Η υπόθεση Πολκ ξανά στο προσκήνιο

Ποιους ενόχλησαν τα «καυστικά» άρθρα του αμερικανού δημοσιογράφου

50 χρόνια από τη δολοφονία που συντάραξε την Ελλάδα

αναδημοσίευση από: http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=249093

Τομαή Φωτεινή[1]

ΚΥΡΙΑΚΗ, 16 Μαΐου 1948. Ενα συνηθισμένο πρωινό της μετακατοχικής Ελλάδας, με τον Εμφύλιο να μαίνεται στις γύρω ορεινές περιοχές, ένας ψαράς επιστρέφοντας στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης θα έβλεπε στα θολά νερά του Θερμαϊκού ένα πτώμα να επιπλέει δεμένο χειροπόδαρα, με βαθύ τραύμα στο πίσω μέρος του κρανίου. Ηταν ο Τζορτζ Πολκ, ο αμερικανός δημοσιογράφος που είχε ταξιδέψει στη χώρα μας, όπως είχαν κάνει και άλλοι συνάδελφοί του σε διαφορετικές χώρες
της Ευρώπης για να παρακολουθήσουν την εφαρμογή του σχεδίου της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας, γνωστού ως Σχεδίου Μάρσαλ, που αποσκοπούσε στην ανόρθωση της οικονομίας της καθημαγμένης από τον Β Δ Παγκόσμιο Πόλεμο Γηραιάς Ηπείρου. Και ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη είχε καταφέρει ήδη από το 1945 να ορθοποδήσει, η Ελλάδα αποτελούσε θλιβερή εξαίρεση. Ασφαλώς δεν έφταιγε μόνο ο Εμφύλιος. Στις ανταποκρίσεις-φωτιά που έστελνε ο Πολκ στον αμερικανικό Τύπο κατηγορούσε την ελληνική κυβέρνηση για ανικανότητα και κατασπατάληση του πακτωλού εκατομμυρίων
δολαρίων που έρρεαν στη χώρα και κατέληγαν στο βόλεμα ημετέρων. Παράλληλα επέκρινε την αμερικανική υποστήριξη σε ένα δεξιό σάπιο καθεστώς, το οποίο για να τον ξεφορτωθεί δεν δίστασε να τον χαρακτηρίσει φιλοκομμουνιστή, χρεώνοντας παρ΄ όλα αυτά τη δολοφονία του στους ίδιους τους κομμουνιστές: δολοφονήθηκε εν ψυχρώ πλέοντας μεσάνυχτα πάνω σε λέμβο που θα τον οδηγούσε σε μυστική συνάντηση με τον Μάρκο Βαφειάδη για μια συνέντευξη που ο ίδιος προεξοφλούσε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία τής ως εκείνη τη στιγμή δημοσιογραφικής καριέρας του...

Σε άρθρο του αγαπημένου του φίλου Εντουαρντ Μάροου, με τίτλο «Η τελευταία ανταπόκριση του Πολκ», στην εφημερίδα «Τhe Βoston Daily Globe», φωτογραφία από την κηδεία του δολοφονηθέντος δημοσιογράφου. Το φέρετρο ακολουθεί συντετριμμένη η χήρα του, η Ελληνίδα Ρέα Κοκκώνη, η οποία μετά τη δολοφονία του άνδρα της εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη. «Ηξερε ίσως περισσότερα απ΄ όσα έπρεπε» έγραψε ο Μάροου, ενώ ο Ντον Χόλενμπακ δήλωσε ότι «η αλήθεια ήταν το πραγματικό θύμα στην υπόθεση Πολκ». Δεξιά, το γραμματόσημο με τον Τζορτζ Πολκ.
Στη χώρα μας ο Πολκ έφθασε τον Οκτώβριο του 1946 με σκοπό να παραμείνει κάποιους μήνες καλύπτοντας τα γεγονότα του Εμφυλίου, καθώς και τα σχετικά με την οικονομική και στρατιωτική αμερικανική βοήθεια. Κατόπιν θα επέστρεφε στις ΗΠΑ όπου είχε κερδίσει μια θέση με υποτροφία Νieman στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, ενώ σχεδίαζε να ολοκληρώσει και τη συγγραφή του βιβλίου του με τίτλο «Το μωσαϊκό της Μέσης Ανατολής». Παντρεμένος προ επταμήνου με την Ελληνίδα Ρέα Κοκκώνη, αεροσυνοδό που σπούδασε στην Αλεξάνδρεια, είχε έναν επιπλέον λόγο να ενδιαφέρεται περισσότερο για το τι συνέβαινε σε αυτή τη μικρή χώρα της Ευρώπης, η οποία, ενώ είχε τόσο ηρωικά αντισταθεί στον Αξονα, βούλιαζε διαρκώς παρά τον ποταμό αμερικανικών δολαρίων που έρρεαν σταθερά στο εσωτερικό της.
Είναι δύσκολο να συνοψισθεί στα όρια του συγκεκριμένου άρθρου το πλήθος των πληροφοριών που περιέχονται στους τρεις φακέλους τους οποίους εντόπισε η έρευνα κάνοντας χρήση του ονόματος και μόνο του δημοσιογράφου. Εκδηλη αναδύεται από την ανάγνωση των εγγράφων η ανησυχία που είχε προκαλέσει στην τότε κυβέρνηση η παρουσία του δραστήριου Αμερικανού στη χώρα μας, καθώς και η αμηχανία αλλά και η βιασύνη που την κατέλαβαν μόλις βρέθηκε το πτώμα του Πολκ και διαπιστώθηκε η δολοφονία του να ξεφορτωθεί το μίασμα χρεώνοντάς το στους κομμουνιστές. Και όλα αυτά όχι λόγω της εμμονής του να φθάσει ως τη Θεσσαλονίκη για να συναντήσει ανθρώπους που θα μπορούσαν να του εξασφαλίσουν μια συνάντηση με τον Μάρκο στο κρησφύγετό του - με σκοπό να τον βγάλει στον αέρα σε ζωντανή συνέντευξη στο CΒS-, αλλά εξαιτίας των αποκαλυπτικών άρθρων που έστελνε στον αμερικανικό Τύπο σχετικά με το πού κατέληγε η αμερικανική βοήθεια που με τόσες θυσίες έφτανε εδώ για χάρη του ελληνικού λαού, την ίδια στιγμή που ο ίδιος εξακολουθούσε να δυστυχεί.

Ο Πολκ γνώριζε ότι με τα δημοσιεύματά του ενοχλούσε εξίσου και τους Βρετανούς. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο ανακριτής του Β Δ Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Χ. Κομοτούρος με εμπιστευτικό έγγραφό του ζητούσε να του αποσταλούν από την Αμερική οι δύο επιστολές του Πολκ προς το ραδιοφωνικό δίκτυο Κολούμπια: η πρώτη «ανέφερεν ότι μη έχοντες (σημ.: ποιοι;) το θάρρος να μας κτυπήσουν φανερά εργάζονται εις τα παρασκήνια διά να επιτύχουν την μετάθεσιν ή παύσιν μερικών Αμερικανών ανταποκριτών», και η δεύτερη «ανέφερεν ότι υπήρχον αρκεταί, αν και ασαφείς, ενδείξεις περί πιθανής κακοποιήσεως κάποιου προσώπου». Τέλος, ο ανακριτής Κομοτούρος ζητούσε αντίγραφα «απασών των από Ιανουαρίου και εντεύθεν ραδιοφωνικών εκπομπών του Πολκ,στοιχείον σπουδαιότατον διότι δι΄ αυτού θα επικυρωθή το υπό της ανακρίσεως πιστωθέν και μάλιστα υπό μαρτυρίας των Χατζηαργύρη (δημοσιογράφου επίσης), της συζύγου τού Πολκ και του πενθερού του Κοκκώνη ότι ο Πολκ έκαμε και αντιρωσσικάς εκπομπάς και απεκάλει μάλιστα τους Ρώσσους βαρβάρους του Βορρά». Το με ημερομηνία 7 Αυγούστου 1948 έγγραφο αίτημα (ΕΠ 31) του ανακριτή προς το υπουργείο Δικαιοσύνης λίγες ημέρες μετά τη δεύτερη άφιξη στην Ελλάδα του αρχηγού των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ στη διάρκεια του πολέμου, στρατηγού Ντόνοβαν, είχε χαρακτηρίσει «θεωρίες διά μικρά παιδιά» τις εξηγήσεις του ταγματάρχη της Χωροφυλακής Μουσχουντή και του αρχηγού της Αστυνομίας Ξανθόπουλου ότι τον Πολκ εκτέλεσαν οι κομμουνιστές. Επιτομή των αρνητικών δημοσιευμάτων του Πολκ σε βάρος της ελληνικής κυβέρνησης επιχείρησε να κάνει ο τότε έλληνας υπουργός Συντονισμού σε επιστολή του προς τον πρώην κυβερνήτη της Νεμπράσκα Ντουάιτ Γκρίζγουολτ, αρχηγό της αμερικανικής αποστολής στη χώρα μας, από τον οποίο ζητούσε να διαψεύσει στον αμερικανικό Τύπο όσα ο Πολκ ανέφερε. «Τα σημεία ταύτα είναι ιδία τα ακόλουθα τέσσερα: 1) ο ισχυρισμός ότι η Ελληνική Κυβέρνησις εξεποίησεν εις τους Ελληνας πλοιοκτήτας τα παραχωρηθέντα εις αυτήν υπό των ΗΠΑ Liberties εις εξαιρετικάς χαμηλάς τιμάς και πολλά εξ αυτών φέρουν σήμερον Παναμαϊκήν σημαίαν, 2) ο ισχυρισμός ότι εντός του έτους 1946 διετέθη κρατικόν συνάλλαγμα 145.000.000 δολλαρίων,εξ ων μόνον 4 εκατ.διετέθησαν διά μηχανάς, ανταλλακτικά και άλλα χρήσιμα είδη,ενώ τα υπόλοιπα 141 διετέθησαν διά την αγοράν ειδών πολυτελείας, διά την κατάθεσιν εις ξένας τραπέζας, διά την αγοράν επιχειρήσεων εκτός της Ελλάδος κ.ο.κ., 3) ο ισχυρισμός ότι μεγάλα αποθέματα της UΝRRΑ φθείρονται σήμερον εις τας αποθήκας, και μάλιστα ότι τούτο γίνεται σκοπίμως διά να μην κλονισθούν αι επιμελώς διατηρούμεναι εις τα ύψη τιμαί, 4) ο ισχυρισμός ότι η Cooperative for Αmerican Remittance to Εurope συναντά ενταύθα επίσημον αντίδρασιν εις το έργον αυτής». Κατέληγε δε ως εξής: «Η δημοσίευσις τόσον χονδροειδών ανακριβειών διά του αμερικανικού Τύπου(σημ.: «Ηarper΄s Μagazine», που είχε αναδημοσιεύσει «Το Βήμα» στις 6, 7, 9 και 10 Δεκεμβρίου 1947) φοβούμεθα ότι είναι δυνατόν να επηρεάση τας γνώμας του αμερικανικού κοινού επί της χρησιμότητος της αρξαμένης και συνεχιζομένης συνεργασίας των ημετέρων λαών διά την προάσπισιν των ιδεωδών της ελευθερίας και της δημοκρατίας...» (ΑΠ 4037/Ι41, 15 Δεκεμβρίου 1947).

Ηταν πλέον ξεκάθαρο ότι η παραμονή του Πολκ στην Ελλάδα είχε γίνει περισσότερο από προβληματική για την κυβέρνηση. Η επιμονή του να συναντήσει τον Βαφειάδη για μια ζωντανή συνέντευξη στο CΒS ήταν το κερασάκι στην τούρτα. Ο Πολκ θα συναντήσει τον αμερικανό πρόξενο στη Θεσσαλονίκη στις 8 Μαΐου 1948 και θα καταλύσει στο ξενοδοχείο Αστορ.

Ανάμεσα στους τελευταίους που είδε και ζήτησε βοήθεια για να τον φέρουν σε επικοινωνία με τον Μάρκο ήταν ο δημοσιογράφος της εφημερίδας «Μακεδονία» Γρηγόρης Στακτόπουλος, διαγραμμένος από το ΚΚΕ, απόφοιτος του κολεγίου ΑΝΑΤΟΛΙΑ. Αυτόν θα ενοχοποιήσουν οι ελληνικές Αρχές ως υπαίτιο της δολοφονίας του, όπως και τα στελέχη του ΚΚΕ Αδάμ Μουζενίδη, Ευάγγελο Βασβανά και τη μητέρα του Στακτόπουλου Αννα, με τη διαφορά ότι ο πρώτος ήταν ήδη νεκρός από διμήνου... Ο ραδιοφωνικός σταθμός των ανταρτών θα διαψεύσει την ανάμειξη κομμουνιστών στη δολοφονία του Πολκ. Ο αμερικανικός Τύπος επί έξι-οκτώ μήνες θα συντηρήσει τη δολοφονία του ως κορυφαία είδηση. Χαρακτηριστικά η «Βoston Ηerald» έγραφε στο φύλλο της στις 25 Μαΐου 1948: «Ο Πολκ ήταν αγκάθι στα πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης. Οι ΗΠΑ πρέπει να μάθουν τι είναι αυτό που πραγματικά την ενόχλησε. Σε τελευταία ανάλυση,το χρωστάει στους αμερικανούς φορολογούμενους πολίτες που έχουν δώσει τον οβολό τους για τη χώρα αυτή».



[1] Η κυρία Φωτεινή Τομαή είναι προϊσταμένη της Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών.