Χαρίλαος Φλωράκης (Γιώτης) «Βιογραφική έκθεση»

αναδημοσίευση από: http://archive.enet.gr/online/online_print?id=48661704,56224328,70284232,78174536,

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ- 29/05/2005

Ο Γιώτης σε πρώτο πρόσωπο

της ΜΑΡΙΝΑΣ ΜΑΝΗ

«Να τα πούμε μωρέ, αφού θες, αλλά μη φέρεις μαζί σου μαγνητόφωνο. Ελα να μιλήσουμε για την ιστορία του κόμματος».
Ηταν τα τέλη του 1997, όταν το ΚΚΕ ετοιμαζόταν να γιορτάσει τα 80χρονά του. Εκείνο το απόγευμα ο Χαρίλαος Φλωράκης ήταν «πατρικός», με μεγάλη όρεξη για κουβέντα και χωρίς τις συνήθεις «κατσάδες» των προηγούμενων χρόνων.

Στη φωτογραφία, ο καπετάν Γιώτης στο ελεύθερο Καρπενήσι, αρχές Φεβρουαρίου του 1949, μαζί με τον επιτελάρχη, στην πρώτη μεραρχία του ΔΣΕ, Αλέκο Παπαγεωργίου.

Αρχισε να διηγείται στιγμές από την Αντίσταση, τον Εμφύλιο, την πολιτική προσφυγιά, τη φυλακή. Για ηγέτες του κόμματος και για γεγονότα αμφιλεγόμενα. Δεν τον διέκοπτα και έκανε ότι θύμωνε. «Ρώτα τίποτε, βρε διάολε, γι' αυτό δεν ήρθες;»

Οταν τελείωσε η συνάντηση, είχε νυχτώσει. «Γιατί δεν τα γράφετε όλα αυτά;» απόρησα. «Κάτι ετοιμάζω», είπε, χωρίς περισσότερες λεπτομέρειες. Σημειώσεις δεν κράτησα - αυτή άλλωστε ήταν η συμφωνία. «Δεν είμαι ιστορικός, πώς θα θυμάμαι τόσες λεπτομέρειες;» διαμαρτυρήθηκα. «Αν κάτι σε άγγιξε απ' όλα αυτά, ψάξε, διάβασε, μάθε. Για σένα, όχι για να γράψεις».

«Δεν θα 'χω τίποτα από σας γραμμένο σε πρώτο ενικό;» επέμεινα.

Μαζί με τον Κωνσταντινίδη (δεξιά) σ' ένα κονάκι στην Πάρνηθα το 1943. (φωτ.: αρχείο Χ. Φλωράκη).

Με κοίταξε επίμονα -αργότερα κατάλαβα ότι είχε αποφασίσει, να με «τεστάρει» ξανά- και έβγαλε ένα πυκνογραμμένο, οκτασέλιδο, κείμενο από το συρτάρι. «Είναι ένα βιογραφικό μου, που το έγραψα για το κόμμα στις αρχές της δεκαετίας του '50. Εδώ θα βρεις πώς ξεκίνησα και πώς συνέχισα μετά, στον Πόλεμο, στην Κατοχή και στον Εμφύλιο. Τα υπόλοιπα γνωστά είναι».

Ο Χαρ. Φλωράκης στα τέλη του 1948, λίγο πριν από την επιχείρηση κατάληψης της Καρδίτσας (αρχείο Χ. Φλωράκη)

Εμεινα άφωνη. «Τι με κοιτάς έτσι, ωρέ; Εχω τίποτα να κρύψω; Πάρ' το, διάβασ' το και άσ' το να σου βρίσκεται. Ξέρεις εσύ»...

Ο Χαρίλαος «έφυγε», κι αυτό το συγκλονιστικό κείμενο ανήκει σε όλους. Το έγραψε ο ίδιος το '51, όταν φοιτούσε στη Στρατιωτική Ακαδημία Φρούνζε της Μόσχας. Αναλυτικό και πλήρες, όπως όλα τα βιογραφικά σημειώματα των στελεχών του ΚΚΕ που «πέρασαν» στις χώρες του «ανατολικού μπλοκ» μετά τον Εμφύλιο. Από ποιο τόπο προέρχονταν, ποια ήταν η οικογενειακή τους κατάσταση, πώς πλησίασαν το κόμμα, πού έδρασαν, ποιοι άλλοι σύντροφοι μπορούν να επαληθεύσουν τα λεγόμενά τους - οι καιροί ήταν άγριοι, και η καχυποψία περίσσευε.

Ο Χαρίλαος Φλωράκης, σε ηλικία 37 ετών το 1951, φοιτητής στη Στρατιωτική Ακαδημία Φρούνζε της Μόσχας (αρχείο Χ. Φλωράκη).

Ο λόγος που σε κάποια σημεία δείχνει να επαναλαμβάνεται ή να στέκεται σε πολλές λεπτομέρειες είναι ότι το βιογραφικό «απαντούσε» σε συγκεκριμένο ερωτηματολόγιο που του είχε δοθεί. Τα πέτρινα χρόνια σε πρώτο ενικό πρόσωπο. Από τον Γιώτη...

«Αριστεροί όλοι οι συγγενείς μου μέχρι δεύτερο εξάδελφο»

«Δούλευα κομματικά χωρίς να είμαι μέλος»

Βιογραφική έκθεση του σ. Χαρίλαου Φλωράκη (Γιώτη)

Η οικογένειά μου αποτελείται από τη μάνα μου Στυλιανή, τα δυο αδέλφια μου Αλεξάνδρα και Λάμπρο και τις τρεις αδελφές μου Αθηνά, Σοφία και Αγγελική.

Ο πατέρας μου Γιάννης Φλωράκης πέθανε στην Αθήνα τον Μάρτη του 1943 από καλπάζουσα φυματίωση σε ηλικία 60 ετών. Ο πατέρας μου κατάγονταν από το Κλειστό της Ευρυτανίας, η μάνα μου από τη Ραχούλα της Καρδίτσας. Εμείς τα παιδιά γεννηθήκαμε άλλα στη Ραχούλα και άλλα στην Καρδίτσα. Μέχρι το 1933 μέναμε στην Καρδίτσα, από το 1933 φύγαμε οικογενειακά για την Αθήνα όπου η οικογένειά μου μέχρι σήμερα μένει.

Οσα χρόνια είμασταν στην Καρδίτσα ο πατέρας μου είχε ξυλεμπορικό κατάστημα δικό του μέχρι το 1930. Το 1930 κάηκε το μαγαζί που ήταν ανασφάλιστο, η ασφάλειά του είχε λήξει πριν 15 μέρες από την πυρκαγιά! Υστερα από το ατύχημα αυτό πουλήσαμε το σπίτι μας και φύγαμε το 1933 για την Αθήνα, βασικά για να σπουδάσουν τα παιδιά. Στην Αθήνα όταν πήγαμε αρχίσαμε όλοι τη δουλειά. Ο μεγάλος ο Αλέξανδρος έπιασε δουλειά στην Εθνική Τράπεζα σαν εισπράχτορας, ο Λάμπρος που είχε τελειώσει δικηγόρος έδωσε εξετάσεις και έγινε πρωτοδίκης, εγώ διορίστηκα στο υπουργείο στρατιωτικών σαν έκτακτος υπάλληλος, η μάνα μου με την αδελφή μου δουλεύανε τις αγελάδες που φέραμε από την Καρδίτσα.

Ο πατέρας μου γύριζε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, αγόραζε καρυδιές και τις μεταπουλούσε. Γενικά δουλεύαμε όλοι στο σπίτι και έτσι ζούσαμε. Η οικογενειακή ζωή από άποψη σχέσεων ήτανε πάρα πολύ ομαλή και αγαπημένη. Ο πατέρας μου όσο καιρό ήτανε στην Καρδίτσα υποστήριζε πολιτικά ανάλογα με τους προσωπικούς του δεσμούς και φιλίες τους διάφορους υποψήφιους, πότε τον Ταλιαδούρο, πότε τον Κωτούζα ή πότε τον Κουκορίκο του αγροτικού κόμματος.
Ολη η οικογένειά μου από την Κατοχή ήταν δική μας. Ο πρώτος μου αδελφός ο Αλέξανδρος ήταν οργανωμένος στο ΕΑΜ της Εθνικής Τράπεζας όπου συνέχιζε να είναι μέλος και μετά τη Βάρκιζα (τον γνωρίζει ο σ. Λευτέρης Φράγγου, βρίσκεται στην Τασκέντ). Οπως πληροφορήθηκα τώρα από το σπίτι μου είναι βαριά άρρωστος από το 1947 από εγκεφαλική ληθαργίτιδα. Ο δεύτερος αδελφός μου, ο Λάμπρος, ήταν πρωτοδίκης στο πρωτοδικείο της Αθήνας, το 1942 τον έφερα σε επαφή με τον τότε καθοδηγητή μου σ. Γιάννη Ποτήρη ο οποίος αργότερα τον στρατολόγησε στο κόμμα. Δούλευσε στην κομμουνιστική οργάνωση των δικαστών της Αθήνας. Την άνοιξη του 1944 με εντολή της οργάνωσης βγήκε στο βουνό και δούλεψε σαν επίτροπος του Ακυρωτικού Δικαστηρίου της ΠΕΕΑ. Η στάση του μετά τη Βάρκιζα ήταν πολύ καλή (...)

Για τη δράση του απολύθηκε από πρωτοδίκης, όπου εξακολουθεί και σήμερα να είναι απολυμένος, τον γνωρίζουν οι σ. Παρτσαλίδης, Σουκαράς.
Η αδελφή μου είναι δική μας, δεν είναι όμως οργανωμένη, έδωσε οικονομική ενίσχυση στην Αλληλεγγύη, ο άνδρας της είναι δεξιός μα τίμιος και ήσυχος (...). Η αδελφή μου Σοφία ήταν υπάλληλος στο Φιξ και μέλος του κόμματος στην οργάνωση του Φιξ. Μετά τη Βάρκιζα την απέλυσαν από τη δουλειά της για τη συμμετοχή της στο κίνημα (την γνωρίζει ο σ. Πορφύρης, βρίσκεται στην Τασκέντ).

Η αδελφή μου Αγγελική μέλος του κόμματος από τέλη του 1942 ήταν υπάλληλος του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ήταν γραμματέας της ΚΟΒ του Ειρηνοδικείου. Μετά τη Βάρκιζα απολύθηκε από την υπηρεσία της για τη συμμετοχή της στο κίνημα. Μετά δούλεψε στο μηχανισμό του Π.Γ. σαν δαχτυλογράφος (τη γνωρίζει ο σ. Πλουμπίδης, ο σ. Πολύδωρος) (...). Η μάνα μου 65 χρόνων είναι δική μας, δεν ήτανε οργανωμένη. Η οικογένειά μου διώχτηκε από την ασφάλεια για τη δράση μας.

Οι συγγενείς μου, μέχρι δεύτερο ξάδερφο, εκτός από έναν πρώτο εξάδελφο του πατέρα μου γιατρό, (Φουρνό της Ευρυτανίας) που είναι πολιτευτής του Λαϊκού Κόμματος είναι ή συμπαθούντες ή οργανωμένοι στο κίνημα.

Εγώ γεννήθηκα στο Παληοζογλώπι της Καρδίτσας στις 20 του Ιούλη του 1914. Μεγάλωσα στην Καρδίτσα, ανατράφηκα μέσα σε οικογενειακό περιβάλλον μικροαστικής οικογένειας με γνήσια ελληνικά έθιμα του χωριού και της πόλης. Η ζωή μας ήτανε οικονομικά άνετη. Η ζωή μου στα μαθητικά μου χρόνια ήταν ομαλή στο σχολειό και στο σπίτι. Για την μαθητική μου ζωή ξέρουν απ' αυτούς που τώρα βρίσκονται στο Δ.Σ. ο Περ. Παπαδημητρίου (Ιταμος), Δήμος Κρανιάς.

Το σπίτι μας ήταν πάντα ανοιχτό και φιλόξενο, ιδιαίτερα την Τετάρτη που γινότανε παζάρι στην Καρδίτσα στο σπίτι μας μαζεύονταν πολλοί χωριάτες, ιδιαίτερα από το χωριό της μάνας μου τη Ραχούλα. Ολοι αυτοί ερχότανε για να δέσουν τον γάιδαρό τους γιατί δεν είχαν να πληρώσουν το χανιάτικο, να φάνε κανένα πιάτο φαγητό ή να ζητήσουν δανεικά για να αγοράσουν καλαμπόκι. Το γεγονός αυτό μου φανέρωσε ότι υπήρχαν άνθρωποι που ζούσαν σε άθλια κατάσταση, που πεινούσαν. Ακόμα μου δημιουργήθηκε μια συμπόνια και λύπη.

Αργότερα ήμουνα μαθητής στο ελληνικό σχολείο, το καλοκαίρι που παραθερίζαμε στο Παληοζογλώπι άκουσα για πρώτη φορά να μιλάει στους χωριάτες ένας πρώτος ξάδελφός μου Χρήστος Παπαλεωνίδου, που ήταν φοιτητής της φιλολογίας (τώρα καθηγητής δικός μας) για την αδικία, για κλεψιά και για κομμουνισμό.

Αργότερα το 1926 και μετά η Καρδίτσα παρουσίαζε σοβαρή εργατική και αγροτική κίνηση (καπνεργάτες και αγρότες). Οι αγροτικές διαδηλώσεις με τις μαύρες σημαίες, με μοναδικό αίτημα φθηνό καλαμπόκι, μου είχαν τραβήξει την προσοχή. Το Εργατικό Κέντρο της Καρδίτσας ήτανε κοντά στο σπίτι μου και πάνω στο δρόμο μου σχολειό-σπίτι. Γυρνώντας το απόγευμα από το σχολειό στεκόμουν στο Εργατικό Κέντρο και άκουγα τις ομιλίες και συζητήσεις το εργατών για τα ζητήματά τους, για το δίκιο τους. Πιο πολύ με τραβούσαν τα τραγούδια τους που λέγαν μετά τις ομιλίες στα οποία άρχισα να παίρνω και εγώ μέρος. Εκεί γνωρίστηκα με πολλούς εργάτες και έγινα φίλος των, ιδιαίτερα με τον Τάσο Αρβανίτη, τον Χρόνη, τον Θωμά Τσιρογιάννη, τον Καναβό.

Ενα βράδυ τις μέρες των απόκρεω γυρνώντας με τη μάνα μου από ένα συγγενικό μας σπίτι είδα από την Αρνη να δέρνει άγρια ένας χωροφύλακας έναν εργάτη γνωστό μου, που τον έβλεπα στο Εργατικό Κέντρο, γιατί κοίταξε από το τζάμι μέσα στην αίθουσα που γινότανε χορός της αριστοκρατίας της Καρδίτσας. Το γεγονός αυτό μου έκανε να πιστέψω ότι όσα λέγαν οι εργάτες στο Εργατικό Κέντρο ήτανε αλήθεια και ακόμη ότι όλοι οι χωροφύλακες ήταν όργανα των πλούσιων και εχθροί του λαού.

Μια μέρα ο τσαγκάρης Καναβός με παρακάλεσε να βγαίνω περίπατο στην πόλη με ένα σύντροφο από την Καβάλα (δεν μου είπανε το όνομά του) που τον κυνηγούσε η αστυνομία της Καβάλας και αναγκάστηκε να έρθει στην Καρδίτσα και αυτό γιατί μαζί μου δεν μπορούσαν να τον υποψιαστούν. Πραγματικά τον σύντροφο τον συνόδεψα όσες φορές ήθελε στις διάφορες δουλειές του έως έφυγε από την Καρδίτσα. Ο σύντροφος εκείνος με μίλησε συγκεκριμένα για τη σαπίλα της αστικής κοινωνίας, για το δίκιο των εργαζομένων, για την ανάγκη του αγώνα. Αργότερα ο χτίστης Χρόνης με γνώρισε με τον σ. Βαγγέλη Κουρκάτζελο.
Ετσι ο σ. Κουρκάτζελος το 1929 με οργάνωσε στις ομάδες πρωτοπόρων με τους μαθητές Γιάννη Ντότσικα, Καραμαγκιόλα. Η δράση μου στις ομάδες πρωτοπόρων ήταν να μιλάμε ανάμεσα στους μαθητές αφηρημένα για κομμουνισμό, μαζευόμασταν παράνομα 4-6 μαθητές, μας μίλαγε ο σ. Χρόνης, ο σ. Κουρκάτζελος, μας έκανε ανάλυση από το βιβλίο, το αλφάβητο του κομμουνισμού. Δίναμε και συνδρομή, δεν θυμάμαι για ποιο σκοπό (...). Το 1931 έφυγα για την Αθήνα.
Στην Αθήνα δεν γνώριζα κανέναν και επί ένα χρόνο δεν είχα καμία επαφή. Το μόνο που έκανα ήταν να αγοράζω «Ριζοσπάστη» και να μιλάω για κομμουνισμό γενικά και αφηρημένα, γιατί και 'γω πολλά πράγματα δεν καταλάβαινα (θυμάμαι τότε ο «Ρίζος» δημοσίευε και το έργο «Ο καλός στρατιώτης Σβέικ»). Μια μέρα ήρθε στο σπίτι μου ο πρώτος ξάδελφός μου γιατρός Βασίλης Παπαλεωνίδου από το Ζογλώπι της Καρδίτσας, είδε τους «Ριζοσπάστες» και με ρώτησε αν έχω καμία επαφή (...).

Του απήντησα όχι δεν ξέρω κανένα στην Αθήνα. Αυτός μου συνέστησε να παίρνω «Ριζοσπάστη» και τις Κυριακές να πηγαίνω πίσω από την Αγία Ειρήνη επί της οδού Αιόλου στο Λαϊκό Θέατρο. Αρχισα σχεδόν κάθε Κυριακή να πηγαίνω στο Λαϊκό Θέατρο, που ήτανε της Εργατικής Βοήθειας και εκεί έδινα και 5 δρχ. συνδρομή.

Στα τέλη του 1932 διορίστηκα στο υπουργείο Στρατιωτικών σαν έκτακτος υπάλληλος, εκεί δεν είχα καμία επαφή, ούτε δράση. Στα 1933 απολύθηκα και πήγα στη σχολή των ΤΤΤ. Στις αρχές του 1933 (δεν θυμάμαι μήνα) κηρύχτηκε απεργία των τριατατικών (...).

Κάτω από την καθοδήγηση της Ομοσπονδίας φτιάσαμε αργότερα σύλλογο μαθητών των ΤΤΤ, γραμματέας του συλλόγου βγήκα εγώ. Τις συνεδριάσεις μας τις παρακολουθούσε ο Παντελής Δαμασκόπουλος.

Το 1935 τοποθετήθηκα στις Σέρρες σαν υπάλληλος (...). Στις Σέρρες μία μέρα ήρθε ο σ. Δρακόπουλος Απόστολος, που υπηρετούσε στην Αγγίστα. Αυτός μας συνεδρίασε σε ένα σπίτι και μας έβαλε διάφορα καθήκοντα. Στο τέλος μας ζήτησε συνδρομές για το κόμμα και στον οποίο έδωσα (ο σ. Δρακόπουλος το 1946 ήταν γραμματέας της ΚΟΒ Τριατατικών της Αθήνας). Τέλη του 1935 μετατέθηκα στη Θεσσαλονίκη.
Στη Θεσσαλονίκη πήρα ενεργό δράση σε όλη τη συνδικαλιστική κίνηση των υπαλλήλων, πλήρωνα συνδρομές στον Μιχάλη Κωστόγλου, Κατσαρό και Αγη Χιώτη. Την άνοιξη του 1936 μετατέθηκα στη Λάρισα. Στη Λάρισα ανασυγκροτήσαμε τη συνδικαλιστική οργάνωση. Εκεί ανέλαβα γραμματέας της Συνδικαλιστικής Επιτροπής με μέλη τους σ. Καραγιάννη, Σχοινά, Κουρτάρα, πλήρωνα συνδρομή για το κόμμα στο σ. Μήτσο Καραγιάννη. Κάναμε διάφορες κινητοποιήσεις, σε μια παρουσίαση στη διεύθυνση της αστυνομίας (ζητούσαμε άδεια για συγκέντρωση) τσακώθηκα με τον διοικητή Ραφτοδήμο. Τότε ο Ραφτοδήμος μου είπε «το Γυμνάσιο της Λάρισας και εσάς τους τριατατικούς εγώ θα σας διαλύσω». Την άλλη μέρα μου κοινοποίησαν διαταγή μετάθεσης για το χωριό Ραψάνη. Εγώ το έσκασα, πήγα στην Αθήνα και ύστερα από προσπάθειες της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ομοσπονδίας ΤΤΤ μετατέθηκα στην Τρίπολη, δούλευα συνδικαλιστικά, και ήμουνα μέλος της συνδικαλιστικής επιτροπής Αρκαδίας. Βγήκα αναπληρωματικός αντιπρόσωπος στο Συνέδριο ΤΤΤ, επλήρωνα συνδρομή στον σ. Παρασκευά Δημόπουλο (...).

Τέλη του 1938 μετατέθηκα στην Αθήνα, αρχές του 1939 πήγα φαντάρος στο τάγμα τηλ/τών Θεσσαλονίκης (...). Στο τάγμα τηλ/τών ήρθε χαρτί που έλεγε για τη συνδικαλιστική μου δράση. Μια μέρα με φώναξε ο ανθ/γός Γ. Κασιός ο οποίος μου είπε να κάτσω φρόνιμα γιατί εδώ δεν είναι τηλεγραφείο αλλά στρατός. Τον Ιούλη του 1939 με διώξανε από το τάγμα τηλ/τών Θεσσαλονίκης ως μη εμπνέοντα εμπιστοσύνη και με στείλανε στα Τρίκαλα σ' ένα τάγμα ανεξάρτητο που ήταν μάζεμα από ανθρώπους βασικά παλιοστοιχεία (πρεζάκηδες, μαχαιροβγάλτες κ.λπ. απ' όλη την Ελλάδα) στο τάγμα αυτό υπήρχαν και λίγοι αριστεροί, τέτοιους γνώρισα εκεί τον φοιτητή Βαγγελόπουλο, καθηγητή Σαμαρά κ.λπ. (...) Για τη στάση μου στο στρατό και τη μεταχείρισή μου ξέρει ο ταγματάρχης του Δ.Σ. σ. Κ. Μίσχος, τον είχαν στο σκάψιμο διοικητή λόχου.

Στον πόλεμο με τους Ιταλούς επιστρατεύθηκα σαν αξιωματικός λόγω του επαγγέλματος και υπηρέτησα στη στρατιωτική υπηρεσία γραμμών ΣΕΚ στην περιοχή Θεσ/νίκης-Φλώρινας. Με την κατάρρευση επανήλθα στο κεντρικό τηλεγραφείο Αθηνών (...).

Στο υπουργείο είμουνα χαρακτηρισμένος σαν αριστερός. Θεωρούσα τον εαυτό μου για κομμουνιστή. Παρ' όλο που η παρέα μου ήταν πάντα με κομμουνιστές, παρ' όλο που με παίρνανε σε ιδιαίτερες προκαταρκτικές συσκέψεις πριν από την κανονική συνεδρίαση των συνδικαλιστικών συνδριάσεων, κανένας δεν μου είπε επίσημα ότι είμαι μέλος του κόμματος ή ακόμα να γίνω μέλος του κόμματος. Εγώ δεν ζήτησα ο ίδιος να μπω στο κόμμα πιθανόν γιατί δεν είχα την ωριμότητα ή δίσταζα ν' αναλάβω κομματικές υποχρεώσεις, παρ' όλο που ήξερα και ένιωσα ότι η δουλειά μου ήτανε κομματική. Ακόμα είχα την αντίληψη ότι εφόσον οι άλλοι δεν μου κάνουν πρόταση φαίνεται ότι δεν με κρίνουν κατάλληλο.

Στη περίοδο της μεταξικής δικτατορίας η στάση μου ήταν αντιφασιστική-αντιμεταξική. Στην ΕΟΝ αρνήθηκα να μπω (...). Το καλοκαίρι του 1941 με έπιασε η ειδική ασφάλεια μαζί με τους τριατατικούς Κατσιγιάννη Θόδωρο Ζέγλο (ήτανε στο πυρ/κό του Δ.Σ) Ηλιάδη και φοιτητή Πίκο Ροΐδη (τιμημένο νεκρό του ΕΛΑΣ της Αθήνας). Υστερα από 24 ώρες κράτηση μάς απόλυσε. Εμένα μου πήραν τα στοιχεία και μου υπέβαλαν το ερώτημα για τη στενή μου παρέα με τον Κατσιγιάννη και Κλάδη, η απάντησή μου ήτανε ότι είναι φίλοι μου συνάδελφοι και τίμιοι άνθρωποι. Απολυθήκαμε χωρίς να υποστούμε καμία πίεση ή κανένα βασανισμό, χωρίς να υπογράψω καμιά δήλωση. Η σύλληψή μας αυτή έγινε πιθανό για να εξακριβώσουν ποιοι είμαστε (...).

Υστερα από λίγες μέρες ο Θόδωρος Ζέγκος μου είπε ότι είσαι μέλος του κόμματος (ΚΚΕ) και ζήτησε να κάνουμε οργάνωση στα ΤΤΤ (ο Ζέγκος τότε ήταν απολυμένος από την υπηρεσία, ήτανε συνταξιούχος φυματικός). Εγώ είχα υπόψη μου από τις συζητήσεις και για την παλιά και προσωρινή Κεντρική Επιτροπή, ότι είναι ύποπτες χαφιεδικές κ.λπ., αρνήθηκα στο Ζέγκο και του είπα ότι θα είμαι σύμφωνος αν μου το πει ο Νίκος Τσέντος ή ο σ. Κατσιγιάννης, τους δύο αυτούς συντρόφους τους γνώριζα καλά και είχα εμπιστοσύνη.

Υστερα από δύο τρεις μέρες με βρήκε ο σ. Νίκος Τσέντος (στην Κατοχή δούλευε σαν στέλεχος στο εργατικό ΕΑΜ, τον γνωρίζει καλά ο σ. Θέος και Πλουμπίδης, μετά τη Βάρκιζα ήτανε στο νοσοκομείο της Βούλας, είχε σπονδυλίτιδα) και μου είπε ότι είμαι μέλος του κόμματος και ότι με το σ. Κλάδη και Μπρουλιδάκη να φτιάσουμε την οργάνωση στα ΤΤΤ. Από τότε αρχίζει η συνεχής μου οργανωμένη κομματική ζωή. Στην αρχή ήμουνα μέλος της κομματικής τριάδας στο Κεντρικό Τηλ/φείο.
Τον Γενάρη, Φλεβάρη του 1942 (δεν θυμάμαι ακριβώς) ανέλαβα γραμματέας του πυρήνα του τηλ/φείου και μέλος της οργάνωσης (καθοδηγητής μας ήταν ο σ. Τσέντος) παράλληλα αρχίσαμε τη συνδικαλιστική οργάνωση στα ΤΤΤ και την οργάνωση του ΕΑΜ. Μαζί με άλλα συνδικαλιστικά στελέχη των άλλων κλάδων φτιάξαμε την προσωρινή Κεντρική Υπαλληλική Επιτροπή Δημοσίων Υπαλλήλων, που έγινα μέλος της. Φτιάσαμε ένα υπόμνημα και κάναμε την πρώτη παρουσίαση στην Κατοχή στον πρωθυπουργό Τσολάκογλου για τα ζητήματα των υπαλλήλων. Τον Απρίλη του 1942 σαν γραμματέας του Κεντρικού Τηλ/φείου μαζί με τους άλλους συντρόφους οργανώσαμε και κάναμε με απόλυτη επιτυχία την απεργία των τριατατικών, την πρώτη απεργία στη σκλαβωμένη Ευρώπη.

Υστερα από την απεργία και μετά το κομματικό αχτίφ κριτικής της απεργίας βγήκε νέο κομματικό γραφείο για όλη την οργάνωση των ΤΤΤ, στο οποίο ανέλαβα δεύτερος γραμματέας, με γραμματέα τον Χρήστο Βλάχο (τα αχτίφ το παρακολούθησε από την οργάνωση της Αθήνας ο Γιάννης Ποτήρης και ο Κώστας Χατζήμαλης). Τον Οκτώβρη του 1942 ανέλαβα γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης των τριατατικών της Αθήνας και ήμουνα μέλος στην κομματική γκρούπα των δημοσίων υπαλλήλων. Πήρα μέρος σαν αντιπρόσωπος στην πρώτη περιφερειακή συνδιάσκεψη της Αθήνας (από το Π.Γ. ήταν ο σ. Πλουμπίδης).
Το Γενάρη του 1943 πιάστηκα από την ειδική ασφάλεια μαζί με τον Κλάδη και τον Αποστόλη Δρακόπουλο (ο Δρακόπουλος ήταν τότε γραμματέας της οργάνωσης του τηλεγραφείου) (...). Απολυθήκαμε ύστερα από κινητοποιήσεις των υπαλλήλων στο υπουργείο και στο Πολιτικό Γραφείο, καμία δήλωση δεν υπογράψαμε, η στάση μας ήταν επαναστατική. Υστερα από έγγραφο του Γενικού Διευθυντή των ΤΤΤ συνταγματάρχη Βάλβη (εκτελέστηκε τον Δεκέμβρη) στο ιταλικό φρουραρχείο κυνηγήθηκα από τους Ιταλούς και αναγκάστηκα να πέσω στην παρανομία μέχρι τον Μάρτη του 1943 οπότε βγήκα στο βουνό στον ΕΛΑΣ, ύστερα από εντολή της οργάνωσης της Αθήνας.

Μέχρι τότε πήρα μέρος σ' όλες τις απεργίες, κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις της Αθήνας. Για τη στάση μου και τη δράση μου ξέρουν από κείνους που ζουν οι Πλουμπίδης, Κώστας Νικολακόπουλος, Γιάννης Ποτήρης, Θανάσης Χατζής, Θανάσης Παπαναστασίου και ο Τάκης Υφαντής (Ηρακλής) ήταν τότε μέλος στην κομματική γκρούπα των δημοσίων υπαλλήλων. Στον ΕΛΑΣ βγήκα ύστερα από εντολή του Ευθυμιάδη (νομίζω τότε παρακολουθούσε τον ΕΛΑΣ Αττικοβοιωτίας εκ μέρους του Π.Γ.) στο αρχηγείο Αττικοβοιωτίας.

Τοποθετήθηκα σαν ομαδάρχης και αργότερα πολιτικός καθοδηγητής διμοιρίας. Πήρα μέρος σ' όλες τις αποστολές και μικροδράσεις, με την ομάδα μου συνόδευσα τον σ. Σαράφη και Βασίλη Σαμαρινιώτη από τα Δερβενοχώρια μέχρι τα Χάσια όπου τους παρέδωσα στον σύνδεσμο της Αθήνας (τον Θανάση τον Κουτσό) ήτανε η πρώτη φορά που κατέβαινε ο Σαράφης στην Αθήνα μετά την προσχώρησή του στον ΕΛΑΣ.
Το καλοκαίρι του 1943 ανέβηκε ολόκληρο το αρχηγείο Αττικοβοιωτίας στην περιοχή Ευρυτανίας (ήτανε το περίφημο σχέδιο αντιμετώπισης των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των Ιταλών). Εκεί με πήρε η οργάνωση (Ηλίας Μανιάτης) και με βάλανε μέλος της Περιφερειακής Επιτροπής Φθιωτιδο-Φωκίδας-Ευρυτανίας, υπεύθυνο του εφεδρικού ΕΛΑΣ. Γραμματέας ήταν ο Ηλίας Μανιάτης, μέλη Τάσος Λευτεριάς, Μήτσος Μαρής, Μαργαρίτα Κωτσάκη, Τάσος Γκίνογλου και 'γώ (...). Στις αρχές του 1944 γραμματέας ήρθε ο σ. Βασίλης Ασίκης και 'γώ πήγα στην 5η Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ που ήτανε καπετάνιος ο Ηλίας Καρράς και ο Ορέστης. Εκεί ήμουνα γραμματέας της ΕΔΑ. Οταν έφυγε ο σ. Καρράς ανέλαβα γραμματέας της Κομ. Επιτροπής της ΙΙ Μεραρχίας.
Πήρα μέρος στη δράση της Μεραρχίας με μαχητική αποστολή στην επιχείρηση της Αμφισσας και στις επιχειρήσεις του Δεκέμβρη. Μου έγινε πρόταση για ονομασία για το βαθμό του ταγματάρχη, δεν ξέρω αν ονομάστηκα. Στη συνδιάσκεψη του γραφείου Στερεάς, νομίζω Νοέμβρης του 1944, βγήκα στην Ολομέλεια της ΚΟΜΣ. Μετά τη Βάρκιζα πήγα στην Αθήνα, ανέλαβα αμέσως δουλειά, ανέλαβα δεύτερος γραμματέας της Αχτίδας των δημοσίων υπαλλήλων με γραμματέα τον σ. Σουκαρά. Αρχές του 1946 ανέλαβα γραμματέας της ΙΙ Αχτίδας Δ.Υ. της Αθήνας μέχρι το μήνα Νοέμβρη του 1946 που βγήκα στο βουνό στο ΔΣΕ. (Για τη δράση μου στον ΕΛΑΣ ξέρει ο σ. Ηλίας Καρράς και Βάσος Γεωργίου) (...).

Για τη δράση μου και στάση μου στην οργάνωση της Αθήνας ξέρει ο σ. Μπαρτζιώτας. Πήρα μέρος στο συνέδριο του κόμματος σαν αναπληρωματικός αντιπρόσωπος. Από τη Συν/ψη της Επιτροπής Πόλης της Αθήνας βγήκα στην Ολομέλεια της Επιτροπής Πόλης της Αθήνας. Τέλη του 1945 πιάστηκα στην Αθήνα, κατηγορούμενος για φόνους στην περιοχή της Ρούμελης, σαν ηθικός αυτουργός.

Κρατήθηκα 10 μέρες στο τμήμα μεταγωγών της Αθήνας και μεταφέρθηκα στις φυλακές Αμφισσας. Υστερα από 10 μέρες απολύθηκα με το νόμο του Σοφούλη. Για τη στάση μου στη φυλακή και στον ανακριτή ξέρει ο σ. Βασίλης Ασίκης που ήταν γραμματέας ομάδας φυλακών Αμφισσας και ο δικηγόρος Καβάγιας που με έδωσε η οργάνωση της Αθήνας και ήρθε μαζί μου στην Αμφισσα...

«Η δράση μου στο Δημοκρατικό Στρατό»

Το απόσπασμα της έκθεσης Φλωράκη που αναφέρεται στα χρόνια του βουνού, έχει ως εξής:

«Το Νοέμβρη του 1946 βγήκα στο ΔΣΕ, ύστερα από εντολή του κόμματος. Την εντολή μού την έδωσε προσωπικά ο σ. Στέργιος Αναστασιάδης.
Συνδέθηκα με τον σ. Γούσια που και κείνος πήγαινε σαν επικεφαλής στη Ρούμελη. Για μένα καθορίστηκε να βγω ένοπλα από την Αθήνα στην Πάρνηθα. Στην Πάρνηθα θα συναντούσαμε μια ομάδα καταδιωκομένων και από κει θα συνεχίζαμε το δρόμο για τη Ρούμελη. Με τη βοήθεια της οργάνωσης της Αθήνας σχηματίσαμε μια ομάδα από 9 με επικεφαλής εμένα.

Η ομάδα στην Πάρνηθα δεν υπήρχε, επρόκειτο για κάτι καταδιωκόμενους αντάρτες του ΕΛΑΣ που ζούσαν παράνομα στην Αθήνα, που είχαν όπλα κρυμμένα στο καλύβι της Χασιάς και ετοιμάζονταν να βγουν έξω.

Παρά το γεγονός αυτό αποφασίστηκε να βγούμε δίχως την ομάδα της Πάρνηθας, χωρίς να έχουμε καμία πληροφορία ακόμα για κατάσταση στην περιοχή κ.λπ.

Στην ομάδα μας ήρθαν και 4 από τους καταδιωκόμενους, έτσι βγήκαμε 13 από την Αθήνα στην Πάρνηθα οπλισμένοι με πιστόλια, περνώντας από τα καλύβια της Χασιάς πήραμε και ατομικά ντουφέκια. Από την Πάρνηθα περάσαμε στον Κιθαιρώνα (...).

Η πορεία μας προς τον Κιθαιρώνα δεν ήταν ομαλή (...). Αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής ήταν να κοπούνε τρεις από την περιφέρεια της Αττικής, να πέσουν σε ενέδρα χωροφυλάκων και μάυδων και να σαστίσουν. Με τους υπόλοιπους επιχειρήσαμε 4 βραδιές συνέχεια να περάσουμε δίχως οδηγό από Κιθαιρώνα στον Ελικώνα.

Με την κακοκαιρία όμως που είχε ξεσπάσει (χιόνι και συνεχής ομίχλη) δεν τα καταφέραμε να περάσουμε και γυρίζαμε πάλι στον Κιθαιρώνα. Εν τω μεταξύ άρχισε σοβαρή εξάντληση από την πείνα, την αϋπνία (...)
Αρρωστοι από τις ταλαιπωρίες, είχαμε 10-12 μέρες. Ολοι τους βάλανε το ζήτημα ότι κάτω απ' αυτές τις συνθήκες δεν μπορούν να προχωρήσουν (πρωτοστατούντος του Γαλανού). Ετσι αναγκαστήκαμε να γυρίσουμε στην Αθήνα και να φύγουμε με άλλο τρόπο, γυρίσαμε μέχρι την Κάζα, εκεί χωρίσαμε για να τραβήξουμε για την Αθήνα και να μπούμε μεμονωμένα (...).

Εγώ είχα πάθει ελαφριά κρυοπαγήματα. Υστερα από δυο μέρες συνήντησα τον σ. Κώστα Φαρμάκη και Στέργιο Αναστασιάδη και αποφασίστηκε να φύγω μέσω Θεσσαλίας.

Ετσι έφυγα από τον Πειραιά - Βόλο - Σοφάδες και από τους Σοφάδες στο Θραψίμι όπου βρήκα Φρουραρχείο του Αρχηγείου Αγράφων, από κει κατέβηκα στη Ρούμελη όπου συνάντησα το σ. Γούσια.

Για την υπόθεση αυτή εγώ βρίσκω ευθύνες στον εαυτό μου γιατί δεν αντιμετώπισα από την πρώτη μέρα της πορείας την κατάσταση αποφασιστικά ενάντια στους βραδυπορούντες, ακόμα λάθος βρίσκω και το γεγονός ότι δεν είπα τη γνώμη μου στο κόμμα όταν διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει ομάδα στην Πάρνηθα και καμιά απολύτως πληροφορία δεν υπήρχε. Μέχρι τον Μάρτη 1946 ήμουνα στη Ρούμελη, δούλεψα στην αρχή με τον σ. Διαμαντή στις διεισδύσεις Παρνασσού και Λοκρίδας. Αργότερα στη Δυτική Στερεά σαν διοικητής του αρχηγείου, πήρα μέρος στις επιχειρήσεις Ρούμελης, στη διείσδυση και ελιγμό Βάλτου - Τζουμέρκα για τη μεταφορά του Γ.Α. από Ρούμελη - Μακεδονία.

Από τον Απρίλη του 1948 μέχρι το πέρασμά μου στην Αλβανία ήμουνα διοικητής της 1ης Μεραρχίας. Με την πρώτη ονομασία των αξιωματικών του ΔΣΕ Δεκέμβρης του 1947, ονομάστηκα αντισυνταγματάρχης, τον Απρίλη του 1948 Συνταγματάρχης και τον Σεπτέμβρη του 1949 υποστράτηγος.

Μου δόθηκε μετάλλιο στρατιωτικής αξίας Β', τραυματίστηκα ελαφρά στο κεφάλι και χέρι στις επιχειρήσεις Νότιας Ηπείρου στο Ξεροβούνι το 1948. Από την Αλβανία πήγα στην Τασκέντ και τον Οκτώβρη του 1950 βρίσκομαι σε σχολή».

«Αδυναμίες; Ο μικροαστικός εγωισμός και τα νεύρα μου»

Στο τελευταίο μέρος της βιογραφικής του έκθεσης ο Χαρίλαος Φλωράκης αξιολογεί τη δράση του και το χαρακτήρα του, κάνοντας την επιβεβλημένη για τους κομμουνιστές αυτοκριτική:

«Σ' όλες τις αποστολές που μου ανέθεσε το κόμμα δεν αρνήθηκα ποτέ, κατέβαλα κάθε προσπάθεια για να τις εκτελέσω, δεν το πετύχαινα όμως πάντα. Από το κόμμα δεν τιμωρήθηκα ποτέ.

Στις διάφορες παρεκκλίσεις του κόμματος εγώ ακολούθησα πάντα τη γραμμή που χάραζε κάθε φορά το κόμμα και δούλευα πάντα πάνω στις αποφάσεις του γραμμή Κατοχής - Βάρκιζα - εκλογές κ.λπ. δεν είδα τα λάθη αυτά και ποτέ δεν έβαλα καθαρή γνώμη μου στο κόμμα.

Εξετάζοντας σήμερα τη δουλειά μου και τον εαυτό μου στο ΔΣΕ βρίσκω μια σειρά λάθη και αδυναμίες, σχεδόν σε όλες τις επιχειρήσεις. Σήμερα βλέπω καθαρά τις αδυναμίες μου, ιδιαίτερα στον τομέα της οργάνωσης, ελέγχου και διεξαγωγής μιας επιχείρησης. Ευθύνομαι ιδιαίτερα για τη λειψή οργάνωση επιχείρησης των Σοφάδων, για την επιχείρηση στο Δερβένι, έχω ευθύνη γιατί δεν ξεκαθάρισα όσο έπρεπε την κατάσταση της Θεσσαλίας, εκεί κάτω από την επίδραση της παλιάς κατάστασης του πνεύματος που υπήρχε και από έλλειψη βοήθειας από το σ. επίτροπο Ζωγράφο και Κλιμάκιο Καραγιώργη εγώ έκανα ορισμένες υποχωρήσεις ιδιαίτερα στην κατάσταση Αν. Θεσσαλίας.

Το σοβαρότερο απ' όλα βλέπω την ευθύνη μου στο ζήτημα του οργανωτικού της Νότιας Ελλάδας, εφεδρειών και προετοιμασίας για την αντιμετώπιση των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων, ανεξάρτητα από προσπάθειές μου το όλο ζήτημα το είδα μυωπικά και φέρνω ευθύνη. Εγώ δεν είδα και δεν κατάλαβα τις βρωμοδουλειές του Καραγιώργη, τον έβλεπα σαν τον εκπρόσωπο του Π... και τον σεβόμουν και εκτιμούσα μέχρι τη συνεδρίαση του Π.Γ. τον Ιούλη του 1949 (αν θυμάμαι καλά). Ετσι, εγώ ουσιαστικά δεν βοήθησα το κόμμα σχετικά με τον Καραγιώργη.

Εξετάζοντας τον εαυτό μου από την άποψη της κομματικής μου συγκρότησης και με τη βοήθεια των συντρόφων που μου τις έδειξαν στις διάφορες κριτικές που μου κάνανε, βρίσκω ότι:

Η κοινωνική μου προέλευση, το μικροαστικό και δημοσιοϋπαλληλικό περιβάλλον που έζησα είχαν σαν συνέπεια:

1) Να μην έχω το θάρρος να ζητήσω να μπω στο κόμμα νωρίτερα.

2) Να έχω ένα μικροαστικό εγωισμό βλαβερό, που εκδηλώνεται στο να μη μου αρέσει η κριτική, να μην την καταλαβαίνω αμέσως, να τη θεωρώ προσωπική, να φέρνομαι απότομα και να πικραίνω τους συντρόφους. Καταλαβαίνω π.χ. καλύτερα την κριτική όταν μου γίνεται ξεχωριστά παρά σε συνεδρίαση, ακριβώς γιατί εκεί θίγεται ο εγωισμός μου και νομίζω ότι πέφτει το κύρος μου. Καταλαβαίνω τη μεγάλη ζημιά που φέρνει αυτή η αδυναμία μου και για τον εαυτό μου και για τους συντρόφους και με την τέτοια στάση μου δεν δίνω το παράδειγμα διαπαιδαγώγησης. Στην όλη μου αυτή στάση βοηθάνε και τα νεύρα μου τα οποία είναι πολλά και όχι σε καλή κατάσταση.

3) Νομίζω ότι το γεγονός ότι στα χρόνια της Κατοχής στον ΕΛΑΣ, κάτω από την καθοδήγηση του Ορέστη και γενικά με την αδύνατη κομματική δουλειά που γινότανε στον ΕΛΑΣ και στο ΔΣΕ, ξεκομμένος από την καθοδήγηση και με καθοδηγητή τον Καραγιώργη, οι αδυναμίες μου αυτές αναζωογονήθηκαν, αντί να ξεπεραστούν.

4) Καταβάλλω προσπάθειες, τις νιώθω, παλεύω αλλά βλέπω ότι έχω υποτροπές, την πάλη μου αυτή θα την εξακολουθήσω.

5) Το μορφωτικό μου ιδεολογικό επίπεδο απέχει πολύ απ' ό,τι χρειάζεται. Τα μαρξιστικά βιβλία που διάβασα μέχρι σήμερα απλώς τα διάβασα, δεν τα μελέτησα.

Γιώτης
- Στην 5η Ολομέλεια βγήκα αναπληρωματικό μέλος της Κ.Ε. του κόμματος. Από την 1η Ολομέλεια έγινα ταχτικό μέλος της Ολομέλειας. Πήρα μέρος στην 6η Ολομέλεια (1949) στην 7η Ολομέλεια, στην ΙΙΙ Συνδιάσκεψη του κόμματος σαν ταχτικός αντιπρόσωπος και στην 1η Ολομέλεια της Κεντρικής».