Γιώργος Πετρόπουλος «Τα Τάγματα Ασφαλείας στην Πελοπόννησο-ιδεολογικές διαστάσεις και μνημονικός λόγος»

Διπλωματική εργασία, Αθήνα 2007

από τον πρόλογο σελ. 3-5

Στην παρούσα εργασία, επιχειρείται να διερευνηθούν διαστάσεις των ένοπλων δοσιλογικών πρακτικών, στην Πελοπόννησο κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Η συνεργασία με τις κατοχικές δυνάμεις δεν αποτελεί αποκλειστικά Ελληνικό φαινόμενο, καθώς εμφανίζεται στο σύνολο των κατεχόμενων

Ευρωπαϊκών χωρών, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, προσλαμβάνοντας μαζικές διαστάσεις.

Με το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης υπό κατοχή, οι Γερμανικές δυνάμεις, έπρεπε να διαχειριστούν ένα μεγάλο αριθμό φυσικών και ανθρώπινων πόρων, και να το εντάξουν στην εξυπηρέτηση των αναγκών του συνεχιζόμενου πολέμου. Στην κατεύθυνση αυτή, θα έπρεπε να αναζητηθούν, «συμμαχίες» με πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις στο εσωτερικό των κατεχόμενων χωρών, έτσι ώστε να εξελιχθεί η πολεμική προσπάθεια με το μικρότερο δυνατό κόστος για το Γερμανικό στρατό, διοχετεύοντας ταυτόχρονα τους πόρους της κατεχόμενης χώρας στην πολεμική προσπάθεια

Μια ερμηνευτική προσέγγιση της «συνεργασίας» ως Γερμανικής πρωτοβουλίας, θα ήταν μονοδιάστατη, γιατί δεν θα λάμβανε υπόψη την ποικιλία των κινήτρων που οδήγησαν στη συνεργασία, αλλά και τις διαφορετικές – κατά περίσταση – προσδοκίες που προβάλλουν οι συνεργαζόμενοι στην πολεμική συγκυρία.

Σε κάποιες περιπτώσεις προκύπτουν ιδεολογικές ταυτίσεις, καθώς, ο κινηματικός χαρακτήρας του Ναζισμού απέκτησε ευρύτατη απήχηση στη μεσοπολεμική Ευρώπη. Παράλληλα στην αναμενόμενη (το 1941) επικράτηση του Γερμανικού στρατού επενδύονται μια σειρά από εθνικές φιλοδοξίες, αλλά και προσδοκίες επίλυσης επίδικων ζητημάτων του παρελθόντος προς το συμφέρον αυτών που θα έπαιρναν το μέρος του νικητή.

Στην Ελληνική περίπτωση οι δοσιλογικές πρακτικές που εμφορούνται από ιδεολογικές ταυτίσεις με τον Ναζισμό, είχαν μάλλον περιθωριακό χαρακτήρα, και ουδέποτε κατάφεραν να προσλάβουν μαζικές διαστάσεις, όπως σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Η πολιτική και στρατιωτική ελίτ άλλωστε, στην πλειοψηφία της, τηρεί στάση αναμονής, προκειμένου να καθορίσει τις επιλογές της ανάλογα με την εξέλιξη του πολέμου.

Η ιδιαιτερότητα της Ελληνικής περίπτωσης έγκειται στο ότι οι μαζικού χαρακτήρα ένοπλες δοσιλογικές πρωτοβουλίες συνδέονται άμεσα με την ενίσχυση του αντιστασιακού κινήματος, αλλά και το διαφαινόμενο τέλος της Γερμανικής κατοχής.

Η εαμική αντιστασιακή εκδοχή, έθετε ως πρώτη προτεραιότητα την αποχώρηση των Γερμανών, αλλά και την ήττα του φασισμού.

Συνοδευόταν όμως και από το αίτημα για ευρύτατες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές, που θα συμπαρέσυραν τις κατεστημένες δομές της προπολεμικής εξουσίας.

Τα Τάγματα Ασφαλείας αποτελούν τον βασικό ένοπλο μηχανισμό που

ανέπτυξε το δοσιλογικό κράτος σε συνεργασία με τις αρχές κατοχής, προκειμένου να αντιμετωπίσει την κατίσχυση του εαμικού προτάγματος στην Ελληνική ύπαιθρο. Αν και η πρωτοβουλία ανήκει στην αντιβασιλική αντικομουνιστική εκδοχή του μεσοπολεμικού πολιτικού κατεστημένου, πολύ γρήγορα θα ελεγχθεί από κύκλους βασιλοφρόνων αντικομουνιστών. Το διαιρετικό σχήμα άλλωστε βενιζελικών-βασιλοφρόνων που καθορίζει τις στοιχίσεις των υποκειμένων στο Μεσοπόλεμο, ανασχηματίζεται από την προτεραιότητα αντιμετώπισης της συνολικής αμφισβήτησης της προπολεμικής πολιτικής τάξης από την εαμική αντίσταση.

Η Πελοπόννησος θα αποτελέσει προνομιακό χώρο ανάπτυξης των Ταγμάτων Ασφαλείας. Την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1944, πολυάριθμα τάγματα θα αναπτυχθούν στις μεγαλύτερες πόλεις της Πελοποννήσου. Θα διερευνηθούν οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που συνετέλεσαν στην ανάπτυξή τους, καθώς και η συνεισφορά σε αυτό της έκβασης των εμφύλιων συγκρούσεων ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και στην αντιεαμική αντιστασιακή οργάνωση που συνεστήθη από τους αξιωματικούς με την ενίσχυση των Βρετανών και της εξόριστης κυβέρνησης.

Παράλληλα θα αναζητηθούν οι σημαίνουσες πτυχές στο λόγο των αντιεαμικών ένοπλων σχηματισμών, προκειμένου να διευκρινιστούν οι

ιδεολογικές διαστάσεις του φαινομένου, οι συγγένειες με το αντικομουνιστικό φρόνημα της συντηρητικής σκέψης τους μεσοπολέμου, αλλά και η τομή που συνιστούν οι εμφύλιες κατοχικές συγκρούσεις ως στοιχείο ανάδυσης της μεταπολεμικής ιδεολογίας της εθνικοφροσύνης.

Με το τέλος της Κατοχής τα μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας θα αποτελέσουν τον βασικό ένοπλο μηχανισμό, με τον οποίο θα διεξάγει η αντιεαμική παράταξη τον Εμφύλιο πόλεμο. Για τη συμμετοχή τους αυτή θα επανενταχθούν στο «εθνικό σώμα», καθώς θα υποβαθμισθεί ή θα αποσιωπηθεί η συνεργασία με τις κατοχικές δυνάμεις.

Η διερεύνηση των διαστάσεων του μνημονικού λόγου των ανθρώπων που στελέχωσαν τα Τάγματα Ασφαλείας αποτελεί το δεύτερο σκέλος της παρούσας εργασίας όπου επιχειρείται να εξεταστεί η ανασύσταση της κατοχικής περιόδου διαμεσολαβημένη από τους νοηματοδοτικούς προσανατολισμούς που επιβάλλει η ιδεολογία της εθνικοφροσύνης.

Ολόκληρη η εργασία εδώ:

http://library.panteion.gr:8080/dspace/bitstream/123456789/315/3/petropoulos.pdf