Ιδεολογία, πολιτισμός και στρατηγική στη διαμόρφωση της αμερικανικής πολιτικής, 1941-1950

Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, 1941-1950

Στρατηγικά ή Ιδεολογικά αίτια;

Workshop στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων
Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

Θανάσης Δ. Σφήκας

αναδημοσίευση από: http://www.idis.gr/coldwar/pdf/Sfikas.pdf

Τον Ιούλιο του 1947, εξηγώντας την αμερικανική εξωτερική πολιτική σε ένα ευρύ κοινό μέσα από τις σελίδες του Foreign Affairs, ο George Kennan προσπάθησε να ενδυναμώσει την αυτοπεποίθηση των συμπατριωτών του επικαλούμενος τη συμπόρευση της Θείας Πρόνοιας με τους σχεδιασμούς της Ιστορίας:

[Ο] στοχαστικός παρατηρητής των αμερικανο-ρωσικών σχέσεων δεν έχει λόγο να δυσφορεί για την πρόκληση του Κρεμλίνου στην αμερικανική κοινωνία. Μάλλον θα νιώσει ευγνωμοσύνη έναντι της Θείας Πρόνοιας, η οποία, παρουσιάζοντας στον Αμερικανικό λαό αυτή την αδυσώπητη πρόκληση, έχει καταστήσει τη συνολική ασφάλειά του εξαρτώμενη από την ενότητα και την αποδοχή των ευθυνών ηθικής και πολιτικής ηγεσίας που η Ιστορία καταφανώς τον προόρισε να επωμιστεί[1].

Τρία χρόνια νωρίτερα, τον Σεπτέμβριο του 1944, ο ίδιος άνθρωπος έγραφε από τη Μόσχα ότι η Δύση δεν θα ήταν ποτέ σε θέση να κατανοήσει το «αίνιγμα» της ρωσικής πραγματικότητας διότι επρόκειτο περί διαφορετικών κόσμων, νοοτροπιών και αξιακών κωδίκων:

Η κατανόηση αυτού που ισχύει στον ρωσικό κόσμο είναι ανησυχητική και δυσάρεστη για τον νού του Αμερικανού. Εκείνος που θα θελήσει να το κατανοήσει δεν θα βρει την ικανοποίησή του στην επίτευξη πρακτικών στόχων για τον λαό του, ακόμη λιγότερο στην επίσημη ή δημόσια επιδοκιμασία των προσπαθειών του. Το καλύτερο που μπορεί να ελπίζει είναι η μοναχική ηδονή εκείνου που στέκεται επιτέλους στην παγωμένη και αφιλόξενη κορυφή ενός βουνού όπου λίγοι είχαν αναρριχηθεί προηγουμένως, λίγοι θα μπορέσουν να ακολουθήσουν, και λίγοι θα δεχθούν να πιστέψουν ότι αυτός πράγματι ανέβηκε εκεί[2].

Και όμως, παρά τον ιδεαλισμό και τον αγνωστικισμό των δύο αυτών παραθεμάτων, το όνομα του Kennan, διπλωμάτη στη Μόσχα το 1944 και επικεφαλής του Επιτελείου Πολιτικού Σχεδιασμού του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών το 1947[3], αρχειοθετείται στην κατηγορία των «ρεαλιστών» - εκείνων δηλαδή που ελάχιστα ενδιαφέρονται για την επίδραση των ιδεών στη σύλληψη, διαμόρφωση και άσκηση εξωτερικής πολιτικής[4]. Η αντίφαση αυτή είναι επιφανειακή, καθώς τα κείμενα του Kennan ενσωματώνουν τις δύο προσεγγίσεις όχι αντιθετικά αλλά με τρόπο που αναδεικνύει μια εγγενή παραδοξότητα: η στρατηγική παραμένει εις το διηνεκές ο οικουμενικός τρόπος χρησιμοποίησης μέσων και πόρων για την επίτευξη στόχων, αλλά τα μέσα και οι στόχοι παραμένουν ανθρώπινες κατασκευές[5].

Στρατηγική

Εάν ως στρατηγική νοηθεί η γέφυρα που ενώνει την πολιτική διαδικασία με τη στρατιωτική ισχύ, το στρατηγικό περιβάλλον προσδιορίζεται από πληθώρα παραγόντων. Κυρίαρχος είναι ο πολιτικός: ο πόλεμος - θερμός ή «ψυχρός» -παραμένει πολιτικό εργαλείο και πολιτική επιλογή, συνεπώς η στρατηγική και η στρατηγική ιστορία αποκτούν νόημα μόνο σε άμεση συνάρτηση με την πολιτική και την πολιτική ιστορία. Επειδή, όμως, πολέμους διεξάγουν όχι μόνον τα κράτη αλλά και οι κοινωνίες και οι λαοί, καθένας και καθεμιά με τις δικές του αξίες και πεποιθήσεις, η διαμόρφωση του στρατηγικού περιβάλλοντος προσδιορίζεται επίσης από μια πληθώρα παραμέτρων - την οικονομική, κοινωνική, γεωγραφική, τεχνολογική, στρατιωτική, πολιτισμική και την ιστορική.[6]

Στην περίπτωση της ιδιόμορφης σύγκρουσης που ονομάζεται «Ψυχρός Πόλεμος», στη σφαίρα της υψηλής στρατηγικής - της συνειδητής δέσμευσης όλoυ του ενεργητικού που διαθέτει ένα κράτος για την επίτευξη επιθυμητών στόχων - και με βάση τις εκατέρωθεν δυνατότητες, οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση θεώρησαν αλλήλους ως τον μοναδικό υπολογίσιμο, και εν τέλει υπαρξιακό, εχθρό τους στην υφήλιο. Ο «Ψυχρός Πόλεμος» μορφοποιήθηκε ως η αμερικανική και δυτικοευρωπαϊκή αντίδραση στην άρνηση της Μόσχας να αποδεχθεί το αμερικανικό όραμα για τη γεωστρατηγική και οικονομική αναδιάταξη του μεταπολεμικού κόσμου. Το αμερικανικό όραμα είχε διαμορφωθεί πριν ξεσπάσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, ωστόσο με τους όρους ενός άλλου, πολύ προγενέστερου πολέμου, η στρατηγική επιλογή του «Ψυχρού Πολέμου» επιτάθηκε από τη «μεγάλη ανάπτυξη» της επιρροής του κομμουνιστικού κινήματος και της Σοβιετικής Ένωσης το 1945, η οποία «φόβισε» τους δυτικούς «και τους ανάγκασε να πολεμήσουν».[7]

Ρεαλισμός

Το κυρίαρχο Παράδειγμα του Ρεαλισμού - με τις βασικές παραδοχές του κρατισμού, της επιβίωσης, της αυτοβοήθειας και της μεγιστοποίησης ασφάλειας και ισχύος -επιδέχεται και αυτό των εξαιρέσεών του: τα κράτη ενεργούν συχνότερα με βάση την ισχύ που διαθέτουν και σπανιότερα η συμπεριφορά τους είναι πιο επιθετική ή πιο μετριοπαθής από ό,τι θα υπαγόρευε ή θα δικαιολογούσε η οικονομική και στρατιωτική εμβέλειά τους. Η ερμηνεία αυτής της συμπεριφοράς - π.χ. των ΗΠΑ το 1920, της Γερμανίας το 1939 και το 1941, της Ιαπωνίας το 1941 - έγκειται στην επίδραση ιδεολογικών, πολιτισμικών και συστημικών παραγόντων που επηρεάζουν το διεθνές σύστημα και αλλάζουν την ισορροπία της διεθνούς τάξης και τη θέση των κρατών σε αυτήν. Αναζητώντας την κανονικότητα, ο Ρεαλισμός ενίοτε υποβαθμίζει τις τομές και τις ασυνέχειες, τους οικονομικούς και κοινωνικούς περιορισμούς και τον ρόλο της ιδεολογίας·[8] εν τούτοις, δεν συνιστά εσφαλμένη προσέγγιση· οι έννοιες της ισχύος και του εθνικού συμφέροντος δεν ερμηνεύουν πλήρως την πολυπλοκότητα των διεθνών σχέσεων κατά την άμεση μεταπολεμική περίοδο, ωστόσο παραμένουν θεμελιώδη εργαλεία για τη μελέτη της αρχής, της εξέλιξης και του τέλους του «Ψυχρού Πολέμου».[9] Η ιδεολογική και πολιτισμική συγκρότηση των αντιμαχόμενων και το ιδεολογικό διακύβευμα της σύγκρουσης αποτελούν δύο πρόσθετους αναλυτικούς άξονες που δεν αναιρούν ούτε υποκαθιστούν αλλά εμπλουτίζουν τη διερεύνηση των στρατηγικών αιτίων της σύγκρουσης.

Ιδεολογία

Ενόσω διαρκούσε ο «Ψυχρός Πόλεμος» ήταν πιο εύκολο και πιο χρήσιμο να θεωρείται ιδεολογικό κράτος μόνον η Σοβιετική Ένωση. Όμως εξίσου, αν όχι περισσότερο ιδεολογικό κράτος υπήρξαν και οι ΗΠΑ: τα ιδρυτικά σύμβολα της αμερικανικής εθνικής ταυτότητας και ιδεολογίας - όπως και της Σοβιετικής - δεν οικοδομήθηκαν πάνω σε αντιλήψεις περί εθνικότητας ή κοινότητας αίματος και παραδόσεων, αλλά πάνω σε ιδέες· και οι ιδέες αμφοτέρων ενείχαν τον μεσσιανικό οικουμενισμό, την αντίληψη δηλαδή ότι οι αξιακοί κώδικες και οι αρχές τους συνιστούσαν δύο διαφορετικούς δρόμους προς τη νεωτερικότητα και ως εκ τούτου αφορούσαν όλα τα έθνη και όλους τους λαούς.[10]

Με τον όρο ιδεολογία εδώ νοούνται συναφείς, συνεκτικές και αλληλοσυνδεόμενες δέσμες αξιών και πεποιθήσεων που αφορούν την οργάνωση και τη λειτουργία των κοινωνιών αλλά και του διεθνούς συστήματος. Η πολιτική πράξη και η ιδεολογία συνδέονται άρρηκτα κατά το ότι η ιδεολογική συμπεριφορά αντανακλά την επιδίωξη αξιών στην πολιτική ζωή. Το εθνικό συμφέρον είναι συνδυασμός αντικειμενικών (στρατηγικών και δομικών) και υποκειμενικών (ιδεολογικών και πολιτισμικών) παραγόντων, οι οποίοι δύσκολα μπορούν να απομονωθούν ο ένας από τον άλλον. Η ιδεολογία χρησιμοποιείται ταυτόχρονα ως εργαλείο ερμηνείας της πραγματικότητας, μέσο σχεδιασμού και προγραμματισμού, και βάση πολιτικής νομιμοποίησης.[11] Όπως το έθεσε στη δεκαετία του 1930 ο Antonio Gramsci,

οι υλικές δυνάμεις είναι το περιεχόμενο και οι ιδεολογίες είναι η μορφή, αν και αυτή η διάκριση μεταξύ μορφής και περιεχομένου έχει αποκλειστικώς διδακτική αξία, εφόσον οι υλικές δυνάμεις θα ήταν αδιανόητες ιστορικά χωρίς τη μορφή και οι ιδεολογίες θα ήταν ατομικές φαντασιώσεις χωρίς τις υλικές δυνάμεις.[12]

Οι επιλογές των ιστορικών υποκειμένων δεν αντανακλούν μόνον αντικειμενικώς προσδιοριζόμενα συμφέροντα και στόχους, αλλά και τα διανοητικά και πολιτισμικά εργαλεία και πρότυπα με τα οποία άτομα και αρχηγεσίες αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα και διαμορφώνουν τις επιλογές τους.[13]

Ο «Ψυχρός Πόλεμος» αφορούσε γεωπολιτικές ισορροπίες και υπολογισμούς υλικών συμφερόντων· εξίσου όμως αφορούσε τον ανταγωνισμό μεταξύ αμοιβαίως αντιθετικών ιδεολογικών προγραμμάτων για τη δημιουργία μιας πολιτικής τάξης οικουμενικής εμβέλειας. Η δράση των αρχηγεσιών δεν μπορεί να ερμηνευτεί μόνο με αναφορά στις ιδέες, αλλά στο μέτρο που η πολιτική πράξη αντανακλά την αμοιβαία προσαρμογή μεταξύ ιδεών και πραγματικότητας, η κατανόηση των ιδεολογιών των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την κατανόηση της διεθνούς συμπεριφοράς τους: οι στρατηγικές επιλογές των δύο κρατών καθορίστηκαν από υλικούς παράγοντες, αλλά ταυτόχρονα αντανακλούσαν πεποιθήσεις και αξίες που καθιστούσαν την ιδεολογία οργανωτική διάσταση της πολιτικής πράξης.[14]

Η υψηλή στρατηγική των ΗΠΑ βασίστηκε στην αποτροπή και την ανάσχεση με τελικό στόχο, όπως ρητά όριζε το NSC-68, τη μείωση της επιρροής και της ισχύος της ΕΣΣΔ, την αλλαγή της διεθνούς συμπεριφοράς της, αλλά κυρίως μια «θεμελιώδη αλλαγή στη φύση του Σοβιετικού συστήματος» που θα προέκυπτε «ως αποτέλεσμα εσωτερικών δυνάμεων στη σοβιετική κοινωνία».[15] Η σύγκρουση δεν θα μπορούσε να λήξει παρά μόνον τη στιγμή που μια από τις δύο δυνάμεις έπαυε να βλέπει την άλλη ως ιδεολογική απειλή - και αυτό μετά το NSC-68 το επιζητούσαν πολύ πιο επιτακτικά και δυναμικά οι Αμερικανοί. Οι πρώτοι που υπαναχώρησαν από την ιδεολογική σύλληψη του αντιπάλου ήταν οι Σοβιετικοί μετά τον Μάρτιο του 1985· ταυτόχρονα υπαναχώρησαν και από την ιδεολογική σύλληψη του κόσμου, γεγονός που απονομιμοποίησε το ίδιο το σοβιετικό κράτος.

Πολιτισμός

Ο πολιτισμός, ως το δεύτερο αναλυτικό εργαλείο που συμβάλει στη κατανόηση της υλικής πραγματικότητας, νοείται ως το σύνολο των πλεγμάτων σημασιών που υφαίνουν οι άνθρωποι για τη νοηματοδότηση της ταυτότητας και των πράξεών τους, αλλά και του προσλαμβανόμενου κόσμου[16]. Ως πλέγμα σημασιών και συμβόλων που ενσωματώνονται και νοηματοδοτούν τον καθημερινό βίο, ο πολιτισμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την έννοια της ισχύος κατά το ότι: πρώτον, η ισχύς ενός κράτους μπορεί να εδράζεται πέραν του ιδίου και των μηχανισμών του· και δεύτερον, κατά το ότι ο πολιτισμός επηρεάζει τους τρόπους πρόσληψης, οργάνωσης, άσκησης και υποδοχής της ισχύος[17]. Η προσέγγιση αυτή αναδεικνύει την πολιτικοποίηση του πολιτισμικού προϊόντος και τη διεύρυνση του ανταγωνισμού από το ιδεολογικό, πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό πεδίο σε εκείνο του πολιτισμού: ως διπολικός ανταγωνισμός για στρατηγική και ιδεολογική υπεροχή χωρίς την καταφυγή στην άμεση βία της στρατιωτικής σύγκρουσης, ο «Ψυχρός Πόλεμος» έδωσε προνομιακή θέση στον πολιτισμό και τις πολιτιστικές σχέσεις ως πεδία ανταγωνισμού.[18]

Όπως συχνά συμβαίνει με τις «νέες ιστορίες», η «πολιτισμική στροφή» έχει επικριθεί διότι προβάλλεται ως ανεξάρτητη αναλυτική και ερμηνευτική μεταβλητή έναντι της ισχύος και της οικονομίας, ενώ ταυτόχρονα ενέχει τον κίνδυνο εκφυλισμού σε μια κατασκευή στερεοτύπων ή πολιτισμικού ντετερμινισμού, όπως λόγου χάριν ότι ο «Ψυχρός Πόλεμος» ήταν το αποτέλεσμα εθνικών και πολιτισμικών χαρακτηριστικών.[19] Επιπλέον, η «πολιτισμική στροφή» δεν αποτελεί «νέα ιστορία»· καταγράφεται ήδη από τις αρχές του 1946, και εν συνεχεία χαρακτηρίζει την «ορθόδοξη» σχολή της αμερικανικής ιστοριογραφίας, της οποίας η ηθικολογία για τη διαφορετικότητα και ανωτερότητα του αμερικανικού έθνους είχαν πολιτισμικές καταβολές και πολιτισμική αποδεικτική επιχειρηματολογία.[20] Δύο υπομνήματα του George Kennan από τις αρχές του 1948 αναδεικνύουν τη συνέργεια του πολιτισμικού υπόβαθρου και της ιδεολογικής συγκρότησης με τη σύλληψη στρατηγικών συμφερόντων και υλικών πραγματικοτήτων.

George Frost Kennan, 30 Ιανουαρίου 1948

Τον Ιανουάριο του 1948, σε μια περίοδο που η αμερικανική κυβέρνηση αντιμετώπιζε δυσκολίες στο εσωτερικό σχετικά με την ψήφιση του νόμου για τη χορήγηση οικονομικής βοήθειας στη Δυτική Ευρώπη, ο Kennan ανέλυσε διεξοδικά τους στρατηγικούς φόβους και τα κίνητρα των Αμερικανών. Βασικός στόχος των ΗΠΑ ήταν η δημιουργία ενός διεθνούς συστήματος ασφαλείας για την ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου και κάθε μορφής διεθνών συναλλαγών. Ο στόχος αυτός αποτελούσε πάγια αμερικανική στρατηγική από τα τέλη του 19ου αιώνα, ωστόσο η πρόκληση είχε μεγιστοποιηθεί από τα κενά εξουσίας που είχε δημιουργήσει η έκβαση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου σε στρατηγικά κρίσιμες περιοχές του πλανήτη. Οι ΗΠΑ έπρεπε να αποτρέψουν την ολίσθησή τους στην τροχιά της Μόσχας, διότι αυτό θα έδινε στους Σοβιετικούς τον έλεγχο της στρατιωτικής και βιομηχανικής ισχύος της Γερμανίας, της Ιαπωνίας και των ευρύτερων περιφερειών τους και θα αναδείκνυε τη Σοβιετική Ένωση «σε μακράν τη μεγαλύτερη οικονομική και στρατιωτική δύναμη στον κόσμο». Σε αυτή την περίπτωση, τα μέτρα που θα απαιτούνταν για την οικονομική και στρατιωτική αντιμετώπιση της απειλής θα ανάγκαζαν τις ΗΠΑ να θεσπίσουν «εκτεταμένους εσωτερικούς ελέγχους μόνιμου χαρακτήρα» και να αλλάξουν «εκ θεμελίων τη συνολική προσέγγισή μας στις διεθνείς υποθέσεις».

Για τον Kennan, η εδραίωση μιας διεθνούς πολιτικής και οικονομικής τάξης που θα εγγυάτο την ασφάλεια των ΗΠΑ και τη διαιώνιση της ελεύθερης πολιτικής οικονομίας στο εσωτερικό τους καθιστούσε τη Σοβιετική Ένωση μια διαφορετική εκδοχή της απειλής που αντιπροσώπευε ως το 1945 η Εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία. Μια ενδεχόμενη σοβιετική επικράτηση σε ολόκληρη την Ευρώπη «θα έφερνε τη ρωσική στρατιωτική ισχύ στις ακτές του Ατλαντικού και θα απειλούσε την ασφάλεια της Ατλαντικής κοινότητας». Η στρατηγική απειλή για τις ΗΠΑ προσδιοριζόταν με ιδεολογικούς και πολιτισμικούς όρους, εφόσον οι ΗΠΑ ήδη αποτελούσαν την απειλούμενη «συνείδηση του κόσμου»:

Η ύπαρξη και μόνον μιας μεγάλης ελεύθερης χώρας σαν τη δική μας, προς την οποία θα συνέκλιναν οι αντισοβιετικές δυνάμεις, θα συνιστούσε μείζονα κίνδυνο [...] για την ασφάλεια της σοβιετικής πολιτικής δομής. Για τον λόγο αυτό, οι Ρώσοι μοιραία θα εστίαζαν την πλήρη ισχύ της οικονομικής και στρατιωτικής βάσης τους στην καταστροφή της κοινωνίας μας, με στόχο να εγκαθιδρύσουν εδώ ένα καθεστώς υποταγμένο στους ίδιους, το οποίο δεν θα τους δημιουργούσε περαιτέρω προβλήματα. Θα ήλπιζαν ότι κατ' αυτόν τον τρόπο η συνείδηση του κόσμου τελικώς θα σιωπούσε.

Εξάλλου, καμία αμερικανική χειρονομία δεν ήταν επαρκής ώστε να εξασφαλίσει τη συμπάθεια ή την εμπιστοσύνη της Μόσχας: ως (κυρίως) Ρώσοι και μαρξιστές-λενινιστές, οι Σοβιετικοί παρέμεναν θεμελιωδώς εχθρικοί προς τις ΗΠΑ. Επομένως, το μόνο που όφειλαν να πράξουν οι Αμερικανοί ήταν να εκμεταλλευτούν άμεσα και στο έπακρο το πεδίο στο οποίο διέθεταν την υπεροχή έναντι της Μόσχας - την οικονομική βοήθεια, με τις συνακόλουθες πολιτικές και ψυχολογικές επιπτώσεις της:

Οι οικονομικές δυνατότητές μας κατά τη διάρκεια του πολέμου έχουν αυξηθεί και βρίσκονται σε επίπεδα που σε περίοδο ειρήνης δεν τα έχουμε επιτύχει ούτε εμείς ούτε κανένα άλλο έθνος. Οι Ρώσοι παραδοσιακά είναι έθνος υπανάπτυκτο. [... ] Είναι λοιπόν λογικό ότι η οικονομική βοήθεια θα πρέπει να είναι το κύριο όπλο μας στην αντιμετώπιση του κομμουνιστικού επεκτατισμού· είναι όμως απαραίτητο να χρησιμοποιηθεί με πρωταρχική έμφαση στο πολιτικό και ψυχολογικό, σε αντιδιαστολή με το αμιγώς οικονομικό, αποτέλεσμά του.

Τέλος, για τους Ρεπουμπλικανούς που ήλεγχαν το Κογκρέσο και ζητούσαν περικοπές δαπανών και μείωση της φορολογίας, ο Kennan υπενθύμισε ότι η χορήγηση οικονομικής βοήθειας στη Δυτική Ευρώπη θα κόστιζε πολύ λιγότερο από την προάσπιση των ίδιων συμφερόντων δια του πολέμου. Τα οφέλη που θα αποκόμιζαν οι ΗΠΑ από το Σχέδιο Μάρσαλ

είναι ως προς τη σημασία τους για τούτη τη χώρα εφάμιλλα με τους στόχους μιας μείζονος πολεμικής προσπάθειας. Το κόστος, από την άλλη πλευρά, είναι κατά πολύ μικρότερο από εκείνο ακόμη και μιας σχετικώς ήσσονος πολεμικής προσπάθειας[.]

Τα παραδείγματα που παρέθεσε ήταν η Ελλάδα και η Κίνα. Στην πρώτη, με μικρό οικονομικό κόστος οι ΗΠΑ εξασφάλιζαν μεγάλο στρατηγικό όφελος, ενώ το ύψος της βοήθειας που ήταν απαραίτητη στον Τσιάνγκ Κάι Σεκ για τη συντριβή του Μάο ήταν εντελώς δυσανάλογο με τα προσδοκώμενα οφέλη.[21]

George Frost Kennan, 24 Φεβρουαρίου 1948

Ένα μήνα αργότερα ο Kennan έστειλε στον Μάρσαλ και στον υφυπουργό Εξωτερικών Robert A. Lovett ένα μακροσκελές υπόμνημα ως μια πρώτη προσπάθεια σύνθεσης των βασικών κατευθύνσεων της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Οι βασικές θέσεις του αφορούσαν την ένωση της Δυτικής Ευρώπης, την ενσωμάτωση της Γερμανίας σε μια τέτοια ένωση, την πολιτική σημασία του Σχεδίου Μάρσαλ, την αναγνώριση των ορίων του Αμερικανικού Παραδείγματος για τα έθνη της Ασίας, και τη διάγνωση στο εσωτερικό των ΗΠΑ δύο τάσεων στη σύλληψη και άσκηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Κατά τον Kennan, για να καταστεί η Δυτική Ευρώπη ικανή να αντιμετωπίσει τους ανατολικοευρωπαϊκούς λαούς που ήταν ενωμένοι υπό την κυριαρχία της Μόσχας, ήταν αναγκαία μια μορφή πολιτικής, οικονομικής και στρατιωτικής ένωσης των δυτικοευρωπαίων. Ένα πρώτο βήμα ήταν η επίδραση του Σχεδίου Μάρσαλ, το οποίο θα δημιουργούσε ένα «νέο τοπογραφικό σημείο στο οποίο οι λαοί της Δυτικής Ευρώπης θα μπορούν να στηρίξουν τον δικό τους αγώνα για τη διατήρηση της πολιτικής ανεξαρτησίας [τους].»

Σε συνάρτηση με το πρόβλημα της Γερμανίας, ο Kennan μακροπρόθεσμα έβλεπε τρεις μόνον πιθανότητες για το μέλλον της Δυτικής και της Κεντρικής Ευρώπης: γερμανική κυριαρχία ή ρωσική κυριαρχία ή «μια ομόσπονδη Ευρώπη στην οποία θα έχουν απορροφηθεί τα τμήματα της Γερμανίας αλλά στην οποία η επιρροή των άλλων χωρών θα επαρκεί ώστε να συγκρατεί τη Γερμανία στη θέση της». Κατά συνέπεια, στόχος της αμερικανικής πολιτικής όφειλε να είναι η ένταξη της Γερμανίας - ή της δυτικής Γερμανίας μετά τον διαμελισμό της - σε μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία, αλλά κατά τρόπο που δεν της επέτρεπε να κυριαρχήσει σε αυτή την ομοσπονδία ή να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα ασφαλείας των άλλων δυτικοευρωπαϊκών χωρών. Η δυσκολία, κατά τον Kennan, ήταν ότι

δεν μπορούμε να βασιζόμαστε στον γερμανικό λαό να επιδείξει αυτοβούλως οποιαδήποτε αυτοσυγκράτηση, να νιώσει οιαδήποτε επαρκή αίσθηση ευθύνης έναντι των άλλων ευρωπαϊκών εθνών, ή να ενδιαφερθούν οι ίδιοι [οι Γερμανοί] για τη διατήρηση των δυτικών αξιών στη δική τους χώρα και αλλού στην Ευρώπη.

Έπρεπε, συνεπώς, να βρεθούν μηχανισμοί «αυτόματων εγγυήσεων» έναντι μελλοντικής εκμετάλλευσης από τη Γερμανία της υπεροχής της σε πληθυσμό και στρατιωτική και βιομηχανική ισχύ. Τέτοιοι μηχανισμοί ήταν ο διεθνής έλεγχος ή η διεθνής ιδιοκτησία των πλουτοπαραγωγικών και φυσικών πόρων του Ρουρ και «η μέγιστη δυνατή ενσωμάτωση της γερμανικής οικονομίας σε αυτήν της υπόλοιπης Ευρώπης». Μόνο που για να συντελεστεί αυτό ήταν απαραίτητη η κατάλληλη διαπαιδαγώγηση των Γερμανών ώστε να αποκηρύξουν τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά που τους απέδιδε ο Kennan και να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο σκέπτονταν για τον εαυτό τους και τον κόσμο:

Αυτό που χρειάζονται οι Γερμανοί δεν είναι να οδηγηθούν στο να κλειστούν βιαίως στον εαυτό τους, πράγμα που μόνον αυξάνει την εκ γενετής έλλειψη ρεαλισμού και την αυτολύπηση και τον προκλητικό εθνικισμό που τους διακρίνει, αλλά να οδηγηθούν έξω από τον συλλογικό εγωκεντρισμό τους και να ενθαρρυνθούν να δουν τα πράγματα από μια ευρύτερη οπτική, να αποκτήσουν συμφέροντα και αλλού στην Ευρώπη και στον κόσμο, και να μάθουν να θεωρούν τους εαυτούς τους πολίτες του κόσμου και όχι μόνον Γερμανούς.

Η συνέργεια της πολιτισμικής σύλληψης των «αναγκών» των Γερμανών με τη ρεαλιστική διατύπωση του μέσου αναδεικνύεται στην πεποίθηση του Kennan ότι έπρεπε να λήξει η στρατιωτική διακυβέρνηση της Γερμανίας από τους Συμμάχους, αλλά «να συνεχιστεί για πολύ καιρό» η στρατιωτική κατοχή της ως ένα «ημι-μόνιμο χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής σκηνής».

Ανάλογη συνέργεια διέκρινε τις θέσεις του Kennan έναντι της ΕΣΣΔ. Υπό προϋποθέσεις οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να αρχίσουν διαπραγματεύσεις με τους Σοβιετικούς σχετικά με τη Γερμανία και την Ευρώπη, αρνούμενες όμως να καταλήξουν σε συμφωνία σφαιρών επιρροής παρόμοια με εκείνη που ο Στάλιν είχε συνάψει με τους Γερμανούς το 1939. Οι Αμερικανοί θα ζητούσαν από τη Μόσχα «να συναινέσει σε μια παρατεταμένη περίοδο σταθερότητας» στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή μέχρι του σημείου που οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να αποσύρουν τις στρατιωτικές δυνάμεις τους από αυτές τις περιοχές. Ο Kennan θεώρησε ότι μια τέτοια διαπραγμάτευση έπρεπε να γίνει μυστικά και απευθείας με τον Στάλιν, και από ένα πρόσωπο που θα μπορούσε να συνομιλήσει μαζί του στα ρωσικά και με γνώση της στρατηγικής, της φιλοσοφίας και της διαλεκτικής που χρησιμοποιούσαν οι Σοβιετικοί σε παρόμοιες διαπραγματεύσεις.

Εν συνεχεία ο Kennan υπαναχώρησε σε μια ρεαλιστική διατύπωση της αμερικανικής στρατηγικής υπεροχής, καλώντας τις ΗΠΑ να συνειδητοποιήσουν την προνομιακή θέση τους στον κόσμο και να επεξεργαστούν πολιτικές διατήρησής της:

διαθέτουμε περίπου το 50% του παγκόσμιου πλούτου αλλά μόλις το 6% του πληθυσμού του. [...] Σε αυτή την κατάσταση, δεν μπορούμε παρά να είμαστε το αντικείμενο φθόνου και μνησικακίας. Το πραγματικό καθήκον μας στην επερχόμενη περίοδο είναι να επεξεργαστούμε ένα πλέγμα σχέσεων που θα μας επιτρέψει να διατηρήσουμε αυτή την κατάσταση ανισορροπίας χωρίς ζημία για την εθνική μας ασφάλεια. Για να το επιτύχουμε αυτό, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε κάθε συναισθηματική νοοτροπία και ονειροπόληση· και παντού η προσοχή μας θα πρέπει να συγκεντρωθεί στους άμεσους εθνικούς μας στόχους. Δεν χρειάζεται να έχουμε σήμερα αυταπάτες ότι μπορούμε να αντέξουμε την πολυτέλεια του αλτρουισμού και της παγκόσμιας ευεργεσίας.

Για τον Kennan, «δεν είναι μακριά η μέρα που θα πρέπει να ενεργήσουμε με βάση καθαρούς όρους ισχύος. Όσο λιγότερο τότε εμποδιζόμαστε από ιδεαλιστικά συνθήματα, τόσο το καλύτερο». Η προτροπή του αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία σε μια συγκυρία κατά την οποία ο συντάκτης του υπομνήματος διαπίστωνε δύο τάσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ για την αντιμετώπιση των διεθνών προβλημάτων. Η πρώτη ήταν η «οικουμενική» τάση, η οποία έδινε μεγάλη σημασία στη δυνατότητα επίλυσης των διεθνών προβλημάτων από διεθνείς οργανισμούς και ιδίως από τον ΟΗΕ. Η τάση αυτή ήταν ιδιαίτερα προσφιλής στην αμερικανική κοινή γνώμη διότι καθιστούσε περιττή την ανάγκη να ληφθούν υπόψη οι εθνικές ιδιαιτερότητες και αποκλίνουσες πολιτικές φιλοσοφίες ξένων λαών - και «υπό αυτή την έννοια, εμπεριέχει μια ισχυρή φλέβα αναχωρητισμού».

Η άλλη τάση ήταν μια «εξειδικευμένη προσέγγιση» ['particularized approach'], σύμφωνα με την οποία

το περιεχόμενο είναι πιο σημαντικό από τη μορφή, και πάντοτε θα αναδύεται πάνω από οποιονδήποτε θεσμικό κέλυφος το περιβάλλει. [.Η] δίψα για ισχύ ακόμη κυριαρχεί μεταξύ τόσο πολλών λαών ώστε να μην μπορεί να μετριαστεί ή να ελεγχθεί από ο,τιδήποτε πλην της αντίρροπης

ισχύος.

Οι υπερασπιστές της δεύτερης τάσης θεωρούσαν ότι η «οικουμενική» αντίληψη εγκλώβιζε την αποτελεσματικότητα και την αποφασιστικότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής «στα δίχτυα ενός στείρου και δυσκίνητου διεθνούς κοινοβουλευτισμού». Κατά τον Kennan, η αμερικανική κυβέρνηση ακολουθούσε μια «δισυπόστατη» και ατελέσφορη πολιτική που απέδιδε μεγαλύτερη βαρύτητα στις «οικουμενικές αρχές» του ΟΗΕ έναντι της αμερικανικής «πολιτικής και οικονομικής παράδοσης».

Ο Kennan αιτιολόγησε την προτίμησή του με στρατηγικούς όρους, αναφερόμενος στη σημασία του Σχεδίου Μάρσαλ, την προώθηση της ιδέας της ευρωπαϊκής ενοποίησης και την καλλιέργεια στενότερων σχέσεων με τη Βρετανία και τον Καναδά. Ωστόσο, η επιχειρηματολογία του ενείχε την πολιτισμική διάσταση:

μια πραγματικά σταθερή παγκόσμια τάξη μπορεί να οικοδομηθεί [...] μόνον από τα παλαιότερα, ωριμότερα και πιο αναπτυγμένα έθνη του κόσμου - έθνη για τα οποία η έννοια της τάξης, σε αντιδιαστολή με την ισχύ, έχει αξία και περιεχόμενο. Εάν σήμερα αυτά τα έθνη δεν διαθέτουν τη δύναμη να αναλάβουν και να διατηρήσουν την πραγματική ηγεσία στις παγκόσμιες υποθέσεις μέσω εκείνου του συνδυασμού πολιτικού μεγαλείου και σοφής αυτοσυγκράτησης που χαρακτηρίζει μόνον έναν ώριμο και κατασταλαγμένο πολιτισμός τότε, όπως παρατήρησε κάποτε ο Πλάτων, ούκ έστι κακών παΰλα, ώ φίλε Γλαύκων, ταΐ ς πόλεσι, δοκώ δ' ούδέ τω άνθρωπίνω γένει.[22]

Επίλογος

Οι αναφορές του Kennan στη Θεία Πρόνοια και στην Πολιτεία του Πλάτωνα δεν μειώνουν τη σημασία της στρατηγικής διάστασης της σύγκρουσης των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης· υποδηλώνουν όμως ότι η σύγκρουση δύο ιδεολογικών και αξιακών συστημάτων υπήρξε εξίσου υπαρκτή. Η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει την αντικατάσταση ενός μονοδιάστατου οικονομικού ή γεωπολιτικού ντετερμινισμού από την ιδεολογική ή την πολιτισμική τελεολογία· σημαίνει, όμως, ότι αυτό που προέκυψε στη δεκαετία του 1940 ήταν το προϊόν της διαλεκτικής διάδρασης μεταξύ νέων στρατηγικών μετατοπίσεων και παλαιών ιδεολογικών προταγμάτων, τα οποία αποτελούσαν αναγκαία συνθήκη για την ερμηνεία και αντιμετώπιση της στρατηγικής αναδιάταξης. Οι Αμερικανοί επιχείρησαν να προσαρμόσουν τον ηθικό και οικονομικό οικουμενισμό τους στους υλικούς και πρακτικούς περιορισμούς που έθεταν τα κενά εξουσίας και οι μετατοπίσεις της διεθνούς και εσωτερικής ισχύος μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Έκτοτε, ενώ ο ρεαλισμός των μέσων μετατονιζόταν κατά περίσταση, ο μεσσιανικός ιδεαλισμός των στόχων παρέμενε· ακόμη και τον Μάρτιο του 2006 ο George W. Bush σημείωνε στο Προοίμιο της Έκθεσης του NSC για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ:

Ο δρόμος που έχουμε επιλέξει είναι συνεπής προς τη μεγάλη παράδοση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Όπως οι πολιτικές του Harry Truman και του Ronald Reagan, η προσέγγισή μας είναι ιδεαλιστική ως προς τους εθνικούς μας στόχους, και ρεαλιστική ως προς τα μέσα επίτευξής τους.[23]



[1] Mr. X [George F. Kennan], 'The Sources of Soviet Conduct', Foreign Affairs, Ιούλιος 1947· ανατύπωση στο G. Tuathail, S. Dalby και P. Routledge (επιμ.), The Geopolitics Reader, 2η έκδ. (London: Routledge, 2006), σσ. 78-81· το παράθεμα στη σ. 81.

[2] FRUS (1944): IV, 902-914: Memorandum by Kennan, Moscow, 'Russia - Seven Years Later', Σεπτέμβριος 1944 (τα παραθέματα στις σσ. 911, 913-914).

[3] Το 1935-1937 ο Kennan είχε υπηρετήσει ως Β' Γραμματέας της Αμερικανικής Πρεσβείας στη Μόσχα. Το 1944 επέστρεψε στην πρεσβεία, από όπου μετά το «μακρό τηλεγράφημα» του Φεβρουαρίου 1946 ανακλήθηκε στην Ουάσινγκτον· το 1947 ανέλαβε τη διεύθυνση του Επιτελείου Πολιτικού Σχεδιασμού του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών.

[4] M. Griffiths, Fifty Key Thinkers in International Relations (London: Routledge, 1999), σσ. 21-25· M. Griffiths και T. O'Callaghan, International Relations: The Key Concepts (London: Routledge, 2002), σσ. 53-55· R. Barnet, 'A Balance Sheet: Lippmann, Kennan, and the Cold War', στο M. Hogan (επιμ.),

The End of The Cold War: Its Meaning and Implications (New York: Cambridge University Press, 1992), σσ. 113-126.

[5] J. Ferris, 'Power, strategy, armed forces and war', στο P. Finney (επιμ.), International History (Basingstoke: Palgrave Macmillan, 2005), σσ. 67, 68.

[6] C.S. Gray, War, Peace and International Relations: An Introduction to Strategic History (London: Routledge, 2007), σσ. 1-2, 13-14.

[7] Βλ. Θουκυδίδου, Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, μετάφραση: Άγγελος Σ. Βλάχος (Αθήνα: Εστία, 1998), Α' 22, Α' 23, Α' 88, Α' 118· Α. Πλατιάς, Διεθνείς σχέσεις και στρατηγική στον Θουκυδίδη (Αθήνα: Εστία, 1999), σσ. 25-76, 191-206· J.L. Gaddis, 'Grand Strategy in the Cold War', στο M. Leffler και O.A. Westad (επιμ.), Cambridge History of the Cold War [CHCW], vol. II (Cambridge: Cambridge University Press, 2010), σσ. 1, 6, 2, 21· C.S. Gray, War, Peace and International Relations, σσ. 2, 281 · C. Kennedy-Pipe, The Origins of the Cold War (Basingstoke: Palgrave Macmillan, 2007), σσ. 148-149· Θ.Δ. Σφήκας, «Ένας κόσμος, τρία οράματα: 1945-1947», στο Θ.Δ. Σφήκας, Το «χωλό άλογο»: οι διεθνείς συνθήκες της ελληνικής κρίσης, 1941-1949 (Αθήνα:

Βιβλιόραμα, 2007), σσ. 30-31.

[8] E. May, R. Rosecrance, Z. Steiner, 'Theory and international history', στο E. May, R. Rosecrance και Z. Steiner (eds.), History andNeorealism (Cambridge: Cambridge University Press, 2010), σσ. 2-7.

[9] E. May, R. Rosecrance, Z. Steiner, 'History and neorealism reconsidered', στο E. May, R. Rosecrance και Z. Steiner (eds.), History and Neorealism, σσ. 364-365· J. Hanhimaki, 'National Security and National Interest', στο S. Dockrill και G. Hughes (επιμ.), Cold War History (Basingstoke: Palgrave

Macmillan, 2006), σσ. 53-54.

[10] R. Jervis, 'Identity and the Cold War', στο M. Leffler και O.A. Westad (επιμ.), CHCW, vol. II, σ. 25· S. Kotkin, Armageddon Averted: The Soviet Collapse, 1970-2000 (Oxford: Oxford University Press, 2001), σ. 19· D. Engerman, 'Ideology and the Origins of the Cold War, 1917-1962', στο M. Leffler και O.A. Westad (επιμ.), CHCW, vol. I, σ. 23.

[11] D. Macdonald, 'Formal Ideologies in the Cold War: Toward a Framework for Empirical Analysis', στο O. Westad (επιμ.), Reviewing the Cold War: Approaches, Interpretations, Theory (London: Frank Cass, 2000), σσ. 187-188· D. Engerman 'Ideology and the Origins of the Cold War, 1917-1962', σ. 20.

[12] A. Gramsci, 'The Study of Philosophy', στο A. Gramsci, Selections from the Prison Notebooks, επιμ. Q. Hoare και G. Nowell Smith (London: Lawrence and Wishart, [1973] 2005), σ. 377.

[13] R.W. Cox, 'Gramsci, Hegemony and International Relations: An Essay in Method', Millennium: Journal of International Studies, vol. 12, no. 2 (June 1983), σσ. 162-175· του ιδίου, 'Social Forces, States and World Orders: Beyond International Relations Theory', Millennium: Journal of International Studies, vol. 10, no. 2 (June 1981), σσ. 126-155.

[14] D. Engerman, 'Ideology and the Origins of the Cold War, 1917-1962', σσ. 20-24· M.L. Haas, The Ideological Origins of Great Power Politics, 1789-1989 (Ithaca, NY: Cornell University Press, 2005), σσ. 1-39, 211-224· A. Cassels, Ideology and International Relations in the Modern World (London: Routledge, 1996), σσ. 1-8, 207-246· M. Seliger, The Marxist Conception of Ideology: A Critical Essay (Cambridge: Cambridge University Press, 1977), σσ. 13-22· D. Macdonald, 'Formal Ideologies in the Cold War', σσ. 180-183, 185, 189, 191· M. Hunt, Ideology and US Foreign Policy, [νέα έκδοση] (New Haven: Yale University Press, [1987] 2009), σσ. 1-18, 199-218· D. Sylvan και S. Majeski, US Foreign Policy in Perspective: Clients, Enemies and Empire (London: Routledge, 2009), σσ. 239-241.

[15] FRUS (1950): I, σσ. 235-292: 'A Report to the President Pursuant to the President's Directive of January 31, 1959', 7 Απριλίου 1950 (το παράθεμα στη σ. 241).

[16] C. Geertz, 'Thick Description: Toward an Interpretive Theory of Culture', στο C. Geertz, The Interpretation of Cultures: Selected Essays (New York: Basic Books, 1973), σ. 5· A. Rotter, 'Culture', στο P. Finney (επιμ.), International History, σσ. 267-268, 272.

[17] J.S. Nye, Jr. Soft Power: The Means to Success in World Politics (New York: Public Affairs, 2004), σσ. 1-33.

[18] J. Gienow-Hecht, 'Culture and the Cold War in Europe', στο M. Leffler και O.A. Westad (επιμ.), CHCW, vol. I, σ. 418· Y. Ferguson και R. Koslowski, 'Culture, International Relations Theory, and Cold War History', στο O.A. Westad (επιμ.), Reviewing the Cold War, σ. 170.

[19] M. Bradley, 'The imperial and the postcolonial', στο P. Finney (επιμ.), International History, σσ. 258-259· Y. Ferguson και R. Koslowski, 'Culture, International Relations Theory, and Cold War History', σ. 169.

[20] Βλ. τρία από τα κείμενα που συγκροτούν το αμερικανικό Κανονικό Δίκαιο του «Ψυχρού Πολέμου»: το «μακρό τηλεγράφημα» του Kennan, στο FRUS (1946): ΥΙ, σσ. 696-709 (22 Φεβρουαρίου 1946)· το άρθρο του ιδίου ('Mr. X'), 'The Sources of Soviet Conduct', στο Foreign Affairs τον Ιούλιο του 1947 (βλ. εδώ, σημ. 1)· και το NSC-68 του Απριλίου 1950 (βλ. εδώ, σημ. 15). Βλ. επίσης, Y. Ferguson και R. Koslowski, 'Culture, International Relations Theory, and Cold War History', σσ. 167-168.

[21] http://www.marshallfoundation.org/library/doc strategic background.html: Memorandum by G.F. Kennan to Charles Bohlen, 'The Political and Strategic Background of US Aid Programs (February 1948)', 30 Ιανουαρίου 1948.

[22] Πλάτων, Πολιτεία, 473d, αγγλικά στο πρωτότυπο. Βλ. FRUS (1948): I, Part 2, σσ. 509-529: Memorandum by Kennan to the Secretary of State and the Under Secretary of State (Lovett), 24 February 1948, και Annex: Report by the Policy Planning Staff, PPS/23: Review of Current Trends US Foreign Policy, 24 February 1948 (τα παραθέματα στις σσ. 513, 515, 516, 517, 522, 527, 528).

[23] NSC, The National Security Strategy of the United States of America, March 2006, στο www.whitehouse.gov/nsc/nss/2006/nss2006.pdf, σ. ii. Για μια μακρο-ιστορική προοπτική, βλ. D. Sylvan και S. Majeski, US Foreign Policy in Perspective, σσ. 1-75, 223-252.