Τάσος Κατσαρός «Μια απόφαση μάχομαι μέχρι το τέλος. Στενή Αυτοάμυνα (ΟΠΛΑ) 1946-1947»

αναδημοσίευση από: http://thenetwar.com/2009/10/%CE%B7-%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-1946/

Το 2004 κυκλοφόρησε το “Μια απόφαση μάχομαι μέχρι το τέλος. Στενή Αυτοάμυνα (ΟΠΛΑ) 1946-1947” και αναφέρεται στην ΟΠΛΑ (Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών) και συγγραφέας είναι ο Τάσος Κατσαρός. Είναι γνωστό ότι για το συγκεκριμένο θέμα και γενικότερα για τον εμφύλιο, έχουν γραφτεί πολλές ανακρίβειες και χύθηκε αρκετή λάσπη από όλους.

Στο βιβλίο αυτό γίνεται αρχικά μια σύντομη αναφορά στα γεγονότα των τελευταίων μηνών της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα, τις συμφωνίες του Λιβάνου[1], της Καζέρτας[2] και της Βάρκιζας[3], την πολιτική σημασία των συμφωνιών αυτών, καθώς και τις επιπτώσεις που είχε στον κόσμο της Αριστεράς η υποχώρηση του ΕΛΑΣ και η παράδοση των όπλων.

Ο συγγραφέας περιγράφει τις συνθήκες τρομοκρατίας που επικράτησαν στη χώρα αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς και τις αιτίες που οδήγησαν στον εμφύλιο πόλεμο. Μετά από μια εξονυχιστική έρευνα που έκανε (μέσα από επίσημα αρχεία αλλά και μαρτυρίες) κατάφερε να συγκεντρώσει καταπληκτικά στοιχεία σχετικά με τη συγκρότηση της ΟΠΛΑ (Στενή Αυτοάμυνα) στη Θεσσαλονίκη, τη δομή της οργάνωσης, τον τρόπο δράσης της και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εξαρθρώθηκε. Τέλος, παρουσιάζονται οι απολογίες των αγωνιστών στη δίκη της ΟΠΛΑ της Θεσσαλονίκης, που αποτελούν σημαντικότατα ντοκουμέντα, χρήσιμα για τη μελέτη της περιόδου.

Ο τίτλος του βιβλίου “Μια απόφαση μάχομαι μέχρι το τέλος” ήταν ένα τραγούδι που, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας, “σιγοτραγουδούσαν οι κουρασμένες φωνές των τραυματισμένων πολιτοφυλάκων σε κάποιο νοσοκομείο της Λερίντα στον Ισπανικό εμφύλιο“, προτρέποντάς μας να κάνουμε τις απαραίτητες συγκρίσεις.

Ποια ήταν η ΟΠΛΑ

Η ΟΠΛΑ δημιουργήθηκε στις αρχές του 1944 ως προέκταση του ΕΛΑΣ στις πόλεις από μέλη του εφεδρικού ΕΛΑΣ, μόνο που οι συνθήκες κάτω από τις οποίες συγκροτήθηκε και έδρασε ήταν πολύ πιο δύσκολες. Αφορμή στάθηκε μια επιδρομή ταγματασφαλιτών σε νοσοκομείο τραυματιών και αναπήρων στις 30 Νοεμβρίου 1943 με το πρόσχημα ότι εκεί κρύβονταν ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ και του ΕΛΑΣ. Σχεδόν αμέσως μετά, η αστυνομική διεύθυνση Αθηνών εκδίδει την παρακάτω διαταγή του Αρχηγού της Αστυνομίας Πόλεων με την οποία ζητούσε την πάταξη του ΕΑΜικού κινήματος.

Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών

Κοινοποιώ κατωτέρω διαταγήν του Αρχηγείου Αστυνομίας Πόλεων, διά την ακριβή προς ταύτην συμμόρφωσίν σου. (Απευθύνεται σε δύο συγκεκριμένους αστυνόμους)

Εν Αθήναις τη 13/12/43

Αγγελος Εβερτ

Υπάρχει αντίληψις ότι οι αστυνομικοί δεν αποδίδουν, όσον αφορά την δίωξιν των αναρχικών στοιχείων του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ. Είναι ανάγκη να παύση η υπάρχουσα εντύπωσις. Πρέπει να δημιουργήσωμεν την εντύπωσιν ότι η Αστυνομία δεν υστερεί. Η συνεργασία της Αστυνομίας και των Ευζωνικών Ταγμάτων είναι στοιχείο απαραίτητον προς επιτυχίαν του εκτεθέντος σκοπού, πρέπει δε να αποβή πλήρης και απόλυτος.
Αθ. Σαμπάνης, Αρχηγός

(Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο “Η ΟΠΛΑ χωρίς θρύλο του Γιώργου Καράγιωργα“, εκδόσεις Δωδώνη. Άλλα βιβλία που χρησιμοποιεί και ο συγγραφέας: “Τέσσερις δίκες στη Θεσσαλονίκη” του Γ. Μόδη, εκδ. Πάπυρος, που αναφέρεται εκτός απ’ την ΟΠΛΑ και στη ΜΛΑ, τη Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα, με αρκετά στοιχεία.

Υπάρχει έλλειψη βιβλίων για το συγκεκριμένο θέμα από την αριστερή πλευρά.

Εχθρική προς το ΕΑΜ ήταν και η στάση των αστικών κομμάτων, τα οποία στις 19 Γενάρη του 1944 έκαναν έκκληση στους Αγγλους για άμεση δράση ενάντια στο ΕΑΜ “για να σωθεί η Ελλάδα από την αναρχούμενη αντάρτικη δράση”. Ο Στυλιανός Γονατάς (πρώην πρωθυπουργός “δημοκρατικής” κυβέρνησης, σε γράμμα προς τον Εμμ. Τσουδερό (πρωθυπουργό της εξόριστης κυβέρνησης που καθοδηγούνταν από τους Άγγλους), παραπονείται για τη δράση του ΕΑΜ και λέει ότι “τα τάγματα ασφαλείας απετέλεσαν το μόνο δι’ αυτούς (εννοεί το ΕΑΜ) πραγματικόν αντίπαλον δέος” (από το βιβλίο του Θανάση Χατζή “Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε” τόμος 3ος, εκδ. Δωρικός, σελ. 64).

Έτσι γίνεται πλέον συστηματική η συνεργασία μεταξύ της δωσίλογης αστυνομίας και των γερμανοτσολιάδων εναντίον του ΕΑΜ. Φυσικά και η στάση των Άγγλων ήταν πλέον φανερά εχθρική. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες συγκροτήθηκε η ΟΠΛΑ. Στη δράση της μπορούμε να συμπεριλάβουμε σαμποτάζ σε στρατιωτικούς στόχους, εκτελέσεις δωσίλογων και ταγματασφαλιτών αλλά και σε πολλές περιπτώσεις κανονικές μάχες με γερμανικά στρατιωτικά τμήματα μέσα στην πόλη. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα προσπάθησε να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά ενός αντάρτικου πόλης, προστατεύοντας πολλούς αγωνιστές από τις δολοφονικές επιθέσεις των γερμανοτσολιάδων και της δωσίλογης αστυνομίας.

Μετά τα Δεκεμβριανά και τη Βάρκιζα ξεκινά μια περίοδος άγριας τρομοκρατίας από τη μεριά του κράτους απέναντι στο λαό. Με την υποστήριξη των Άγγλων και των Αμερικάνων, το αστικό κράτος εξοπλίζεται και σε συνεργασία με τις παρακρατικές συμμορίες που δρούσαν στην ύπαιθρο μεθοδεύει συστηματικά την εξόντωση και την υποταγή των αγωνιστών του ΕΛΑΣ αλλά και κάθε δημοκράτη.

Έτσι το Φλεβάρη του 1946 με απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ ξεκινάει το δεύτερο αντάρτικο. Εκτός από την ΟΠΛΑ (Εθνική Πολιτοφυλακή) υπήρχε η ΜΛΑ (Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα) καθώς και οργανώσεις αγωνιστών και αξιωματικών του ΕΛΑΣ. Τα πράγματα όμως δεν ήταν καθόλου εύκολα. Από τη μια εντεινόταν καθημερινά η “λευκή τρομοκρατία”, ενώ από την άλλη η ηγεσία του ΚΚΕ βρέθηκε μπροστά σε σκληρά διλήμματα. Ακόμη και στην πρώτη φάση του δεύτερου αντάρτικου, η ασάφεια ως προς την κύρια πλευρά της πάλης είχε την επίδρασή της στη δράση της ΟΠΛΑ αλλά και των υπόλοιπων λαϊκών οργανώσεων στις πόλεις. Άλλωστε είχε χαθεί ήδη πολύτιμος χρόνος.

Το καθεστώς κατάφερε να ενισχυθεί στα μεγάλα αστικά κέντρα και να δημιουργήσει όρους στεγανοποίησης και ελέγχου του πληθυσμού. Αυτά τα δεδομένα αποτυπώθηκαν στο εύρος, τα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά αλλά και στον προσανατολισμό της ένοπλης πάλης στις πόλεις, που δεν ξέφυγε από έναν μικρό, συμπληρωματικό και, ως ένα βαθμό, ασαφή ρόλο.

ΟΠΛΑ Θεσσαλονίκης (Στενή Αυτοάμυνα)

Ο Τάσος Κατσαρός συνέλεξε στοιχεία σχετικά με τη συγκρότηση της Στενής Αυτοάμυνας στη Θεσσαλονίκη. Όπως αναφέρει, το Μάη του 1946 το Μακεδονικό Γραφείο του ΚΚΕ έδωσε εντολή σε κάποιον “Αλέκο” να δημιουργήσει αντάρτικο πόλης στη Θεσσαλονίκη. Έτσι αυτός άρχισε να στρατολογεί μέλη της Μαζικής Λαϊκής Αυτοάμυνας στη Στενή Αυτοάμυνα, συγκροτώντας μικρές αυτόνομες ομάδες ενταγμένες σε τρεις βασικούς τομείς (Δυτικός, Κεντρικός και Ανατολικός), έχοντας μια κεντρική διοίκηση. Τέλος, υπήρχε σημαντικός αριθμός τεχνικών, οδηγών, παρασκευαστών εκρηκτικών, ανθρώπων που τα σπίτια τους χρησίμευαν ως κρυψώνες και πληροφοριοδοτών της οργάνωσης.

Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει σχεδιάγραμμα της Ασφάλειας σχετικά με τον τρόπο δόμησης της Στενής Αυτοάμυνας και αναφέρει…

Απ’ όλα τα στοιχεία και τις μαρτυρίες που έχουμε, η θωράκιση της Στενής Αυτοάμυνας ήταν ανύπαρκτη. Σημαντικές ευθύνες για την κατάσταση αυτή φέρουν οι εμπνευστές αυτής της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, δεύτερο όνομα-ψευδώνυμο, είχαν μόνο πέντε πρόσωπα, οι δύο κεντρικοί αρχηγοί και οι τρεις τομεάρχες. Όλοι οι υπόλοιποι γνώριζαν τα ονοματεπώνυμα των άλλων μελών της ομάδας τους. Ένα άλλο στοιχείο αδυναμίας της οργάνωσης, είναι ότι οι συναντήσεις των μελών γίνονταν ακόμη και στις κατοικίες τους ή στους τόπους εργασίας τους. Έτσι, εφόσον οι πολιτικοί εμπνευστές δεν μπόρεσαν να πάρουν στοιχειώδη μέτρα προφύλαξης για τα νέα και άπειρα αυτά παιδιά, ήταν πολύ εύκολο, σε περίπτωση που κάποιος «μεγάλος» συλλαμβανόταν, να «σπάσει» και να μιλήσει στην Ασφάλεια, οδηγώντας μ' αυτό τον τρόπο, στην εξάρθρωση της οργάνωσης. Συγκεκριμένα, παρόλο που οι ομάδες δεν συνδέονταν μεταξύ τους και λειτουργούσαν, ως ένα βαθμό, αυτόνομα, αυτό δεν εμπόδισε τη σύλληψη όλων των κατηγορουμένων, μετά τις αποκαλύψεις του Ελευθεριάδη.

Η δράση της οργάνωσης περιλαμβάνει την επιλογή στόχων μέσα από πρώην συνεργάτες Γερμανών, χαφιέδες, βαθμοφόρους της χωροφυλακής και άλλα υψηλόβαθμα κρατικά στελέχη. Οι πρώτες επιθέσεις έγιναν στις αρχές Οκτώβρη του 1946 εναντίον αστυνομικών. Η τελευταία επίθεση έγινε στις 30 Απρίλη του 1947 σε στρατιωτικό λεωφορείο των Αξιωματικών της Αεροπορίας, που ήταν και η μοιραία για την εξάρθρωση της οργάνωσης.

Επιθέσεις της Ο.Π.Λ.Α. στη Θεσσαλονίκη

· Στις 2 Οκτωβρίου του 1946 και ώρα 4:00 μ.μ. γίνεται δολοφονική απόπειρα με πιστόλι, κατά του χωροφύλακα Μακρή στην Τούμπα.

· Στις 6 Οκτωβρίου 1946 και ώρα 23:15 δολοφονείται με πιστόλι, ο Υποδιοικητής Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, Μοίραρχος Κωφίτσας Δημήτριος.

· Στις 1 Νοεμβρίου του 1946 και ώρα 20:20 πραγματοποιείται επίθεση κατά της Αστυνομικής περιπόλου στην πλατεία της Αγίας Σοφίας Θες/νίκης και δολοφονία του υπενωμοτάρχη Χρήστου Παγώνη. Εκεί πέφτει νεκρός και ο αντάρτης πόλης Χαράλαμπος Νικολαϊδης.

· Στις 7 Νοεμβρίου του 1946 και ώρα 18:45 γίνεται επίθεση με δύο χειροβομβίδες κατά του καφενείου «Ελληνικόν», στη συμβολή των οδών Τσιμισκή και Καρόλου Ντηλ.

· Στις 18 Νοεμβρίου 1946 και ώρα 19:45 πραγματοποιείται επίθεση με χειροβομβίδες κατά του Α? Αστυνομικού τμήματος.

· Στις 3 Δεκεμβρίου του 1946 και ώρα 20:20 γίνεται επίθεση κατά της Αστυνομικής περιπόλου στην οδό Αγίας Σοφίας.

· Στις 14 Ιανουαρίου 1947 και ώρα 14:40 γίνεται απόπειρα δολοφονίας με χρήση χειροβομβίδας κατά του Βασιλικού επιτρόπου Ταμβακά Θεμιστοκλή.

· Στις 26 Μαρτίου 1947 και ώρα 6μ.μ. γίνεται απόπειρα δολοφονίας με πιστόλι, κατά του εθνικόφρονα περιπτερούχου Δημητριάδη Αναστάσιου, ο οποίος τραυματίζεται σοβαρά.

· Στις 13 Απριλίου 1947 και ώρα 8μ.μ. πραγματοποιείται επίθεση με αυτόματα όπλα, κατά του καφενείου του Απόστολου Μπόνου (κέντρο εθνικοφρόνων) και δολοφονείται ο Γιαννουλάκης Γεώργιος

· Στις 30 Απριλίου 1947 και ώρα 7:20π.μ. πραγματοποιείται η σοβαρότερη επίθεση της οργάνωσης κατά των Αξιωματικών της Αεροπορίας

Η δίκη της ΟΠΛΑ

Η δίκη πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο και το Σεπτέμβρη 1947, στο Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης. Διήρκεσε 18 μέρες. Στις κατηγορίες αναφέρονταν ότι οι 67 κατηγορούμενοι είχαν καταρτίσει και συμμετείχαν σε ομάδες με σκοπό την απόσπαση μέρους της Επικράτειας, η παράνομη κατοχή και χρήση οπλισμού και, φυσικά, οι ανθρωποκτονίες και οι απόπειρες ανθρωποκτονιών.

47 εκτελέστηκαν πίσω από τις φυλακές του Γεντί Κουλέ σε τρία γκρουπ στις 17, 21 και 23 Οκτώβρη του 1947. Η απόφαση για τις εκτελέσεις πάρθηκε από την “κεντρώα” κυβέρνηση του κόμματος των Φιλελευθέρων, με πρωθυπουργό το “δημοκράτη” Θεμιστοκλή Σοφούλη. Αξιόλογες είναι οι απολογίες του Ανδρέα Παπαγεωργίου και του Αλβανού Ακίνδυνου, δύο ηγετικών στελεχών της οργάνωσης, που ανέλαβαν όλη την ευθύνη.

Τι απόγινε ο αρχηγός;

Για τον επικεφαλής, γράφει ο Τάσος Κατσαρός:

Ο Τάσος Γουσόπουλος ή «Αλέκος» ή «Χοντρός», ήταν ο Νο 1 της ΟΠΛΑ, ο οποίος δε συνελήφθη. Από μια πληροφορία που έχουμε από κάποιον συγκατηγορούμενό του, χωρίς, όμως, να καταφέρουμε να τη διασταυρώσουμε, ο Γουσόπουλος βρισκόταν στην πόλη της Θεσσαλονίκης, όλη την περίοδο του εμφυλίου. Μια μέρα του 1948 τον εντόπισαν αστυνομικά όργανα και τον περικύκλωσαν. Τότε τον πλησίασε ένας αξιωματικός του οποίου το όνομα ήταν Μαράτος, και τον διέταξε να σηκώσει τα χέρια ψηλά. Ο Γουσόπουλος, με μια αστραπιαία κίνηση, τράβηξε το πιστόλι του και τον πέτυχε στην καρωτίδα. Ο θάνατος του Μαράτου ήταν ακαριαίος. Έτσι, εκμεταλλευόμενος τον αιφνιδιασμό των υπολοίπων αστυνομικών, ξέφυγε από τον αστυνομικό κλειό. Στα τέλη του '49, μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, πέρασε κι αυτός στις Ανατολικές χώρες. Η γυναίκα του Αλβανού μας είπε ότι ζούσε στη Θεσσαλονίκη πριν από μερικά χρόνια, αλλά δεν μπορέσαμε να τον βρούμε.

Ο Κατσαρός αναφέρει επίσης ότι υπεύθυνος για τις συλλήψεις και την εξάρθρωση της ΟΠΛΑ ήταν ο τότε μοίραρχος Ν. Μουσχουντής, κουμπάρος του Τσιτσάνη και λάτρης του ρεμπέτικου - ο μετέπειτα πασίγνωστος Θεσσαλονικάρχης, το όνομα του οποίου φέρουν δεκάδες δρόμοι στους δήμους της πόλης. Ο ίδιος ήταν ανάμεσα στους προσδιορισμένους για εκτέλεση στόχους της ΟΠΛΑ.

Σαν βιβλίο μας δίνει την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί εκείνη την εποχή. Ο Κατσαρός (Ο Τάσος Κατσαρός που έγραψε το βιβλίο είναι ο γιος του Άγγελου Κατσαρού που ήταν ένας από τους κατηγορούμενους στη δίκη) όμως δεν γράφει σαν ουδέτερος και δυστυχώς αυτό τον παρασύρει αρκετές φορές να θαυμάζει κάποιες ενέργειας της ΟΠΛΑ και να τις δικαιολογεί. Όπως «τυφλές» επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα ή περιπόλους, όπου οι στόχοι υποχρεωτικά θα ήταν απλοί αστυφύλακες ή χωροφύλακες. Δυστυχώς μέσα στα θύματα από τις τυφλές (επίσης) επιθέσεις στα καφενεία υπήρξαν και τυφλοί πολίτες.

Σαν οργάνωση και μέσα από τα πρακτικά της δίκης διαπιστώνει κανείς το μεγάλο βαθμό ερασιτεχνισμού των στελεχών και των μελών της. Για παράδειγμα ο Παπαγεωργίου, Νο 2 της οργάνωσης, είχε στο σπίτι του σχεδιάγραμμα με τα πραγματικά ονόματα των μελών, διευθύνσεις κλπ. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι ο εμφύλιος βρισκόταν σε εξέλιξη και δεν υπήρχε χρόνος για συστηματική οργάνωση και προετοιμασία και μην ξεχνάμε ότι η οργάνωση είχε 100 περίπου άτομα. Δεν αμφιβάλει κανείς ότι στην ΟΠΛΑ της Θεσσαλονίκης όπως ο Γουσόπουλος και ο Αλβανός ήταν αδίστακτοι και ικανότατοι αντάρτες πόλης.

Ο εμφύλιος ήταν από τις χειρότερες στιγμές της Σύγχρονης Ελλάδας. Αν βάλει κανείς την Μικρασιατική καταστροφή και Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο θα δε ότι στην ουσία πρόκειται και πολύ δύσκολα χρόνια και που δυστυχώς τα σημάδια αυτής 30ετίας έχουν μείνει ακόμα μέχρι στις μέρες μας.



[1] Συνθήκη του Λιβάνου

Η συνδιάσκεψη του Λιβάνου (Μάιος 1944) είχε ως βασικό πρόβλημα το γεγονός της μειωμένης αριθμητικής εκπροσώπησης των αριστερών ανταρτικών και πολιτικών φορέων (βασικά του ΕΑΜ), σε σχέση με την πολιτική και στρατιωτική τους επιρροή στο ελληνικό έδαφος. Ανεξάρτητα από τον ιδεολογικό προσανατολισμό της οργάνωσης, η προσφορά της στην ελληνική επικράτεια -όχι μόνο στρατιωτική αλλά επίσης κοινωνική και οικονομική- την είχε νομιμοποιήσει στα μάτια πολλών Ελλήνων, την ίδια στιγμή που η επίσημη ελληνική κυβέρνηση είχε αποτραβηχτεί από τη χώρα.

Τα αποτελέσματα της συνδιάσκεψης δεν ικανοποίησαν την ηγεσία του ΕΑΜ, η οποία διαισθανόταν την αυξημένη επιρροή της στον ελληνικό πληθυσμό και φιλοδοξούσε να παίξει πιο αποφασιστικό ρόλο απέναντι σε μια εξόριστη κυβέρνηση που δε διέθετε καμία ουσιαστική λαϊκή νομιμότητα. Έτσι, αμέσως μετά την επιστροφή της αντιπροσωπίας από το Λίβανο, η επίσημη ηγεσία του ΕΑΜ διαφώνησε με μια σειρά όρων που αποφασίστηκαν στη συνδιάσκεψη. Πιο συγκεκριμένα, το ΕΑΜ αρνήθηκε να θέσει τις μεγάλες δυνάμεις του ΕΛΑΣ κάτω από ενιαίο κυβερνητικό έλεγχο, επέμεινε στην απομάκρυνση του Παπανδρέου και ζήτησε την αναδιανομή των υπουργείων της κυβέρνησης εθνικής ενότητας.

Το αδιέξοδο επανήλθε, αλλά αυτή τη φορά οι προοπτικές για το ΕΑΜ ήταν εξαιρετικά ευοίωνες. Με τον ΕΛΑΣ να ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής επικράτειας και την προοπτική αποχώρησης των γερμανικών στρατευμάτων ορατή, το ΕΑΜ διέθετε τα στρατιωτικά και πολιτικά μέσα να διεκδικήσει την εξουσία στην Ελλάδα, προτού η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση επιστρέψει στο ελληνικό έδαφος. Από αυτή την άποψη, η αιφνιδιαστική μεταστροφή της στάσης του ΕΑΜ στις αρχές Αυγούστου του 1944 δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά για το παρασκήνιο της απόφασης. Το βέβαιο είναι πως από μόνη της η ηγεσία του ΕΑΜ δε φαινόταν διατεθειμένη να εγκαταλείψει τη μετωπική της σύγκρουση με την κυβέρνηση Παπανδρέου και τη συμφωνία του Λιβάνου.

[2] Η συμφωνία της Καζέρτας

Σε πλήρη αντίθεση με τους όρους που είχε προβάλει μετά τη συνδιάσκεψη του Λιβάνου (Μάιος 1944), το EAM δήλωσε πως θα σεβαστεί την υπογραφείσα συμφωνία, θα θέσει τον ΕΛΑΣ κάτω από τον έλεγχο της νέας ελληνικής κυβέρνησης και θα συμμετάσχει στο σχήμα εθνικής ενότητας δίχως να επιμείνει στην προηγούμενη απαίτησή του για συγκεκριμένα υπουργεία. Η κυβέρνηση συγκροτήθηκε στις 15 Αυγούστου 1944 αλλά δημιουργήθηκαν ανησυχίες, τόσο στον Παπανδρέου όσο και στους Βρετανούς, για τον κυρίαρχο ρόλο του ΕΛΑΣ στις απελευθερωμένες περιοχές.

Ξανά, ωστόσο, η ηγεσία του ΕΑΜ επέδειξε πνεύμα συμβιβασμού. Στα τέλη Σεπτεμβρίου, υπογράφτηκε στην ιταλική πόλη Καζέρτα συμφωνία μεταξύ των βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, της ελληνικής κυβέρνησης και των αρχηγών του ΕΛΑΣ Σαράφη και του ΕΔΕΣ Ζέρβα. Οι δύο αρχηγοί αναγνώριζαν την κυβέρνηση εθνικής ενότητας ως μοναδικό νόμιμο πολιτικό φορέα στην Ελλάδα και συμφωνούσαν να παραχωρήσουν τον έλεγχο των οργανώσεών τους σε αυτή, προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή μετάβαση της χώρας από την κατοχή στην απελευθέρωση και στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Με τη σειρά του, ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου συμφώνησε να μεταβιβάσει τον έλεγχο στον αρχηγό των βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα, στρατηγό Scobie, ο οποίος θα παρέμενε (μαζί με τα στρατεύματά του) στη χώρα για μικρό διάστημα μετά την απελευθέρωση.

[3] Η Συμφωνία της Βάρκιζας

Υπογράφτηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1945 και προέβλεπε:

Δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών για τη διεξαγωγή εκλογών και δημοψηφίσματος, που θα έκρινε την τύχη της μοναρχίας στην Ελλάδα.

Διάλυση των ανταρτικών οργανώσεων.

Παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ μέσα σε δύο εβδομάδες.

Παραχώρηση αμνηστίας στους στρατιώτες του Έ.Λ.Α.Σ

Τα αποτελέσματα της ήταν:

Μερικές μονάδες του ΕΛΑΣ, όπως και ο ηγέτης του Άρης Βελουχιώτης αρνήθηκαν να δεχτούν τη Συμφωνία και κατέφυγαν και πάλι στα βουνά. Το Ε.Α.Μ. τους αποκήρυξε αμέσως.

Ο Άρης Βελουχιώτης πληρώνει με τη ζωή του τη συνέχιση της επαναστατικής του δραστηριότητας.

Τερματισμός της πρώτης φάσης του εμφύλιου πολέμου.