Yπόθεση Πολκ: αναζητώντας απαντήσεις 60 χρόνια αργότερα (18/5/2008)

αναδημοσίευση από: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_18/05/2008_270375

των John O. Iatrides και Edmund Keeley[1]

Το αναμνηστικό γραμματόσημο προς τιμήν του Τζορτζ Πολκ αποτελεί κατάλληλο φόρο τιμής για τον πρώτο δυτικό δημοσιογράφο, που έχασε τη ζωή του στα πεδία μαχών του Ψυχρού Πολέμου. Πριν ακριβώς εξήντα χρόνια, το άψυχο σώμα του ανταποκριτή του CBS, Τζορτζ Πολκ, βρέθηκε να επιπλέει στον κόλπο της Θεσσαλονίκης. Τα χέρια και τα πόδια του ήταν δεμένα, ενώ είχε δεχθεί μία σφαίρα στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Είχε ταξιδέψει στην Ελλάδα για να καλύψει τον εμφύλιο και την αμερικανική οικονομική και στρατιωτική βοήθεια. Στις ανταποκρίσεις του, ο Πολκ κατηγορούσε την ελληνική κυβέρνηση για ανικανότητα και επέκρινε την αμερικανική υποστήριξη σε ένα δεξιό καθεστώς, χαρακτηρίζοντας τη βοήθεια αυτή, «κακή επένδυση». Στις αρχές του έτους, ο 35χρονος Πολκ, που είχε υπάρξει προστατευόμενος των μεγάλων Αμερικανών δημοσιογράφων Εντουαρντ Μέροου και Ουόλτερ Λίπμαν, είχε εξασφαλίσει υποτροφία του Χάρβαρντ και ετοιμαζόταν να επιστρέψει στις ΗΠΑ με την Ελληνίδα σύζυγό του. Είχε μεταβεί στη Θεσσαλονίκη, ελπίζοντας να βρει τρόπο να φθάσει στα κρησφύγετα των ανταρτών στο βουνό και να πάρει συνέντευξη από τον αρχηγό τους, Μάρκο Βαφειάδη.

Σε μία εποχή, κατά την οποία η θανάτωση δημοσιογράφων ήταν άγνωστο φαινόμενο, η δολοφονία του Πολκ έστρεψε την παγκόσμια προσοχή στην Ελλάδα. Η Ενωση Ανταποκριτών της Νέας Υόρκης σχημάτισε επιτροπή έρευνας, με επικεφαλής τον Λίπμαν και τον στρατηγό Ουίλιαμ Ντόνοβαν, ιδρυτή και αρχηγό της OSS (προδρόμου της CIA στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο), σε ρόλο συμβούλου. Το υπουργείο Εξωτερικών και η νεοσύστατη CIA παρακολουθούσαν την υπόθεση από πολύ κοντά, συζητώντας την εξέλιξή της με Ελληνες αξιωματούχους.

Οι ελληνικές αρχές, φοβούμενες ότι το έγκλημα θα επηρέαζε αρνητικά την καλή θέληση και την υποστήριξη των ΗΠΑ, επιδίωκαν την ταχεία διαλεύκανση της υπόθεσης και την παραπομπή των ενόχων στη δικαιοσύνη. Παρά τους αρχικούς δισταγμούς και τη σχετική σύγχυση, η έρευνα προχώρησε με ασυνήθιστη ταχύτητα. Οι ελληνικές αρχές ανακοίνωσαν ότι ο Πολκ είχε δολοφονηθεί από τους Κομμουνιστές, κατόπιν εντολών της Κομινφόρμ, που επιδίωκε να ενοχοποιήσει τη δεξιά κυβέρνηση της Αθήνας και να υποσκάψει την αμερικανική υποστήριξη στον πόλεμο κατά του ΔΣΕ.

Ενας άσημος δημοσιογράφος, ο Γρηγόρης Στακτόπουλος, που είχε εργασθεί προσωρινά σε κομμουνιστική εφημερίδα και είχε γίνει αντιληπτός να μιλά με τον Πολκ, συνελήφθη, δικάσθηκε ως συνεργός και καταδικάσθηκε σε ισόβια κάθειρξη. Δύο γνωστοί Κομμουνιστές, που δεν συνελήφθησαν ποτέ, δικάσθηκαν ερήμην και καταδικάσθηκαν σε θάνατο ως φυσικοί αυτουργοί του εγκλήματος. Οι κατηγορίες βασίσθηκαν εξ ολοκλήρου στην ομολογία του Στακτόπουλου, την οποία ο κατηγορούμενος είχε εμφανώς «προβάρει» και μεταλλάξει, ώστε να συμβαδίζει με τις τελευταίες αποκαλύψεις της εισαγγελικής έρευνας. Οι συνήγοροι του Στακτόπουλου δεν προσπάθησαν καν να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς της εισαγγελίας, ζητώντας μόνο την επιείκεια της έδρας. Ο χειρισμός της υπόθεσης και ειδικότερα οι βασισμένες στην ομολογία του Στακτόπουλου κατηγορίες, αμφισβητήθηκαν από το δημοσιογραφικό και νομικό κόσμο ως αβάσιμες, και σκηνοθετημένες.

Μετά την αποφυλάκισή του το 1960, ο Στακτόπουλος αναίρεσε την ομολογία του, έγραψε βιβλίο περιγράφοντας την περιπέτειά του και επιδίωξε αναψηλάφηση της υπόθεσης. Το αίτημά του δεν έγινε ποτέ αποδεκτό.

Οι γνωρίζοντες την υπόθεση συμφωνούν ότι ο Στακτόπουλος ήταν κατά πάσα πιθανότητα αθώος για τη δολοφονία του Πολκ, οι αυτουργοί της οποίας παρέμειναν ασύλληπτοι. Αυτή η πεποίθηση γέννησε πολλές θεωρίες, που δημοσιεύθηκαν και συνεχίζουν να κυκλοφορούν -ανεπιβεβαίωτες- μέχρι σήμερα. Μία από τις θεωρίες αυτές θέλουν τη δολοφονία να διαπράττεται από έμπιστους ανώτατου πολιτικού, στελέχους της κυβέρνησης, ο οποίος κινδύνευε προσωπικά από τις αποκαλύψεις του Πολκ για κατάχρηση κεφαλαίων του Σχεδίου Τρούμαν.

Αλλες θεωρίες υποστηρίζουν ότι η δολοφονία του Πολκ υπήρξε το αποτέλεσμα συνωμοσίας μεταξύ ακροδεξιών εξτρεμιστών και των δυνάμεων ασφαλείας ή ότι ο Πολκ έπεσε θύμα εγκληματιών του κοινού ποινικού δικαίου και πληροφοριοδοτών της αστυνομίας, που καταχρώνταν υλικό της αμερικανικής βοήθειας. Αλλοι πάλι υποστήριξαν ότι ο Πολκ είχε δολοφονηθεί από Βρετανό πράκτορα γνωστό ως σύνδεσμο μεταξύ δημοσιογράφων και ΔΣΕ, από τη CIA και τέλος, από την KGB.

Οι ελπίδες διαλεύκανσης της υπόθεσης υπέστησαν πρόσφατα σοβαρό πλήγμα με την ανακοίνωση της CIA ότι τα αρχεία της για την υπόθεση Πολκ καταστράφηκαν. Το ετήσιο «Δημοσιογραφικό Βραβείο Τζορτζ Πολκ» και το αναμνηστικό γραμματόσημο των αμερικανικών ταχυδρομείων δεν μπορούν να αποκρύψουν το γεγονός ότι όχι μόνο δεν θα μάθουμε ποτέ ποιος δολοφόνησε τον Πολκ, αλλά και ότι 60 χρόνια μετά η ταυτότητα του δολοφόνου δεν έχει πλέον σημασία. Δυστυχώς, η δολοφονία ενός δημοσιογράφου δεν συγκινεί πια τη διεθνή κοινότητα, όπως έγινε το 1948 με τον Πολκ.

Αν και δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο Πολκ και ο Στακτόπουλος υπήρξαν θύματα του Ψυχρού Πολέμου, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τα στοιχεία της υπόθεσης και να μη βασιζόμαστε σε υπόνοιες. Δύο από τις παραπάνω θεωρίες αξίζουν περισσότερης προσοχής, από όση εξασφάλισαν μέχρι σήμερα: Η πρώτη αποδίδει τη δολοφονία του Πολκ σε ακροδεξιά συνωμοσία, από μέλη των αρχών ασφαλείας. Το 1963, μία τέτοια συνωμοσία οδήγησε στη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. Η δεύτερη αξιόλογη θεωρία κατονομάζει ως εγκέφαλο της συνωμοσίας Βρετανό αξιωματούχο, τη βοήθεια του οποίου γνωρίζουμε ότι αναζήτησε ο Πολκ για να εξασφαλίσει συνέντευξη με το Μάρκο. Τα υπάρχοντα στοιχεία -πολλά από αυτά σε κρατικά έγγραφα- δικαιολογούν την εξερεύνηση των παραπάνω δύο θεωριών. Η αναζήτηση απαντήσεων πρέπει να συνεχισθεί.



[1] Ο κ. Τζον Ιατρίδης είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο πανεπιστήμιο Southern Connecticut State. Ο Εντμουντ Κίλι είναι καθηγητής Αγγλικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Princeton.