Όψεις των σοβιετικών προτεραιοτήτων, 1941-1950

Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, 1941-1950

Στρατηγικά ή Ιδεολογικά αίτια;

Workshop στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων
Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

Διονύσης Χουρχούλης

αναδημοσίευση από: http://www.idis.gr/coldwar/pdf/Chourchoulis.pdf

Το παρόν κείμενο αναλύει τις προτεραιότητες της σοβιετικής στρατηγικής έπειτα από την γερμανική επίθεση τον Ιούνιο του 1941 και την ακόλουθη σύμπηξη της συμμαχίας των Τριών Μεγάλων (ΗΠΑ, Βρετανίας, ΕΣΣΔ) και ως την έκρηξη και κλιμάκωση του Πολέμου της Κορέας το 1950. Πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι εδώ δεν είναι δυνατό να υπάρξει πλήρης ανάλυση της σοβιετικής υψηλής στρατηγικής, ούτε βέβαια λεπτομερής καταγραφή των, συχνά περίπλοκων και αντιφατικών, σοβιετικών κινήσεων κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου και της πρώιμης ψυχροπολεμικής περιόδου. Θα καταδειχθεί απλώς ότι οι σοβιετικές επιδιώξεις παρέμειναν σε αξιοσημείωτο βαθμό σταθερές καθ' όλη αυτήν την περίοδο, κατά τη διάρκεια της οποίας το διεθνές σύστημα υπέστη συστημικές αλλαγές. Βασικές προτεραιότητες υπήρξαν η εδαφική επέκταση και η ενίσχυση της σοβιετικής επιρροής σε διάφορες γεωγραφικές περιφέρειες, η αύξηση των υλικών συντελεστών ισχύος της ΕΣΣΔ, η αποφυγή περικύκλωσης από έναν καπιταλιστικό συνασπισμό, η μεταφορά βαρών και η κατατριβή πραγματικών ή δυνητικών ανταγωνιστών της ΕΣΣΔ (καπιταλιστών και μη) και η ανάσχεση της γερμανικής ισχύος.

Το θεμελιώδες ερώτημα για την κατανόηση της σοβιετικής στρατηγικής: ασφάλεια ή ιδεολογία;

Ένα από τα κύρια ερωτήματα της βιβλιογραφίας των διεθνών σχέσεων, της πολιτικής επιστήμης και της διεθνούς ιστορίας είναι ποια υπήρξε κατά τη δεκαετία του 1940 η βασική προτεραιότητα της σοβιετικής υψηλής στρατηγικής πολιτικής: η προώθηση του κρατικού συμφέροντος (με κυριότερο την ασφάλεια) ή η εξάπλωση της κομμουνιστικής ιδεολογίας; Το παρόν κείμενο θα επιχειρήσει να καταδείξει ότι ο Στάλιν και οι συνεργάτες του, παρότι κατά κανόνα έτειναν να ερμηνεύουν τις γεωπολιτικές, στρατιωτικές, οικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις με ιδεολογικούς όρους (υπό το πρίσμα της μαρξιστικής-κομμουνιστικής ιδεολογίας), ωστόσο δρούσαν με πρωταρχικό στόχο την προώθηση των συμφερόντων της ΕΣΣΔ, τα οποία δεν ήταν απαραίτητα συνυφασμένα με την επέκταση της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Πρώτο και κύριο μέλημα υπήρξε η αύξηση της σοβιετικής ισχύος, ώστε να ενισχυθεί η ασφάλεια της ΕΣΣΔ έναντι εξωτερικών απειλών.

Ήδη πριν εκπνεύσει η δεκαετία του 1930 ακόμα και ορκισμένοι ιδεολογικοί αντίπαλοι του κομμουνισμού, όπως ο Χίτλερ και ο Ρίμπεντροπ, θεωρούσαν τον Στάλιν «συντηρητικό» παρά επαναστατικό ηγέτη, που έτεινε να μετατρέψει την ΕΣΣΔ σε «εθνικό και φυσιολογικό κράτος» όπου θα επικρατούσε ένα είδος «σλαβομοσχοβίτικου εθνικισμού».[1] Λίγα χρόνια αργότερα κατά κάποιον τρόπο ο ίδιος ο Στάλιν επιβεβαίωσε τις παραπάνω εκτιμήσεις διαπραγματευόμενος με έναν άλλο επιφανή εκπρόσωπο του «ιμπεριαλιστικού» μπλοκ (αλλά σύμμαχο στην πολεμική προσπάθεια), τον Τσώρτσιλ. Συγκεκριμένα, τον Νοέμβριο του 1943 ο Σοβιετικός ηγέτης ανέφερε στον Βρετανό πρωθυπουργό την πρόθεσή του να επιβάλει στη Φινλανδία εδαφικές «διευθετήσεις» και την πληρωμή αποζημίωσης. Όταν ο Τσώρτσιλ αντέδρασε υπενθυμίζοντας στον συνομιλητή του το σύνθημα των μπολσεβίκων κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου «όχι προσαρτήσεις, όχι πολεμικές αποζημιώσεις», ο Στάλιν απάντησε σκωπτικά «μα σου είπα, έχω γίνει συντηρητικός».[2]

Πράγματι, ήδη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, η γεωπολιτική κληρονομιά της τσαρικής Ρωσίας βάρυνε αποφασιστικά στη διαμόρφωση των προτεραιοτήτων της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής. Το φθινόπωρο του 1937 ο Στάλιν ευθέως παραδέχτηκε ότι «οι τσάροι έκαναν ένα σωστό πράγμα -δημιούργησαν ένα τεράστιο κράτος που εκτείνεται ως την Καμτσάτκα. Εμείς [οι μπολσεβίκοι] κληρονομήσαμε αυτό το κράτος. Και είμαστε εμείς, που για πρώτη φορά εδραιώσαμε και ενισχύσαμε αυτό το κράτος ως μία ενιαία και αδιαίρετη οντότητα»[3]. Μετά την εκδήλωση της γερμανικής επίθεσης εναντίον της ΕΣΣΔ τον Ιούνιο του 1941, ο Στάλιν και η σοβιετική ελίτ έθεσαν ως απόλυτη προτεραιότητα την εδαφική εξάπλωση και πολιτικο-διπλωματική ενίσχυση της ΕΣΣΔ· αντίθετα, ο ρόλος της τελευταίας ως ορμητηρίου για την εξάπλωση της παγκόσμιας επανάστασης πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Ήδη από τον Αύγουστο του 1940 είχε εκδοθεί καινούργιος στρατιωτικός κανονισμός που όριζε τον Κόκκινο Στρατό ως όργανο εθνικής άμυνας και όχι ως εργαλείο επέκτασης της επανάστασης.[4] Παράλληλα, στις αρχές του1943 ο Στάλιν κατανόησε ότι η διατήρηση της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν), θεωρητικά του κύριου όργανο εξάπλωσης της επανάστασης, δεν προσέφερε κάποιο πλεονέκτημα στην ΕΣΣΔ· αντιθέτως, προκαλούσε την καχυποψία των Δυτικών συμμάχων και περιέπλεκε τους χειρισμούς της σοβιετικής ηγεσίας - η οποία σε αυξανόμενο βαθμό ενεργούσε με όρους της Realpolitik. Άλλωστε, η διάλυση της Κομιντέρν ουδόλως θα εξασθένιζε τη διεθνή θέση της Μόσχας και την πρωτοκαθεδρία της στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα[5] Τελικά, η οργάνωση διαλύθηκε επίσημα τον Ιούνιο του 1943 ως ανέξοδη χειρονομία καλής θέλησης προς τους Δυτικούς συμμάχους.

Μετά την αρχική απόκρουση της γερμανικής εισβολής το 1941 και τη σύμπηξη της συμμαχίας των Τριών Μεγάλων και μέχρι τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, οι κύριες σοβιετικές προτεραιότητες αφορούσαν ζητήματα ασφαλείας, όπως: η εμπέδωση της τριμερούς συνεργασίας με Βρετανία και ΗΠΑ, το άνοιγμα δεύτερου μετώπου (στη Δυτική Ευρώπη), και η συνέχιση της αμερικανικής οικονομικής και τεχνικής βοήθειας.[6] Αλλά και μετά τη λήξη του πολέμου και καθώς η συμμαχία των Τριών Μεγάλων διαλύθηκε, κύρια προτεραιότητα του Στάλιν παρέμεινε η ενίσχυση της σοβιετικής ασφάλειας. Έτσι, στην Ανατολική Ευρώπη, η οποία άλλωστε βρισκόταν πλέον υπό άμεσο σοβιετικό έλεγχο, το Κρεμλίνο πρόταξε την επιβολή κομμουνιστικών καθεστώτων, κρίνοντας αυτή την εξέλιξη ως απαραίτητη για την παγίωση της σοβιετικής επιρροής[7]. Αντιθέτως, σε άλλες περιπτώσεις η Μόσχα δεν στάθηκε αρωγός στην επέκταση του κομμουνισμού. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η στάση της απέναντι στα ισχυρά κομμουνιστικά κόμματα της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ελλάδας. Όπως θα αναλυθεί παρακάτω ακόμα πιο αμφιλεγόμενη υπήρξε η σοβιετική στάση απέναντι στα κομμουνιστικά κόμματα του Ιράν και της Κίνας και στο καθεστώς της Βόρειας Κορέας.

Η ΕΣΣΔ και οι συντελεστές και συσχετισμοί ισχύος

Σύμφωνα με τον Στάλιν, «κανένας δεν λυπάται ούτε σέβεται τον αδύναμο. Ο σεβασμός επιφυλάσσεται μόνο στον δυνατό».[8] Παρά τις ριζικές αλλαγές στον παγκόσμιο και τους περιφερειακούς συσχετισμούς ισχύος που συντελέστηκαν με τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η σοβιετική ηγεσία πίστευε ότι ο κίνδυνος της καπιταλιστικής περικύκλωσης συνέχιζε να ελλοχεύει. Συνεπώς, όπως είχε συμβεί και κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, η ΕΣΣΔ όφειλε να ενισχύσει το στρατιωτικό, τεχνολογικό και οικονομικό της δυναμικό και να καλύψει το χάσμα ισχύος, αυτή τη φορά κυρίως σε σχέση με τις ΗΠΑ.[9] Σύμφωνα με τους Σοβιετικούς, η διανομή της λείας του πολέμου θα μπορούσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του μεταπολεμικού ισοζυγίου ισχύος. Το 1945, στις Διασκέψεις της Γιάλτας και του Πότσνταμ η σοβιετική ηγεσία έθεσε το ζήτημα του διαμοιρασμού του γερμανικού και ιταλικού πολεμικού και εμπορικού στόλου. Ο Στάλιν επιδίωκε να παραχωρηθεί στην ΕΣΣΔ μεγάλο τμήμα του γερμανοϊταλικού ναυτικού, ώστε να χρησιμοποιηθεί ως πυρήνας για τη δημιουργία σημαντικής σοβιετικής ναυτικής δύναμης. Συναφής με την παραπάνω επιδίωξη ήταν και η απαίτηση για την εκχώρηση δικαιωμάτων ή βάσεων σε λιμάνια και στρατηγικές περιοχές στα Στενά, τη Μεσόγειο και την Άπω Ανατολή.[10] Ακόμη, οι Σοβιετικοί επιζητούσαν να λάβουν τη μερίδα του λέοντος από τις γερμανικές πολεμικές επανορθώσεις. Εκτός αυτού, κινήθηκαν δραστήρια ώστε να επιτύχουν ευνοϊκές συμφωνίες εξόρυξης και εκμετάλλευσης πετρελαίου στο Ιράν.

Η ρίψη των ατομικών βομβών στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι όξυνε την ανασφάλεια και την καχυποψία των Σοβιετικών, οι οποίοι εξέλαβαν τη χρήση του νέου όπλου ως απόπειρα συγκαλυμμένου εκφοβισμού της ΕΣΣΔ. Έτσι, τρεις μόλις μήνες μετά τη λήξη του πολέμου στην Ευρώπη ο Στάλιν έθεσε την πολεμική βιομηχανία, την επιστημονική κοινότητα και τον κομματικό μηχανισμό επί ποδός πολέμου με στόχο την κατασκευή της σοβιετικής ατομικής βόμβας το ταχύτερο δυνατό.[11] Ο σοβιετικός επανεξοπλισμός περιλάμβανε ακόμη δύο προγράμματα: την ανάπτυξη πυραυλικών συστημάτων και την ενίσχυση της αντιαεροπορικής άμυνας.[12] Παράλληλα, από το φθινόπωρο του 1945 ο Στάλιν υιοθέτησε σε μια σειρά από ανοιχτά ζητήματα ιδιαίτερη άκαμπτη στάση έναντι των Αμερικανών και των Βρετανών, ώστε να καταστήσει σαφές ότι η ΕΣΣΔ δεν επρόκειτο να υποκύψει σε «ατομικό καταναγκασμό».[13]

Συνάμα, και σταδιακά σε εντεινόμενο βαθμό, ο Στάλιν και η κομματική ελίτ κινητοποίησαν ξανά τη σοβιετική κοινωνία ώστε να επιτευχθεί η οικονομική ανασυγκρότηση, αλλά και η ιδεολογική περιχαράκωση και η σφυρηλάτηση ενός συμπαγούς εσωτερικού μετώπου στη σοβιετική κοινωνία (μέσω και της αναβίωσης διώξεων και καταδικών). Αμφότερες αυτές οι επιδιώξεις αποτελούσαν απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτυχή διεξαγωγή ενός μακροχρόνιου Ψυχρού Πολέμου με τη Δύση. Ένα νέο πενταετές πλάνο τέθηκε σε εφαρμογή, και, αν και αποφεύχθηκαν οι προ του 1941 ακρότητες, προτεραιότητα δόθηκε για άλλη μια φορά στην ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας παρά στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών. [14] Οι πολιτικές αυτές ακολουθήθηκαν και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπου ως το 1948 είχε επιβληθεί πλήρης σοβιετικός έλεγχος.

Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη

Ήδη κατά τη διάρκεια των πρώτων επαφών του με τους Αμερικανούς και Βρετανούς κατά το δεύτερο μισό του 1941 - και παρά τη δυσχερέστατη σοβιετική θέση κατά την περίοδο αυτή - ο Στάλιν κατέστησε σαφές στους συνομιλητές του ότι μετά την,

διόλου διαφαινόμενη τότε, γερμανική ήττα, η ΕΣΣΔ θα προσαρτούσε ξανά τα τρία Βαλτικά κράτη και τα πολωνικά εδάφη που είχε καταλάβει μετά την υπογραφή του συμφώνου Μολότοφ-Ρίμπεντροπ και την έκρηξη του πολέμου. Επεκτείνοντας τα σοβιετικά σύνορα προς δυσμάς, στόχος ήταν να ενισχυθεί η σοβιετική ασφάλεια.[15] Οι Σοβιετικές εδαφικές αξιώσεις έλαβαν πιο συγκεκριμένη μορφή, και τελικά έγιναν αποδεκτές από τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς στις Διασκέψεις της Τεχεράνης και της Γιάλτας. Ο Στάλιν ωστόσο ήταν αποφασισμένος να θέσει υπό στενό σοβιετικό έλεγχο τη μεταπολεμική Πολωνία, χώρα παραδοσιακά διακείμενη εχθρικά προς τη Ρωσία/ΕΣΣΔ. Συνεπώς, και παρά τις αγγλοαμερικανικές αντιδράσεις, από πολύ νωρίς ο Στάλιν φρόντισε να ελέγξει πλήρως την πολωνική κυβέρνηση και προχώρησε άμεσα στη σοβιετοποίηση της χώρας. Η εδραίωση ενός πολωνικού κράτους φιλικού προς την ΕΣΣΔ αποτελούσε ζωτικό σοβιετικό συμφέρον.[16] Φυσικά, σταδιακά η σοβιετική σφαίρα επιρροής παγιώθηκε και στα υπόλοιπα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης που είχαν απελευθερωθεί από τον Κόκκινο Στρατό.

Το επίκεντρο πάντως του σοβιετικού ενδιαφέροντος κατά τη δεκαετία του 1940 υπήρξε η Γερμανία. Ο Στάλιν έθεσε το θέμα του μέλλοντος της Γερμανίας και των Γερμανών και στις τρεις διασκέψεις των Τριών Μεγάλων. Ο σοβιετικός ηγέτης έκρινε ως ανεπαρκείς τις αμερικανικές και βρετανικές προτάσεις για τον μεταπολεμικό περιορισμό και έλεγχο της γερμανικής ισχύος (αφοπλισμός, οικονομικός έλεγχος, σχετικά περιορισμένες εδαφικές απώλειες) και θεωρούσε απίθανη τη μεταπολεμική αναμόρφωση του «εθνικού χαρακτήρα» των Γερμανών. Εκτιμούσε ότι η Γερμανία, ακόμα και μετά από μια νέα, ολοκληρωτική αυτή τη φορά, ήττα, θα ανέκαμπτε πλήρως έπειτα από 15 έως 20 χρόνια, και η ταυτόχρονη αναβίωση του γερμανικού εθνικισμού και μιλιταρισμού θα οδηγούσε σε έναν νέο πόλεμο. Συνεπώς, οι Τρεις Μεγάλοι όφειλαν να λάβουν μέτρα τέτοιας φύσης ώστε να διαφυλαχθεί η παγκόσμια ειρήνη για τουλάχιστον μισό αιώνα. Αυτά περιλάμβαναν όχι μόνο την εδαφική αναδίπλωση των Γερμανών προς όφελος της ΕΣΣΔ και της Πολωνίας, αλλά και τον μόνιμο κατακερματισμό της Γερμανίας. Τέλος, οι Σοβιετικοί ζητούσαν την καταβολή υπέρογκων αποζημιώσεων σε είδος, ώστε σταδιακά να

επέλθει και ο οικονομικός/βιομηχανικός αφοπλισμός της Γερμανίας. Σε κάθε περίπτωση, η γερμανική οικονομία έπρεπε να τεθεί υπό τριμερή αγγλο-αμερικανο-σοβιετικό έλεγχο για μια παρατεταμένη χρονική περίοδο.[17]

Όμως, ο Στάλιν μπορούσε να πετύχει τους παραπάνω στόχους κυρίως μέσω της συνέχισης της τριμερούς συνεργασίας με Ουάσιγκτων και Λονδίνο. Μετά την κατάρρευση της συνεργασίας με τους Δυτικούς, τη διακοπή ροής επανορθώσεων από τις δυτικές ζώνες κατοχής προς την ΕΣΣΔ και την εξαγγελία του Σχεδίου Μάρσαλ, το οποίο θα επανέντασσε τη Γερμανία στο ευρωπαϊκό οικονομικό - και προφανώς πολιτικό - γίγνεσθαι, ο Στάλιν διείδε την απόπειρα δημιουργίας ενός αντισοβιετικού μπλοκ υπό αμερικανική καθοδήγηση. Ο φόβος καπιταλιστικής περικύκλωσης, με αιχμή του δόρατος μια αναγεννημένη Γερμανία, αναβίωσε[18]. Τελικά, ο Στάλιν απάντησε στις δυτικές πρωτοβουλίες του 1947 ένα έτος αργότερα, και τον Ιούνιο του 1948 διέταξε τον αποκλεισμό του Δυτικού Βερολίνου, προκειμένου να αναγκάσει τους Δυτικούς να το εγκαταλείψουν και να υπονομεύσει το σύνολο της πολιτικής τους στη, σταδιακά διαμορφούμενη, Δυτική Γερμανία. Πάντως, μετά την αναπάντεχα δυναμική αμερικανική αντίδραση, η ΕΣΣΔ, δίχως να υποχωρήσει εμφανώς, δεν κλιμάκωσε περαιτέρω.[19]

Μεσόγειος και Μέση Ανατολή

Το Κρεμλίνο έκρινε ότι η ιταλική ήττα πρόσφερε νέες ευκαιρίες για την ενίσχυση της (μηδαμινής) σοβιετικής παρουσίας στη Μεσόγειο. Από το 1945-46 η Μόσχα επιδίωξε να λάβει «εντολή» του ΟΗΕ για τη διοίκηση της Τριπολίτιδος. Τελικά οι συσχετισμοί ισχύος δεν επέτρεψαν στην ΕΣΣΔ να πετύχει την επέκταση της πολιτικής και ναυτικής της επιρροής στη Μεσόγειο κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1940. Μετά τη λήξη της συνεργασίας των Τριων Μεγάλων και με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, οι Δυτικοί Σύμμαχοι συναίνεσαν στην παραχώρηση «εντολής» ή βάσεων σε Τριπολίτιδα (στη Λιβύη) ή στα Δωδεκάνησα.

Κάτι ανάλογο συνέβη και στην περίπτωση των σοβιετικών αξιώσεων έναντι της Τουρκίας και του Ιράν, όπου το Λονδίνο και η Ουάσιγκτων αντέδρασαν δυναμικά και στήριξαν τις τοπικές κυβερνήσεις. Πράγματι, η πλήρης κυριαρχία στη Μαύρη Θάλασσα και ο έλεγχος των Στενών αποτελούσαν πάγιους στόχους της τσαρικής υψηλής στρατηγικής. Το 1945 ΕΣΣΔ απαίτησε τον έλεγχο των Στενών από κοινού με την Τουρκία (και την εγκατάσταση βάσεων στην περιοχή) και ήγειρε αξιώσεις στις περιοχές του Καρς και του Αρδαχάν. Οι απαιτήσεις αυτές υπήρξαν μέσα πίεσης για την μετατροπή της Τουρκίας σε σοβιετικό δορυφόρο. Όταν όμως οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί υποστήριξαν δυναμικά την Άγκυρα, η ΕΣΣΔ αναγκάστηκε να αποκλιμακώσει την πίεση της. Στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο, η ισχύς της Βρετανίας (ακόμα σημαντική) και των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή δεν άφησαν περιθώριο στους Σοβιετικούς να συμπεριλάβουν την Τουρκία στη ζώνη ασφαλείας τους.[20]

Παρόμοια έκβαση είχε και η σοβιετική προσπάθεια απόκτησης μιάς ζώνης οικονομικής εκμετάλλευσης στο Βόρειο Ιράν. Κύριο κίνητρο των Σοβιετικών ήταν να αποκτήσουν μέσω ετεροβαρούς συμφωνίας πρόσβαση στις ιρανικές πετρελαιοπηγές. Άλλωστε, το Ιράν ήδη από το 1907 είχε αποτελέσει πεδίο επιτυχούς συμβιβασμού των συμφερόντων της Ρωσίας και της Βρετανίας, στα πλαίσια της διμερούς προσέγγισης των δύο Δυνάμεων. Το 1941 σοβιετικά και βρετανικά στρατεύματα είχαν θέσει υπό τον έλεγχο των δυνάμεων τους το Ιράν, με την προοπτική να αποχωρήσουν μετά την ήττα της Γερμανίας. Ωστόσο, ήδη πριν τη λήξη του πολέμου η ΕΣΣΔ απαίτησε να εξασφαλίσει ειδικά προνόμια για την εκμετάλλευση των ιρανικών πετρελαιοπηγών. Ως όργανο πίεσης ο Στάλιν χρησιμοποίησε το Ιρανικό κομμουνιστικό κόμμα, γρήγορα όμως άλλαξε πλεύση υποστηρίζοντας τις αποσχιστικές τάσεις των Αζέρων μειονοτικών. Η σοβιετική πίεση κινητοποίησε τους Βρετανούς και κυρίως τις ΗΠΑ, και προξένησε την πρώτη μείζονα αμερικανο­σοβιετική κρίση. Τελικά, μετά από έντονες αμερικανικές πιέσεις τα σοβιετικά

στρατεύματα αποχώρησαν από το Ιράν την άνοιξη του 1946, ενώ το ιρανικό κοινοβούλιο ουδέποτε επικύρωσε την ιρανο-σοβιετική οικονομική συμφωνία για την συνεκμετάλλευση του πετρελαίου.[21]

Άπω Ανατολή

Ο Στάλιν από νωρίς προσπάθησε να επεκτείνει τη σοβιετική επιρροή και στην Άπω Ανατολή. Ήδη από το φθινόπωρο του 1943, ο Σοβιετικός ηγέτης δεσμεύτηκε να συμμετάσχει στον πόλεμο εναντίον τα Ιαπωνίας μετά την οριστική συνθηκολόγηση της Γερμανίας[22]. Έτσι, μετά και την ιαπωνική ήττα και την εκδίωξη των Ιαπώνων από την Κίνα και την Κορέα, η ΕΣΣΔ θα επιτύγχανε να αυξήσει την ασφάλεια και επιρροή της και στα ανατολικά της σύνορα και προσδοκούσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων στην Άπω Ανατολή. Στα τέλη του 1944 ο Στάλιν ζήτησε από τον Ρούζβελτ - και ο τελευταίος συναίνεσε - να αποκατασταθούν «τα προηγούμενα δικαιώματα της Ρωσίας που παραβιάσθηκαν από την ύπουλη ιαπωνική επίθεση το 1904'[23]. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης της Γιάλτας τον Φεβρουάριο του 1945 οι Τρεις Μεγάλοι συμφώνησαν ότι, δύο έως τρεις μήνες έπειτα από την τελική συνθηκολόγηση των Ναζί, η ΕΣΣΔ θα λάμβανε ενεργά μέρος στον πόλεμο εναντίον των Ιαπώνων. Σε αντάλλαγμα, η Μόσχα θα ανακτούσε τα εδάφη που είχε χάσει η Ρωσία μετά τον πόλεμο του 1904-5 (Νότια Σαχαλίνη και Κουρίλες Νήσους), ενώ θα αποκτούσε ειδικά προνόμια στη Μαντζουρία (ΒΑ Κίνα).

Οι Σοβιετικοί ιθύνοντες προσδοκούσαν πολλά περισσότερα οφέλη στην περιοχή, ελπίζοντας ότι ο Κόκκινος Στρατός θα διαδραμάτιζε τελικά σημαντικότερο ρόλο στην τελική ήττα και συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας. Ωστόσο, η συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας μετά τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι εκ των πραγμάτων περιόρισαν τις σοβιετικές φιλοδοξίες και κατέστησαν τις ΗΠΑ αποκλειστικό ρυθμιστή της μεταπολεμικής κατάστασης στην Ιαπωνία. Αντιθέτως, η αναζωπύρωση του κινεζικού εμφυλίου πολέμου μετά το 1945-6 έδωσε στην ΕΣΣΔ νέες δυνατότητες παρεμβολής.

Έχοντας συντρίψει τον ιαπωνικό στρατό στην Μαντζουρία τον Αύγουστο του 1945, οι Σοβιετικοί απέσυραν τις δυνάμεις τους από την περιοχή την άνοιξη του 1946 αφήνοντας τεράστιες ποσότητες πολεμικού υλικού στους Κινέζους κομμουνιστές του Μάο[24]. Μέχρι τα τέλη του 1949 οι δυνάμεις του Μάο είχαν ισχυροποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε προετοίμαζαν την τελική τους επίθεση προς τα νότια για να συντρίψουν το Κουομιντάνγκ (Κινέζους εθνικιστές) και να ενοποιήσουν την Κίνα. Τότε ο Στάλιν προσπάθησε να αποτρέψει τον Μάο από το να επιδιώξει την πλήρη επικράτηση του ΚΚΚ στην Κίνα, επικαλούμενος το ενδεχόμενο μείζονος ήττας των Κινέζων κομμουνιστών, καθώς και τον φόβο αμερικανικής στρατιωτικής ανάμειξης και ραγδαίας κλιμάκωσης του Ψυχρού Πολέμου. Στην πραγματικότητα, φαίνεται ότι ο Στάλιν αδιαφορούσε για την εξάπλωση της παγκόσμιας επανάστασης στην πολυπληθέστερη χώρα του κόσμου, αλλά αντιθέτως επεδίωκε τη διαιώνιση της αστάθειας στην Κίνα: ήταν προς όφελος των συμφερόντων της ΕΣΣΔ να μην ενοποιηθεί η Κίνα υπό μια ενιαία, στιβαρή ηγεσία (εθνικιστική ή κομμουνιστική). Στην παρούσα συγκυρία, η καλύτερη λύση θα ήταν η λήξη του κινεζικού εμφυλίου και η εγκαθίδρυση δύο κρατικών οντοτήτων, με σύνορο τον ποταμό Γιανγκτσέ[25].

Ωστόσο, η πλήρης επικράτηση του Μάο και η ανακήρυξη της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας οδήγησαν το Κρεμλίνο στην απόφαση να αναθεωρήσει την πολιτική του. Τον Φεβρουάριο του 1950 Μόσχα και Πεκίνο υπέγραψαν συνθήκη φιλίας και αμοιβαίας βοήθειας, ενώ ο Στάλιν ουσιαστικά προβίβασε την κομμουνιστική Κίνα σε στρατηγικό εταίρο της ΕΣΣΔ, αναγνωρίζοντάς της το δικαίωμα (και μεταφέροντας της το βάρος) της επέκτασης της επανάστασης στη ΝΑ Ασία. Παράλληλα, ο Στάλιν έδωσε την έγκρισή του στο καθεστώς της Βόρειας Κορέας να επιχειρήσει τη βίαιη επανένωση με τη Νότια Κορέα. Παρόλα αυτά, ο Σοβιετικός ηγέτης κατέστησε σαφές ότι σε περίπτωση κλιμάκωσης του πολέμου και αμερικανικής επέμβασης, η Βορειοκορεάτες δεν έπρεπε να προσδοκούν στρατιωτική επέμβαση της ΕΣΣΔ, αλλά μόνο της Κίνας. Πράγματι, μετά την έκρηξη του Πολέμου της Κορέας και την εμπλοκή αμερικανικών και άλλων συμμαχικών δυνάμεων, που με τη σειρά τους οδήγησαν στην είσοδο της Κίνας στον πόλεμο στο πλευρό της Βόρειας Κορέας, η ΕΣΣΔ έμεινε ουσιαστικά αμέτοχη: οι Σοβιετικοί όχι μόνο δεν ρίσκαραν

ανεξέλεγκτη κλιμάκωση της σύγκρουσης που ίσως οδηγούσε σε μείζονα σύγκρουση με τις ΗΠΑ, αλλά εφάρμοσαν μια κλασική στρατηγική μεταφοράς των βαρών στην Κίνα και κατατριβής των Αμερικανών (και των συμμάχων τους), η οποία διήρκεσε τρία έτη. Έτσι, σώθηκε το καθεστώς της Βόρειας Κορέας, παγιώθηκε για δύο δεκαετίες η σινοαμερικανική αντιπαλότητα, και (βραχυπρόθεσμα) δέθηκε το Πεκίνο στο άρμα της Μόσχας.[26]

Συμπεράσματα

Έχοντας αντιμετωπίσει κατά τη διάρκεια μισού αιώνα δύο θανάσιμες εισβολές από τη Γερμανία (το 1917-18 και το 1941), καθώς και συνεχή πίεση εξ ανατολών από την Ιαπωνία (το 1904-5, 1918-22 και το 1938-9), ήταν λογικό ο Στάλιν και οι υπόλοιποι Σοβιετικοί ιθύνοντες να επιθυμούν την επέκταση τη σοβιετικής κυριαρχίας πρωτίστως στην Ευρώπη, και δευτερευόντως σε μεγάλο μέρος της ΒΑ Ασίας, ώστε να ενισχύσουν τη σοβιετική θέση και ασφάλεια[27]. Άλλωστε, το 1944-6 με τη συντριβή της Γερμανίας και της Ιαπωνίας, και την εξουθένωση άλλων παραδοσιακών δυνάμεων, όπως η Γαλλία και η Κίνα, αλλά και η Βρετανία, έκανε την εμφάνισή του ένα πρωτοφανές κενό ισχύος: ο Στάλιν έσπευσε να το εκμεταλλευθεί ώστε να καταστήσει την ΕΣΣΔ κυρίαρχη δύναμη της Ευρασίας. Μετά το 1945, ο μόνος αντίπαλος που θα μπορούσε να ανασχέσει την ΕΣΣΔ ήταν οι ΗΠΑ· εκείνες διέθεταν ασυναγώνιστη οικονομική ισχύ και παραγωγική ικανότητα, έναν πανίσχυρο στόλο βομβαρδιστικών που μαζί με την ατομική βόμβα αποτελούσε δυνάμει θανάσιμη απειλή, και μια ιδεολογία και ένα πολιτικό σύστημα που πρόσφεραν έναν θελκτικό εναλλακτικό τρόπο ζωής στους καθημαγμένους Ευρωπαίους, Ιάπωνες, και όχι μόνο. Απέναντι σε μια τέτοια δύναμη, η ΕΣΣΔ δεν είχε την πολυτέλεια να ρισκάρει πλήρη ρήξη και θερμή αναμέτρηση, καθώς οι πληγές του πολέμου ήταν εμφανείς στις υποδομές, τον παραγωγικό της ιστό και το ανθρώπινο δυναμικό της. Εξάλλου όσο μέσω της συνεργασίας προωθούνταν τα σοβιετικά συμφέροντα ασφαλείας, ο Στάλιν ήταν έτοιμος να συνεργαστεί με τον Τρούμαν, όπως είχε κάνει με τον Ρούσβελτ και τον Τσώρτσιλ (και πιο πριν ακόμα και τον Χίτλερ). Ωστόσο, τόσο το ιδεολογικό του υπόβαθρο όσο και η ιστορική εμπειρία τού υπαγόρευαν ότι «το νερό με τη φωτιά δεν μπορούν να έρθουν σε [μόνιμη] συνεννόηση» και ότι «θα έρθει ο καιρός που η σύγκρουση θα είναι αναπόφευκτη»·[28] ή ότι, όπως διευκρίνιζε στις αρχές του 1945, «σήμερα πολεμάμε σε συμμαχία με τη μία [καπιταλιστική] φατρία εναντίον της άλλης, και στο μέλλον θα πολεμήσουμε και εναντίον αυτής της φατρίας». Η ώρα εκείνη δεν είχε φτάσει πάντως στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1940. Όπως αποφάνθηκε το 1948 με αφορμή την ανάγκη λήξης της κομμουνιστικής εξέγερσης στην Ελλάδα, «όλο το ζήτημα έχει να κάνει με την ισορροπία ισχύος. Αν είσαι δυνατός, χτύπα. Ειδάλλως, μην μπαίνεις στον αγώνα. Δεχόμαστε να πολεμήσουμε όχι όταν θέλει ο εχθρός μας, αλλά όταν αυτό είναι προς το συμφέρον μας»[29].



[1] Jean-Jacques Marie, Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι Στάλιν (Αθήνα: Οδυσσέας, 2003), σ.574.

[2] Geoffrey Roberts, Stalin at the Tehran, Yalta, and Potsdam Conferences', Journal of Cold War Studies 9/4 (2007), σσ.6-40.

[3] Ivo Banac (ed.), The Diary of Georgi Dimitrov, 1933-1949 (New Haven & London: Yale University Press, 2003), σ.65.

[4] Marie, Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς Τζοσγκασβίλι Στάλιν, σ.569.

[5] Kevin McDermott & Jeremy Agnew, The Comintern: A History of International Communism from Lenin to Stalin (Basingstoke & London: Macmillan, 1996), σ.209.

[6] Richard Overy, Why the Allies Won (London: Pimlico, 2006), σσ.301-3, 310-312.

[7] Vladislav Zubok, A Failed Empire: The Soviet Union in the Cold War from Stalin to Gorbachev (Chapel Hill: The University of North Carolina Press, 2007), σ.21.

[8] Ό.π., σ.19.

[9] Melvyn Leffler, For the Soul of Mankind: The United States, the Soviet Union, and the Cold War (New York: Hill and Wang, 2007), σ.15.

[10] Roberts, 'Stalin at Tehran', σσ.6-40.

[11] David Holloway, 'Nuclear Weapons and the Escalation of the Cold War, 1945-1962', in Melvyn Leffler & Odd Arne Westad (eds.) The Cambridge History of the Cold War, vol.1: Origins (Cambridge: CUP,2010), σσ.376-97.

[12] Zubok, A Failed Empire, σ.27.

[13] Holloway, 'Nuclear Weapons', σσ.376-97.

[14] David Priestland, 'Cold War Mobilisation and Domestic Politics: The Soviet Union, 1945-62', in Melvyn Leffler & Odd Arne Westad (eds.) The Cambridge History of the Cold War, vol.1: Origins (Cambridge: CUP, 2010), σσ.442-63.

[15] Leffler, For the Soul of Mankind, σ.24· Marie, Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι Στάλιν, σ.629.

[16] Norman Naimark, 'The Sovietisation of Eastern Europe, 1944-1953', in Melvyn Leffler & Odd Arne Westad (eds.) The Cambridge History of the Cold War, vol.1: Origins (Cambridge: CUP,2010),σσ.175-97.

[17] Roberts, 'Stalin at Tehran', σσ.6-40; Leffler, For the Soul of Mankind, pp.30-31.

[18] Leffler, For the Soul of Mankind, σσ.65-66,

[19] Lafeber, America, Russia, and the Cold War, 1945-2000 (New York: McGraw Hill, 2002 [ninth edition]), σσ.84-85, 89.

[20] Για το ζήτημα των σοβιετικών αξιώσεων και τις πιέσεις στην Τουρκία καθώς και την αγγλοαμερικανική αντίδραση, βλέπε ενδεικτικά: Bruce Kuniholm, The Origins of the Cold War in the Near East (Princeton: Princeton University Press, 1980), σσ.255-70, 355-73· Μustafa Stki Bilgin & Steven Morewood, 'Turkey's Reliance on Britain: British Political and Diplomatic Support for Turkey against Soviet Demands, 1943-47', Middle Eastern Studies 40/2 (2004), σσ.24-57· Jonathan Knight, 'American Statecraft and the 1946 Black Sea Straits Controversy', Political Science Quarterly 90/3 (1975), σσ.451-75· Ekavi Athanassopoulou, Turkey: Anglo-American Security Interests, 1945-52 (London: Frank Cass1999), σσ.8-50.

[21] Για την ιρανική κρίση, βλέπε ενδεικτικά Kuniholm, The Origins, σσ.214-6, 270-91, 304-42· Natalia Yegorova, 'The "Iran Crisis" of 1945-1946: A View from the Russian Archives', CWIHP Working Paper No.15 (Washington, D.C: Woodrow Wilson International Center, 1995), σσ.1-24.

[22] Roberts, 'Stalin at the Tehran, σσ.6-40.

[23] Zubok, A Failed Empire, σ.13.

[24] Walter Lafeber, America, Russia, σ.37.

[25] Donggil Kim, 'The Crucial Issues of the Early Cold War: Stalin and the Chinese Civil War', Cold War History 10/2 (2010), σσ.185-202.

[26] Για τις παραπάνω εξελίξεις στην Άπω Ανατολή κατά το 1949-50, βλέπε ενδεικτικά Shen Zhihua, 'Sino-Soviet Relations and the Origins of the Korean War: Stalin's Strategic Goals in the Far East', Journal of Cold War Studies 2/2 (2000), pp. 44-68· Niu Jun, 'The Birth of the People's Republic of China and its Entry into the Korean War', in Melvyn Leffler & Odd Arne Westad (eds.) The Cambridge History of the Cold War, vol.1: Origins (Cambridge: CUP, 2010), σσ.221-43.

[27] John Mearsheimer, Η Τραγωδία της Πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων (Αθήνα: Ποιότητα, 2007), σσ.402-5.

[28] Leonid Gibianskii 'The Soviet Bloc and the Initial Stage of the Cold War: Archival Documents on Stalin's Meetings with Communist Leaders of Yugoslavia and Bulgaria, 1946-1948', CWIHP Bulletin 10 (March 1998), σσ.112-134.

[29] Ivo Banac (ed.), The Diary, σσ.358, 443.