Παναγιώτης Σάμιος «Η Μαύρη Αγορά και οι ακίνητες περιουσίες που άλλαξαν χέρια ...(1941-1944)»

Διπλωματική εργασία, Αθήνα 2010

αναδημοσίευση από: http://www.alfavita.gr/history/h12_3_10_921.php

Εισαγωγή

«Ζηλωτόν μεν ο πλούτος τίμιον μέντοι και θαυμαστόν η δικαιοσύνη»

(Ο πλούτος είναι βέβαια ζηλευτός, η δικαιοσύνη όμως είναι πολύτιμο και θαυμαστό πράγμα)

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ

Η περίοδος της Κατοχής (1941-1944) ήταν από τις πιο τραγικές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Η Ελλάδα βγήκε από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εντελώς κατεστραμμένη. Πολλές δεκαετίες, σκοτάδι κάλυπτε αυτά τα δίσεκτα έτη. Για πολιτικούς λόγους είχε επιβληθεί λήθη. Γεγονότα, πρόσωπα, στάσεις και πρακτικές είχαν ξεχαστεί και σκεπαστεί από το μύθο και το ψέμα. Για παράδειγμα ο στρατιωτικός και οικονομικός δωσιλογισμός είναι ζητήματα που δεν έχουν ερευνηθεί αρκετά. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια, η έρευνα έχει αρχίσει να φωτίζει ιδιαίτερες πτυχές και γεγονότα της περιόδου.

Σκοπός της μικρής αυτής εργασίας είναι να ερευνήσει τι έγινε κατά τη διάρκεια της κατοχής και πώς χιλιάδες ακίνητες περιουσίες άλλαξαν χέρια με αποτέλεσμα βαθιές αλλαγές στην κοινωνική δομή της μεταπολεμικής Ελλάδας. Μετά τη λήξη του Πολέμου και του Εμφυλίου εμφανίστηκε μια ομάδα ανθρώπων, οι περιβόητοι «νεόπλουτοι» με τεράστιες περιουσίες (κινητές και ακίνητες) που είχαν αποκτηθεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Η ομάδα αυτή διεκδικούσε (και τον πήρε τελικά) ρόλο και λόγο στην οικονομική και πολιτική ζωή του τόπου.

Η εργασία διαρθρώνεται σε τρία κεφάλαια:

Αρχικά παρουσιάζονται συνοπτικά οι βασικές αιτίες της πλήρους οικονομικής κατάρρευσης της Ελλάδας. Εξετάζονται οι συνθήκες που επέτρεψαν τη δημιουργία και λειτουργία της μαύρης αγοράς, οι περίοδοι της και τα αποτελέσματά της που ήταν η πείνα, ο λιμός και οι μαζικοί θάνατοι χιλιάδων ανθρώπων.

Στη συνέχεια παρουσιάζονται αναλυτικά πλήρη στοιχεία για τις αγοραπωλησίες ακινήτων που έγιναν κατά τη διάρκεια της κατοχής. Με πίνακες αποκαλύπτεται το μέγεθος και η έκταση της κλοπής που έγινε την περίοδο αυτή. Περίπου 350.000 ακίνητα, κόποι μιας ζωής, άλλαξαν χέρια κάτω από συνθήκες εξαθλίωσης, πείνας, λιμού και εκβιασμών, κυριολεκτικά για ένα κομμάτι ψωμί, λίγα δράμια λάδι και μερικές χούφτες σταφίδες.

Τέλος με έρευνα στα αρχεία των εφημερίδων της εποχής μετά την απελευθέρωση και τον εμφύλιο (1944-1951) αποκαλύπτεται πώς έληξε το ζήτημα των κατοχικών αγοραπωλησιών ακινήτων.

Η εργασία στο μεγαλύτερο μέρος της στηρίζεται σε έρευνα πρωτογενών πηγών. Δεν φιλοδοξεί να καλύψει πλήρως το θέμα της οικονομίας της Κατοχής. Θα ήθελε όμως να είναι μια αρχή, μια μικρή συμβολή στην έρευνα και την αποκάλυψη και άλλων στοιχείων για την μαύρη αυτή περίοδο.

Στις δύσκολες στιγμές που περνά σήμερα η πατρίδα μας, είναι τραγικά επίκαιρη διότι δείχνει πώς η φτώχεια, η πείνα, η οικονομική ανέχεια ακόμα και ο θάνατος που βασανίζει τους πολλούς, μπορεί υπό συνθήκες να παράξει πλούτο και δύναμη για τους λίγους. Είναι για αυτό ο ελάχιστος φόρος τιμής στους ανθρώπους που χάθηκαν τότε ή επιβίωσαν με πολλά προβλήματα…..

1. Η οικονομική κατάρρευση της Ελλάδας και η εμφάνιση της μαύρης αγοράς.

Από τις 28 Οκτωβρίου 1940 μέχρι τον Απρίλη του 1941,για περίπου έξι μήνες, πάνω στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας, ο ελληνικός στρατός ταπείνωνε τις ιταλικές στρατιές. Η αδύναμη Ελλάδα αντιστεκόταν και νικούσε. Τον Απρίλη, οι Γερμανοί ανέλαβαν να βγάλουν από τη δύσκολη θέση τους συμμάχους τους. Περνώντας την ελληνική μεθόριο από τα βουλγαρικά σύνορα στις 6 Απριλίου 1941 και εφαρμόζοντας την τακτική του κεραυνοβόλου πολέμου προήλασαν ταχύτατα προς την Αθήνα.

1.1 Η Ελλάδα υπό τριπλή κατοχή:

Το μέτωπο στην Αλβανία κατέρρευσε, ο στρατός άρχισε να υποχωρεί και σύντομα ο στρατηγός Τσολάκογλου, σαν έτοιμος από καιρό, υπόγραψε τη συνθηκολόγηση. Στις 27 Απριλίου ο γερμανικός στρατός εισερχόταν νικητής στην Αθήνα. Πέρασε από τους έρημους δρόμους της και ύψωσε στην Ακρόπολη τη γερμανική σημαία με τα ναζιστικά σύμβολα. Ο κόσμος αμήχανος, είδε την Κυβέρνηση και το Βασιλιά να αναχωρούν και να τον αφήνουν έρμαιο στις διαθέσεις των κατακτητών. Για άλλη μια φορά ένιωσε απογοητευμένος και προδομένος.

Η νικημένη Ελλάδα ήταν μια φτωχή, αγροτική χώρα, με αναιμική βιομηχανία, με ανεπαρκείς και προβληματικές υποδομές (δρόμοι, λιμάνια, σιδηρόδρομος κλπ). Δεν είχε για τον Άξονα κάποιο ιδιαίτερο οικονομικό ή παραγωγικό ενδιαφέρον[1].

Η κατάληψη της Ελλάδας είχε κάποια γεωστρατηγικά οφέλη για τον Άξονα. Σε κάθε περίπτωση όμως οι Γερμανοί ήθελαν να απαγκιστρώσουν το συντομότερο πολύτιμες στρατιωτικές δυνάμεις από τη Βαλκανική εκστρατεία-περιπέτεια και να επικεντρωθούν στους δύο κεντρικούς στρατιωτικούς στόχους που είχαν:

α) την γρήγορη προέλαση, εισβολή και συντριβή της Σοβιετικής Ένωσης και

β) τη στήριξη της εκστρατείας στη Βόρεια Αφρική (Ρόμελ).

Για τους λόγους αυτούς η Ελλάδα χωρίστηκε σε ζώνες κατοχής υπό την ευθύνη του γερμανικού, του ιταλικού και του βουλγαρικού στρατού[2].

Οι Γερμανοί κράτησαν ως νικητές τις πιο ενδιαφέρουσες στρατηγικά περιοχές: Αθήνα, Θεσ/νίκη, Έβρο, Χίο, Σάμο, Λήμνο, Λέσβο, Σκύρο, Μήλο, Κύθηρα, Αντικύθηρα και Κρήτη.

Οι Βούλγαροι για τις διευκολύνσεις που προσέφεραν πήραν τη Δυτική Θράκη και τη Μακεδονία αποκτώντας την πολυπόθητη έξοδο στο Αιγαίο και αποκαθιστώντας εν μέρει τα σύνορα του 1912.

Οι Ιταλοί πήραν όλα τα υπόλοιπα, δηλαδή λίγο περισσότερο από το 70% του ελληνικού εδάφους.

1.2 Οι δωσίλογες Κυβερνήσεις.

«…Σε κάθε τόπο θα βρεθούνε κάμποσα φιλόδοξα και ιδιοτελή καθάρματα, που θα εξυπηρετήσουν πρόθυμα τους σκοπούς μου, γιατί αυτό θα είναι ο μόνος τρόπος για να αναδειχτούν και να πλουτίσουν στη χώρα τους…»[3]

Α. Χίτλερ

Μετά το μοίρασμα σε ζώνες κατοχής οι Γερμανοί ενδιαφέρθηκαν να λύσουν και το πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδας. Αφού ο Βασιλιάς και η Κυβέρνηση είχαν εγκαταλείψει τη χώρα, έπρεπε να υπάρξει ως διάδοχη κατάσταση μια Κυβέρνηση που θα έδινε στους Έλληνες το αίσθημα της συνέχισης ύπαρξης του Κράτους και την ψευδαίσθηση ελευθερίας και αυτονομίας.

Οι προπολεμικές εμπορικές σχέσεις με τη Γερμανία (κλήρινγκ), οι νόμιμες και παράνομες δραστηριότητες της γερμανικής αρχαιολογικής αποστολής[4], η δράση της γερμανικής Πρεσβείας, αλλά το κυριότερο η ιδεολογική δουλειά που είχε κάνει το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και οι μικρές, δραστήριες οργανώσεις της Άκρας Δεξιάς είχαν κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου διαβρώσει πολιτικά, αρκετούς εκπροσώπους του πολιτικού κόσμου, του στρατού, της οικονομικής και πολιτιστικής ζωής του τόπου. Από αυτούς τους κύκλους επιλέχτηκαν αυτοί που θα επάνδρωναν τις δωσίλογες Κυβερνήσεις των Ελλήνων. Αυτές ήταν:

- 30 Απριλίου 1941 μέχρι 2 Δεκεμβρίου 1942 Κυβέρνηση Τσολάκογλου.

- 2 Δεκεμβρίου 1942 μέχρι 7 Απριλίου 1943 Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου και

- 7 Απριλίου 1943 μέχρι την απελευθέρωση Σεπτέμβριος 1944 Κυβέρνηση Ιωάννη Ράλλη.

Στην πραγματικότητα όλη την εξουσία την είχαν στα χέρια τους ο Πληρεξούσιος της Γερμανίας στην Ελλάδα, πρέσβης Γκύντερ Άλτεμπουργκ και ο Ιταλός Πληρεξούσιος, Πελεγκρίνο Γκίτζι. Οι δωσίλογες Κυβερνήσεις ήταν ανίκανες να επιλύσουν βασικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο λαός (επισιτιστικό, έλεγχος της αγοράς, περίθαλψη τραυματιών, λειτουργία δημόσιων υπηρεσιών, απειλές από τις διεκδικήσεις των εθνικών μειονοτήτων κλπ). Αντίθετα έκαναν ό,τι μπορούσαν για να στηρίξουν και να εφαρμόσουν τις αποφάσεις των Κατακτητών. Για το λόγο αυτό οι Κυβερνήσεις ήταν εντελώς ανυπόληπτες στα μάτια του κόσμου και προκαλούσαν το μίσος και την οργή.

«…και στη δική μας χώρα από την πρώτη στιγμή έτρεξαν κοντά στους καταχτητές τα φιλόδοξα και ιδιοτελή καθάρματα. Έτρεξαν πρώτα πρώτα οι Τσολάκογλοι, οι Μπάκοι, οι Γκοτζαμάνηδες, οι Καραμάνοι, στρατηγοί, απάτριδες, πολιτικάντηδες, τυχοδιώκτες. Με την πρόφαση να περισώσουν τάχα κάτι από την καταστροφή, μα στην πραγματικότητα για να εξασφαλίσουν αξιώματα, πρωτοκαθεδρίες, φαγοπότια, ρεμούλες για τον εαυτό τους, τους συγγενείς τους και τους φίλους τους, εδέχθηκαν να κυλιούνται καθημερινά στη λάσπη της προδοσίας, να κοψομεσιάζονται, να υποβοηθάνε τη λεηλασία και την ερήμωση της χώρας τους και να δίνουνε πρόσχημα νομιμότητας σε όλα τα κακουργήματα των κατακτητών…Ένας υπουργός είχε κάποτε την αναισχυντία να πει σε φίλους του που τον ρώτησαν πώς μένει στην Κυβέρνηση αφού ο λαός πεθαίνει στους δρόμους από την πείνα: - Εγώ έχω το αυτοκίνητό μου. Καλά τρώγω και πίνω. Ο λαός που ήθελε πόλεμο, ας βγάλει τώρα τα μάτια του..»[5].

1.3 Αιτίες της οικονομικής κατάρρευσης.

«…Σε όλα τα κατεχόμενα εδάφη βλέπω τους ανθρώπους να ζουν εκεί μπουκωμένοι στο φαΐ, ενώ ο δικός μας λαός πεινάει. Για τ’ όνομα του Θεού, δεν σας στείλαμε εκεί για να δουλέψετε για την ευημερία των λαών που σας εμπιστευτήκαμε, αλλά για να πάρετε όσο περισσότερα μπορείτε ώστε να μπορέσει να ζήσει ο γερμανικός λαός. Περιμένω από εσάς να αφιερώσετε τις δυνάμεις σας σ’ αυτό. Αυτή η συνεχής έγνοια για τους ξένους πρέπει να τελειώνει μια για πάντα…Καρφί δεν μου καίγεται όταν μου λέτε ότι οι άνθρωποι της ζώνης ευθύνης σας πεθαίνουν από την πείνα. Αφήστε τους να πεθαίνουν, εφόσον έτσι δεν λιμοκτονεί κανένας Γερμανός..»[6].

Ο Γκαίρινγκ προς τους Αρμοστές του Ράιχ και τους Στρατιωτικούς διοικητές των κατεχόμενων εδαφών, 6 Αυγούστου 1942.

α) Από τις πρώτες μέρες της Κατοχής οι κατακτητές προχώρησαν σε οργανωμένες και συστηματικές κατασχέσεις όλων των αποθεμάτων (δημόσιων και ιδιωτικών) προϊόντων που χρειάζονταν για να συντηρηθούν τα στρατεύματα τους και να προωθηθούν στα μέτωπα. Γερμανοί, Ιταλοί και Βούλγαροι συναγωνίζονταν στο πλιάτσικο, στις λεηλασίες και στις αρπαγές. Τρόφιμα, δημητριακά, εργαλεία, φάρμακα, είδη ένδυσης, στρατιωτικό υλικό, οχήματα-μέσα μεταφοράς, καύσιμα, ανταλλακτικά, ζώα κ.α γίνονταν αντικείμενο και στόχος των στρατιωτών που ρήμαζαν τις αποθήκες.

β) H νομισματική κατάρρευση και ο πληθωρισμός εκμηδένισε την αξία του χρήματος και έκανε πολύ δύσκολη κάθε οικονομική συναλλαγή. Μετά τη λεηλασία και το πλιάτσικο οι Γερμανοί απαίτησαν από την Κυβέρνηση Τσολάκογλου η Ελλάδα να πληρώνει στις δυνάμεις του Άξονα τις «δαπάνες Κατοχής» που αυξάνονταν συνεχώς.

Δαπάνες Κατοχής[7].

Νοέμβριος 1941

25 δις. δραχμές

Δεκέμβριος 1942

260 δις δραχμές

Αύγουστος 1943

850 δις δραχμές

Χρήματα όμως δεν υπήρχαν. Τα κρατικά ταμεία ήταν εντελώς άδεια. Η τριπλή κατοχή είχε μηδενίσει κάθε οικονομική δραστηριότητα, ο θαλάσσιος αποκλεισμός απαγόρευε το εξωτερικό εμπόριο, τα δημόσια έσοδα από δασμούς και φόρους ήταν ασήμαντα. Η Κυβέρνηση για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των Γερμανών σε συνεννόηση με την Τράπεζα της Ελλάδας άρχισε να τυπώνει χρήμα. Η αύξηση της ποσότητας του χρήματος που κυκλοφορούσε σήμαινε αυτόματα πληθωριστικές πιέσεις και ταχεία υποτίμηση της αξίας του χρήματος.

Κυκλοφορία νομίσματος[8].

Νοέμβριος 1941

41 δις δραχμές

Σεπτέμβριος 1942

185 δις δραχμές

Αύγουστος 1943

1.030 δις δραχμές

Ιούνιος 1944

58.000 δις δραχμές

γ) Η βιομηχανική παραγωγή περιορίστηκε σε ό,τι χρειαζόταν το Ράιχ και τα στρατεύματα κατοχής. Με διάφορες νομότυπες μεθόδους οι γερμανικές εταιρείες υπέγραφαν μακράς διάρκειας συμφωνίες με τις ελληνικές βιομηχανίες. Η αποδοχή τέτοιων συμβολαίων εγγυόταν τη διανομή υλικών και καυσίμων και σε ορισμένες περιπτώσεις τεράστια κέρδη. Η άρνηση συνεργασίας με τις γερμανικές εταιρείες σήμαινε αυτόματα δήμευση της βιομηχανίας, απογύμνωση και μεταφορά των μηχανημάτων στη Γερμανία. Μακράς διαρκείας συμφωνίες υπογράφηκαν μεταξύ της Krupp και 26 ελληνικών εταιρειών π.χ το Ράιχ εξασφάλισε ετήσιες παραδόσεις 616,300 τον. πολύτιμων μετάλλων υπολογισμένης αξίας 13.000.000 RM. Επίσης η Βέρμαχτ έπαιρνε ημερησίως 2.800.000 τσιγάρα από τις 11 μεγαλύτερες ελληνικές καπνοβιομηχανίες. Εδώ θα πρέπει να προσθέσουμε και τις εταιρείες που ανέλαβαν να κατασκευάσουν έργα (γέφυρες, δρόμους, αεροδρόμια, λιμάνια, μηχανές κλπ) για λογαριασμό των στρατευμάτων κατοχής. Συνολικά 6.500 νέες επιχειρήσεις δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της κατοχής[9].

Τελικά όμως η εσωτερική αγορά διαλύθηκε αφού δεν υπήρχαν προϊόντα για να καλυφθούν οι ανάγκες του πληθυσμού. Μικρά και μεσαία εργοστάσια, βιοτεχνίες, μαγαζιά, λεηλατήθηκαν και έκλεισαν, χιλιάδες άνθρωποι έμειναν χωρίς δουλειά και πόρους για να ζήσουν.

δ) Οι συγκοινωνιακές υποδομές κατέρρευσαν πλήρως. Όλα τα μεταφορικά μέσα (φορτηγά, αυτοκίνητα, μηχανάκια, ακόμα και τα ζώα και τα ποδήλατα!!) επιτάχτηκαν από τις δυνάμεις κατοχής. Το ίδιο και όλα τα καύσιμα, τα ανταλλακτικά και οι μηχανές. Το σιδηροδρομικό και οδικό δίκτυο ήταν σε κακό χάλι από τους βομβαρδισμούς και τις δολιοφθορές των ανταρτών. Τα λιμάνια και τα καράβια κατεστραμμένα.

Η τριπλή κατοχή και η πλήρης καταστροφή των συγκοινωνιακών δικτύων έκαναν αδύνατη την τροφοδοσία των αστικών κέντρων με αγροτικά προϊόντα που χρειάζονταν για τη διατροφή του πληθυσμού. Οι μεγάλες πόλεις, τα νησιά και τμήματα της ηπειρωτικής Ελλάδας απομονώθηκαν. Υπό αυτές τις συνθήκες ακόμα και αν κάποιο μέρος της αγροτικής παραγωγής γλίτωνε από τα κατοχικά στρατεύματα και τους δωσίλογους συνεργάτες τους δεν υπήρχε ασφαλείς τρόπος να μεταφερθεί στα αστικά κέντρα και ειδικά στην Αθήνα.

ε) Η χώρα προπολεμικά εισήγαγε σημαντικά ποσοστά των απαραίτητων αγαθών από τα λιμάνια και ειδικότερα από τον Πειραιά. Η καταστροφή του εμπορικού στόλου και των λιμανιών και ο ναυτικός αποκλεισμός που είχε επιβληθεί από τους Συμμάχους δεν επέτρεπε τον από θαλάσσης ανεφοδιασμό της χώρας με τρόφιμα και προϊόντα. Αυτή η εξάρτηση από τους θαλάσσιους δρόμους στάθηκε μοιραία τον πρώτο χειμώνα της Κατοχής, ειδικά για την Αθήνα και τον Πειραιά.

στ) Οι αγρότες προπολεμικά παρέδιδαν τη σοδειά τους στο Κράτος σε προσυμφωνημένες τιμές μέσω του συστήματος συγκέντρωσης της παραγωγής. Στην Κατοχή κανένας δεν ήταν πρόθυμος να καλλιεργήσει και έπειτα να παραδώσει τη σοδειά του στις κατοχικές δυνάμεις ή στην «Κυβέρνηση» και μάλιστα έναντι χρηματικής αμοιβής η οποία δεν είχε καμία αξία.

Επιπλέον σπόροι, λιπάσματα, φυτοφάρμακα, εργαλεία, κάρα και ζώα είχαν κατασχεθεί και αρπαχτεί. Αν προσθέσουμε εδώ την καταπίεση, τις μαζικές εκτελέσεις, τις σφαγές και τις πυρπολήσεις ολόκληρων χωριών που γίνονταν από τους Γερμανούς, Βούλγαρους και Ιταλούς σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής καταλαβαίνουμε εύκολα πώς η καλλιέργεια της γης σταδιακά περιορίστηκε και η αγροτική παραγωγή σε όλα τα βασικά προϊόντα μειώθηκε. Ενδεικτικά τη χρονιά της μεγάλης πείνας (χειμώνας 1941-42) η παραγωγή δημητριακών μειώθηκε κατά 30% [10].

Συνοπτικά θα λέγαμε πως ο πόλεμος, η τριπλή κατοχή και το πλιάτσικο που εφάρμοσαν τα κατοχικά στρατεύματα πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις της Ελλάδας οδήγησαν τη χώρα στην πλήρη οικονομική κατάρρευση. Μια εικόνα της κατάστασης μας δίνει ο παρακάτω πίνακας:

Υλικές καταστροφές της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο[11].

Απώλειες

Προπολεμικά

μεγέθη

Ποσοστό απωλειών

Ζώα εργασίας

855.000

2.005.000

42,6 %

Πρόβατα, χοίροι

πουλερικά

12.305.000

24. 840.000

49,5 %

Δάση

5.000 km2

19.180 km2

25 %

Οχήματα (επιβατικά,

φορτηγά, λεωφορεία)

11.300

17.200

65,7 %

Οδικές γέφυρες

(άνω των 6m)

90 %

Σιδηροδρομικό τροχαίο

υλικό (ατμομηχανές,

βαγόνια κλπ)

6.080

6.502

93,5 %

Σιδηροδρομικές γέφυρες

(άνω των 10 m)

96

96

100 %

Οικοδομές

401.000

1.730.000

23,2 %

Εμπορικά πλοία

(μέχρι Απρίλιο 1945)

434

583

74,5 %

ΠΗΓΗ: Κ. Δοξιάδης, «Αι θυσίαι της Ελλάδας στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο», εκδόσεις Υφυπουργείου Ανοικοδομήσεως, Αθήνα, 1946.

1.4 Η Μαύρη Αγορά: περιγραφή και λειτουργία

Κατά τη διάρκεια του πολέμου (Οκτώβρης 1940- Απρίλης 1941) υπήρχαν ελλείψεις προϊόντων. Από τις πρώτες μέρες όμως μέρες της κατοχής οι ελλείψεις αυτές άρχισαν να γίνονται μεγαλύτερες. Ο κόσμος χρειαζόταν είδη πρώτης ανάγκης (αλεύρι, ζάχαρη, λάδι, σαπούνι κλπ) αλλά αυτά δεν υπήρχαν στην αγορά ή κι όταν υπήρχαν οι τιμές τους ήταν απλησίαστες. Το χρήμα κάθε μέρα που περνούσε έχανε την αξία του όλο και περισσότερο. Πολλοί εργαζόμενοι έχασαν τη δουλειά τους και έμειναν χωρίς πόρους. Οι φαντάροι επέστρεφαν από το μέτωπο με τα πόδια, πεινασμένοι, εξασθενημένοι, τραυματισμένοι, γεμάτη ψείρες και κρυοπαγήματα. Η «Κυβέρνηση» ήταν ανίκανοι να εξασφαλίσει στο λαό ακόμα κι αυτό το φαγητό του.

Τότε ξεκίνησε να λειτουργεί η Μαύρη Αγορά. Ένα σύστημα διακίνησης προϊόντων και αγαθών, μη ελεγχόμενο από το Κράτος, στηριγμένο στο νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, που εξασφάλιζε όμως τη λειτουργία του με υπόγειες, σκοτεινές διαδρομές και μεθόδους και γίνονταν όχι με το επίσημο νόμισμα, αλλά με ανταλλαγές ειδών. Τα μαγαζιά λιανεμπορίου, με άδεια τα ράφια, άρχισαν να κλείνουν μαζικά. Τα προϊόντα διακινούνταν χέρι με χέρι, «κρυφά», σε καφενεία, κουρεία, φαρμακεία, δικηγορικά γραφεία, συμβολαιογραφεία ή σε διάφορα σημεία των μεγάλων πόλεων.

Έτος

Τιμή σιτηρεσίου

Μέσο ημερομίσθιο

Αναλογία

Οκτώβρης 1940

15,2

75

4,9

Απρίλιος 1943

9301,0

4.500

0,48

Αύγουστος 1943

13.293,0

8500

0,64

Δεκέμβριος 1943

52.423,0

75.000

1,43

Φεβρουάριος 1944

221.320,0

175.000

0,79

Μέσος όρος Κατοχής

0,84

Σύγκριση ημερομισθίου και σιτηρεσίου σε τιμές μαύρης αγοράς [12].

Σταδιακά η μαύρη αγορά από μια απεγνωσμένη, αγωνιώδη προσπάθεια του κόσμου να εξασφαλίσει τα στοιχειώδη αγαθά μετατράπηκε σε ένα πλήρως οργανωμένο και ελεγχόμενο (από λίγους χονδρέμπορους, βιομήχανους, κλπ) σύστημα διακίνησης προϊόντων που έφερε τεράστιες αλλαγές στην κοινωνική και οικονομική δομή της Ελλάδας.

Στην πρώτη φάση (Καλοκαίρι 1941-Φθινόπωρο 1941) χιλιάδες πολίτες συμμετείχαν στην μαύρη αγορά. Κάθε μέρα πλήθη κόσμου ξεχύνονταν σε φανερά και «κρυφά» στέκια όπου πωλούνταν είδη πρώτης ανάγκης. Τα στέκια αυτά έδιναν την εικόνα του πανηγυριού[13]. Όλοι πουλούσαν και αγόραζαν τα πάντα σε όλους. Με καταπληκτική ταχύτητα προϊόντα και είδη ανταλλαγής άλλαζαν χέρια. Όλοι έψαχναν την ευκαιρία που θα εξασφάλιζε στους ίδιους και στα παιδιά τους το φαγητό της ημέρας. Καθώς τα χρήματα δεν είχαν αξία οι ανταλλαγές γίνονταν σε είδος. Πρώτα πουλήθηκαν τα χρυσαφικά και τα κοσμήματα, ύστερα πολύτιμα και ακριβά αντικείμενα (έπιπλα, ραπτομηχανές, πίνακες ζωγραφικής, φωνόγραφοι, ασημικά κλπ). Τέλος ξεπουλιούνταν τα υφάσματα, οι προίκες των κοριτσιών, ακόμα και τα ρούχα που φορούσαν. Στην Αθήνα και στις μεγάλες πόλεις άνθρωποι με καρότσια φορτωμένα με αντικείμενα και ρούχα ταξίδευαν προς τα γειτονικά χωριά για να τα ανταλλάξουν με λίγο λάδι, όσπρια, σταφίδες και αλεύρι.

……………………………………………………………………………………………………………………………………

«…γύρω από τους αρχιπροδότες Τσολάκογλους έχουνε συγκροτήσει τις συμμορίες τους τα «τσακάλια», όλοι οι ασυνείδητοι μεγαλοκαρχαρίες των θολών νερών, οι σπεκουλάντηδες, οι μεγαλοεπιχειρηματίες, οι εργολάβοι, οι μεσάζοντες, οι «οικονομικώς συνεργαζόμενοι μετά των αρχών κατοχής».……Τα διακόσια εκατομμύρια…πέρασαν από τα χέρια τους. Μετατράπηκαν σε πολυκατοικίες, σε πλούσια χτήματα, σε βίλλες, σε διαμαντικά, σε μπριλλάντια, σε χρυσές λίρες, σε έπιπλα, σε μπιμπελό, σε γουναρικά, σε χαλιά που σωριάζονται στα σπίτια τους. Ό,τι πουλάει ο καθένας από μας για να φτωχοζήσει το ρολόι του, το χαλί του, τη βέρα του, το κόσμημα της γυναίκας του, την εικόνα, όλα πέρασαν στα χέρια των τσακαλιών. Αυτοί κάνουν όλες τις βρώμικες επιχειρήσεις σε συνεργασία με υπουργούς και με ξένους. Αυτοί είναι οι πραγματικοί δημιουργοί της μαύρης αγοράς και όχι ο φτωχός μεταπωλητής που προσπαθεί να ζήσει την οικογένειά του πουλώντας πέντε οκάδες τομάτες ή τρεις οκάδες μαρίδα. Και όμως η κυβέρνηση κυνηγάει ετούτους εδώ τους φτωχούς βιοπαλαιστές, και κανένα, μα κανένα «τσακάλι» δεν ετόλμησε να θίξει. Μα πώς να το θίξει; Είναι κοινοί συμμορίτες μαζί τους τρώνε κάθε μέρα στα πλούσια τραπέζια τους. Οι προδότες και τα τσακάλια άνοιξαν το δρόμο στην ηθική εξαχρείωση…»[14].

Ο φοβερός χειμώνας του 1941-42 έμεινε χαραγμένος στη μνήμη όσων επέζησαν. Το κρύο, η πείνα, οι αρρώστιες και ο λιμός αποδεκάτισαν χιλιάδες ανθρώπους. Αυτή ήταν, για τα «τσακάλια», η μεγάλη «ευκαιρία» της κατοχής. Αφού δεν είχε μείνει πια τίποτε για να πουλήσουν, οι άνθρωποι άρχισαν να πουλούν τις ακίνητες περιουσίες τους. Μπροστά στο φάσμα της πείνας και του θανάτου χιλιάδες ακίνητες περιουσίες, οι κόποι μιας ζωής, άλλαξαν χέρια. Σπίτια, μαγαζιά, επιχειρήσεις, οικόπεδα, χωράφια, βιομηχανικές μονάδες και βιοτεχνίες ξεπουλήθηκαν για λίγες λίρες, λίγο ψωμί, μερικά δράμια όσπρια και κάποια κιλά σταφίδα.

Στην τρίτη φάση η μαύρη αγορά, καλοκαίρι 1942-άνοιξη 1944, άλλαξε μορφή. Η επίλυση του επισιτιστικού προβλήματος με τη μεταφορά εφοδίων μέσω του Ερυθρού Σταυρού, η οργάνωση του λαού στην Αντίσταση, το μοίρασμα με δελτίο των τροφών, το πλιάτσικο στα εβραϊκά σπίτια και η παράδοση του ιταλικού στρατού δημιούργησαν νέες ευκαιρίες. Η μαύρη αγορά προσανατολίστηκε σε δυσεύρετα είδη: φάρμακα, εκλεκτά εδέσματα, λυχνίες ραδιοφώνου και ανταλλακτικά μηχανών, εργαλεία, βενζίνη, στρατιωτικό εξοπλισμό μέχρι όπλα και πυρομαχικά.

Στην τελευταία φάση από την άνοιξη του 1944 μέχρι την απελευθέρωση, λόγω της κατάρρευσης της δραχμής και της βέβαιης ήττας των Γερμανών, όλοι ήθελαν να απαλλαγούν από τις δραχμές και να τις ανταλλάξουν το συντομότερο με άλλο νόμισμα, χρυσές λίρες ή άλλα είδη που μπορούν αργότερα να ξανανταλλαχτούν.

1.5 Τα αποτελέσματα της μαύρης αγοράς: πείνα, λιμός και θάνατος

Όσο πλησίαζε ο πρώτος χειμώνας της κατοχής τα πράγματα δυσκόλευαν όλο και περισσότερο. Το πλιάτσικο των δυνάμεων κατοχής, η οικονομική κατάρρευση, ο πληθωρισμός, ο ναυτικός αποκλεισμός, η κακή σοδειά του καλοκαιριού, η διάλυση της κρατικής μηχανής, η δράση των μαυραγοριτών και ο βαρύς χειμώνας ήταν οι βασικές αιτίες της πείνας και του λιμού που έπληξε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.

Γεωγραφικά ο λιμός απλώθηκε στις μεγάλες πόλεις, ιδιαίτερα στην Αθήνα και στον Πειραιά και στα απομονωμένα νησιά του Αιγαίου. Ο χειμώνας του 1941-42 ήταν η πιο τραγική περίοδος της κατοχής. Χιλιάδες άνθρωποι υπέφεραν, πείνασαν, αρρώστησαν, πρήστηκαν, ξεπούλησαν ό,τι είχαν, τριγύριζαν ντυμένοι με τσουβάλια και έψαχναν στα σκουπίδια για να βρουν κάτι να φάνε και τελικά πέθαιναν μόνοι και αβοήθητοι. Ο υποσιτισμός, τα οιδήματα της πείνας, οι ψείρες, οι μολύνσεις, η φυματίωση στις πόλεις και η ελονοσία στην ύπαιθρο θέριζαν χιλιάδες ανθρώπους.

Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων ακόμα και σήμερα δεν έχει αποσαφηνιστεί. Οι σκληρές συνθήκες ζωής και η διάλυση του Κράτους έκαναν ιδιαίτερα δύσκολη τη συλλογή στοιχείων από όλη την Ελλάδα[15].

Το BBC μιλούσε για 500.000 νεκρούς, ενώ οι ελληνικές αρχές υπολόγιζαν τους νεκρούς σε 300.000[16].

Συγκριτικά στοιχεία για τα θύματα του λιμού στην Αθήνα και τον Πειραιά κατά τα έτη 1941-1942 μας δίνει ο παρακάτω πίνακας[17]:

Κ. Δοξιάδης

Ερυθρός Σταυρός

Έρευνα στα Δημοτολόγια

74.100

72.855

74.148

Σε αυτούς τους αριθμούς θα πρέπει να προστεθούν:

- τα θύματα από δήμους και κοινότητες που δεν περιλαμβάνονταν τότε στο Πολεοδομικό Συγκρότημα Πρωτευούσης (Βούλα, Χαϊδάρι, Πέραμα, Φάληρο κλπ)

- τα θύματα που πέθαιναν στην Αθήνα αλλά προέρχονταν από άλλα μέρη π.χ η 5η Μεραρχία Κρητών στρατιωτών εγκλωβίστηκε στον Πειραιά και αποδεκατίστηκε από το λιμό.

- Όσοι για λόγους επιβίωσης δεν δηλώθηκαν πουθενά και θάφτηκαν ανώνυμοι

- Όσοι αρρώστησαν τότε και πέθαναν αργότερα.

Δεν ήταν μόνο η πείνα και ο θάνατος που βασάνιζε τους ανθρώπους. Όσοι επέζησαν, λόγω του υποσιτισμού (ειδικά τα παιδιά και οι γυναίκες), είχαν τόσο εξασθενημένο οργανισμό που παρουσίαζαν μεγάλα προβλήματα για πολλά χρόνια αργότερα π.χ πνευμονία, φυματίωση, ψυχασθένειες κλπ.[18]

Η πείνα, ο λιμός και η αρρώστιες χτύπησαν όλες τις κοινωνικές τάξεις αλλά περισσότερο αυτούς που βρισκόταν στα κατώτερα και μεσαία κοινωνικά στρώματα, όσους δεν είχαν δικά τους περιουσιακά στοιχεία ή κοινωνικές διασυνδέσεις (οικογένεια, συγγενείς, φίλους). Θύματα ήταν:

- Οι τραυματίες και οι άρρωστοι του στρατού που πολέμησε στην Αλβανία. Αφέθηκαν στην τύχη τους και πέθαναν στα νοσοκομεία που νοσηλεύονταν. Την ίδια τύχη είχαν και οι τρόφιμοι των σανατορίων, των ασύλων και των ψυχιατρείων.

- Τμήματα του στρατού (με νησιωτική καταγωγή) που αποκόπηκαν κατά την υποχώρηση και εγκλωβίστηκαν στις πόλεις χωρίς να μπορούν να επιστρέψουν στα νησιά τους.

- Οι πρόσφυγες από την Μ. Ασία που δεν είχαν προλάβει να συνέρθουν από τον ξεριζωμό, πλήρωσαν μεγάλο τίμημα. Έμεναν σε πρόχειρα ανθυγιεινά παραπήγματα στις προσφυγογειτονιές. Έκαναν δουλειές του ποδαριού ή δούλευαν στις βιομηχανίες και την οικοδομή. Με την οικονομική κρίση έμειναν άνεργοι χωρίς εισόδημα. Επιπλέον δεν είχαν διασυνδέσεις συγγενείς και χωριά στην ύπαιθρο για να ζητήσουν καταφύγιο και να σωθούν.

- Οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι μισθοσυντήρητοι, οι εργάτες, οι τεχνίτες, και οι μικροκαταστηματάρχες υπέφεραν γιατί δεν είχαν άλλους πόρους εκτός από το μισθό και τις συναλλαγές που έκαναν με τις δραχμές οι οποίες δεν είχαν αξία. Οι άνθρωποι αυτοί αφού ξεπούλησαν κάθε κινητό και ακίνητο περιουσιακό τους στοιχείο άρχισαν να πεθαίνουν κατά εκατοντάδες.

- Ένα μεγάλο τμήμα της προπολεμικής αστικής τάξης που δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στις συνθήκες της κατοχής αφού καταστράφηκε οικονομικά ξεπουλώντας τεράστιες περιουσίες, οδηγήθηκε στο θάνατο[19].

Μέσα όμως από αυτό το σκηνικό του θανάτου, μέσα από τις στάχτες του πολέμου και την καταπίεση της τριπλής κατοχής, μέσα από τα βογκητά των ανθρώπων που ψυχορραγούσαν στα πεζοδρόμια ξεπήδησαν οι «νεόπλουτοι». Αυτή η νέα τάξη πλουσίων, αδίστακτη και χωρίς ενδοιασμούς συγκέντρωσε στα χέρια της τεράστιο πλούτο και δύναμη. Την ώρα που άνθρωποι πέθαιναν στους δρόμους αυτοί κατασπαταλούσαν επιδεικτικά τεράστια ποσά σε θεάματα, ακροάματα[20] και είδη πολυτελείας. Το μίσος φούντωνε στις ψυχές των ανθρώπων. Ακόμα και σήμερα η λέξη μαυραγορίτης έχει αρνητική σημασία και χρησιμοποιείται ως βρισιά.

Εκπληκτική είναι και η ιστορία του Σμυρνιού ρεμπέτη, Βαγγέλη Παπάζογλου. Για να επιβιώσει έπιασε δουλεία σε ένα κέντρο. Το πρωί στο δρόμο έβλεπε τα παγωμένα κορμιά να τα μαζεύει το κάρο. Το βράδυ οι μαυραγορίτες και οι δωσίλογοι πετούσαν τα χρήματα τους στα πόδια του. Άνθρωπος ηθικός και ντόμπρος όπως ήταν δεν άντεξε. Κατέβηκε από το πάλκο και δεν ξανατραγούδησε ποτέ. Εξασθενημένος από την πείνα και τη φυματίωση τριγυρνούσε στους δρόμους μ’ ένα σακί κάνοντας τον παλιατζή. Έτσι τον βρήκαν νεκρό ένα πρωινό του 1943 σε κάποιον δρόμο του Πειραιά. Πληροφορίες για τη ζωή του στο διαδίκτυο: el.wikipedia.org

2. Οι ακίνητες περιουσίες που άλλαξαν χέρια την περίοδο της Κατοχής

Στην περίοδο της κατοχής έγιναν τεράστιες ανακατατάξεις στην οικονομική και κοινωνική δομή της Ελλάδας. Τεράστιος πλούτος σε χρυσό, κινητές και ακίνητες περιουσίες άλλαξε χέρια. Οι διαδικασίες, τα μεγέθη, οι τρόποι που χρησιμοποιήθηκαν για να γίνει αυτή η μεταφορά πλούτου και η μετέπειτα νομιμοποίησή του δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς. Το πρόβλημα είναι πως ενώ η βιβλιογραφία καταγράφει την αλλαγή δεν μπορεί να παρουσιάσει αναλυτικά στοιχεία και αποδείξεις.

Η πλήρης αποδιοργάνωση των κρατικών υπηρεσιών κατά την κατοχή, ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε, η πολιτική κατάσταση που επικράτησε μετά τη λήξη του εμφυλίου εξηγούν εν μέρει τη μη συλλογή και επεξεργασία οικονομικών στοιχείων που θα φώτιζαν την περίοδο και θα βοηθούσαν να αποδοθεί δικαιοσύνη. Το σπουδαιότερο όμως ήταν η πολιτική απόφαση να ξεχαστεί με κάθε τρόπο ο στρατιωτικός και οικονομικός δωσιλογισμός.

Ωστόσο αρκετά οικονομικά στοιχεία για την περίοδο και τις ακίνητες περιουσίες που άλλαξαν χέρια μπορούμε να βρούμε μέσω των κειμένων και των υπομνημάτων που υπέβαλλε στη Bουλή η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πωλησάντων τα Ακίνητά των επί Κατοχής. Η Ομοσπονδία αυτή ανέλαβε να συγκεντρώσει στοιχεία για τα ακίνητα, τους αγοραστές, τις τιμές και να στηρίξει νομικά τους ανθρώπους που ζητούσαν πίσω τις περιουσίες τους. Για το λόγο αυτό είχε εκδώσει τρία κείμενα:

- «Υπόμνημα περί ακυρώσεως των αγοραπωλησιών ακινήτων επί κατοχής», Αθήνα, Αύγουστος, 1946.

- «Σχέδιο ψηφίσματος περί της τύχης των επί εχθρικής κατοχής γενομένων πωλήσεων ακινήτων. Μετά εισηγητικής εκθέσεως», Αθήνα, Ιούλιος 1947.

- «Παρατηρήσεις επί του κατατεθέντος εις την Βουλήν Σχεδίου Ψηφίσματος περί ακυρώσεως της υπ’ αρίθμ. 114/1946 Συντακτικής Πράξεως και της τύχης των επί κατοχής γενομένων αγοραπωλησιών ακινήτων», Αθήνα, Ιούλιος, 1947.

Επίσης είχε τυπώσει κι ένα Ειδικό Βιβλίο Απογραφής το οποίο περιέχει αναλυτικά στοιχεία για τα ακίνητα που πουλήθηκαν επί κατοχής.

Πρέπει τα στοιχεία αυτά να είναι αξιόπιστα για τους εξής λόγους:

α) Στο Ειδικό Βιβλίο Απογραφής καθώς και σε όλους τους πίνακες που επισυνάπτονται στο πρώτο υπόμνημα υπάρχουν πλήρη και λεπτομερειακά στοιχεία για καθεμία αγοροπωλησία ξεχωριστά. Δηλαδή υπάρχει το όνομα του πωλητή, το όνομα του αγοραστή (πολλές φορές με την ιδιότητά του), ο αριθμός συμβολαίου, το όνομα του συμβολαιογράφου, το τίμημα που πληρώθηκε καθώς και η τιμή που είχε το ακίνητο προπολεμικά. Με αυτά τα στοιχεία ήταν δυνατό και τότε και σήμερα να ελεγχθεί η αξιοπιστία των πληροφοριών.

β) Τα στοιχεία αυτά κατατέθηκαν στη Βουλή. Ήταν πανεύκολο κάποιοι βουλευτές λόγω της τεταμένης πολιτικής κατάστασης της περιόδου και για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας να τα αμφισβητήσουν. Όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε.

γ) Από την πλευρά των «αγοραστών» και των δικηγόρων τους τα στοιχεία αυτά δεν αμφισβητούνται. Τα επιχειρήματά τους είναι ότι το τίμημα που πλήρωσαν ήταν υψηλό («σας ζήσαμε με τα λεφτά μας») ή ότι η πραγματική αξία των ακινήτων ήταν χαμηλή ή ότι η ακύρωση των αγοραπωλησιών θα βλάψει την πίστη στην ελεύθερη οικονομία κλπ.[21]

δ) Η Ομοσπονδία είχε στη σύνθεσή της, παρά τις δύσκολες πολιτικές συνθήκες, ανθρώπους από όλους τους πολιτικούς χώρους[22]. Επίσης υπήρχαν:

Nομικοί: Ε. Γρανίτσας, τ. εισαγγελέας Εφετών

Yφηγητές Πανεπιστημίου: Κ. Γεωργόπουλος, Γεώργιος Σιμωνέτος.

Βουλευτές και πρώην υπουργοί: Αντ. Αθηνογένης, Ηλίας Ηλειού

Πρώην Πρόεδρος της Βουλής: Νικόλαος Τσαμαδός

Ειδικοί μηχανικοί και τεχνικοί σύμβουλοι: Κ. Αντωνόπουλος, Ν. Κούνδουρος

2.1 Πώς γινόταν οι αγοραπωλησίες των ακινήτων

Ο πωλητής για λόγους επιβίωσης αναγκαζόταν να πουλήσει το ακίνητό του. Το κύκλωμα[23] τις περισσότερες φορές λειτουργούσε ως εξής:

Αρχικά κλεινόταν μια συμφωνία που προέβλεπε την αγορά του ακινήτου συνήθως στο 1/10 έως το 1/20 της προπολεμικής του αξίας. Υπογραφόταν ένα προσύμφωνο και ο συμβολαιογράφος αναλάμβανε να ετοιμάσει τα συμβόλαια. Ο αγοραστής με διάφορα προσχήματα (φόρτο εργασίας, προβλήματα στους τίτλους ή στην εφορία κλπ) καθυστερούσε την υπογραφή του συμβολαίου. Κάποια στιγμή υπογραφόταν το τελικό συμβόλαιο και ο πωλητής εισέπραττε τα χρήματα του προσυμφώνου, τα οποία είχαν χάσει ήδη μέρος της αξίας τους. Αυτά τα χρήματα κατατίθεντο αναγκαστικά στην Τράπεζα και ο πωλητής είχε δυνατότητα να παίρνει κατά διαστήματα 30.000 δρχ και μετά το 1942, 40.000 δρχ. εβδομαδιαίως. Με αυτόν τον τρόπο τελικά ο πωλητής εισέπραττε το 1/100 της αξίας του ακινήτου που πούλησε.

Ας δούμε ένα παράδειγμα[24]:

Ένα ακίνητο είχε προπολεμική αξία 500.000 δραχμές ή 500 λίρες (1λίρα=1000 δρχ.)

Στην κατοχή το ακίνητο αυτό λόγω του πληθωρισμού θα είχε 1.000.000 δρχ ή 50 λίρες (1 λίρα=20.000δρχ.) Αυτή ήταν η τιμή του προσύμφωνου. Σημειώνουμε εδώ ότι στο παράδειγμά μας παίρνουμε την καλύτερη περίπτωση δηλαδή ο αγοραστής να αγοράσει στο 1/10 της προπολεμικής αξίας το ακίνητο γιατί συνήθως η τιμή κυμαινόταν μεταξύ 1/10 έως 1/20.

Μετά από ένα μήνα που υπογραφόταν το τελικό συμβόλαιο, λόγω των καθυστερήσεων που έκανε ο αγοραστής, η δραχμή είχε πέσει κι άλλο και η λίρα είχε ανέβει (1λίρα=28.000)[25]. Επομένως όταν πληρωνόταν ο πωλητής στην πραγματικότητα έπαιρνε σε υγιές νόμισμα χρήματα για περίπου 35 λίρες. Αυτά τα χρήματα ήταν αναγκασμένος να τα καταθέσει στην Τράπεζα και να κάνει αναλήψεις 30.000 δρχ κατά διαστήματα[26]. Μέχρι να σηκώσει όλο το ποσό από την Τράπεζα περνούσαν μήνες και αν λάβουμε υπόψη μας τον πληθωρισμό, υπολογίζουμε πως τελικά ο πωλητής έπαιρνε στα χέρια του το ποσό των 5 λιρών!!!

Ως συμπέρασμα μπορούμε να πούμε τα εξής:

Στο προσύμφωνο η τιμή του ακινήτου ήταν κατά κανόνα το 1/10-1/20 της προπολεμικής του αξίας. Το καταβαλλόμενο από τον αγοραστή ποσό ήταν το 1/14-1/28, το δε τελικό ποσό που έπαιρνε στα χέρια του ο πωλητής ήταν το 1/100-1/200!!!

2.2 Γενικά στοιχεία

Συνολικά τα ακίνητα που άλλαξαν χέρια κατά τη διάρκεια της κατοχής σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε και επεξεργάστηκε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πωλησάντων τα ακίνητά των επί κατοχής ήταν 350.000. Κατανέμονται ως εξής:

Πωλήσεις ακινήτων Χαρακτηρισμός Ακινήτων

ΑΣΤΙΚΑ

110.000

ΑΓΡΟΤΙΚΑ

239.000

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ

1.000

ΣΥΝΟΛΟ

350.000

Έτη

Ακίνητα

1941

96000

1942

163.000

1943

66.000

1944

25.000

ΣΥΝΟΛΟ

350.000


2.3 Οι Πωλητές

Στους παρακάτω πίνακες παρουσιάζονται στοιχεία για τους ιδιοκτήτες των ακινήτων και γίνεται σύγκριση της προπολεμικής και μεταπολεμικής κατάστασής τους.

Οι ιδιοκτήτες των Αστικών ακινήτων

ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΑ

ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ

Μικροκτηματίες

(μέχρι 1 εκ. αξίας)

Άποροι

Εύποροι

Πλούσιοι

80.000

78.000

1800

200

Μεσοκτηματίες

(από 1-20 εκ. αξίας)

20.000

18.000

1.300

700

Μεγαλοκτηματίες

(από 20-50 εκ. αξίας)

10.000

7.500

1.200

300

Οι ιδιοκτήτες των αγροτικών ακινήτων

ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΑ

ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ

Μικροκτηματίες

(μέχρι 1 εκ. αξίας)

Άποροι

Εύποροι

Πλούσιοι

190.000

180.000

8.000

2.000

Μεσοκτηματίες

(από 1-20 εκ. αξίας)

40.000

38.000

1.300

700

Μεγαλοκτηματίες

(από 20-50 εκ. αξίας)

9.000

7.500

1.200

300

Οι ιδιοκτήτες των βιομηχανικών ακινήτων

ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΑ

ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ

Μικροβιομήχανοι

(μέχρι 1 εκ. αξίας)

Άποροι

Εύποροι

Πλούσιοι

800

700

80

20

Μεσοβιομήχανοι

(από 1-20 εκ. αξίας)

180

170

8

2

Μεγαλοβιομήχανοι

(από 20-50 εκ. αξίας)

20

17

2

1

ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΩΛΗΤΩΝ

ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΑ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΑ

Μικροκτηματίες

(μέχρι 1 εκ. αξίας)

Άποροι

Εύποροι

Πλούσιοι

270.000

250.000

18.000.

2.000

Μεσοκτηματίες

(από 1-20 εκ. αξίας)

60.180

45.000

12.680

2.500

Μεγαλοκτηματίες

(από 20-50 εκ. αξίας)

19.020

14.000

4.020

1.000

Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει εύκολα το συμπέρασμα πως η συντριπτική πλειοψηφία των πωλητών χάνοντας τα ακίνητά τους καταστράφηκαν οικονομικά και μεταπολεμικά βρισκόταν σε πολύ δύσκολη οικονομική θέση. Έπρεπε να βρουν κουράγιο και να ξεκινήσουν από το μηδέν. Μόνο μια μικρή μειοψηφία από τους πωλητές κατάφερε και συνήρθε γρήγορα και μπόρεσε να επανέρθει στην προηγούμενη ζωή του. Από τους πωλητές ακινήτων περίπου 80.000 έμειναν άστεγοι.

2.4 Η αξία των ακινήτων

Στον παρακάτω πίνακα φαίνεται καθαρά το μέγεθος της αρπαγής και της εκμετάλλευσης. Υπάρχουν συγκρίσιμα στοιχεία για την συνολική προπολεμική αξία των ακινήτων που πουλήθηκαν και τα ποσά που δαπανήθηκαν κατά την κατοχή για την αγορά τους. Κυριολεκτικά οι επιτήδειοι τους τα πήραν για ένα κομμάτι ψωμί.

ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΑΞΙΑ ΠΩΛΗΘΕΝΤΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ

ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΞΙΑ ΠΟΥΛΗΘΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ

Αστικά ακίνητα

63.000.000 χρυσές λίρες

4.500.000

χρυσές λίρες

Στο 1/14 της αξίας τους

Αγροτικά ακίνητα

21.000.000 χρυσές λίρες

1.050.000

χρυσές λίρες

Στο 1/20 της αξίας τους

Βιομηχανικά ακίνητα

6.000.000 χρυσές λίρες

450.000

χρυσές λίρες

Στο 1/13 της αξίας τους

ΣΥΝΟΛΟ

90.000.000 χρυσές λίρες

6.000.000

χρυσές λίρες

2.5 Οι «αγοραστές»

Τα στοιχεία των αγοραστών

1 ακίνητο

40.000

2 ακίνητα

10.000

3 ακίνητα

5.000

4-10 ακίνητα

3.000

11-20 ακίνητα

1.500

21-50 ακίνητα

400

51 και άνω ακίνητα

100

ΣΥΝΟΛΟ

60.000

Από τον πίνακα αυτό βγάζουμε το συμπέρασμα πως ο οικονομικός δωσιλογισμός και η μαύρη αγορά ήταν οργανωμένο σύστημα. Στον πίνακα φαίνεται καθαρά πως οι άνθρωποι που αγόρασαν τα ακίνητα σχηματίζουν μια πυραμίδα.

Στη βάση της αυτή η πυραμίδα έχει τους «μικρούς», τα «βαποράκια», αυτούς που αναλάμβαναν την κατάλληλη στιγμή να «σπρώξουν» το εμπόρευμα στην αγορά. Γύρω στους 55.000 αγοραστές φρόντισαν μέσα στην κατοχή να πάρουν από 1-3 ακίνητα για τα παιδιά τους και τα γεράματα. Πιθανόν εδώ να υπάρχουν και κάποιοι άνθρωποι καλής πίστης που βρέθηκαν με χρήματα στην κατοχή και τα επένδυσαν αγοράζοντας ένα σπίτι ή ένα οικόπεδο προίκα για τα παιδιά τους.

Στη μέση της πυραμίδας υπάρχουν άλλα 3.000 άτομα, οι «μικρομεσαίοι», που κατάφεραν να κάνουν καλή περιουσία αγοράζοντας από 4 έως 10 ακίνητα.

Στην κορυφή της πυραμίδας υπάρχουν τα «τσακάλια», οι μαυραγορίτες, οι μεγαλέμποροι που έχτισαν γερές περιουσίες αγοράζοντας από 11 ακίνητα και πάνω.

Στον Συγκεντρωτικό Πίνακα που επισυνάπτεται στο «Υπόμνημα περί ακυρώσεως των αγοραπωλησιών ακινήτων επί κατοχής», οι αγοραστές χαρακτηρίζονται ως: δωσίλογοι, συνεργάτες των Γερμανών, μαυραγορίτες, έμποροι πλουτίσαντες επί κατοχής και καλής πίστεως. Για να στηρίξει τους ισχυρισμούς της η Ομοσπονδία επισυνάπτει τον V πίνακα με 24 ονόματα αγοραστών οι οποίοι αγόρασαν επί κατοχής από 8 έως 120 ακίνητα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν: η Εταιρεία Παπαλεξανδρής και Στεργίου που την περίοδο 1941-42 αγόρασε στα Σπάτα 109 ακίνητα (χωράφια, οικόπεδα, αμπέλια, ελαιώνες, σπίτια), τα ονόματα τεσσάρων γνωστών δωσίλογων και συνεργατών των Γερμανών, τα ονόματα γνωστών βιομηχάνων, εμπόρων κλπ.

2.6 Συμπληρωματικά στοιχεία

Από το Ειδικό Βιβλίο Απογραφής όπου καταγράφονται τα χρήματα που τελικά εισέπραξαν οι πωλητές ακινήτων και τους πίνακες που επισυνάπτονται στο Υπόμνημα τα ακίνητα χωρίζονται στις εξής κατηγορίες:

Τιμή αγοράς επί κατοχής

σε χρυσές λίρες

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ

0,10-3

150.000

3-50

100.000

50-200

80.000

200-4.000

20.000

ΣΥΝΟΛΟ

350.000

Στη συνέχεια με 4 πίνακες δίνονται συγκεκριμένα παραδείγματα για κάθε κατηγορία ξεχωριστά. Τα παραδείγματα αυτά έχουν πλήρη στοιχεία της αγοροπωλησίας (όνομα πωλητή-αγοραστή, αριθμό συμβολαίου, όνομα συμβολαιογράφου, χαρακτηρισμό ακινήτου, προπολεμική τιμή και καταβληθέν τίμημα)

Πίνακας 1: Περιέχει 75 περιπτώσεις-παραδείγματα (από τα 150.000) ακίνητα που το καθένα πουλήθηκε από 0,10 έως 3 λίρες. Τα συγκεντρωτικά στοιχεία των περιπτώσεων αυτών έχουν ως εξής:

Έτος

Ακίνητα

Προπολεμική

αξία σε χρ. λίρες

Επωλήθησαν

Μέσος Όρος αξίας

1941

20

1610

43

1/37

1942

20

2.315

25,80

1/89

1943

20

1.772

21,22

1/83

1944

15

2.045

12,85

1/75

Συμπέρασμα: Τα από 0,10–3 λίρες πωληθέντα ακίνητα την περίοδο 1941-44 επωλήθησαν περίπου στο 1/75 της αξίας τους.

Πίνακας 2: Περιέχει 40 περιπτώσεις –παραδείγματα (από τα 100.000) ακίνητα που το καθένα πουλήθηκε από 3 έως 50 λίρες. Τα συγκεντρωτικά στοιχεία των περιπτώσεων αυτών έχουν ως εξής:

Έτος

Ακίνητα

Προπολεμική

αξία σε χρ. λίρες

Επωλήθησαν

Μέσος Όρος αξίας

1941

10

5.400

265,80

1/20

1942

10

6.250

253,80

1/24

1943

10

6.700

272,15

1/24

1944

10

6.215

278,10

1/22

Συμπέρασμα: Τα από 3-50 λίρες πωληθέντα ακίνητα την περίοδο 1941-44 επωλήθησαν περίπου στο 1/23 της αξίας τους.

Πίνακας 3: Περιέχει 35 περιπτώσεις –παραδείγματα (από τα 80.000) ακίνητα που το καθένα πουλήθηκε από 50 έως 200 λίρες. Τα συγκεντρωτικά στοιχεία των περιπτώσεων αυτών έχουν ως εξής:

Έτος

Ακίνητα

Προπολεμική

αξία σε χρ. λίρες

Επωλήθησαν

Μέσος Όρος αξίας

1941

10

14.700

1.226

1/12

1942

10

14.800

1.230

1/12

1943

10

14.510

1.228

1/11

1944

5

6.770

652

1/10

Συμπέρασμα: Τα από 50-200 λίρες πωληθέντα ακίνητα την περίοδο 1941-44 επωλήθησαν περίπου στο 1/10 της αξίας τους.

Πίνακας 4: Περιέχει 15 περιπτώσεις –παραδείγματα (από τα 20.000) ακίνητα που το καθένα πουλήθηκε από 200 έως 4.000 λίρες.

Έτος

Ακίνητα

Προπολεμική

αξία σε χρ. λίρες

Επωλήθησαν

Μέσος Όρος αξίας

1941

5

138.500

10.281

1/13

1942

5

78.000

6.538

1/12

1943

5

77.800

8.192

1/9

Συμπέρασμα: Τα από 200-4.000 λίρες πωληθέντα ακίνητα την περίοδο 1941-43 επωλήθησαν περίπου στο 1/11 της αξίας τους[27].

3. Τι έγιναν τελικά οι ακίνητες περιουσίες;

Κατά τη διάρκεια του Πολέμου οι Σύμμαχοι, βλέποντας τις λεηλασίες, τις αρπαγές και τις αγοροπωλησίες να απλώνονται σε όλες τις κατακτημένες από το Άξονα χώρες της Ευρώπης, πολλές φορές εκδήλωσαν τη διάθεσή τους να προφυλάξουν τους κατακτημένους λαούς και τις ιδιοκτησίες τους.

Σε ανακοίνωσή των Συμμάχων, Λονδίνο,5/1/1943, ανάμεσα σε άλλα τονίζεται:

«…Αι Σύμμαχοι Κυβερνήσεις ειδοποιούν πρωτίστως τους ενδιαφερόμενους ιδιαιτέρως τα πρόσωπα εις τας ουδετέρας χώρας, ότι επιφυλάσσουν τα δικαιώματά τους να θεωρήσουν ακύρους τας μεταβιβάσεις ή ποσά των των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας των και συμφερόντων οιασδήποτε φύσεως εις χώραν κατελημμένην ή ελεγχομένην ή εμμέσως υπό του Άξονος. Η ειδοποίησις αφορά επίσης τα πρόσωπα συμπεριλαμβανομένων δικαστικών προσώπων άτινα κατοικούν ή κατώκουνεις τοιαύτας χώρας και όπου υπέστησαν λαφυραγωγίαν ή διεξαγωγήν επιφανειακώς νομίμου ή οικειοθελώς….Αι Σύμμαχοι Κυβερνήσεις είναι αποφασισμέναι να μη δεχθούν ή ανεχθούν τοιαύτας κακάς πράξεις…»

Την ίδια μέρα, 5/1/1943, από την Ουάσιγκτον, εκδίδεται παρόμοια ανακοίνωση που τονίζει: «Τα 17 Ηνωμένα Έθνη και η Εθνική Γαλλική Επιτροπή σήμερον ειδοποιούν τας δυνάμεις του Άξονος ότι δικαιώματα ιδιοκτησίας εις κατεχόμενας χώρας θα αποκατασταθούν εις τους δικαιούχους ιδιοκτήτας όταν ο Άξων εκδιωχθή….Η ανακοίνωση αύτη…. Αφορά όλα τα δικαιώματα άτινα απωλέσθησαν, ήλλαξαν χείρας ή δυνάμει πράξεως του εχθρού ή με λαφυραγωγίαν καθαράν ή με φαινομενικήν νόμιμον διεξαγωγήν ή φαινομενικήν εθελουσίαν παραχώρησιν….»[28].

Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης Με τη λήξη του Πολέμου, στο πνεύμα των ανακοινώσεων, υπήρξε σκληρή τιμωρία και διαπόμπευση αυτών που συνεργάστηκαν με τον Άξονα και αυτών που πλούτισαν σε βάρος των κατακτημένων λαών.

Στην Ελλάδα κάτι τέτοιο δε συνέβη παρά τις υποσχέσεις….

3.1 Οι υποσχέσεις

Τόσο κατά την Κατοχή όσο και μετά την Απελευθέρωση οι Ελληνικές Κυβερνήσεις, σύμφωνα με τις οδηγίες και τις ανακοινώσεις των Συμμάχων, υπόσχονταν ακύρωση των αγοραπωλησιών και επιστροφή όλων των περιουσιών που λεηλατήθηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Συγκεκριμένα :

- Επανόρθωση των αδικιών είχε υποσχεθεί ο Πρωθυπουργός, Εμ. Τσουδερός σε ραδιοφωνική εκπομπή από το Κάιρο στην Κατοχή.

- Η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας με την άφιξή της στην Ελλάδα, 18/10/1944, μέσω του Πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου είχε υποσχεθεί επί λέξη: «…Υποστηρίζομεν κατά γενικήν αρχήν, ότι ουδείς δύναται να γίνη πλουσιώτερος μετά την 28η Οκρωβρίου 1940. Τούτο είναι εθνικό αίτημα…»

- Ο Αντιβασιλέας, Μακαριώτατος Δαμασκηνός είχε δηλώσει σε εκπροσώπους της Ομοσπονδίας Πωλησάντων τα εξής:

«…Η ακύρωσις των αγοραπωλησιών τούτων είναι έργο απονομής υψίστης δικαιοσύνης. Η μεγαλυτέρα χαρά της ζωής μου θα είναι η στιγμή της υπογραφής του σχετικού νόμου, τον οποίο θα υπογράψω με τα δυο μου χέρια…»[29]

Τα χρόνια όμως κυλούσαν και οι υποσχέσεις έμεναν υποσχέσεις. Το 1946 η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πωλησάντων τα ακίνητά των επί κατοχής, συγκέντρωσε όσα περισσότερα στοιχεία μπορούσε και ξεκίνησε νομικό αγώνα.

3.2 Ο δικαστικός αγώνας για τα ακίνητα

- Η Συντακτική Πράξη 114/1946 :

Στις 29 Μαρτίου 1946 παραμονές των μοιραίων εκλογών (31 Μαρτίου 1946: απέχει το ΚΚΕ και άλλα φιλοεαμικά κόμματα- ξεκινά ο Εμφύλιος) η Κυβέρνηση Θ. Σοφούλη για να κατευνάσει τα πάθη, την αγανάκτηση και τα μίση εκδίδει την Συντακτική Πράξη 114/1946«Περί της τύχης των κατά τη διάρκειαν της εχθρικής κατοχής πωλήσεων ακινήτων»[30]. Η Σ.Π 114/1946 ακυρώνει τις πωλήσεις μικροϊδιοκτησιών που έγιναν στην Κατοχή, υπέρ των πωλητών. Σταματά κάθε πράξη σχετική με τα επί κατοχής πωληθέντα ακίνητα (άδειες οικοδομής, πωλήσεις, μεταβιβάσεις κλπ), μέχρι να ρυθμιστεί το θέμα με ειδικό νόμο τον οποίο θα ψηφίσει η νέα Βουλή που θα προκύψει από τις εκλογές.

- Οι αγοραστές των ακινήτων θεώρησαν την Σ.Π 114/1946 αντισυνταγματική και θέλησαν να την προσβάλλουν δικαστικά διότι έβλαπτε τις συναλλαγές και την προσπάθεια ανοικοδόμησης της χώρας.

- Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πωλησάντων τα ακίνητά των επί κατοχής κατέθεσε στις 16 Αυγούστου 1946 το «Υπόμνημα περί ακυρώσεως των αγοραπωλησιών ακινήτων επί κατοχής» στο οποίο παρουσιάζονταν πλήρη, αναλυτικά στοιχεία και αποδείξεις για της αγοραπωλησίες της Κατοχής. Επίσης ανατρέπονταν με νομικά επιχειρήματα ένας προς ένας όλοι οι ισχυρισμοί των αγοραστών.

- Ενώ ο εμφύλιος πόλεμος είχε ξεκινήσει, οι αγοραστές συγκρότησαν την Πανελλήνια Ομοσπονδία Αγοραστών Ακινήτων 1941-1944 και ζήτησαν, με την κατάθεση σχεδίου ψηφίσματος, την ακύρωση της Σ.Π 114/1946 ως αντισυνταγματικής.

- Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πωλησάντων τα ακίνητά των επί κατοχής απάντησε με την κατάθεση δύο νομικών κειμένων που υπεραμύνονταν των θέσεων της για επιστροφή των ακινήτων στους πωλητές. Αυτά τα κείμενα είναι:

α) «Παρατηρήσεις επί του κατατεθέντος εις την Βουλήν Σχεδίου Ψηφίσματος περί ακυρώσεως της υπ’ αρίθμ. 114/1946 Συντακτικής Πράξεως και της τύχης των επί κατοχής γενομένων αγοραπωλησιών ακινήτων», Αθήνα, Ιούλιος, 1947.

β) «Σχέδιο ψηφίσματος περί της τύχης των επί εχθρικής κατοχής γενομένων πωλήσεων ακινήτων. Μετά εισηγητικής εκθέσεως», Αθήνα, Ιούλιος 1947.

- Με τη λήξη του Εμφυλίου όλοι αντιλαμβάνονται ότι το θέμα έπρεπε να λυθεί. Το πολιτικό πρόβλημα είναι ποιοι θα δικαιώνονταν. Η Κυβέρνηση Αλ. Διομήδη τελικά στις 25 Νοεμβρίου 1949 δημοσίευσε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης τον Αναγκαστικό Νόμο 1323/1949 «Περί των επί κατοχής συναφθεισών αγοραπωλησιών ακινήτων». Ο νόμος αυτός είναι προϊόν της μετεμφυλιακής εποχής[31]. Οι νικητές ήθελαν να ξεμπερδεύουν με δυσάρεστα, επικίνδυνα θέματα που γέννησαν ή θα μπορούσαν στο μέλλον να γεννήσουν, κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις. Όπως ξεχάστηκε το ζήτημα των συνεργατών των κατακτητών, με τον ίδιο τρόπο έπρεπε να λυθεί και το πρόβλημα με τον οικονομικό δωσιλογισμό και τις περιουσίες που αρπάχτηκαν κατά την κατοχή. Στα πλαίσια αυτά ο Α.Ν 1323/1949 με σειρά διατάξεων έβαζε εμπόδια στην επιστροφή των ακινήτων στους πωλητές και επέβαλλε το συμβιβασμό μεταξύ των θυτών και των θυμάτων. Συγκεκριμένα:

1. Τα μεγάλα, ακριβά ακίνητα εξαιρούνταν από τις ρυθμίσεις του νόμου και έμεναν στα χέρια των αγοραστών. Οι πωλητές δικαιούνταν να ζητήσουν δικαστικά συμπλήρωμα των χρημάτων που πήραν στην κατοχή (Άρθρο 9, παρ.1). Το συμπλήρωμα αυτό είναι το 75% της διαφοράς μεταξύ της κατοχικής τιμής και της τιμής που είχε το ακίνητο, το τελευταίο τρίμηνο πριν τη δημοσίευση του νόμου. Αν αληθεύει η πληροφορία (Περ. ΑΝΤΑΙΟΣ, τεύχος 3-4, 1-2-50, σελ. 148-150) ότι οι τιμές των ακινήτων το 1950, ήταν κατά 2/3 μικρότερες από τις προπολεμικές τιμές, συμπεραίνουμε ότι με λίγα ακόμα χρήματα μεγάλα και πανάκριβα προπολεμικά ακίνητα (πολυκατοικίες, θέατρα, βιομηχανικά κτίρια, μεγάλοι αμπελώνες, ελαιώνες κλπ) έμεναν στα χέρια των αγοραστών που ήδη είχαν βγάλει αρκετά χρήματα από την εκμετάλλευσή τους.

2. Οι ιδιοκτήτες των μικρών και μεσαίων ακινήτων (αξίας κάτω από 750.000 δρχ, προπολεμικά) μπορούσαν δικαστικά να διεκδικήσουν την ακύρωση της αγοραπωλησίας (Άρθρο 2, παρ. 1,2).

Στην περίπτωση αυτή η διαδικασία ήταν η εξής:

α) Ο πωλητής έπρεπε να αποδείξει στον Πρωτοδίκη ότι δεν είχε και ούτε έχει καμία αξιόλογη περιουσία (Άρθρο 2 , Β).

β) Μετά έπρεπε να επιστρέψει στον αγοραστή τα χρήματα που πήρε στην κατοχή, εντόκως (επιτόκιο 6%) σε 4 δόσεις.

Ο αγοραστής, αν ο πωλητής καθυστερούσε έστω 2 δόσεις, είχε δικαίωμα να ζητήσει την κατοχύρωση του ακινήτου στο όνομά του ( Άρθρο 3, παρ. 4).

Η δεύτερη λύση που έδινε ο νόμος ήταν ο δικαστικός συμβιβασμός (Άρθρο 9, παρ. 1). Ο αγοραστής δίνοντας στον πωλητή το 75% της διαφοράς της τιμής του ακινήτου, έπαιρνε οριστικά τίτλο ιδιοκτησίας και απαλλασσόταν από κάθε απαίτηση του πωλητή. Όπως είπαμε παραπάνω η διαφορά καθοριζόταν με βάση όχι την προπολεμική αξία του ακινήτου αλλά την τιμή που είχε αυτό το τελευταίο τρίμηνο πριν τη δημοσίευση του νόμου (Άρθρο 9, παρ. 1). Επειδή η τιμή των ακινήτων ήταν κατά 2/3 μικρότερη, τα χρήματα που έπαιρνε ο πωλητής ήταν πολύ λίγα. Με τη λύση αυτή ο αγοραστής ξεμπέρδευε μια και καλή και οι εξαθλιωμένοι πωλητές θα έβρισκαν ένα κεφάλαιο, έστω και μικρό, για να ξεκινήσουν ξανά τη ζωή τους. Το τραγικό εδώ είναι ότι ο πωλητής έπρεπε να πληρώσει φόρο (από 5 έως 30%) στο κράτος για τα χρήματα της διαφοράς που θα έπαιρνε (Άρθρο 14, παρ. 1,2,3).

Η τρίτη λύση ήταν ο εξωδικαστικός συμβιβασμός (σε κάποιο συμβολαιογραφικό γραφείο στο οποίο γινόταν τα συμβόλαια και κανονιζόταν η διαφορά). Όσοι προτιμούσαν αυτή τη λύση απαλλάσσονταν από κάθε έξοδο, τέλος και φόρο. Είχαν δικαίωμα όλοι να την επιλέξουν για διάστημα ενός χρόνου από τη δημοσίευση του νόμου και μέχρι να φτάσει η υπόθεση στο ακροατήριο (Άρθρο 17).

Ο νόμος τέλος έδινε διορία 6 μηνών να κατατεθούν στα Πρωτοδικεία της χώρας αιτήσεις ακύρωσης αγοραπωλησιών (Άρθρο 16, 2).

- Από τις 25 Νοεμβρίου 1949 μέχρι 25 Μαΐου 1950, που έληγε η προθεσμία των 6 μηνών την οποία προβλέπει ο Α.Ν 1323 για την κατάθεση αιτήσεις ακύρωση, επικρατούσε χάος. Η Ομοσπονδία Αγοραστών προσπαθούσε με απανωτές προσφυγές να βγάλει αντισυνταγματικό τον Α.Ν 1323. Ουσιαστικά ήθελε να εμποδίσει τις μαζικές προσφυγές των πωλητών στα Πρωτοδικεία. Από την άλλη η Ομοσπονδία Πωλησάντων προσπαθούσε να πείσει τον κόσμο να κάνει προσφυγή. Η σύγχυση μεγάλωνε γιατί κάποια Πρωτοδικεία αποδέχονταν το νόμο και ακύρωναν τις αγοραπωλησίες (Αθηνών, Τριπόλεως, Σάμου, Φλωρίνης). Κάποια Πρωτοδικεία έκριναν τον νόμο αντισυνταγματικό και δεν αποδέχονταν τις αιτήσεις ακύρωσης (Πειραιώς, Κατερίνης)[32].

- Στις 7 Μαρτίου 1950, ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Δημ. Κιουσόπουλος, άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου Πειραιά και υπέρ του Α. Ν 1323/1949. Την οριστική απόφαση έπρεπε να την πάρει η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου που ορίστηκε να συνεδριάσει στις 20 Απριλίου 1950[33].

- Τελικά επειδή υπήρχε προσφυγή αγοραστή ακινήτου ο οποίος ήθελε να κτίσει αλλά λόγω της Σ.Π 114/1946 και του Α.Ν 1323/1946 δεν του δινόταν άδεια οικοδομής, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου συζήτησε τη συνταγματικότητα των δύο νομοθετημάτων στις 11 Μαΐου 1950. Η συζήτηση δημοσιεύτηκε στον Τύπο[34].

- Στις 12/5/50, διέρρευσε στον Τύπο[35], ότι μετά από σφοδρή συζήτηση η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έκρινε την Σ.Π 114 και τον Α.Ν 1323, συνταγματικό.

- Στις 13 Μαΐου συλλαμβάνονται και προσάγονται σε δίκη, για απειλές και εκφοβισμό, 9 άτομα, «εκπρόσωποι» των Αγοραστών Ακινήτων. Με δύο αμάξια πήγαν έξω από τα σπίτια δύο Αρεοπαγιτών δικαστών (του Προέδρου κι ενός μέλους) και τους απειλούσαν. Η αστυνομία, για λόγους τάξης, απαγόρευσε τη συγκέντρωση που είχε καλέσει η Πανελλήνια Ομοσπονδία Αγοραστών Ακινήτων, στο θέατρο Αργυροπούλου για τις 14/5/50[36].

- Στις 16 Μαΐου 1950 δημοσιεύτηκε στον Τύπο η απόφαση του Αρείου Πάγου που ήταν, με μεγάλη μειοψηφία, υπέρ του Α.Ν 1323 και της Σ.Π 114. Δεν δινόταν η παράταση για την υποβολή αιτήσεων ακυρώσεων αγοραπωλησιών, που είχε ζητήσει η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πωλησάντων[37]. Άρχισε έτσι ένας αγώνας δρόμου για να προλάβουν οι πωλητές να καταθέσουν αγωγές.

- Παρά την απεργία διαρκείας των Δημοσίων Υπαλλήλων (ξεκίνησε στις 20 Μαΐου και έληξε στις 27 Μαΐου 1950), κατεξαίρεση, το Πρωτοδικείο Αθηνών εργάστηκε πυρετωδώς. Μέχρι 21/5/1950 είχαν κατατεθεί 24.000 αιτήσεις. Οι πρώτες θα εκδικάζονταν περίπου τον Απρίλη του 1951[38].

- Τελικά στις 28 και 29 Μαρτίου 1951 δημοσιεύτηκε στον Τύπο[39] η ανακοίνωση του Υπουργού Δικαιοσύνης, κ. Λαγάκου, όπου παρουσιάζονται συγκεντρωτικά στοιχεία για τις αιτήσεις ακύρωσης αγοραπωλησιών που κατέθεσαν οι πωλητές ακινήτων. Από αυτά τα στοιχεία προκύπτουν τα εξής:

Συνολικά στα Πρωτοδικεία της χώρας έγιναν 74.548 αγωγές. Από αυτές μέχρι τις 27 Νοεμβρίου 1950 περίπου 32.000 οδηγήθηκαν σε συμβιβασμό στα αρμόδια συμβολαιογραφεία των 48 Πρωτοδικείων. Από τις υπόλοιπες 32.000 αιτήσεις θα πρέπει να αφαιρεθούν: α) όσες οδηγήθηκαν σε συμβιβασμό το υπόλοιπο διάστημα από 27 Νοεμβρίου 1950 μέχρι Ιούλιο 1951 β) όσες οδηγήθηκαν σε συμβιβασμό στα υπόλοιπα 10 Πρωτοδικεία για τα οποία δεν υπάρχουν στοιχεία και γ) όσες οδηγήθηκαν σε συμβιβασμό σε 26 συμβολαιογραφεία που δεν έδωσαν στοιχεία. Τελικά η συντριπτική πλειοψηφία των αγωγών έληξε με συμβιβασμό και ελάχιστες (πιθανόν κάτω από 10.000) έκλεισαν με επιστροφή των ακινήτων στους πωλητές……

4. Επίλογος

Η Κατοχή ήταν για την Ελλάδα ταυτόχρονα ηρωική, δραματική και μαύρη σελίδα της ιστορίας της. Η μεγάλη πλειοψηφία του λαού, με το όπλο στο χέρι, παρά τα προβλήματα, τις στερήσεις τα βασανιστήρια, τις εκτελέσεις και την καταπίεση των κατακτητών, αντιστάθηκε, πολέμησε και διεκδίκησε να αλλάξει τη μοίρα του.

Οι κατακτητές με τη βοήθεια των δωσίλογων κυβερνήσεων οδήγησαν τη χώρα σε ολοκληρωτική οικονομική κατάρρευση. Η λεηλασία και το πλιάτσικο πάνω στις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, βοήθησαν να δημιουργηθεί και να λειτουργήσει μια οικονομία με κύριο χαρακτηριστικό την μαύρη αγορά και τις υπόγειες διαδικασίες και διαδρομές που την ένωναν με τους κατακτητές.

Η μαύρη αγορά για πολύ μικρό χρονικό διάστημα και όσο υπήρχαν πράγματα να πουληθούν, εξασφάλιζε στους πολίτες τα βασικά είδη διατροφής και τους βοηθούσε να επιβιώνουν. Σύντομα όμως μετατράπηκε σε ελεγχόμενο και οργανωμένο σύστημα αγοραπωλησιών το οποίο με την ανοχή, κάλυψη και συνεργασία πολλές φορές των ντόπιων και ξένων αρχών, έγινε μάστιγα για την ελληνική κοινωνία και περισσότερο για τα μεσαία και κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Αυτός ήταν ο οικονομικός δωσιλογισμός.

Η μαύρη αγορά, η πείνα και ο λιμός οδήγησαν χιλιάδες ανθρώπους στο θάνατο και χιλιάδες άλλους στην οικονομική καταστροφή. Μέσα στην κατοχή ο προπολεμικός πλούτος άλλαξε χέρια και ιδιοκτήτη. Στη διάρκεια της κατοχής, όσοι κατάφεραν να αρπάξουν τις ευκαιρίες, θησαύρισαν και βρέθηκαν μετά την απελευθέρωση με τεράστιο πλούτο στα χέρια.

Με τη λήξη του Πολέμου, παρά τις υποσχέσεις, πολύ λίγα έγιναν για να αποκατασταθεί η αδικία και να αποδοθεί δικαιοσύνη. Το μίσος και η οργή φώλιαζαν στις ψυχές των ανθρώπων. Ακολούθησε ο εμφύλιος πόλεμος που έκανε τα πράγματα ακόμα χειρότερα.

Μετά τον εμφύλιο, οι νικητές ήθελαν περισσότερο να ξεμπερδεύουν με το ζήτημα των κατοχικών αγοραπωλησιών, παρά να αποδώσουν δικαιοσύνη. Ο Α.Ν 1323/1949 προωθούσε το συμβιβασμό μεταξύ θυμάτων και θυτών, έλυνε με νομότυπο τρόπο το πρόβλημα και έβαζε οριστικό τέλος στις διεκδικήσεις των θυμάτων.

Με τις τελευταίες δίκες που έγιναν στα Πρωτοδικεία της χώρας τον Ιούλιο του 1951 έκλεισε και τυπικά μια ολόκληρη περίοδος της ιστορίας της Ελλάδας. Οι πληγές έπρεπε να επουλωθούν. Το σκοτεινό παρελθόν της κατοχής έπρεπε να ξεχαστεί. Η Ελλάδα ξεκινούσε μια νέα προσπάθεια ανάπτυξης, εκβιομηχάνισης και προόδου. Οι «νεόπλουτοι», με την οικονομική ισχύ που απέκτησαν μέσα στις στάχτες της κατοχής, διεκδικούσαν μερίδιο και ρόλο. Στα δικά τους κεφάλαια στηρίχτηκε ένα μέρος της ανάπτυξης της δεκαετίας 1950-1960. Έτσι ή αλλιώς κανείς πια δε νοιαζόταν να ρωτήσει πώς και πού τα βρήκαν……

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ

28 Οκτώβρη 1940: Τελεσίγραφο Ιταλών. Η Ελλάδα μπαίνει στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

6 Απρίλη 1941 : Οι Γερμανοί εισβάλλουν στην Ελλάδα από τα σύνορα με τη Βουλγαρία.Το μέτωπο καταρρέει, ταχεία προέλαση Γερμανών. Συνθηκολόγηση,

αποχώρηση Κυβέρνησης-Βασιλιά.

27 Απρίλη 1941: Οι Γερμανοί στην Αθήνα. 30 Απρίλη 1941: Ορκομωσία δωσίλογης κυβέρνησης Τσολάκογλου. Ξεκινά η τριπλή κατοχή.

Καλοκαίρι 1941: Πλιάτσικο, λεηλασία, αρπαγή πόρων. Μειωμένη σοδειά δημητριακών κατά 30%, ναυτικός αποκλεισμός.

Νοέμβρης 1941: Η Ελλάδα ξεκινά να πληρώνει έξοδα κατοχής. Πληθωρισμός και πλήρης νομισματική απορρύθμιση. Η μαύρη αγορά εξαπλώνεται.

Δεκέμβρης 1941: Πείνα, λιμός, αρρώστιες στα μεγάλα αστικά κέντρα και τα νησιά. Την περίοδο της κατοχής πέθαναν περίπου 300.000 άνθρωποι και 350.000 ακίνητα ξεπουλήθηκαν για λίγες λίρες.

Σεπτέμβρης 1942: Μετά από μυστικές διαπραγματεύσεις ο Ερυθρός Σταυρός αναλαμβάνει Εφοδιασμό Ελλάδας που λιμοκτονεί. Συνολικά 527.300 τόνοι εφοδίων μεταφέρονται μέχρι την απελευθέρωση.

2 Δεκέμβρη 1942: Νέα δωσίλογη Κυβέρνηση Κων/ου Λογοθετόπουλου.

7 Απρίλη 1943: Τελευταία δωσίλογη κυβέρνηση Ιωάννη Ράλλη.

18 Οκτώβρη 1944: Απελευθέρωση. Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας στην Αθήνα. Υποσχέσεις για τιμωρία των προδοτών και άρση των αδικιών της κατοχής.

Δεκέμβρης 1944: Παρεμβάσεις των Άγγλων, αντιδράσεις του ΕΑΜ ξεκινούν οι συγκρούσεις στην Αθήνα.

12 Φλεβάρη 1945: Συμφωνία της Βάρκιζας.

29 Μαρτίου 1946: Συντακτική Πράξη 114/1946 «Περί της τύχης των κατά τη διάρκειαν της εχθρικής κατοχής πωλήσεων ακινήτων».

31 Μαρτίου 1946: Εκλογές, αποχή ΚΚΕ και φιλοεαμικών οργανώσεων, ξεκινά ο εμφύλιος.

16 Αυγούστου 1946: Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πωλησάντων τα ακίνητά των επί κατοχής καταθέτει στις 16 Αυγούστου 1946 το «Υπόμνημα περί ακυρώσεως των αγοραπωλησιών ακινήτων επί κατοχής» στο οποίο παρουσιάζονται πλήρη, αναλυτικά στοιχεία και αποδείξεις για της αγοραπωλησίες της Κατοχής.

Καλοκαίρι 1947: Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Αγοραστών Ακινήτων 1941-1944 ζητά, με την κατάθεση σχεδίου ψηφίσματος, την ακύρωση της Σ.Π 114/1946 ως αντισυνταγματικής. Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πωλησάντων τα ακίνητά των επί κατοχής απαντά με δύο νομικά κειμένα: α) «Παρατηρήσεις επί του κατατεθέντος εις την Βουλήν Σχεδίου Ψηφίσματος περί ακυρώσεως της υπ’ αρίθμ. 114/1946 Συντακτικής Πράξεως και της τύχης των επί κατοχής γενομένων αγοραπωλησιών ακινήτων», Αθήνα, Ιούλιος, 1947 β) «Σχέδιο ψηφίσματος περί της τύχης των επί εχθρικής κατοχής γενομένων πωλήσεων ακινήτων. Μετά εισηγητικής εκθέσεως», Αθήνα, Ιούλιος 1947.

30 Αυγούστου 1949: Τερματισμός Εμφυλίου.

25 Νοέμβρη 1949: Η Κυβέρνηση Αλ. Διομήδη ψηφίζει Αναγκαστικό Νόμο 1323/1949 «Περί των επί κατοχής συναφθεισών αγοραπωλησιών ακινήτων». Ορίζεται προθεσμία 6 μηνών για την κατάθεση αιτήσεων ακυρώσεως αγοραπωλησιών. Ξεκινά δικαστικός αγώνας.

16 Μαΐου 1950 : Δημοσιεύεται στον Τύπο η απόφαση της Ολομέλειας Αρείου Πάγου που αποφασίζει ότι ο Α.Ν 1323 και η Σ.Π 114 είναι σύμφωνα με το Σύνταγμα.

25 Μαΐου 1950 : Τελικά γίνονται 74.548 αιτήσεις ακύρωσης αγοραπωλησιών.

29 Μαΐου 1951: Το υπουργείο Δικαιοσύνης ανακοινώνει ότι η πλειοψηφία των αγωγών οδηγείται σε συμβιβασμό.

Ιούλιος 1951: Εκδικάζονται οι τελευταίες αγωγές. Το θέμα των αγοραπωλησιών της κατοχής κλείνει οριστικά.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Α. Αρχεία:

· ΕΛΙΑ Ελληνικό Λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο:

- Φάκελος : Πανελλήνια Ομοσπονδία Πωλησάντων τα ακίνητά των επί κατοχής:

«Υπόμνημα περί ακυρώσεως των αγοραπωλησιών ακινήτων επί κατοχής», Αθήνα, Αύγουστος, 1946.

«Σχέδιο ψηφίσματος περί της τύχης των επί εχθρικής κατοχής γενομένων πωλήσεων ακινήτων.

Μετά εισηγητικής εκθέσεως», Αθήνα, Ιούλιος 1947.

«Παρατηρήσεις επί του κατατεθέντος εις την Βουλήν Σχεδίου Ψηφίσματος περί ακυρώσεως της υπ’

αρίθμ. 114/1946 Συντακτικής Πράξεως και της τύχης των επί κατοχής γενομένων αγοραπωλησιών

ακινήτων», Αθήνα, Ιούλιος, 1947.

- Περιοδικό ΑΝΤΑΙΟΣ:

-Ν.Μ, «Οι αγοραπωλησίες της Κατοχής», περ. ΑΝΤΑΙΟΣ, 5ος χρόνος, τεύχη 3-4, 1 Φεβρουαρίου 1950,σελ.148-150.

-Όμιλος Υγειονομικών, «Η διατροφή του λαού και η ανοικοδόμηση της χώρας», περ. ΑΝΤΑΙΟΣ, τεύχος 3ο, χρόνος Α΄, 24 Ιουνίου 1945, σελ. 80-83.

-Σπηλιόπουλος Γ., «Η διατροφή του λαού», περ. ΑΝΤΑΙΟΣ, τεύχος 1ο, χρόνος 6ος, Ιανουάριος 1951, σελ.32-36.

· Αρχείο Εφημερίδων Βιβλιοθήκη της Βουλής:

- Εφημερίς της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ)

ΦΕΚ 25 Νοεμβρίου 1949: Α.Ν 1323/1949

ΦΕΚ 29 Μαρτίου 1946 : Σ.Π 114/1946

- Αρχείο Εφημερίδων:

«Το Βήμα» «Βραδινή»

Καθημερινή» «Έθνος»

Β. Βιβλία και Άρθρα:

- Μαργαρίτης Γιώργος, «Η αρχή μιας σκληρής εποχής: η Ελλάδα υπό την εξουσία του Άξονα», σελ. 138-139, στο Ιστορία των Ελλήνων, τόμος 16, εκδόσεις ΔΟΜΗ, Αθήνα.

- Μαργαρίτης Γιώργος, «Από την ήττα στην εξέγερση», εκδ. Πολίτης, Αθήνα,1993.

-Γληνός Δημήτρης, «Τι είναι και τι θέλει το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο», «εκλεκτές σελίδες», τόμος 4ος, σελ. 147, εκδόσεις στοχαστής, Αθήνα, 1975.

- Σιμόπουλος Κυριάκος, «Η λέηλασία και η καταστροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων», Αθήνα, 1993, σελ. 59-67 και 420-432.

-Mazower Mark, «Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής», εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1994.

-θωμαδάκης Σταύρος, «Μαύρη αγορά, πληθωρισμός και βία στην οικονομία της κατεχόμενης Ελλάδας»,στο «Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950: Ένα έθνος σε κρίση»,εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 2006.

-Βεργόπουλος Κώστας, « Η συγκρότηση της νέας αστικής τάξης, 1944-1952», στο «Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950: Ένα έθνος σε κρίση»,εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 2006.

- Ετμεκτσόγλου Γαβριέλλα, «Η οικονομία της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής», στο Ιστορία του ελληνικού έθνους, τόμος 16ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2000.

- Μπουρνόβα Ευγενία, «Θάνατοι από πείνα: Η Αθήνα το χειμώνα του 1941-1942», περιοδικό Αρχειοτάξιο, τεύχος 7ο , Μάιος 2005.

- Μπουρνόβα Ευγενία, «Οικονομικές συμπεριφορές στην Αθήνα της Κατοχής» που έχει αναρτηθεί στο διαδίκτυο : www.alfavita.gr.

- Σκούρας Φ., Α. Χατζηδήμος, Α. Καλούτσης, Γ. Παπαδημητρίου, ¨Η ψυχοπαθολογία της πείνας, του φόβου και του άγχους», Αθήνα, 1947.

- Λούκος Χρ., « Η πείνα στην Κατοχή», στο Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, τομ. Γ2, Αθήνα, εκδ. Βιβλιόραμα, 2007.

- Φακιολάς Ροσέτος, «Οικονομικές εξελίξεις στις δεκαετίες ’30 και ‘40» στο Η Ελλάδα ’36-’49: Από τη Δικτατορία στον Εμφύλιο, Τομές και συνέχειες, Επιμ. Χάγκεν Φλάισερ, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα, 2003.

-Λυμπεράτος Μιχάλης, «Στα πρόθυρα του Εμφυλίου Πολέμου», Αθήνα, 2005.

- Φλάισερ Χάγκεν, «Στέμμα και σβάστικα», τομ. 1-2, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα, 1988.

- Δορδανάς Στράτος, «Η γερμανική πολιτική στην Ελλάδα την περίοδο της Κατοχής 1941-1944, σελ. 254-307, στο Ιστορία των Ελλήνων, τόμος 16, εκδόσεις ΔΟΜΗ, Αθήνα.

-Χατζηπατέρας Κ., Φαφαλιού, Δραγώνα Μ., «Μαρτυρίες 41-44: Η Αθήνα της Κατοχής», τομ. Α΄, Εκδ. Κέδρος, 2002.

-Κωστόπουλος Τάσος, «Η αυτολογοκριμένη μνήμη, τα τάγματα ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη», Εκδ. Φιλίστωρ, Αθήνα, 2005.



[1] Εκτός βέβαια από κάποια ορυχεία (μεταλλεύματα, αλουμίνιο κλπ) και κάποιες μονάδες βαριάς βιομηχανίας (όπλα, μηχανουργεία, χημικά, τσιμέντο κλπ)

[2] Για τις ζώνες κατοχής, ενδιαφέροντα σχόλια και πληροφορίες υπάρχουν στο άρθρο του Γιώργου Μαργαρίτη, «Η αρχή μιας σκληρής εποχής: η Ελλάδα υπό την εξουσία του Άξονα», σελ. 138-139, στο Ιστορία των Ελλήνων, τόμος 16, εκδόσεις ΔΟΜΗ, Αθήνα.

[3]Το απόσπασμα είναι παρμένο από το κείμενο του Δημήτρη Γληνού: «Τι είναι και τι θέλει το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο» και υπάρχει στις «εκλεκτές σελίδες», τόμος 4ος, σελ. 147, εκδόσεις στοχαστής, Αθήνα, 1975.

[4]Για το ρόλο των αρχαιολογικών Αποστολών, την αρχαιοκαπηλία και τις καταστροφές αρχαίων μνημείων δες: Σιμόπουλος Κυριάκος, «Η λεηλασία και η καταστροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων», Αθήνα, 1993, σελ. 59-67 και 420-432.

[5]Δημήτρης Γληνός, «Τι είναι και τι θέλει το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο», υπάρχει στις «εκλεκτές σελίδες», τόμος 4ος, σελ. 147, εκδόσεις στοχαστής, Αθήνα, 1975.

[6] Mazower Mark, «Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής», εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1994, σελ.35.

[7]θωμαδάκης Σταύρος, «Μαύρη αγορά, πληθωρισμός και βία στην οικονομία της κατεχόμενης Ελλάδας», σελ. 124, στο «Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950: Ένα έθνος σε κρίση»,εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 2006.

[8]ό. π . σελ. 125.

Σε αυτά τα ποσά θα πρέπει να προσθέσουμε και τα χρήματα που τύπωνε για τις ανάγκες του ο γερμανικός στρατός («τα κατοχικά μάρκα»), τα χαρτονομίσματα της Casa Mediterranea και τις Ιόνιες δραχμές που τύπωναν οι Ιταλοί.

Το συνεχές τύπωμα χρημάτων και η ταυτόχρονη ύπαρξη πολλών εκδοτικών αρχών οδήγησαν σε πλήρη νομισματική αποδιοργάνωση και γρήγορα η δραχμή έχασε την αξία της και τη χρησιμότητά της ως αγοραστικό μέσο.

[9]Ενδιαφέροντα και αναλυτικά στοιχεία για τη βιομηχανία και την παραγωγή επί κατοχής υπάρχουν στο άρθρο: Ετμεκτσόγλου Γαβριέλλα, «Η οικονομία της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής», στο Ιστορία του ελληνικού έθνους, τόμος 16ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2000, σελ. 58-59.

[10]Mazower Mark, «Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής», εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1994, σελ.52.

[11]Ο πίνακας υπάρχει στο άρθρο: Ετμεκτσόγλου Γαβριέλλα, «Η οικονομία της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής», στο Ιστορία του ελληνικού έθνους, τόμος 16ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2000, σελ.63.

[12]θωμαδάκης Σταύρος, «Μαύρη αγορά, πληθωρισμός και βία στην οικονομία της κατεχόμενης Ελλάδας», σελ. 131, στο «Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950: Ένα έθνος σε κρίση»,εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 2006.

[13] Παραστατική περιγραφή των «πανηγυριών» αυτών μας δίνει ο ποιητής Κ. Βάρναλης και υπάρχει στο άρθρο του Γιώργου Μαργαρίτη, «Η αρχή μιας σκληρής εποχής: η Ελλάδα υπό την εξουσία του Άξονα», σελ. 161-162, στο Ιστορία των Ελλήνων, τόμος 16, εκδόσεις ΔΟΜΗ, Αθήνα.

Η δεύτερη φάση, Δεκέμβρης 1941- Μάρτης 1942, ήταν και η πιο τραγική. Λόγω των αυξημένων αναγκών, της μεγάλης ζήτησης, του φοβερού, κρύου χειμώνα και της μειωμένης παραγωγής δημητριακών οι τιμές των προϊόντων εκτοξεύτηκαν. Οι μεγάλοι έμποροι και διακινητές οργανώθηκαν καλύτερα. Ταξίδευαν στην επαρχία, προμηθεύονταν τα αγαθά σε καλές τιμές, τα μετέφεραν με ασφάλεια στην πόλη, τα έκρυβαν σε αποθήκες, πολλές φορές τα νόθευαν κιόλας και περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για να τα ρίξουν στην αγορά με τη βοήθεια των συνεργατών τους. Όλα αυτά προϋπέθεταν την ανοχή, την κάλυψη και τη συνεργασία της «Κυβέρνησης» και των κατοχικών αρχών. Το κύκλωμα εξαιτίας των τεράστιων κερδών είχε ισχυρές προσβάσεις. Οι φήμες οργίαζαν. Μιλούσαν ακόμα και για υπουργούς που ήταν ανακατεμένοι.

[14] Απόσπασμα από το κείμενο του Δημήτρη Γληνού: «Τι είναι και τι θέλει το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο». Υπάρχει στις «εκλεκτές σελίδες», τόμος 4ος, σελ. 148-149, εκδόσεις στοχαστής, Αθήνα, 1975.

[15]Πολλοί νεκροί ζούσαν μόνοι ή πέθαιναν «καθ’ οδόν» οπότε δεν καταγράφονταν πουθενά και θάβονταν σε ομαδικούς τάφους, αδήλωτοι και ανώνυμοι. Άλλοι πέθαιναν στα σπίτια αλλά οι συγγενείς για να κρατήσουν τα δελτία συσσιτίου δεν τους δήλωναν και τους άφηναν σε κάποια άκρη του δρόμου για να τους πάρει το κάρο του Δήμου. Άλλοι πάλι αρρώστησαν ή τρελάθηκαν κατά την κατοχή και πέθαναν αργότερα στα ιδρύματα.

[16] Μαργαρίτης Γιώργος, «Η αρχή μιας σκληρής εποχής: η Ελλάδα υπό την εξουσία του Άξονα», σελ. 172, στο Ιστορία των Ελλήνων, τόμος 16, εκδόσεις ΔΟΜΗ, Αθήνα.

[17]Σημαντικά στοιχεία παρουσιάζονται στις ερευνητικές εργασίες: Ευγενία Μπουρνόβα, «Θάνατοι από πείνα: Η Αθήνα το χειμώνα του 1941-1942», περιοδικό Αρχειοτάξιο, τεύχος 7ο , Μάιος 2005,σελ. 53-54 και επίσης στο άρθρο Ευγενία Μπουρνόβα, «Οικονομικές συμπεριφορές στην Αθήνα της Κατοχής» που έχει αναρτηθεί στο διαδίκτυο : www.alfavita.gr

[18] Σημαντική εικόνα της υγείας του λαού υπάρχουν στα άρθρα: Όμιλος Υγειονομικών, «Η διατροφή του λαού και η ανοικοδόμηση της χώρας», περ. ΑΝΤΑΙΟΣ, τεύχος 3ο, χρόνος Α΄, 24 Ιουνίου 1945, σελ. 80-83. Επίσης Γ. Σπηλιόπουλος, «Η διατροφή του λαού», περ. ΑΝΤΑΙΟΣ, τεύχος 1ο, χρόνος 6ος, Ιανουάριος 1951, σελ.32-36. Ακόμα Φ.Σκούρας, Α. Χατζηδήμος, Α. Καλούτσης, Γ. Παπαδημητρίου, ¨Η ψυχοπαθολογία της πείνας, του φόβου και του άγχους», Αθήνα, 1947.

[19]Τραγικά παραδείγματα δύο ποιητές από πλούσιες, γνωστές οικογένειες των Αθηνών: ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και ο Μήτσος Παπανικολάου. Ο Λαπαθιώτης, γιος στρατηγού-υπουργού, στην κατοχή τα ξεπούλησε όλα. Ακόμα και τα βιβλία του. Τριγυρνούσε πρησμένος και ρακένδυτος. Αυτοκτόνησε στο σπίτι του στα Εξάρχεια το 1944, μη αντέχοντας άλλο την πείνα και την εξάρτησή του από τα ναρκωτικά. Ο Παπανικολάου από ευκατάστατη οικογένεια και πολλά υποσχόμενος δημοσιογράφος και ποιητής, εξαρτημένος όμως από τα ναρκωτικά. Στην Κατοχή αφού ξεπούλησε τα πάντα, πρήστηκε και οι φίλοι του τον μετέφεραν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο. Εκεί πέθανε το 1943. Πληροφορίες για τη ζωή τους στο διαδίκτυο:el.wikipedia.org

[20]Οι ρεμπέτες, άνθρωποι λαϊκοί, παρ’ όλο που για να ζήσουν δούλεψαν σε κέντρα τα οποία είχαν μόνιμους θαμώνες τους μαυραγορίτες, κατέκριναν τη στάση τους. Ο Μιχ. Γενίτσαρης έγραψε:
Μικροί μεγάλοι γίνανε / μαυραγορίτες όλοι /κι αφήσαν όλο τον ντουνιά / με δίχως πορτοφόλι.
Ακόμα κι οι γυναίκες τους / τη μαύρη κυνηγάνε / τσάντες τσουβάλια κουβαλούν / κανέναν δε ψηφάνε.
Πρωί και βράδυ τρέχουνε / στους δρόμους σαν κοράκια / πελάτες ψάχνουν για να βρουν / να γδάρουνε κορμάκια Πουλήσαμε τα σπίτια μας / και τα υπάρχοντα μας / για δυο ελιές κι ένα ψωμί / να φάνε τα παιδιά μας.

[21]Τα επιχειρήματα αυτά και άλλα (το σύνολο 14) καταγράφονται και αποκρούονται νομικά, ένα προς ένα στο: Πανελλήνια Ομοσπονδία Πωλησάντων τα ακίνητά των επί κατοχής, «Υπόμνημα περί ακυρώσεως των αγοραπωλησιών ακινήτων επί κατοχής», Αθήνα, Αύγουστος, 1946, σελ.42-53 .

[22] 22. Η πλήρης σύνθεση, το 1946, της Ομοσπονδίας Πωλησάντων τα Ακίνητά των επί Κατοχής είχε ως εξής:

Πρόεδρος: Α. Αθηνογένης, Γενικός Γραμματέας: Έκτορας Ψαλιδόπουλος.

Μέλη: Κ. Αντωνόπουλος, Κ. Γιαννάτος, Λ. Δουκάκος, Ι. Ζώης, Γ. Καββαθάς, Λ. Κοκοράκης, Θ. Κονταργύρης, Η. Κούκης, Ν. Κούνδουρος, Ι Κρέστας, Ε. Μαρής, Χ. Μιχαλογιαννάκης, Α. Μπαϊρακτάρης, Δ. Σκουνάκης, Π. Σμυρναίος, Ν. Τσαμαδός.

Γενικό Συμβούλιο:

1)Αθηνών- Πειραιώς:Αθηνογένης, Δόριζας, Ευαγγελίδης, Καββαδάς, Κακλαμάνος, Κοκοράκης, Κούκης, Κούνδουρος, Κρέστας, Λεοντόπουλος, Μαρής, Παπαηλιού, Παπαστεργίου, Σκουνάκης, Φαφατάς.

2) Αγρίνιον: Παπαλάκης-Ζάβρας.

3) Βόλος: Κεχαγιάς-Βασιλικός.

4. Θεσσαλονίκης: Μυλωνάς-Παπαθανασίου.

5) Καρδίτσης:Μπαϊρακτάρης- Γκάγκας.

6) Κάρυστος: Μπουρνιάς-Παντελής.

7) Λαμία: Βάλαρης- Θανασούρας.

8) Πατρών: Σαμαρτζής- Βαρλάμος.

9)Πύργου: Θαλασσινός- Γουτόπουλος

10) Σπάρτη:Βύσσας- Σταθόπουλος

11) Χαλκίς: Καραναστάσης-Μάντζαρης

12) Χίος: Πολυχρονόπουλος-Λεμονής

Επιτροπή μελετών:

Α. Αθηνογένης, Κ. Αντωνόπουλος,τεχνικός σύμβουλος, Απ. Βογιατζής, Κ. Γεωργόπουλος Υφηγητής Πανεπιστημίου, Ε. Γρανίτσας, τ. Εισαγγελεύς Εφετών, Ηλίας Ηλιού, Ηλίας Κούκης, Ν. Κούνδουρος, Εμ. Μαρής, Νικ. Παπαστεργίου, Γεωργιος Πουλίδης, Γεώργιος Σιμωνέτος, Υφηγητής Πανεπιστημίου, Νικ. Τσαμαδός.

[23] Ήταν κύκλωμα γιατί από τα στοιχεία και τους πίνακες που επισυνάπτει η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πωλησάντων τα ακίνητά των επί κατοχής, στο Υπόμνημά της, προκύπτει πώς υπήρχαν συγκεκριμένοι μεγαλέμποροι που αγόραζαν, συγκεκριμένοι συμβολαιογράφοι που αναλάμβαναν, σε συγκεκριμένες περιοχές, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και σε συγκεκριμένες τιμές.

[24]Το παράδειγμα αυτό υπάρχει στο: «Υπόμνημα περί ακυρώσεως των αγοραπωλησιών ακινήτων επί κατοχής», Αθήνα, Αύγουστος, 1946, σελ.12-13 .

[25]Η πτώση της δραχμής σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών ήταν κατά την Κατοχή: 1941 29% το μήνα, το 1942 37% το μήνα, το 1943 30% το μήνα και το 1944 1.125% το μήνα, ό.π.

[26] Νομοθετικό Διάταγμα υπ’ αριθμ. 771 του 1941 «περί ενεργείας πασών των άνω των 30.000 δραχμών πληρωμών δι’ επιταγών», ό.π. Το Ν.Δ 771/1941 όριζε, με απειλή σοβαρών κυρώσεων, πως κάθε ποσό άνω των 30.000 δρχ έπρεπε αναγκαστικά να κατατίθεται σε Τράπεζα ή στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Ο Πωλητής είχε δικαίωμα να παίρνει μόνο 30.000 δρχ κατά διαστήματα. Από τον Ιούνιο του 1942 το ποσό που μπορούσε να αναλάβει ο πωλητής έγινε 40.000 δρχ ανά βδομάδα.

[27]Τα στοιχεία όλων των παραπάνω πινάκων υπάρχουν, αναλυτικά και με όλες τις λεπτομέρειες στο: Πανελλήνια Ομοσπονδία Πωλησάντων τα ακίνητά των επί κατοχής,«Υπόμνημα περί ακυρώσεως των αγοραπωλησιών ακινήτων επί κατοχής», Αθήνα, Αύγουστος, 1946 και στους 5 αναλυτικούς πίνακες που επισυνάπτονται σε αυτό.

[28] Και τα δύο κείμενα πλήρη, βρίσκονται στο φάκελο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πωλησάντων τα ακίνητά των επί κατοχής, που βρίσκεται στο ΕΛΙΑ.

[29]Για τις υποσχέσεις υπάρχουν στοιχεία Πανελλήνια Ομοσπονδία Πωλησάντων τα ακίνητά των επί κατοχής,«Υπόμνημα περί ακυρώσεως των αγοραπωλησιών ακινήτων επί κατοχής», Αθήνα, Αύγουστος, 1946, σελ. 23

[30] Εφημερίδα της Κυβέρνησης, Αρ. Φύλλου 119, τεύχος 1ο, 29 Μαρτίου 1946, σελ. 634.

[31]Ψύχραιμη, σκληρή και προφητική για το τελικό αποτέλεσμα κριτική ασκείται στο περιοδικό Ανταίος: Ν.Μ, «Οι αγοραπωλησίες της Κατοχής», περ. ΑΝΤΑΙΟΣ, 5ος χρόνος, τεύχη 3-4, 1 Φεβρουαρίου 1950,σελ.148-150.

[32]εφ. Το Βήμα, 25 Φεβρουαρίου 1950, σελ. 3 και εφ. Έθνος, 17 Ιανουαρίου 1950, σελ. 4 .

[33]εφ. Το Βήμα, 7 Μαρτίου 1950, σελ. 6

[34]εφ. Το Βήμα, 11 Μαΐου 1950, σελ. 6

[35]εφ. Το Βήμα, 12 Μαΐου 1950, σελ. 4

[36]εφ. Το Βήμα, 14 Μαΐου 1950, σελ. 6. Από τις ηλικίες (οι περισσότεροι είναι από 30 έως 40 ετών, άρα στην Κατοχή ήταν πολύ μικροί για να αγοράζουν ακίνητα) και τα επαγγέλματα των δραστών (δηλώνουν σωφέρ, αρτεργάτης, τεχνίτης, τσαγκάρης κ.α) φαίνεται πως πρόκειται μάλλον για άτομα που στρατολογήθηκαν για εκφοβισμό των δικαστών και για να δημιουργήσουν κλίμα μπροστά στην ανακοίνωση της απόφασης του Αρείου Πάγου.

[37]εφ. Το Βήμα, 16 Μαΐου 1950, σελ. 6

[38]εφ. Το Βήμα, 21 Μαΐου 1950, σελ. 6

[39]εφ. Καθημερινή, 29 Μαρτίου 1951, σελ.4 και εφ. ΒΡΑΔΥΝΗ, 28 Μαρτίου 1951, σελ.4