Γ. Καλιδώνη «Η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και δικαστικές πλάνες: [...] Η υπόθεση Τζορτζ Πόλκ»

Διπλωματική εργασία, Αθήνα 2006

από την εισαγωγή σελ.3-4

«Η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και δικαστικές πλάνες: επιλεκτικότητα ή παραμορφωμένη επικοινωνία; Η υπόθεση Τζορτζ Πόλκ»

Η κοινωνική συμβίωση καθιστά αναγκαία την απονομή ποινικής δικαιοσύνης[1], η οποία είναι ηθικά δυνατή μόνο με το μεγαλύτερο δυνατό αυτοβασανισμό εκείνου που δικάζει[2]. Η υπέρβαση της αδυναμίας μας να συλλάβουμε με αντικειμενικό τρόπο την πραγματικότητα γίνεται μόνο με τη διαλεκτική αντιπαράθεση και των πιο αντίθετων απόψεων[3]. Καθοριστικής σημασίας κρίνεται για το σκοπό αυτό ο ρόλος του συνήγορου υπεράσπισης του κατηγορουμένου. Μόνο αν στον αγώνα μεταξύ υπεράσπισης και κατηγορίας κυριαρχεί η αρχή της ισότητας των όπλων μπορεί να ελπίζει κανείς ότι η ζυγαριά της δικαιοσύνης θα κλίνει προς την πλευρά του δικαίου και όχι προς την πλευρά του πιο ισχυρού[4].

Αρκετές έρευνες προσπαθώντας να διερευνήσουν τους λόγους της υπερεκπροσώπησης των χαμηλών στρωμάτων στις επίσημες στατιστικές ως δράστες ποινικών αδικημάτων, οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι οι φορείς απονομής δικαιοσύνης χρησιμοποιούν επιλεκτικούς μηχανισμούς, βασιζόμενοι σε προκατανοήσεις, απλοποιήσεις και καθημερινές θεωρίες[5]. Διαπιστώθηκε επίσης ότι πολλοί παράγοντες εμποδίζουν τα άτομα να προσφύγουν στη δικαιοσύνη, για τη διευθέτηση των διαφορών τους[6]. Αναζητήθηκαν οι παράγοντες που επηρεάζουν τη διαμόρφωση δικαστικής κρίσης καθώς και το αν η δικαιοσύνη λειτουργεί αυτόνομα, ανεπηρέαστη από το ευρύτερο περιβάλλον της[7]. Η τυποποίηση θεωρείται ως προϋπόθεση για την εξασφάλιση του ανεπηρέαστου της απόφασης των δικαστών από την ισχύ και το κύρος των διαδίκων και την ισότιμη απονομή της δικαιοσύνης[8].

Όταν όμως η δικαστική εξουσία δεν λειτουργεί σε περιβάλλον συνταγματικής σταθερότητας και πολιτικής ηρεμίας και η λειτουργία ενός θεσμού επηρεάζει ή διαχέεται στη λειτουργία του άλλου, κάμπτεται το κύρος της δικαιοσύνης και μειώνεται η αξιοπιστία της[9].

Σε ένα τέτοιο κλίμα εκδικάστηκε η υπόθεση της δολοφονίας του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζωρτζ Πολκ, η οποία αποδόθηκε στους Αδάμ Μουζενίδη και Ευάγγελο Βασβανά - ηγετικά στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος - με συνεργό τον Γρηγόρη Στακτόπουλο. Η καταδίκη τους βασίστηκε κυρίως στην ομολογία του Γρ. Στακτόπουλου. Τριάντα χρόνια αργότερα υπέβαλε την πρώτη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, δηλώνοντας ότι είναι αθώος, ότι δεν είχε καμία ανάμιξη στην υπόθεση και ότι οι καταθέσεις και η ομολογία του στο ακροατήριο ήταν προϊόντα της σωματικής και ψυχολογικής βίας που του ασκήθηκε, προσκομίζοντας και νέα στοιχεία, τα οποία αποδείκνυαν, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, την αθωότητά του. Η αίτησή του όμως απορρίφθηκε. Το ίδιο και η δεύτερη και η τρίτη που υποβλήθηκε από τη σύζυγό του μετά το θάνατό του.

Οι λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν σε μια δικαστική πλάνη είναι πολλοί, το ίδιο και αυτοί που συμβάλλουν στη συγκάλυψή της. Οι παραβιάσεις των ατομικών δικαιωμάτων καθώς και των διατάξεων του δικονομικού και του ουσιαστικού δικαίου που προκύπτουν από τη δικογραφία δημιουργούν αμφιβολίες σχετικά με την αναζήτηση και την αποκάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας στην υπόθεση Πολκ[10] η οποία δικαιολογημένα έχει χαρακτηρισθεί ως η ελληνική «υπόθεση Ντρέυφους».

Ολόκληρη η εργασία εδώ:

http://library.panteion.gr:8080/dspace/bitstream/123456789/701/1/kalidoni.pdf



[1] Μαγκάκης, σελ. 60.

[2] ό.π., σελ. 61.

[3] ό.π., σελ. 62.

[4] Κωνσταντινίδης, 1983, σελ. 41.

[5] Λαμπροπούλου, 1999, σελ. 135-136.

[6] ό.π., σελ. 115-120.

[7] ό.π., σελ. 185.

[8] ό.π., σελ. 120.

[9] Βούρβαχης, πρόλογος του Αντ. Ρουπακιώτη, σελ. 11.

[10] Βούρβαχης, 2003, σελ. 50.