Η «συμφωνία των ποσοστών»... στη διαμόρφωση της ελληνικής υψηλής στρατηγικής

Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, 1941-1950

Στρατηγικά ή Ιδεολογικά αίτια;

Workshop στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων
Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

Δρ. Δ.Τσιριγώτης

Η «συμφωνία των ποσοστών», (Οκτώβριος 1944) και οι συμπαρομαρτούσες απολήξεις της, στη διαμόρφωση της ελληνικής υψηλής στρατηγικής (κυβέρνηση εθνικής ενότητας Γ.Παπανδρέου,Απρίλιος 1944- Ιανουάριος 1945).

αναδημοσίευση από: http://www.idis.gr/coldwar/pdf/Tsirigotis.pdf

Στόχος της μελέτης είναι η διερεύνηση των αιτιατών της δομής του διεθνούς συστήματος στη διαμόρφωση-εφαρμογή της ελληνικής υψηλής στρατηγικής την περίοδο 1944-45. Πολλοί θεωρητικοί των διεθνών σχέσεων υποστηρίζουν ότι η πολιτικοστρατηγική συμπεριφορά των λιγότερο ισχυρών κρατών δύναται να ερμηνευθεί μέσα από την ανάλυση των επιρροών-διαδράσεων της δομής του διεθνούς συστήματος[1]. Ο λόγος είναι ότι η συστημική δομή λειτουργεί ως ένας περιοριστικός μηχανισμός για τις πολιτικοστρατηγικές συμπεριφορές των εν λόγω κρατών (και όχι μόνο) με απότοκο η εξωτερική τους πολιτική να συνυφαίνεται με τα αναφυόμενα παράθυρα ευκαιριών ή τρωτότητας[2] . Συναφώς, επειδή τα λιγότερο ισχυρά κράτη δεν είναι επαρκώς αυτάρκη στην παραγωγή ασφάλειας και στην αποτροπή-ανάσχεση των αναθεωρητικών επιλογών των ισχυρότερων εταίρων τους[3] , το εθνικό τους συμφέρον οριοθετείται (κατά μείζονα βαθμό) στην επιβίωση-αυτοσυντήρησή τους[4]. Ως εκ τούτου το τρίτο επίπεδο ανάλυσης (συστημικό) αναμένεται να αποδειχθεί σε ισχυρό ερμηνευτικό-αναλυτικό εργαλείο της υψηλής στρατηγικής των λιγότερο ισχυρών κρατών.

Υπό το πρίσμα της ανωτέρω προβληματικής θα εξετάσουμε εάν και σε ποιο βαθμό η συστημική αλλαγή (διακυβέρνησης)[5] που συντελείται μετά το τέλος του Β'Π.Π., σε επίπεδο διεθνούς συστήματος (παγίωση διπολισμού) και συνεπαγόμενα περιφερειακού υποσυστήματος (συμφωνία των ποσοστών), επέδρασε αποφασιστικά στην οριοθέτηση-προσανατολισμό της υψηλής στρατηγικής, της ελληνικής κυβέρνησης εθνικής ενότητας.

Πριν προχωρήσουμε στην αναδίφηση του κεντρικού ερωτήματος σπεύδουμε να σημειώσουμε την ιδιάζουσα γεωστρατηγική αξία που ενείχε για τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής η Χερσόνησος του Αίμου και ειδικότερα ο Ελλαδικός γεωγραφικός χώρος. Αναλυτικότερα για τη Βρετανία και τη Ρωσία, η Ελλάδα αναδεικνύονταν σε υψηλής σημασίας γεωπολιτικό άξονα[6] για την προαγωγή των ζωτικών τους συμφερόντων τόσο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου-έλεγχος των Στενών και της Διώρυγας του Σουέζ- όσο και στη βαλκανική περιφέρεια. Κατά τούτο θα προχωρήσουν στο διαμοιρασμό των Βαλκανίων σε σφαίρες επιρροής[7], συναινώντας όχι μόνο στην εδραίωση της θέσης-ρόλου τους, δηλαδή στην απόκτηση τοπικής υπεροχής, αλλά και στην αμοιβαία αναγνώριση-αποδοχή των δικαιωμάτων τους σε μια σειρά κρατών.

Επανερχόμενοι στην κεντρική προβληματική της μελέτης παρατηρούμε ότι ο πολιτικός διακανονισμός του Τσόρτσιλ με τον Στάλιν για τα Βαλκάνια επισπεύσθηκε μετά την ενίσχυση των φόβων του πρώτου για την εγκαθίδρυση ενός κομμουνιστικού καθεστώτος στην μεταπολεμική Ελλάδα[8], λόγω των γεγονότων που έλαβαν χώρα στην ελληνική εσωτερική πολιτικοστρατιωτική δομή-το κίνημα που εκδηλώθηκε στις τάξεις του ελληνικού στρατού της Μέσης Ανατολής, τον Απρίλιο του 1944, η δολοφονία του ηγέτη, (συνταγματάρχη Ψαρού), της ΕΚΚΑ, από μια ομάδα του ΕΛΑΣ. Μείζον πολιτικός στόχος του άγγλου πρωθυπουργού ήταν η διασφάλιση της βρετανικής πολιτικής επικυριαρχίας στην μεταπολεμική Ελλάδα με αντάλλαγμα την αποδοχή της ρωσικής ηγεμονίας στη Ρουμανία. Το αντικείμενο της συγκεκριμένης ρύθμισης επικυρώθηκε με την περίφημη «συμφωνία των ποσοστών», την οποία συνομολόγησαν ο Τσόρτσιλ και ο Στάλιν, τον Οκτώβριο του 1944, στη Μόσχα[9]. Ο βρετανός πρωθυπουργός περιγράφει εναργώς τις αξονικές αιτίες -κατανομή ισχύος, συμφερόντων, θέσεως, σχετικών κερδών- που συνώθησαν στη δημιουργία σφαιρών επιρροής στα Βαλκάνια:

«[...] Αισθανόμουν την ανάγκη για άλλη μια προσωπική συνάντηση με τον Στάλιν, τον οποίο είχα να δω από την Τεχεράνη...Τα ρωσικά στρατεύματα ασκούσαν πλέον ισχυρή πίεση στα Βαλκάνια, ενώ η Ρουμανία και η Βουλγαρία βρίσκονταν υπό τον έλεγχό τους. Καθώς η νίκη της Μεγάλης Συμμαχίας ήταν πλέον θέμα χρόνου, ήταν φυσικό να διογκώνονται οι ρωσικές φιλοδοξίες. Ο κομμουνισμός σήκωνε το κεφάλι του πίσω από το ρωσικό μέτωπο που εξαπέλυε κεραυνούς. Η Ρωσία ήταν ο απελευθερωτής κι ο κομμουνισμός το Ευαγγέλιο που αυτή έφερε»[10].

Το καίριο ερώτημα που τίθεται στο σημείο αυτό, και το οποίο θα εξετασθεί ενδελεχώς στη συνέχεια της ανάλυσης, είναι εάν η συστημική αλλαγή στη Χερσόνησο του Αίμου, με τη σύναψη της «συμφωνίας των ποσοστών» και τον πολιτικοστρατηγικό διαμοιρασμό της Χερσονήσου του Αίμου σε σφαίρες επιρροής, επέδρασε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της ελληνικής υψηλής στρατηγικής.

Μια πρώτη διαπίστωση είναι ότι στρατηγική αναγκαιότητα της Βρετανίας να διασφαλίσει την εσωτερική νομιμοποίηση του ελληνικού λαού στην οργανική εξάρτηση της Αθήνας από το Λονδίνο[11], θα οδηγήσει σε ανακατανομές ισχύος και συμφερόντων στην ελληνική εσωτερική κοινωνικοπολιτική δομή. Συγκεκριμένα το Λονδίνο θα παράσχει πολιτικοδιπλωματική και οικονομικοστρατιωτική εξωτερική εξισορρόπηση στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, στην αντιστασιακή οργάνωση του Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού Συνδέσμου (ΕΔΕΣ)[12], και θα συγκατατεθεί στην παλινόρθωση της μοναρχίας. Για την επίλυση των ελληνικών εσωτερικών κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων, δηλαδή την παλινόρθωση της μοναρχίας και τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνική ενότητας, οι βρετανοί συγκάλεσαν διάσκεψη στο Κάιρο, με τη συμμετοχή των κυριοτέρων ομάδων της εθνικής αντίστασης, (συγκεκριμένα πήραν μέρος 4 εκπρόσωποι του ΕΑΜ, 1 εκπρόσωπος του ΕΔΕΣ και ο αρχηγός της ΕΚΚΑ[13] , Γ.Καρτάλης). Προϋποτιθέμενη συνθήκη, για τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας ήταν το πάγωμα των διενέξεων μεταξύ των αντιστασιακών ομάδων, μέσω της αναγνώρισής τους από τις αρχές του Καΐρου σαν μονάδων των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων.

Όσον αφορά το δυναστικό, όλες οι αντιστασιακές ομάδες, όλα τα πολιτικά κόμματα, ακόμα και οι φιλοβασιλικοί υπουργοί, συμφώνησαν ότι ο βασιλιάς Γεώργιος Β' δεν θα έπρεπε να επιστρέψει στην Ελλάδα πριν από την διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Παρά ταύτα η Αγγλική κυβέρνηση πρόκρινε την άμεση επιστροφή του βασιλιά, ευθύς με την απελευθέρωση της χώρας, και αντιτάχθηκε στις αξιώσεις της ελληνικής πολιτικής γραφειοκρατίας και των αντιστασιακών δυνάμεων. Ως εκ τούτου, οι συνομιλίες του Αυγούστου του 1943, (στη Διάσκεψη του Καΐρου), αντί ν' αποκαταστήσουν την ενότητα, διεύρυναν την υφιστάμενη διαίρεση και επιδείνωσαν την έλλειψη εμπιστοσύνης που επικρατούσε μεταξύ του ελληνικού πολιτικού κόσμου[14]. Παρεπόμενο της αποτυχημένης απόληξης της διάσκεψης του Καΐρου, ήταν η έναρξη της πρώτης φάσης του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, η εκδήλωση στασιαστικών κινημάτων στις ένοπλες δυνάμεις,(Απρίλιος 1944), η διεξαγωγή εκκαθαριστικών επιχειρήσεων μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων-επίθεση του ΕΛΑΣ κατά του ΕΔΕΣ, 9.10.1943- και η αυτοϋπονόμευση της ελληνικής υψηλής στρατηγικής.

Μια δεύτερη σημαίνουσα παρατήρηση είναι η προκριματική επιλογή του Γ.Παπανδρέου από το Λονδίνο για τον πρωθυπουργικό θώκο στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας[15]. Η επιλογή του Γ.Παπανδρέου από τη βρετανική κυβέρνηση συνεπικουρήθηκε αφενός από τη στασιαστική κίνηση στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής, και αφετέρου από τις ιδιαίτερες πολιτικό­ φιλοσοφικές πεποιθήσεις του αχαιού πολιτικού που συνδύαζαν την αρετή της βενιζελικής παράδοσης με τον μαχητικό αντικομουνισμό[16].

Η πολιτική φιλοσοφία του Γ. Παπανδρέου, συνοψίζεται σε υπόμνημα του, (Ιούλιος 1943), προς το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής και την κυβέρνηση Τσουδερού. Στις αξονικές πολιτικές του θέσεις εγγράφονταν[17]:

α) Τα ταυτόσημα ζωτικά συμφέροντα της Βρετανίας με την Ελλάδα,

β) η οικοδόμηση των διεθνών σχέσεων στη βάση του διπολισμού, γεγονός που

αντικατοπτρίζεται στην αντιπαράθεση του «φιλελεύθερου αγγλοσαξωνισμού» με τον

«κομμουνιστικό πανσλαβισμό»,

γ) η ηγετική θέση της Βρετανίας στο συνασπισμό των χωρών που αντιμάχονται τον πανσλαβισμό, ενώ η Ελλάδα και η Τουρκία δύναται να λειτουργήσουν ως προγεφύρωμα της Αγγλίας στα Βαλκάνια και στην Αν. Μεσόγειο,

δ) η προσέγγιση-συνεννόηση και η κοινή δράση του παραδοσιακού πολιτικού κόσμου και της ελληνικής κυβέρνησης του εξωτερικού ως επιτακτική πολιτικοστρατηγική αναγκαιότητα,

ε) η δημιουργία ενός πολιτικοοστρατιωτικού διευθυντηρίου της Αντίστασης καθώς και η ενίσχυση των «εθνικιστικών» αντιστασιακών οργανώσεων (αντιπάλων του ΕΛΑΣ),

στ) η διαλλακτική και συνετή πολιτική στάση απέναντι στο ΕΑΜικό μπλοκ, γεγονός που προϋπέθετε την αυτοσυγκράτηση των μοναρχικών και συνεπαγόμενα την εμμονή στη διεξαγωγή του πολιτειακού δημοψηφίσματος [18]. Παρεπόμενα ο Γ.Παπανδρέου μερίμνησε για τη διατήρηση λεπτών και ρευστών ισορροπιών στις σχέσεις του με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις, τον παραδοσιακό πολιτικό κόσμο και την κυβέρνηση του εξωτερικού.

Εν συνέχεια, στη Συμφωνία του Λιβάνου, (20.5.1944), αποκρυσταλλώθηκαν οι κεντρικές αρχές των προγραμματικών θέσεων του Γ.Παπανδρέου[19]. Π.χ. ο προγραμματισμός της ανοικοδόμησης της χώρας με την παροχή διασυμμαχικής βοήθειας, η οποία «θα έπρεπε να ζητηθεί ως προσφορά και όχι ως δανεισμός», το κοινό αίτημα του ελληνικού πολιτικού κόσμου για την «πλήρη ικανοποίηση των εθνικών δικαίων», δηλαδή τη συγκρότηση «μιας νέας ελευθέρας και μεγάλης Ελλάδος»[20].

Υπό τη βρετανική καθοδήγηση και υποστήριξη, ο Γ.Παπανδρέου διεύθυνε τις πολιτικές διεργασίες της Συνδιάσκεψης του Λιβάνου[21], στην οποία συμμετείχαν αντιπρόσωποι από όλες τις ελληνικές αντιστασιακές και πολιτικές δυνάμεις, με σκοπό τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Η ηγεσία του ΕΑΜ [22], με αντάλλαγμα τη συμμετοχή της στο νέο κυβερνητικό σχήμα-πέντε δευτερεύοντα υπουργεία- συμφώνησε να θέσει τις στρατιωτικές τις δυνάμεις, από κοινού με τις μικρότερες στρατιωτικές δυνάμεις του ΕΔΕΣ, υπό βρετανική διοίκηση. Το τελικό προϊόν του Συμφώνου, εξισώνοντας την «τρομοκρατία» της υπαίθρου με εκείνη των κατακτητών και των δωσίλογων, τοποθετούσε την κυβέρνηση Παπανδρέου σε ρόλο επιδιαιτητή της ελληνικής εσωτερικής κοινωνικοπολιτικής διαμάχης, (δηλαδή της σύγκρουσης ανάμεσα στην Αντίσταση και στην κατοχική κυβέρνηση)[23].

Τρίτη και τελευταία παρατήρηση είναι η αλλαγή στην ισορροπία ισχύος-συμφερόντων μεταξύ του Ανατολικού-Δυτικού Μπλοκ,(λόγω της συμφωνίας των ποσοστών, της ρήξης Τίτο-Στάλιν, του δόγματος Τρούμαν), ως αποφασιστική εξωτερική μεταβλητή στο αποτέλεσμα του τρίτου γύρου του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, (1946-1949). Αναλυτικότερα μεταξύ των θεμελιωδών παρεμβαίνουσων μεταβλητών που συνώθησαν στη συνθηκολόγηση του ΚΚΕ, (16.10.1949), περιλαμβάνονται:

α) Η διακοπή της εξωτερικής στρατιωτικής εξισορρόπησης που παρείχε το Γιουγκοσλαβικό καθεστώς του Τίτο στον Δημοκρατικό Στρατό της Ελλάδας[24].

β) Η συμφωνία των ποσοστών, (Οκτώβριος 1944) και η εγκαθίδρυση σφαιρών επιρροής στα Βαλκάνια, παράλληλα με την απόφαση του Στάλιν για την αποφυγή πολιτικοστρατιωτικής εμπλοκής στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο.

γ) Η διαδοχή της Βρετανίας στην πατρωνία της Ελλάδας από τις ΗΠΑ, με τη διακήρυξη του Δόγματος Τρούμαν,(12.3.1947) και την παροχή εξωτερικής ποιοτικής- ποσοτικής οικονομικοστρατιωτικής εξισορρόπησης στην Αθήνα.

δ) Το ζωτικό συμφέρον της Αγγλίας για την ένταξη και διατήρηση της Ελλάδας στην βρετανική σφαίρα επιρροής[25] . Αναλυτικότερα οι αντικειμενικοί πολιτικοί στόχοι της Βρετανίας για την ευνοϊκή επίλυση του ελληνικού-εαμικού ζητήματος, κατοπτρίζονταν:

1. στην παλινόρθωση της μοναρχίας, που αναδεικνύονταν στον πλέον αξιόπιστο δίαυλο της βρετανικής επιρροής στην Ελλάδα[26],

στον πολιτικό έλεγχο του αντιστασιακού κινήματος για την ανάσχεση των ριζοσπαστικών τάσεων μέσω της σταθεροποίησης των αντιεαμικών δυνάμεων[27], μη αποκλείοντας μάλιστα τη συμμετοχή στην εκτελεστική εξουσία ακόμη και των σοσιαλιστών, υπό τη προϋπόθεση ότι θα διαχώριζαν τη θέση τους από το ΚΚΕ,

3. στη συγκρότηση ενός στοιχειώδους και αξιόπιστου κρατικού μηχανισμού,

4. στην ποιοτική και ποσοτική εξωτερική εξισορρόπηση του ελληνικού στρατού, ο οποίος θα έπρεπε να εμφορείται από μία «αντικομμουνιστική νοοτροπία»,

5.στη διατήρηση της Σοβιετικής Ένωσης μακριά από τις ελληνικές υποθέσεις και στη διασφάλιση της αμερικανικής οικονομικοστρατιωτικής υποστήριξης για τη διαχείριση της εσωτερικής κοινωνικοπολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα από την Βρετανία[28].

Ποιες είναι όμως οι συμπαρομαρτούσες απολήξεις της αλλαγής στη διακυβέρνηση των Βαλκανίων στην οριοθέτηση της ελληνικής υψηλής στρατηγικής; Όπως ήδη προαναφέρθηκε ανωτέρω η οργανική εξάρτηση της Ελλάδας από την Βρετανία συνιστούσε προσδιοριστικό-διαμορφωτικό παράγοντα της μεταπολεμικής ελληνικής υψηλής στρατηγικής. Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση του Γ.Παπανδρέου θα επιλύσει το αξονικό πολιτικό της πρόβλημα -ομαλή εγκατάσταση των κυβερνητικών αρχών και αποκατάσταση της κυβερνητικής εξουσίας- μέσω της πρόσδεσης της Ελλάδας στο βρετανικό άρμα και αναγνωρίζοντας τον μείζονα ρόλο της Βρετανίας στη διαμόρφωση και εφαρμογή της ελληνικής εσωτερικής-εξωτερικής πολιτικής. Χαρακτηριστικά στις 22.9.1944, ο έλληνας πρωθυπουργός δήλωσε στον βρετανό ομόλογό του, (Ούινστον Τσόρτσιλ):

«Μας εμπνέει σοβαράς ανησυχίας η κατάστασις όπως διαμορφούται εις την Ελλάδα όπου αί υπό των Γερμανών εκκενούμεναι περιφέρειαι καταλαμβάνονται υπό του ΕΑΜ εν ονόματι δήθεν της Ελληνικής Κυβερνήσεως... Θεωρώ καθήκον νας σας ανακοινώσω την πεποίθησίν μου ότι ενώπιον της διαμωρφωθείσης κρισίμου καταστάσεως τα πολιτικά μέσα δεν είναι πλέον επαρκή. Μόνον η άμεσος παρουσία επιβλητικών Βρετανικών δυνάμεων εις την Ελλάδα και μέχρι των τουρκικών ακτών ημπορεί να μεταβάλη την κατάστασιν»[29].

Απότοκο ήταν η υπογραφή του Συμφώνου της Καζέρτας[30], από τον αρχιστράτηγο των Συμμαχικών Δυνάμεων Μέσης Ανατολής Χένρυ Ουίλσον, το βρετανό υπουργό για τη Μεσόγειο Χ. ΜακΜίλλαν, τον Γ. Παπανδρέου και τους στρατηγούς Ζέρβα και Σαράφη. Οι τελευταίοι ως διοικητές αντίστοιχα του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ, προσυπέγραψαν στην κοινή δήλωση, ότι ενόψει της ανάγκης συντονισμού του αγώνα για την ταχύτερη δυνατή απελευθέρωση της χώρας «αποδέχονται πλήρως τας διαταγάς της ελληνικής κυβερνήσεως και τας του ανωτάτου συμμαχικού αρχιστράτηγου, υπό τας διαταγάς του οποίου η ελληνική κυβέρνησις έθεσεν όλας τας εν Ελλάδι δρώσας ελληνικάς δυνάμεις»[31].

Το αναμφίλεκτο γεγονός της βρετανικής εξωτερικής οικονομικοστρατιωτικής εξισορρόπησης για την υποστύλωση της εκτελεστικής εξουσίας στον Ελλαδικό χώρο, τη διατήρηση της εσωτερικής τάξης και την αποτελεσματική άσκηση κυριαρχίας, καταμαρτυρείτε όχι μόνο από τη μικρή βρετανική δύναμη που συνόδευσε την κυβέρνηση Παπανδρέου στην Αθήνα (18 Οκτωβρίου 1944), αλλά και από τα επίσημα αρχεία του Foreign Office. Τοιουτοτρόπως αναδεικνύεται ο στρατηγικός ρόλος της Ελλάδας ως προκεχωρημένο ανάχωμα σε πιθανές αναθεωρητικές στρατηγικές επιλογές του ανατολικού μπλοκ.

«Οι βρετανικές δυνάμεις στάλθηκαν αρχικά στην Ελλάδα για να προσφέρουν ασφάλεια στην ελληνική κυβέρνηση που ξαναγύριζε στη χώρα, και αποτέλεσαν καθοριστικό παράγοντα για την κατασίγαση του εμφυλίου πολέμου στα χρόνια 1944­1945. Παρέμειναν για να διασφαλίσουν την τάξη ωσότου η ελληνική κυβέρνηση μπορέσει να εδραιώσει ένα αποτελεσματικό σύστημα εσωτερικής ασφάλειας, για να αποτελέσουν αντιστάθμισμα της δύναμης των σοβιετικών στρατευμάτων στη Βουλγαρία και για να ενεργήσουν ως ανασχετική επιρροή κατά τη διάρκεια των δύο ελληνικών εκλογών του 1946. Μετά το δημοψήφισμα του Σεπτεμβρίου, η λειτουργία τους ήταν η προάσπιση της ελληνικής κυβέρνησης που αντιμετώπιζε ένα νέο εμφύλιο πόλεμο. [...]. Όσο οι βρετανικές δυνάμεις παρέμεναν στην Ελλάδα, θεωρούνταν απίθανο οι Σοβιετικοί ή οι δορυφόροι τους να διακινδυνεύσουν μια μετωπική σύγκρουση με τον βρετανικό στρατό. Τα βρετανικά στρατεύματα ήταν μόνο ένα σύμβολο, αλλά, όπως φαίνεται, σύμβολο σημαντικό» [32].

Συναφώς ο μείζον πολιτικός στόχος της ελληνικής κυβέρνησης περιορίζονταν στο εσωτερικό της περιβάλλον και αποκρυσταλλώνονταν στη βιωσιμότητα-λειτουργικότητα-μακροβιότητά της, μέσω της εξωτερικής ενίσχυσης των εσωτερικών μηχανισμών ελέγχου-εξισορροπήσεων. Παρεπόμενα η χριστουγεννιάτικη επίσκεψη του Τσόρτσιλ στην Αθήνα, εν μέσω του δεύτερου γύρου του εμφυλίου πολέμου-Δεκεμβριανά (Δεκέμβριος 1944-Φεβρουάριος 1945)- και η απόφασή του να διορίσει αντιβασιλέα τον Δαμασκηνό, έως ότου διεξαχθεί το δημοψήφισμα για τη Μοναρχία,μετέτρεψε την Ελλάδα σε βρετανικό προτεκτοράτο[33].

Συμπερασματικά, το ερώτημα σχετικά με την άνευ όρων πολιτικοστρατηγική σύμπραξη της Ελλάδας με τη Βρετανία δύναται να απαντηθεί υπό το πρίσμα των μειζόνων εσωτερικών πολιτικοοικονομικών δομικών περιορισμών που αναφύονταν για την κυβέρνηση του Γ.Παπανδρέου[34]. Π.χ. ο εμφύλιος πόλεμος στους κόλπους της αντίστασης είχε δημιουργήσει κλίμα φόβου και καχυποψίας, η οικονομία είχε καταβαραθρωθεί από την περίοδο της κατοχής, οι επικοινωνίες-συγκοινωνίες είχαν διακοπεί σε ολόκληρη τη χώρα, ο εμπορικός στόλος είχε καταστραφεί σχεδόν ολοσχερώς, η έλλειψη τροφίμων ήταν απελπιστική, ενώ ο πληθωρισμός που είχε φθάσει σε αστρονομικά ύψη στη διάρκεια της κατοχής βρισκόταν πάλι εκτός ελέγχου.

Η αναφορά των παραπάνω συμπτωμάτων είναι αποσπασματική και ενδεικτική και σε καμιά περίπτωση δεν αναιρεί-υποβαθμίζει την πραγματολογική επαλήθευση των περιορισμών της δομής του διεθνούς συστήματος (η συστημική αλλαγή στη διακυβέρνηση των Βαλκανίων) αναφορικά με την πρόσδεση της ελληνικής υψηλής στρατηγικής στο άρμα της Δύσης.

Εν ολίγοις αν και επαληθεύεται η υπόθεση εργασίας της νεορεαλιστικής θεωρίας ότι το λιγότερο ισχυρό κράτος ουσιαστικά αντιδρά στους εξωτερικούς περιορισμούς της δομής του διεθνούς συστήματος, καταδεικνύεται τοιουτοτρόπως και η σημασία των μεταβλητών της εσωτερικής δομής στη διαμόρφωση της υψηλής του στρατηγικής.



[1] Βλ., μεταξύ και άλλων Arnold Wolfers, Robert Jervis, Jack Snyder, Randall L. Schweller, Michael Handel, R. P. Barston. Για εκτενή ανάλυση της συγκεκριμένης προβληματικής βλ., Miriam Fendius Elman, «The Foreign Policies of Small States: Challenging Neorealism in Its Own Backyard», British Journal of Political Science, Vol. 25, No. 2 (Apr., 1995), σ. 175-9.

[2] Ειδικότερα για την έννοια και τη λειτουργία της συστημικής δομής βλ., Κ.Waltz, Θεωρία Διεθνούς Πολιτικής, Αθήνα, Ποιότητα, 2010, κεφ.5ο.

[3] M.Handel, Weak States in the International System, London, Frank Cass, 1981, σ

[4] Αυτό γιατί όπως παρατηρεί ο K.Waltz, «Τα αδύναμα κράτη κινούνται σε στενά περιθώρια. Άκαιρες πράξεις, λανθασμένες πολιτικές και κινήσεις την ακατάλληλη στιγμή μπορεί να έχουν μοιραία αποτελέσματα». Waltz, ό.π., σ.404.

[5] Η συστημική αλλαγή είναι μια αλλαγή που λαμβάνει χώρα εντός του διεθνούς συστήματος και απολήγει σε ανακατανομές ισχύος, θέσεως-γοήτρου και ρόλων μεταξύ των κρατικών δρώντων. Βλ., R. Gilpin, Πόλεμος και αλλαγή στη διεθνή πολιτική, Αθήνα, Ποιότητα, 2004, σ. 85-8.

[6] Ως γεωπολιτικός άξονας ορίζεται το κράτος εκείνο που η στρατηγική του σημασία συνέχεται με την ευαίσθητη γεωγραφική του θέση και τις συμπαρομαρτούσες απολήξεις της, στην πολιτικοστρατηγική συμπεριφορά των ισχυρότερων κρατών. Βλ. Zbigniew Brzezinski, Η μεγάλη σκακιέρα: η αμερικανική υπεροχή και οι γεωστρατηγικές της επιταγές, Αθήνα, Νέα Σύνορα, 1998, σ. 78-82.

[7] Αναλυτικότερα για τον εννοιολογικό προσδιορισμό και τις βασικές διακρίσεις των σφαιρών επιρροής βλ. Hedley Bull, Η Άναρχη Κοινωνία, Αθήνα, Ποιότητα, 2001, σ. 276-83.

[8] Βλ. εκτενέστερα Stephen G. Xydis, Greece and the great powers: prelude to the "Truman doctrine", Thessaloniki, Institute for Balkan Studies, 1963, σ.33-4. C.M. Woodhouse, The struggle for Greece 1941-1949, New York, Beekman/Esanu , 1979, σ.78-80.

[9] Προσημειώνουμε ότι η νοηματοδότηση της «συμφωνίας των ποσοστών» εδράζεται στην προηγούμενη διπλωματική προσέγγιση της Βρετανίας με τη Ρωσία για τη διαρρύθμιση του εδαφικού καθεστώς των Βαλκανίων. Συγκεκριμένα στις 5.5.1944, ο βρετανός υπουργός εξωτερικών, Άντονυ Ήντεν πρότεινε στον σοβιετικό πρεσβευτή στο Λονδίνο, Φ.Γκούσεφ, τη συνομολόγηση ενός πολιτικού διακανονισμού για τον διαμοιρασμό των Βαλκανίων σε σφαίρες επιρροής. (Τα ρουμανικά ζητήματα θα αντιμετωπίζονταν ως ρωσική υπόθεση, ενώ τα ελληνικά ζητήματα θα αποτελούσαν βρετανική υπόθεση). Αν και η ρωσική κυβέρνηση ήταν πρόθυμη να αποδεχθεί τη βρετανική πρόταση, οι Η.Π.Α. αντιτίθονταν σε οποιοδήποτε πολιτικοδιπλωματικό διακανονισμό για τη δημιουργία σφαιρών επιρροής στα Βαλκάνια. Απότοκο ήταν η προτεινόμενη συμφωνία να μείνει ανεφάρμοστη. Βλ., Λ.Σ. Σταυριανός, Τα Βαλκάνια μετά το 1453, Θεσσαλονίκη, Βάνιας, 2007, σ.1498-1501.

[10] Παρατίθεται στο ίδιο, σ.1516.

[11] Βλ., αναλυτικότερα Δ. Τσιριγώτης, Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία. Διεθνείς Σχέσεις και Διπλωματία, Αθήνα, Ποιότητα, 2011, κεφ.3ο, μέρος β'.

[12] Επρόκειτο για μια αντιστασιακή οργάνωση που ιδρύθηκε στις 15.10.1941, με φιλελεύθερο ιδεολογικό προσανατολισμό. Εξελίχθηκε στο αντίπαλο δέος του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ).

[13] Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση: Αντιστασιακή οργάνωση με έντονες δημοκρατικές τάσεις, οργανώθηκε στην Αθήνα τον Ιούλιο του 1941 υπό την ηγεσία ενός διακεκριμένου πολιτικού ηγέτη του Γ.Καρτάλη. Βλ., Ιωάννης Ο. Ιατρίδης, Εξέγερση στην Αθήνα, Αθήνα, Νέα Σύνορα, 1973, σ.37.

[14] Στο ίδιο, σ.45-46.

[15] Η πρώτη μεταπολεμική ελληνική κυβέρνηση, εθνικής ενότητας, (απότοκη του Συμφώνου του Λιβάνου), σχηματίσθηκε από τον Γ.Παπανδρέου, στις 15.8.1944.

[16] Βλ., L.Wittner, Η Αμερικανική επέμβαση στην Ελλάδα 1943-1949, Θεσσαλονίκη, Βάνιας, 1991, σ. 17. Ιατρίδης, ό.π., σ.64.

[17] «Η ταυτότης συμφερόντων Ελλάδος και Αγγλίας για πρώτη φορά στην ιστορία είναι απόλυτος» .......«Σήμερα δύο παγκόσμια μέτωπα διαμορφούνται. Ο κομουνιστικός Πανσλαβισμός και ο Φιλελεύθερος Αγγλοσαξονισμός»......«Ολόκληρος η Ευρώπη θα είναι φυσικός σύμμαχος της Αγγλίας δια να υπερασπίσει την εθνική της ανεξαρτησίαν και τας πολιτικάς της ελευθερίας».......«Κατ' εξοχήν όμως ως σύμμαχοι της Αγγλίας προορίζονται η Ελλάς και η Τουρκία, φυσικοί αντίπαλοι των προχωρημένων φυλακίων του Πανσλαβισμού εις την Βαλκανικήν και φυσικοί φρουροί της εξόδου προς την Μεσόγειον». Πηγή: el.wikipedia.org/wiki/%25CE%2593%25CE... (είσοδος, 19/1/2011).

[18] Βλ., Χ.Κ.Τυροβούζης, «Η πρώτη πρωθυπουργία του Γ. Παπανδρέου και το συνέδριο του Λιβάνου. Ιστορικοπολιτικοί όροι», στο Π.Πετρίδης-Γ.Αναστασιάδης, (εισαγωγή-επιμέλεια), Γεώργιος Παπανδρέου. 60 Χρόνια παρουσίας και δράσης στην πολιτική ζωή, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 1994, σ.329.

[19]Βλ., C.M.Woodhouse, ό.π., σ.87.

[20]Βλ., Χ.Κ.Τυροβούζης, «Η πρώτη πρωθυπουργία του Γ. Παπανδρέου και το συνέδριο του Λιβάνου. Ιστορικοπολιτικοί όροι», ό.π., σ.336-337.

[21] Η Συμφωνία ή Χάρτης του Λιβάνου, (20.5.1944), προέβλεπε την αναδιοργάνωση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στη Μέση Ανατολή και τη συνένωση όλων των αντιστασιακών ομάδων υπό την πολιτική κυριαρχία της κυβέρνησης εθνικής ενότητας του Γ.Παπανδρέου. Βλ., Ιατρίδης, ό.π., σ.68-9.

[22] Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 25.7.1944 μια δεκαμελής σοβιετική αποστολή συναντήθηκε με το επιτελείο του ΕΑΜ, ζητώντας του «να συμφωνήσει με όλες τις απαιτήσεις της Εθνικής Κυβέρνησης». Βλ., L.Wittner, ό.π., σ. 21.

[23] Αναλυτικότερα για το Σύμφωνο του Λιβάνου, βλ. τα Κείμενα της Εθνικής Αντίστασης, τομ. Α', Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1981, σ.72-5.

[24] Ένοπλη, αριστερή και αντιμοναρχική οργάνωση προσκείμενη στο Κ.Κ.Ε.

[25] Όπως αναφέρει ο βρετανός υπουργός εξωτερικών, Ε. Μπέβιν, (Μάιος 1946): «η βασική προϋπόθεση της πολιτικής μας πάντα υπήρξε ότι... η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει στη βρετανική σφαίρα». Παρατίθεται στο L.Wittner, ό.π., σ.48.

[26] Για την πτυχή αυτή βλ. Γ.Ανδρικόπουλος, 1944, Κρίσιμη Χρονιά, τ. Α & Β, Αθήνα, Διογένης, 1974. L. Baerentzen, (ed.) British Reports on Greece, 1943-44, Copenhagen, Museum Tusculanum Press, 1982. Για τον Ουίνστων Τσόρτσιλ και το Φόρειν Όφις, η βρετανική κυριαρχία στη μεταπολεμική Ελλάδα, θα διασφαλίζονταν καλύτερα και ευκολότερα μέσω της παλινόρθωσης της μοναρχίας. Βλ., R.Glogg, (ed. & trans.), Greece 1940-1949: Occupation, Resistance, Civil War, Houndmills, Basingstoke, Hampshire, Palgrave Macmillan, 2002, σ. 163, 191.

[27] Επισημαίνουμε ότι η ευθύνη για τον ανεφοδιασμό και την οριοθέτηση της στρατιωτικής δράσης, της Ελληνικής Αντίστασης, ανήκε αποκλειστικά στους Βρετανούς, όπως άλλωστε συνέβαινε και με ολόκληρο το θέατρο επιχειρήσεων της Αν. Μεσογείου. Εν τούτοις πολύ γρήγορα διαπίστωσαν ότι η αποστολή τους από στρατιωτική, μετατράπηκε σε πολιτική. Βλ., Λ.Σ. Σταυριανός, Τα Βαλκάνια μετά το 1453, σ.1487-8.

[28] Βλ., Ιατρίδης, ό.π., σ.100

[29] Βλ. R.Glogg, Συνοπτική Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, Αθήνα, Κάτοπτρο, 1995, σ. 309.

[30] Η συνδιάσκεψη της Καζέρτας, (20.9.1944), αποσκοπούσε στη διασφάλιση της πολιτικής συναίνεσης του ΕΑΜ για την αποβίβαση βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανικών δυνάμεων κατοχής. Βάση των όρων του Συμφώνου της Καζέρτας, οι αντιστασιακές οργανώσεις τέθηκαν επισήμως υπό τις διαταγές της ελληνικής κυβερνήσεως εθνικής ενότητας. Ακολούθως συμφώνησαν να τερματίσουν τις εσωτερικές διαμάχες, διακήρυξαν την πρόθεσή τους να συγκροτήσουν μια «εθνική ένωση» για να διευκολύνουν τον συντονισμό των προσπαθειών τους κατά του κοινού εχθρού. Συνακόλουθα η ελληνική κυβέρνηση εξουσιοδοτούσε τον βρετανό στρατηγό Σκόμπι να αναλάβει την διοίκηση των ελληνικών αντιστασιακών δυνάμεων. Με την Συμφωνία αυτή η βρετανική κυβέρνηση αναλάμβανε την ολοκληρωτική διαχείριση των ελληνικών πολιτικών ζητημάτων. Η βρετανική επέμβαση ενείχε την σιωπηρή νομιμοποίησή της από τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ. Βλ., Ιατρίδης, ό.π., σ.113-4.

[31] Βλ. R.Glogg, Συνοπτική Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, σ. 309.

[32] Σχόλιο του βρετανικού υπουργείου εξωτερικών προς την αμερικανική πρεσβεία στο Λονδίνο. Παρατίθεται στο Robert Frazier, «Η διένεξη Bevin-Marshall για την αποχώρηση των βρετανικών στρατευμάτων», στο Lars Baeretzen, Γιάννης Ο. Ιατρίδης, Ole Smith, Μελέτες για τον Εμφύλιο Πόλεμο, 1945-1949, Αθήνα, ΟΛΚΟΣ, 1992, σ.272.

[33]Βλ. Ιατρίδης, ό.π., σ.211. Εκτός του γεγονότος ότι η πολιτική και οικονομική επιρροή της Βρετανίας είχε μετατρέψει την Ελλάδα σε υποτελές κράτος, η βρετανική αποστολή επιδίδονταν στη συγκρότηση και εκπαίδευση έμπιστων στρατιωτικών μονάδων και σωμάτων εσωτερικής ασφάλειας. Στο ίδιο, σ.242. Σχετικά με τον βαθμό της βρετανικής επικυριαρχίας στην ελληνική εσωτερική κοινωνικοπολιτική δομή, άξιο αναφοράς είναι το παράδειγμα του βρετανού πρεσβευτή στην Αθήνα, (Rex Leeper), το 1945, ο οποίος διέθετε ευρύτατες εξουσίες και ευθύνες που συγγένευαν με τις εξουσίες ενός αποικιακού κυβερνήτη. Βλ. Nigel Clive, «Εναλλακτικές επιλογές της Βρετανικής πολιτικής, 1945-1946», στο Lars Baeretzen, Γιάννης Ο. Ιατρίδης, Ole Smith, ό.π., σ. 234-5.

[34] Σύμφωνα με τον Μακμίλλαν τα μείζονα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο Γ.Παπανδρέου ήταν ο «χαώδης» πληθωρισμός και η ταχεία συγκρότηση τακτικού στρατού που θα απορροφούσε μερικές από τις μονάδες του ΕΛΑΣ και θα επέτρεπε τη διάλυση όλων των υπολοίπων ομάδων. Βλ., Ιατρίδης, ό.π., σ.132.