονα λύση στο ιδιαίτερα πιεστικό πρόβλημα ασφάλειας που αντιμετώπιζε η Αθήνα λόγω της πίεσης που εξακολουθητικά της ασκούσαν οι βόρειοι γείτονές της.



[1] Συνολικότερα για τη βρετανική πολιτική έναντι της Ελλάδας κατά την περίοδο της κατοχής βλ. Prokopis Papastratis, British policy towards Greece during the Second World War, 1941-1944 (Cambridge: Cambridge University Press, 1984).

[2] Βλ. Foreign Relations of the United States, Diplomatic Papers, 1944, vol. V (Washington: United States Government Printing Office, 1965), σσ. 112-113.

[3] Στο ίδιο, σ. 118.

[4] Για τη Συμφωνία των Ποσοστών βλ. μεταξύ άλλων Panos Tsakaloyiannis, The Moscow Puzzle, Journal of Contemporary History, 21(1) (1986), σσ. 37-55.

[5] Για την περίοδο αυτή με ειδική αναφορά στο ρόλο της Μεγάλης Βρετανίας στις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα βλ. αναλυτικότερα Heinz Richter, Η επέμβαση των Άγγλων στην Ελλάδα: από τη Βάρκιζα στον εμφύλιο πόλεμο, Φεβρουάριος 1945 - Αύγουστος 1946 (Αθήνα: Εστία, 1997).

[6] Για τις πολιτικές διεργασίες της περιόδου του Μεσοπολέμου βλ. αναλυτικότερα George Th. Mavrogordatos, Stillborn Republic: Social Coalitions and Party Strategies in Greece (1922-1936) (Berkeley / Los Angeles / London: University of California Press, 1983).

[7] Για το Δόγμα Τρούμαν βλ. μεταξύ άλλων Howard Jones, ' 'A new kind of war'': America's global strategy and the Truman Doctrine in Greece (New York: Oxford University Press, 1989).