Η συμβολή της αντικομμουνιστικής ιδεολογίας στον Ψυχρό Πόλεμο: Η περίπτωση της Ελλάδας

Η έναρξη του Ψυχρού Πολεμου, 1941-1950

Στρατηγικά ή Ιδεολογικά αίτια;

Workshop στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων
Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

του Λουκιανού Χασιώτη

αναδημοσίευση από: http://www.idis.gr/coldwar/

http://www.idis.gr/coldwar/pdf/Hassiotis.pdf

Οι παράγοντες που οδήγησαν στην κρίση ανάμεσα στους δύο μεγάλους νικητές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ, και στην πόλωση στις σχέσεις ανατολής-δύσης έχουν σε μεγάλο βαθμό αναλυθεί εκτενώς από τη μεταπολε­μική ιστοριογραφία. Όπως είναι γνωστό οι ΗΠΑ μετά το τέλος του πολέμου αποτε­λούσαν τη μοναδική χώρα που μπορούσε να αναλάβει το ρόλο της παγκόσμιας δύνα­μης. Το 1945 αντιπροσώπευαν το μισό της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής, το μεγαλύτερο μέρος των πλεονασμάτων τροφής και σχεδόν όλα τα οικονομικά αποθέ­ματα, υπερείχαν κατά πολύ στην τεχνολογία, ήλεγχαν το μεγαλύτερο μέρος των πα­γκόσμιων αποθεμάτων σε πετρέλαιο και διατηρούσαν την ισχυρότερη πολεμική μη­χανή: το ναυτικό τους ήλεγχε τις θάλασσες και η αεροπορία τους ουρανούς, ενώ κα­τείχε τα ατομικά όπλα και τα μέσα για να τα χρησιμοποιήσει. Τα αμερικανικά οικο­νομικά, στρατηγικά και πολιτικά κίνητρά ήταν άλλωστε ισχυρά: Η Αμερική μπορού­σε να επεκταθεί οικονομικά και στρατιωτικά σε χώρους που μέχρι πρότινος κυριαρ­χούσαν οι άλλοτε κραταιές ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες. Ακόμα περισσότερο η αμερι­κανική οικονομία μπορούσε να επεκταθεί στην ίδια την Ευρώπη, εξασφαλίζοντας έ­τσι την ευημερία της βιομηχανικής της παραγωγής, για την οποία εκφράζονταν φόβοι μίας επανάληψης της ύφεσης της δεκαετίας του 1930, μετά την αλματώδη ανάπτυξη που γνώρισε στα χρόνια του πολέμου.[1] Από την άλλη πλευρά, η Σοβιετική Ένωση βγήκε από τον πόλεμο με τεράστιες ανθρώπινες και υλικές απώλειες, αλλά ταυτόχρο­να με αναβαθμισμένο το γεωπολιτικό της ρόλο, εξαιτίας της ήττας και κατοχής της Γερμανίας και της Ιαπωνίας, της παρουσίας του Κόκκινου Στρατού στην ανατολική και κεντρική Ευρώπη και της γενικότερης αποδυνάμωσης των ευρωπαϊκών δυνάμε­ων. Σήμερα είναι σε γενικές γραμμές αποδεκτό ότι το 1945 οι Σοβιετικοί ενδιαφέρο­νταν περισσότερο να εξασφαλιστούν απέναντι σε μία μελλοντική γερμανική επιθετι­κότητα και ότι έδιναν προτεραιότητα στην εξασφάλιση των συνόρων τους, στην α­νοικοδόμηση της βιομηχανίας τους και στον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεών τους. Μολονότι αρχικά δεν επιδίωκαν τη διατάραξη των καλών σχέσεων με την Αμε­ρική, ανησυχούσαν με την αυξανόμενη επιρροή της σε παγκόσμια κλίμακα, με την αποκλειστική κατοχή της ατομικής βόμβας και με τη δυνατότητά της να περιορίσει, αντίστοιχα, τη σοβιετική επιρροή στην ανατολική Ευρώπη μέσω της οικονομικής της διείσδυσης. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τον αυταρχικό και «κλειστό» χαρα­κτήρα του σοβιετικού καθεστώτος και με την ανάγκη για έλεγχο της κοινωνίας της Σοβιετικής Ένωσης και των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών, οδήγησε σε περισσότερο επιθετική πολιτική εκ μέρους της Μόσχας και στη σταλινοποίηση των νέων καθεστώ­των της ανατολικής Ευρώπης.[2]

Ο ιδεολογικός παράγοντας στη σύγκρουση ΗΠΑ-ΕΣΣΔ έχει επίσης συζητηθεί δι­εξοδικά. Αμφότερες εκπροσωπούσαν μια ιδεολογία που έβλεπαν ως πρότυπο για τον υπόλοιπο κόσμο: οι ΗΠΑ τη φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και η ΕΣΣΔ το διεθνι­στικό μαρξισμό-λενινισμό. Η νέα πραγματικότητα που προέκυψε μετά την κατάρ­ρευση του ναζιστικού και φασιστικού κινδύνου ανανέωσε τον ιδεολογικό-πολιτικό ανταγωνισμό που υπήρχε από την εποχή της σύγκρουσης των παγκόσμιων οραμάτων του Ουίλσον και του Λένιν[3]. Ο αμερικανικός αντικομμουνισμός που είχε περιοριστεί ή αυτολογοκριθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου επανήλθε δριμύτερος, ενισχυμένος και πάλι από την κεντρική αμερικανική πολιτική εξουσία και την επίσημη διπλωμα­τία. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός, ότι η πολιτική «ανάσχεσης» που υιοθέτησε η διοίκηση Τρούμαν βασίστηκε καταρχήν στις εκτιμήσεις της λεγόμενης μεσοπολε­μικής «σχολής της Ρίγας», με τον κατεξοχήν εκπρόσωπό της και πρέσβη στη Μόσχα Τζορτζ Κέναν.[4] Σύμφωνα με τον ίδιο, «ο παγκόσμιος κομμουνισμός είναι σαν ένα κακοήθες παράσιτο που τρέφεται μονάχα από εξασθενημένους ιστούς.... Πολλοί ξέ­νοι λαοί, τουλάχιστον στην Ευρώπη, είναι κουρασμένοι και φοβισμένοι από τις ε­μπειρίες του παρελθόντος και ενδιαφέρονται λιγότερο για το αφηρημένο απ' ό,τι για την ασφάλεια. Αναζητούν μάλλον καθοδήγηση παρά ευθύνες. Θα έπρεπε να είμαστε σε καλύτερη θέση από τους Ρώσους για να τους προσφέρουμε κάτι τέτοιο. Κι αν δεν το κάνουμε εμείς, σίγουρα θα το κάνουν οι Ρώσοι». [5] Σύμφωνα πάλι με άλλες εκτιμή­σεις, ο αντικομμουνισμός της αμερικανικής διπλωματίας είχε περισσότερο προπα­γανδιστικό ρόλο και στρεφόταν πρωτίστως προς το εσωτερικό των ΗΠΑ, προκειμέ­νου να πειστεί τόσο το Κογκρέσο όσο και η αμερικανική κοινή γνώμη για την ανα­γκαιότητα του Σχεδίου Μάρσαλ που θα βοηθούσε στην οικονομική ανάκαμψη της Ευρώπης, η οποία με τη σειρά της θα πρόσφερε αγορές για τα αμερικανικά προϊόντα.[6] Αντίστοιχα, η επιστροφή στον πολιτικό λόγο περί ταξικής και αντιιμπεριαλιστικής πάλης και η ενίσχυση της λενινιστικής ρητορικής κατά του «κοσμο­πολιτισμού» και των «ιμπεριαλιστικών δυνάμεων» από την πλευρά της Μόσχας, που ανησύχησε σοβαρά τους αμερικανούς και βρετανούς αξιωματούχους, στρεφόταν πρωτίστως προς το εσωτερικό, ανταποκρινόταν δηλαδή στην ανάγκη ελέγχου του ΚΚΣΕ και των άλλων αδελφών κομμάτων, τα οποία τα τελευταία χρόνια είχαν γα­λουχηθεί με τις ιδέες του αντιφασιστικού μετώπου.[7]

Οι δύο μεγάλες δυνάμεις λοιπόν είχαν σημαντικούς λόγους για να ακολουθήσουν τη συγκεκριμένη πολιτική πόλωσης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο τελικά η πολιτική αυτή συνέφερε αμφότερες. Ωστόσο θα ήταν λάθος να αντιμετωπίσουμε την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου ως αποτέλεσμα αποκλειστικά των αποφάσεων της Ουάσιγκτον και της Μόσχας. Τις τελευταίες δεκαετίες η ιστοριογραφία έχει δείξει ότι σημαντικό ρόλο στην όξυνση των σχέσεων δύσης-ανατολής, τουλάχιστον στην Ευρώπη, έπαιξαν εσωτερικοί παράγοντες, με άλλα λόγια οι προθέσεις, οι προκαταλήψεις και οι ανησυ­χίες των ευρωπαϊκών ηγεσιών και των παλιών και νέων ελίτ της ηπείρου. Αυτό ισχύει καταρχήν για τις δυτικοευρωπαϊκές ηγεσίες και ελίτ, αλλά ως ένα σημείο και για τις ανατολικοευρωπαϊκές. Οι πρώτες επιδίωκαν να αποσπάσουν την αμερικανική βοή­θεια για να επιβεβαιώσουν τον πολιτικό και κοινωνικό τους ρόλο και να προασπι­στούν το κοινωνικό status quo. Συγκεκριμένα πίστευαν ότι μονάχα με αυτόν τον τρό­πο θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τόσο μία ενδεχόμενη επιθετικότητα από την πλευρά της Μόσχας όσο και την απειλή της αριστεράς που είχε ενισχυθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια του πολέμου, χάρη στον πρωταγωνιστικό ρόλο που διαδραμάτισε στην αντίσταση, αλλά και λόγω της καθοριστικής συμβολής της ΕΣΣΔ στην ήττα του ναζισμού. Οι δεύτερες επιδίωκαν ακριβώς το αντίθετο: να προχωρήσουν δηλαδή τα­χύτατα στην «κάθαρση» της κοινωνίας και της διοίκησης από τις παλιές φασιστικές ή «αντιδραστικές» ελίτ που μέχρι πρότινος κυβερνούσαν τις ανατολικοευρωπαϊκές χώ­ρες, και να αναλάβουν οι ίδιες το ρόλο τους υπό την προστασία της «πατρίδας του σοσιαλισμού». [8] Σε αυτό το πλαίσιο, των εσωτερικών δηλαδή ευρωπαϊκών παραγό­ντων που ευνόησαν την διολίσθηση προς τον Ψυχρό Πόλεμο, θα εξετάσουμε παρα­κάτω την ελληνική περίπτωση η οποία παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες αλλά και δι­αφορές σε σχέση με τις αντίστοιχες εξελίξεις στη δυτική Ευρώπη, στην οποία τελικά εντάχθηκε πολιτικά.

Η ελληνική εμπλοκή στην ψυχροπολεμική αναμέτρηση παρουσιάζει προφανείς ιδιαιτερότητες: Εδώ σημειώθηκε η πρώτη και η τελευταία ένοπλη αντιπαράθεση του Ψυχρού Πολέμου στην Ευρώπη. Εδώ η αντιπαράθεση αυτή απέκτησε χαρακτηριστι­κά «εργαστηρίου», αφού έδωσε τη δυνατότητα στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα να πει­ραματιστούν σε διπλωματικό, πολιτικό, κοινωνικό και στρατιωτικό επίπεδο. Ειδικά για τις ΗΠΑ, των οποίων η παρέμβαση ήταν αμεσότερη, σαφώς σημαντικότερη και είχε μόνιμα χαρακτηριστικά, ο ελληνικός εμφύλιος αποτέλεσε μίας πρώτης τάξεως ευκαιρία για να δοκιμαστούν όπλα, τακτικές καταπολέμησης του ανταρτοπολέμου, προπαγανδιστικές εκστρατείες και πολιτικές, νομικές και κοινωνικές στρατηγικές για τη αποτροπή του κομμουνιστικού κινδύνου και για την εμπέδωση του πολιτικού, οι­κονομικού και κοινωνικού status quo. Οι ΗΠΑ εξήγαγαν στην Ελλάδα πολεμική και οικονομική βοήθεια, αντικομμουνιστική νομοθεσία και τεχνικές πολιτικού ελέγχου, αλλά ταυτόχρονα απέκτησαν από την ανάμιξή τους αυτή εμπειρίες που θα χρησιμο­ποιούσαν αργότερα αλλού, στην καταστολή των αριστερών κινημάτων της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και της Ασίας. Με αυτήν την έννοια, ο ελληνικός και ο αμε­ρικανικός ψυχροπολεμικός αντικομμουνισμός -παρά τις διαφορές τους- λειτούργη­σαν μεταξύ τους διαδραστικά και αλληλοσυμπληρωνόμενα.[9]

Βέβαια η πολιτική υπονόμευσης των κομμουνιστικών κομμάτων με την ανάμιξη των ΗΠΑ κάθε άλλο παρά περιορίστηκε στην Ελλάδα. Σε ολόκληρη τη δύση η επι­κράτηση του ψυχροπολεμικού αντικομμουνισμού έδωσε στη μεταπολεμική διαδικα­σία εκδημοκρατισμού συντηρητική χροιά. Τα ευρωπαϊκά ΚΚ εκδιώχτηκαν από τις δυτικοευρωπαϊκές κυβερνήσεις μέσα στο 1947, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αμε­ρικανική βοήθεια μέσα από το Σχέδιο Μάρσαλ - την ίδια δηλαδή περίοδο που στην ανατολική Ευρώπη οι κομμουνιστές σταθεροποιούσαν την εξουσία τους. Ακολούθη­σαν εκτεταμένες διώξεις των δυτικοευρωπαίων κομμουνιστών, κυρίως στη Γαλλία και την Ιταλία, όπου τα τοπικά ΚΚ ήταν ιδιαίτερα ισχυρά, μέσα από τη δράση παρα­στρατιωτικών ακροδεξιών οργανώσεων, τη βίαιη καταστολή εργατικών κινητοποιή­σεων και συνδικαλιστικών δραστηριοτήτων, τη συνεργασία της CIA με ντόπιους αντικομμουνιστές, ακόμα και με τις τοπικές μαφίες. Συνολικά θα μπορούσαμε να πού­με ότι ο αντικομμουνισμός στη δύση εξελίχτηκε σε μία τεράστια και αναπτυσσόμενη βιομηχανία που περιλάμβανε διαφημιστικές εκστρατείες, ειδικές εκδόσεις, εκθέσεις, κινηματογραφικές ταινίες, ραδιοφωνικές εκπομπές, με την αμερικανική βέβαια (συν)χρηματοδότηση.[10]

Ωστόσο οι αντικομμουνιστικές εκστρατείες στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες ουδέ­ποτε εξελίχτηκαν σε καθεστώτα «έκτακτης ανάγκης», όπως συνέβη στην ελληνική περίπτωση. Εκτός της Ελλάδας μονάχα στη Δυτική Γερμανία απαγορεύτηκε η λει­τουργία του ΚΚ, ενώ γενικά οι θεωρίες περί παγκόσμιας κομμουνιστικής συνομωσίας δεν γνώρισαν ποτέ μεγάλη απήχηση, όπως συνέβη στις ΗΠΑ και στην Ελλάδα, αλλά και στη φρανκική Ισπανία. Αντίθετα στην Ελλάδα η επιρροή του αμερικανικού ψυ­χροπολεμικού αντικομμουνισμού υπήρξε εντονότερη απ' ό,τι στις δυτικές δημοκρα­τίες. Πρώτα απ' όλα επειδή η οριστική νίκη των ελλήνων εθνικοφρόνων βασίστηκε στη στρατιωτική, πολιτική, οικονομική και ιδεολογική συνδρομή των ΗΠΑ, που ανέ­λαβαν τόσο την εποπτεία της αποκατάστασης της τάξης και της ανοικοδόμησης του κράτους όσο και την προστασία του από ξένες βλέψεις. Επιπλέον όμως, επειδή το με­ταπολεμικό καθεστώς της χώρας επικράτησε μετά από μία μακρά πολεμική σύγκρου­ση, με ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά, γεγονός που ριζοσπαστικοποίησε την αντικομμουνιστική του συμπεριφορά και την έκανε συγγενή του μακαρθισμού. Σε αντί­θεση μάλιστα με το μακαρθισμό που αποδείχτηκε επιτυχής για μικρό διάστημα, αλλά εξασθένισε μετά το 1955, η αντίστοιχη ελληνική αντικομμουνιστική πολιτική έπρεπε να αντιμετωπίσει έναν υπαρκτό κίνδυνο και, ως εκ τούτου, να διατηρηθεί de jure ή defacto μέχρι το 1974, αφού δεν κατάφερε ποτέ να εξαφανίσει πλήρως την απήχηση της αριστεράς.[11]

Η ιστοριογραφία παραμένει μέχρι σήμερα διχασμένη τόσο ως προς το αναπόφευ­κτο του ελληνικού εμφυλίου όσο και ως προς τις ευθύνες των αντιμαχομένων πλευ­ρών για τη συγκεκριμένη τροπή που πήραν τα πράγματα στη χώρα, αν και τα τελευ­ταία χρόνια υπάρχει μία κοινή τάση να δοθεί έμφαση στους εσωτερικούς παράγοντες που οδήγησαν στην κρίση παρά στις επεμβάσεις των ξένων δυνάμεων. Σε κάθε περί­πτωση, μπορούμε σχετικά εύκολα να διαπιστώσουμε ότι τα δεδομένα στην Ελλάδα μετά το 1944 διαφοροποιούνταν σε μεγάλο βαθμό από τα αντίστοιχα των δυτικοευ­ρωπαϊκών χωρών. Καταρχήν στην Ελλάδα υπήρχε ένα ισχυρό αριστερό αντάρτικο με ευρεία κοινωνική αποδοχή, το οποίο μέχρι τις αρχές του 1945 ήλεγχε το μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας. Αντίθετα μέχρι την έλευση των βρετανικών στρατευμάτων και την επικράτησή τους στα Δεκεμβριανά, το κύρος των προπολεμικών αστικών δυνά­μεων είχε πληγεί σημαντικά εξαιτίας τόσο της αδυναμίας τους να αντιπαρατεθούν με την προπολεμική δικτατορία όσο και της περιορισμένης (ή τουλάχιστον καθυστερη­μένης) τους συμμετοχής στην αντίσταση κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Επιπλέον, η αντιπαράθεση των αντικομμουνιστικών δυνάμεων με το ΕΑΜ βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό, ήδη από την κατοχική περίοδο, στη δράση διαφόρων δωσιλογικών οργανώ­σεων ή εθνικιστικών αντιστασιακών δυνάμεων οι οποίες έδειχναν συχνά περισσότερο πρόθυμες να συγκρούονται με τον ΕΛΑΣ, παρά με τις κατοχικές δυνάμεις - φαινόμε­νο που παρατηρήθηκε επίσης στην Αλβανία και τη Γιουγκοσλαβία, οδηγώντας στα­διακά στην απαξίωση αυτών των δυνάμεων, ακόμα και από τους δυτικούς Συμμά­χους. Μετά την απελευθέρωση και υπό το φάσμα της απειλής της επικράτησης του ΕΑΜ και της ανατροπής της πολιτικής και κοινωνικής τάξης πραγμάτων, ο αστικός κόσμος επέμεινε, με περισσότερο σαφή τρόπο πλέον, στη συμμαχία με τους πρώην δωσίλογους προκειμένου να κρατηθεί στην εξουσία. Η επιλογή αυτή οδήγησε, όπως είναι γνωστό, στη «Λευκή Τρομοκρατία» και στην έναρξη σκληρών διώξεων εναντί­ον των οπαδών του ΕΑΜ τόσο από τις επίσημες αρχές όσο και από τις ακροδεξιές συμμορίες. Το γεγονός αυτό ενθάρρυνε τη δημιουργία ενός δεύτερου αντάρτικου, αρ­χικά με τη λογική της αυτοάμυνας και στη συνέχεια ως επίσημη απόφαση του ΚΚΕ να έρθει σε ρήξη με τη νομιμότητα, ώστε να αναβαθμίσει με τα όπλα το διαπραγμα­τευτικό του ρόλο ή ακόμα και να διεκδικήσει την ίδια την εξουσία. Οι παραπάνω επι­λογές κλιμάκωσαν αναπόφευκτα την κρίση, η οποία με τη σειρά της μετατόπισε το κέντρο βάρους της πολιτικής σκηνής στην Ελλάδα προς τα δεξιά. Έτσι η συμμαχία παλιών και νέων κοινωνικών ελίτ στέφθηκε με πλήρη επιτυχία, παρέχοντας μάλιστα ιδιαίτερα προνομιακή θέση σε εκείνους τους παράγοντες που αναδύθηκαν μέσα από την Κατοχή και ταυτίστηκαν με την υποταγή της εργατικής τάξης και τον αποκλεισμό των κομμουνιστών από το «εθνικό σώμα», ως επιλογή της δικής τους πολιτικής και κοινωνικής επιβίωσης. Άλλωστε το γεγονός ότι δεν υπήρξε καμία σοβαρή προσπά­θεια δίωξης δωσιλόγων και ότι αντίθετα οι περισσότεροι από αυτούς στη συνέχεια τιμήθηκαν ως εθνικοί ήρωες, καταφέρνοντας μάλιστα να αναρριχηθούν ταχύτατα στην πολιτική και κοινωνική ιεραρχία, αποτελεί από μόνο του ευρωπαϊκή πρωτοτυπία[12].

Από μόνη της, ωστόσο, η συμμαχία των μετριοπαθών αστικών δυνάμεων με την ακροδεξιά δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα. Σε γενικές γραμμές οι μεταπολεμικές δυτικοευρωπαϊκές κυβερνήσεις φάνηκαν περισσότερο μετριοπαθείς απέναντι στους «εξτρεμιστές» της δεξιάς παρά της αριστεράς: πρώην φασιστικά ή ναζιστικά στελέχη και συνεργάτες των κατακτητών εντάχθηκαν αρμονικά στον κρατικό μηχανισμό και η παλιά εκλογική βάση της αυταρχικής, μη δημοκρατικής δεξιάς ενσωματώθηκε με επι­τυχία στα κεντροδεξιά κόμματα.[13] Η διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και στη δυτική Ευρώπη έγκειται στις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που δημιούργησε αυτή η ισορροπία δυνάμεων εντός του αντικομμουνιστικού στρατοπέδου: Αντί δηλαδή η αυ­ταρχική δεξιά να απορροφηθεί από το κοινοβουλευτικό δημοκρατικό σύστημα, όπως συνέβη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, το ίδιο το ελληνικό μεταπολεμικό καθεστώς εν­σωμάτωσε τις αντιλήψεις της και καθιέρωσε τέτοιους συσχετισμούς δυνάμεων στο εσωτερικό του που λειτούργησαν ανασταλτικά ως προς τον εκδημοκρατισμό αλλά και την οικονομική, κοινωνική και πνευματική ανάπτυξη της χώρας. Έτσι, η Ελλάδα διατήρησε στις επόμενες δεκαετίες ένα στρεβλό κοινοβουλευτικό σύστημα, με σαφή πατερναλιστικά χαρακτηριστικά που το διαφοροποίησαν από το δυτικοευρωπαϊκό κράτος πρόνοιας, με περιορισμένες τις πολιτικές και τις ατομικές ελευθερίες, και με αποκλεισμό των μη δηλωμένων εθνικοφρόνων από την πολιτική, κοινωνική, οικονο­μική και πνευματική ζωή της χώρας. Στο ίδιο σύστημα ο εξωθεσμικός ρόλος του στρατού, του παλατιού και της αμερικανικής πρεσβείας παρέμεινε κυρίαρχος οδηγώ­ντας αρκετές φορές σε πολιτικές εκτροπές και, τελικά, στη δικτατορία των συνταγματαρχών.[14]

Ο χαρακτήρας του μεταπολεμικού πολιτικού καθεστώτος καθόρισε αναπόφευκτα και την εξωτερική του πολιτική: Η Ελλάδα συντάχθηκε πλήρως με το στρατηγικό σχεδιασμό των ΗΠΑ, συμμετείχε με εκστρατευτικό σώμα στον πόλεμο της Κορέας, εντάχθηκε επισήμως στο ΝΑΤΟ το 1952 και υιοθέτησε το δόγμα του «από βορρά κινδύνου». Οι επιλογές αυτές ήταν λογικές στη δεδομένη ιστορική συγκυρία: ήταν επόμενο ότι οι «Λαϊκές Δημοκρατίες» στα βόρεια των ελληνικών συνόρων θα απο­τελούσαν το βασικό φόβητρο για τη μεταπολεμική Ελλάδα, επειδή εκπροσωπούσαν ανταγωνιστικά με το ελληνικό καθεστώτα και, ταυτόχρονα, επειδή ταίριαζαν στην παραδοσιακή αντιπαλότητα ελληνισμού και σλαβισμού στη Βαλκανική (ιδιαίτερα το βουλγαρικό κράτος που συνέχιζε την παράδοση της σύνδεσής του με τα συμφέροντα της Μόσχας). Σύντομα όμως αποδείχτηκαν αντιφατικές, καθώς συγκρούστηκαν με την πραγματικότητα που έθετε το Κυπριακό Ζήτημα και ο ελληνοτουρκικός ανταγω­νισμός, αλλά και με τη δεδομένη παγίωση των συνόρων ανατολικού και δυτικού μπλοκ[15].

Ο Ψυχρός Πόλεμος στην Ευρώπη υπήρξε αποτέλεσμα διαδραστικών διαδικασιών στις οποίες οι τοπικές ηγεσίες και ελίτ απαντούσαν σε ποικίλες απειλές και ευκαιρίες για τα συμφέροντά τους, την εξουσία τους και την εσωτερική και εξωτερική τους α­σφάλεια. Αυτές οι απειλές και ευκαιρίες προέρχονταν από εκτιμήσεις τόσο για την εσωτερική κατάσταση κάθε χώρας όσο και για το διεθνές σύστημα. Οι κοινωνικοί και πολιτικοί συσχετισμοί σε κάθε χώρα, οι ιδεολογικές προκαταλήψεις και πεποιθήσεις, και η ιστορική εμπειρία διαμόρφωσαν τις εκτιμήσεις και τις αποφάσεις των μεταπο­λεμικών καθεστώτων. Στη δύση, η ρήξη προέκυψε από την επιδίωξη αφενός της δια­τήρησης της ισχύος στο εξωτερικό και, αφετέρου, της διατήρησης του οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού συστήματος στο εσωτερικό. Ειδικά στην Ελλάδα, το μετα­πολεμικό καθεστώς υπήρξε προϊόν μίας σκληρής εμφύλιας σύγκρουσης που είχε αρ­χίσει πριν ακόμα ηττηθεί ο ναζισμός στην Ευρώπη και συνεχίστηκε στα επόμενα χρόνια συμβάλλοντας, από την πλευρά της, στην πολιτική διαίρεση της ηπείρου.



[1] William Appleman Williams, The Tragedy of American Diplomacy, New York, Delta Books, 1962, 206-9, 266-79, και Melvyn P. Leffler, A Preponderance of Power: National Security, the Truman Ad­ministration and the Cold War, Stanford, Stanford University Press, 1992, 516-8. Πρβλ. Melvyn P. Leffler - David S. Painter (επιμ.), Origins of the Cold War. An International History, London-New York: Routledge, 1994, 4-6.

[2] Martin McCauley, Origins of the cold war, 1941-1949, London-New York, Pearson, 2008, 72-3. Μία σύγχρονη ρωσική προσέγγιση για τη στάση της σοβιετικής ηγεσίας την εποχή εκείνη στο Vojtech Mastny, The Cold War and Soviet Insecurity: the Stalin Years, New York, Oxford University Press,1996.

[3]Eric Hobsbawm, Η εποχή των άκρων. Ο σύντομος εικοστός αιώνας, 1914-1991 (μτφρ. Β. Καπεταν-γιάννης), Αθήνα, Θεμέλιο, 1997, 300, και Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Εισαγωγή στην ιστορία του μετα­πολεμικού κόσμου, Αθήνα, Πατάκης, 2001, 35-9..

[4] Melvyn P. Leffler, "Was 1947 a Turning Point in American Foreign Policy?", στο L. Carl Brown (επιμ.), Center Stage. American Diplomacy since World War II, New York-London, Holmes & Meier, 1990, 24-5.

[5] Joseph M. Syracusa, I nto the Dark House. American Diplomacy and the Ideological Origins of the Cold War, Claremont, California, Regina Books, 1998, 44-5.

[6] Martin McCauley, Origins of the cold war, 1941-1949, London-New York, Pearson, 2008, 90-1.

[7] David Reynolds, "The European Dimension of the Cold War", στο Leffler -Painter (επιμ.), ό.π., 130­4., και Goeffrey Roberts, The Soviet Union in World Politics: Coexistence, Revolution and Cold War, 1945-1991, London, Routledge, 3-15.

[8] Geir Lundestad, "Empire by Invitation? The United States and Western Europe, 1945-1952", στο Charles S. Maier (επιμ.), The Cold War in Europe, Era of a Divided Continent, Princeton, Markus Wiener, 1996, 152-9· Reynolds, ό.π., 127-34, και Mark Mazower, Σκοτεινή ήπειρος: ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας (μτφρ. Κ. Κουρεμένος), Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 1998, 244-54.

[9] Minas Samatas, "Greek McCarthyism: A Comparative Assessment of Greek Post-Civil War Repres­sive Anticommunism and the U.S. Truman-McCarthy Era", Journal of the Hellenic Diaspora, 13, 3-4 (φθινόπωρο-χειμώνας 1986), 5-75, και Δέσποινα Ι. Παπαδημητρίου, Από τον λαό των νομιμοφρόνων στο έθνος των εθνικοφρόνων. Η συντηρητική σκέψη στην Ελλάδα, 1922-1967, Αθήνα, Σαββάλας, 2006,178-83.

[10] Mario Zucconi, "The United States and Western Europe", στο L. Carl Brown (επιμ.), Center Stage. American Diplomacy since World War II, New York-London, Holmes & Meier, 1990, 123-31· Ma­zower, ό.π., 276-81, και Tony Judt, Postwar. A History of Europe Since 1945, New York, Penguin, 2005, 223-5.

[11] Samatas, ό.π. Για την αμερικανική πολιτική στην Ελλάδα βλ. Lawrence Witner, Η αμερικανική ε­πέμβαση στην Ελλάδα, 1943-1949 (μτφρ. Χ. Ναντρίς), Θεσσαλονίκη, Βάνιας, 1991.

[12] Θανάσης Σφήκας, Οι Άγγλοι Εργατικοί και ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Ελλάδα, Αθήνα, Φιλίστωρ,1996, 77-108· Ole L. Smith, «Το ελληνικό κομμουνιστικό κόμμα, 1945-9», στο David Close, Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος, 1943-1950. Μελέτες για την πόλωση (μτφρ. Γ. Σπανδώνης), Αθήνα, Φιλίστωρ,2000, 169-85, και στον ίδιο τόμο Close, «Η ανοικοδόμηση του κράτους της Δεξιάς», 197-231. Βλ. Επίσης Γιώργος Μαργαρίτης, Ιστορία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, 1946-1949, τ. Α', Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2005, 127-52, 174-212.

[13] Mazower, ό.π., 276-81.

[14] Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, «Η ιδεολογική επίδραση του εμφυλίου πολέμου», στο John O. Iatrides (επιμ.), Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση, Αθήνα: Θεμέλιο, 1984, 561-594· Νίκος Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, Αθήνα: Θεμέλιο, 1986, 260-1, και Close, «Η ανοικοδόμηση», 231-7, και στον ίδιο τόμο, Close, «Η κληρονομιά», 267-82.

[15] Γιάννης Στεφανίδης, Από τον Εμφύλιο στον Ψυχρό Πόλεμο: Η Ελλάδα και ο συμμαχικός παράγοντας (1949-52), Αθήνα, Προσκήνιο, 1999, 53-89, 157-176, και Evanthis Hatzivassiliou, Greece and the Cold War. Frontline state, 1952-1967, London-New York, Routledge, 2006, 1-53.