Αθανάσιος Καλλιανιώτης «Οι Πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία (1941-1946)

Διπλωματική εργασία, Θεσσαλονίκη 2007

από τον πρόλογο σελ.15-19

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ως κριτήρια για την επιλογή του θέματος ορίζονται εφηβικά και ύστερα ερεθίσματα. Πασίγνωστο στα μάτια των φιλιστόρων της επαρχίας ήταν παλαιότερα το με έπαρση γραμμένο βιβλίο του Γάλλου Ντομινίκ Εντ Οι Καπετάνιοι, ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος 1943-1948 ενώ σε ορισμένες Βιβλιοθήκες κείτονταν η εξάτομη εργασία με τον τίτλο Ιστορία της Αντίστασης 1940 -1945 που είχε επιμεληθεί ο δημοσιογράφος Βάσος Γεωργίου, επαγγελματικό στέλεχος της Αριστεράς. Αμφότερα ανήκαν στο ορατό μέρος της σκηνής, την οποία διαφήμιζαν ηγέτες «μορφωτικών» ομάδων που ενέσκηπταν σαν μανιτάρια έπειτα από τη βροχή όσο και τοπικοί πολιτευτές στις συχνές τους ομιλίες κι επισκέψεις στην περιοχή αρχές της δεκαετίας του 1980. Ηπιότερος ερχόταν ο Νιάκος, εξάδελφος της μάνας, που έφηβος υπηρετούσε στο στοιχείο όλμων του τοπικού συντάγματος του ΕΛΑΣ (Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού),[1] καθώς στην αφήγησή του απέφευγε σχεδόν κάθε εξωπραγματική αφήγηση.

Την αόρατη για τους πολλούς όψη των πραγμάτων εξέφραζαν μέλη του οικογενειακού μας περιβάλλοντος με έντονα βιώματα: ο πατέρας Γρηγόρης θεωρούσε ότι κίνητρο για την ένταξη των περισσοτέρων στο αντάρτικο ήταν η πείνα κι όχι η ιδεολογία. Ο συζευγμένος τότε θείος Θανάσης, αναγκαστικά επιστρατευμένος από τον ΕΛΑΣ, σιωπούσε έμπλεος περιφρονήσεως για τους αντάρτες, ενώ ο έτερος, έφηβος τότε, Λάζος που είχε μάλιστα υπηρετήσει εθελοντής στον ΕΛΑΣ, απολάκτιζε κάθε είδους ηρωισμούς χαρακτηρίζοντας μάλιστα τους εν όπλοις συναδέλφους του «παρταλάδις», έννοια χρωσμένη αρνητικότερα από την κλασική του «κακοντυμένος». Διαξιφιζόταν τότε ο ευρύς επίσημος λόγος με τη στενή ιδιωτική άποψη και νικητής με ελάχιστες αμφιβολίες έβγαινε ο πρώτος, αφού η έλλειψη εμπειρίας κι ο διάχυτος λαϊκισμός της εποχής παρέσερναν εύκολα τους δισταγμούς ή την απέχθεια που εξέφραζε η οικογένειά μας προς τους αντάρτες. Μέσα σε έναν κόσμο που τα όριά του δεν ξεπερνούσαν τα είκοσι χιλιόμετρα η ευλύγιστη φαντασιακή ιδεολογία ήταν φυσικό να υπερέχει της πεζής πραγματικότητας.

Με συνεχιζόμενη την τριβή επάνω σε αναγνώσματα ή αφηγήσεις σε όλες τις αποχρώσεις του φάσματος οι ισορροπίες άρχισαν να διαφοροποιούνται. Όταν προσκείμενοι στη Δεξιά αφηγητές του χωριού μας, που κατηγορούσαν μόνιμα τους αντάρτες, μέμφονταν το ίδιο και τους αντικομουνιστές ενόπλους, επειδή οι τελευταίοι είχαν επί Κατοχής συλήσει τα σπίτια τους, ήταν εύδηλο ότι η καθημερινότητα και η συγκυρία επηρέαζαν καταλυτικά την ιδεολογία. Αποδείχτηκε ακόμη ότι το δίπολο επίσημος -ιδιωτικός δεν ήταν τόσο συμπαγές όσο φαινόταν, αφού πίσω από τον πρώτο πόλο διακρίνονταν κατευθύνσεις και σκοπιμότητες όχι πάντα ανάλογες με τη δομή του και την

ακρίβεια των γεγονότων. Έπειτα ενώ ο επίσημος λόγος ήταν μονολιθικός, οι ιδιωτικής εμβέλειας προφορικές ή γραπτές αναπαραστάσεις του παρελθόντος ήταν ποικίλες και σκληρά συγκρουόμενες μεταξύ τους. Φαινόταν τότε ο επίσημος λόγος ελλιπώς φωτεινός κι έντονα διαθλασμένος.

Οι λόγιοι της περιοχής, εκπαιδευτικοί κατά το πλείστον, απέφευγαν να αναφερθούν στα γραπτά τους στη δεκαετία του 1940 προτιμώντας ως τέλος των έργων τους την απελευθέρωση της περιοχής από τους Οθωμανούς ή, σπανιότερα, τον ιταλοελληνικό πόλεμο του 1940 -41. Αιτιολογούσαν τη στάση τους απολογούμενοι ότι αυτά «τα γεγονότα» ήταν «πρόσφατα»[2] ή πιο ευλύγιστα πως η έκθεσή τους θα ήταν «αντικείμενο περιγραφής αργότερον»,[3] όμως το αργότερον συνεχώς αναβαλλόταν. Αιτία της αποφυγής δεν ήταν η άγνοια των γεγονότων, διότι όσοι δεν ήταν αυτόπτες είχαν την δυνατότητα να εντρυφήσουν τουλάχιστον στις άφθονες προφορικές πηγές, αλλά τα αναμενόμενα τραντάγματα καθώς η ιδιωτική ομολογία θα συναντούσε τον σχεδόν επίσημο κατεστημένο λόγο της εποχής τους. Σε όποιον όμως είχε την τόλμη να τραβά την αυλαία δημιουργούνταν φλέγοντα ερωτήματα: ποιες ήταν οι ακριβείς σχέσεις της ιδεολογίας με την καθημερινότητα, δηλαδή επίσημου και ιδιωτικού λόγου κατά την περίοδο της δεκαετίας του 1940; Πότε, πώς και γιατί το ζήτημα διαθλάστηκε; Γιατί υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις και ποιες είναι αυτές;

Ο τίτλος «Οι Πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία κατά την περίοδο 1941 -1946» επιλέχτηκε ακόμη λόγω έτερων πρώιμων κι όψιμων αποριών. Στο Οικοτροφείο και το Γυμνάσιο της Κοζάνης ανάμεσα στους συμμαθητές υπήρχαν έφηβοι από διάφορα χωριά των οποίων η προφορά διέφερε έντονα από τη δική μας. Ορισμένοι πρόφεραν ένρινα το λάμδα και ποτέ δε χρησιμοποιούσαν το τελικό ν στο άρθρο της αιτιατικής του ενικού (π.χ. στη Κοζάνη), ενώ άλλοι εκφωνούσαν την ελληνική αρκετά βαριά. Τους πρώτους, με κριτήριο τη γλώσσα ή τον τόπο καταγωγής, αποκαλούσαν μερικοί στα κρυφά Βουργάρους και σπανίως φανερά Σλαβομακεδόνες. Τους επόμενους αντίστοιχα Τουρκαλάδες, Αούτους και σπανιότερα Πρόσφυγες. Παρομοίου είδους χαρακτηρισμοί δεν ήταν πρωτόγνωροι στην κοινωνία της εποχής, αφού εκτοξεύονταν ακόμη και ανάμεσα σε ομόγλωσσα χωριά ή συνοικίες που γειτνίαζαν.

Η εικόνα των γλωσσικών κοινοτήτων δεν ήταν διαυγής. Ορισμένοι θεωρούσαν ότι μεταξύ τους οι Πρόσφυγες με τους Σλαβομακεδόνες ήταν άσπονδοι εχθροί και άλλοι επέμεναν ότι οι πρώτοι, ιδιαίτερα όσοι είχαν μητρική γλώσσα την τουρκική, συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς στην Κατοχή. Αρκετοί όμως από όσους αναμίχτηκαν στα γεγονότα της ιδίας περιόδου θεωρούσαν ότι το σχήμα αυτό δεν ίσχυε και πώς αρκετοί Πρόσφυγες, ακόμη και Τουρκόφωνοι, δρούσαν και στο πλευρό των ανταρτών. Όπως αποδείχτηκε αργότερα δεν είχαν άδικο, αφού ένα τμήμα των Προσφύγων, ιδιαίτερα όσοι βρίσκονταν στην ανταρτοκρατούμενη περιοχή, είχαν ενταχθεί από νωρίς στον ΕΛΑΣ. Τα περισσότερα όμως πεδινά προσφυγικά χωριά του νομού Κοζάνης είχαν πράγματι οπλιστεί εναντίον των ανταρτών. Επειδή οι Πρόσφυγες αντιπροσώπευαν ένα σημαντικό αριθμό των κατοίκων επιλέχτηκε το προς εξέταση θέμα -εννοείται βεβαίως ότι θα ενταχθεί παράλληλα στο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής. Περιορίστηκε η έρευνα στη Δυτική Μακεδονία, περιοχή που συναρτούσε ένα ακέραιο σύνολο ως προς τη διοίκηση, τη γεωμορφολογία, τη γεωοικονομία και την υδρολογία, επιτρέποντας έτσι μία βαθύτερη ιστορική εμβάθυνση με σφαιρικότερη τεκμηρίωση.

Η εστίαση της μελέτης σε μία εξαετία δεν ήταν τυχαία. Το έτος 1941 αποτελεί τομή, διότι για την περιοχή μας οριοθετεί την έναρξη της διπλής Κατοχής από ιταλικά και γερμανικά στρατεύματα. Το 1946, ειδικότερα ο μήνας Μάρτιος προσυπολογίζεται παρομοίως ως όριο λόγω των βουλευτικών εκλογών με τις οποίες ο τόπος πέρασε στην ομαλότητα. Ακόμη τότε σήμανε το τέλος της αυτονομίας διάφορων ομάδων όπως οι ένοπλοι πολίτες που εντάχθηκαν κρατικές Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου (ΜΑΥ). Την ίδια περίοδο έληξε και, από την αντίπερα όχθη, η αυτονομία των ανταρτικών νησίδων με την προοδευτική δημιουργία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ).

Προς προσφορότερη μελέτη το θέμα χωρίστηκε ως εξής:

α) παρουσιάζονται και αποτιμώνται οι πηγές που χρησιμοποιήθηκαν για τη συγγραφή της παρούσας εργασίας

β) στην εισαγωγή χαρτογραφείται γεωγραφικά, ιδεολογικά, οικονομικά και κοινωνικά η τοπική κοινωνία για να γίνουν περισσότερο κατανοητά όσα ακολούθησαν μετά. Το πολιτικό τοπίο εξετάζεται κάπως ιδιαίτερα.

γ) από το 1941 έως τα τέλη σχεδόν του 1942 περιγράφεται η ομαλή εδραίωση των δύο ζωνών κατοχής και αντίστοιχα της Ελληνικής Πολιτείας με μόνη σημαίνουσα εξαίρεση την καταστροφή του Μεσόβουνου Εορδαίας από τους Γερμανούς. Οι αρχικοί τριγμοί που είχαν προκαλέσει Βλάχοι και Σλαβομακεδόνες, εξ αιτίας των οποίων εμφανίστηκε η παράνομη οργάνωση των αξιωματικών ΥΒΕ (Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος), ατόνησαν κι εξαφανίστηκαν

δ) το έτος 1943 αποτελεί μία ιδιαίτερη περίοδο. Στις αρχές παγιώθηκε με κέντρο την πόλη της Κοζάνης η οργάνωση Εθνική Κοινωνική Άμυνα (ΕΚΑ) των εμπόρων και των αξιωματικών, όπως επίσης και ιδεολογικά συγγενείς της εθνικιστικές ομάδες στο Βόιο και την Καστοριά, αλλά καταβλήθηκαν αιματηρά από το εισαγόμενο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) και το στρατό του. Ορισμένοι Βλάχοι και Σλαβομακεδόνες πολίτες εξοπλίστηκαν, εξ αιτίας του φόβου των ανταρτών και κάτω από την επίνευση, σκέπη, ανοχή ή αδιαφορία των Ιταλών στα Γρεβενά, την Καστοριά, τα Κορέστια και την Πρέσπα. Στην Εορδαία η εγκατάσταση των μισθοφόρων του φιλογερμανικού «Εθελοντικού Σώματος Γ. Πούλου» συνετέλεσε στην αύξηση του τοπικού αντικομουνισμού. Χάρη στη δραστηριότητα της Βρετανικής Συμμαχικής Αποστολής (ΒΣΑ) που αργότερα ευρύνθηκε σε Συμμαχική Στρατιωτική Αποστολή (ΣΣΑ) δημιουργήθηκε η Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωσις (ΠΑΟ), η οποία γνώρισε την απηνή καταδίωξη του ΕΛΑΣ, όταν παραμερίστηκε από το προσκήνιο η Ιταλία.

ε) χωριστά εξετάζεται το 1944, έτος κατά το οποίο πολίτες των πεδινών επαρχιών Εορδαίας και Κοζάνης έλαβαν μαζικά όπλα εναντίον των ανταρτών κάτω από τις οργανώσεις Εθνικός Ελληνικός Στρατός (ΕΕΣ) κι Εθνικοσοσιαλιστική Οργάνωσις (ΕΣΟ). Επιθέσεις του ΕΛΑΣ εναντίον των οπλισμένων χωριών κι αντεπιθέσεις των τελευταίων, κάποτε με τη συνοδοιπορία του κατακτητή, αποκορύφωσαν τον κατοχικό Εμφύλιο Πόλεμο. Πριν φύγουν οι Γερμανοί οι Σλαβομακεδόνες αντιεαμικοί ένοπλοι απορροφήθηκαν από τον ΕΛΑΣ, όχι όμως οι Πρόσφυγες του ΕΕΣ που καταβλήθηκαν κατόπιν σκληρών μαχών και μαζικών εκτελέσεων.

στ) κατά την περίοδο της Εαμοκρατίας παρακολουθείται η επέκταση των ανταρτών σε ολόκληρη τη Δυτική Μακεδονία και οι συνέπειές της. Ακολούθησε έπειτα η επιτυχής επίθεση του τοπικού ΕΛΑΣ εναντίον του μακρινού ΕΔΕΣ και η ειρήνευση μετά από την ήττα του ΕΑΜ στην Αθήνα από την αφιχθείσα Κυβέρνηση του Καΐρου και τις συνεπικουρούσες αυτήν βρετανικές μονάδες.

ζ) Η εξέταση του χρονικού διαστήματος από την άνοιξη του 1945 έως το Μάρτιο του 1946, περίοδο που ορισμένοι ονομάζουν «Λευκή Τρομοκρατία», κλείνει το θέμα. Πρόκειται για μεταβατικό πολιτικό πέρασμα από ένα άνωθεν επιβεβλημένο κράτος των ανταρτών σε μία εκ των κάτωθι εκλεγμένη κυβέρνηση. Ήταν μία αυχμηρή εποχή μέσα σε ένα κατεστραμμένο τοπίο, που υποδαύλιζε τόσο ο σκληρός αλυτρωτισμός των Σλαβομακεδόνων όσο και τα ορατά κατοχικά μίση ανάμεσα σε πληγέντες αντικομουνιστές και υποστηρικτές του ΕΑΜ. Πράγματι σε αυτές τις διαστάσεις οφείλεται η προοδευτική διολίσθηση στον κυρίως Εμφύλιο Πόλεμο.

η) απαραίτητα κρίθηκαν τέλος ένα παράρτημα (σε ξεχωριστό τόμο) με έγγραφα, χάρτες, εικόνες και σχεδιαγράμματα που σχετίζονται με το κείμενο -όλα σχολιάζονται αδρώς - κι ένας ξέχωρος χάρτης της Δυτικής Μακεδονίας.

Το παρόν πόνημα δεν επιχειρεί να επαναλάβει όσα έχουν γραφεί για την περίοδο. Σκοπεύει με γνώμονα τα συμβάντα στη Δυτική Μακεδονία κι όχι με κατασκευασμένες εκ των προτέρων φόρμες να αναιρέσει εντελώς ή εν μέρει περιοδολογικά και ερμηνευτικά σχήματα που έχουν κατά καιρούς εκφραστεί και να προσφέρει νέα επαρκώς τεκμηριωμένα, όπως:

1. εισάγει τη θέση ότι στην εξεταζόμενη περιοχή πρώτη ξεκίνησε την αντίσταση εναντίον των κατακτητών και του διχασμού η Ελληνική Πολιτεία με ειρηνικές μεθόδους στα Γρεβενά και τη Φλώρινα. Ομοιότροπα σχεδόν έδρασε στην αρχή και η οργάνωση ΥΒΕ, αλλά αργότερα δημιούργησε ένοπλες ομάδες σε συνεργασία ή συμπόρευση με την ΕΚΑ.

2. τοποθετεί την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου στο έτος 1943, αντί του κλασικού 1946, αφού σκληρές συγκρούσεις και ομαδικές ή ατομικές δολοφονίες άρχισαν να επιβαρύνουν τη σκηνή από τον Απρίλιο ήδη του 1943.

3. θεωρεί το χαρακτηρισμό «Λευκή Τρομοκρατία» ως υπερβολικό ή και ανάρμοστο, αφού την ίδια εποχή ένοπλοι Σλαβομακεδόνες δρούσαν αιματηρά ως τα κράσπεδα σχεδόν των Γρεβενών και της Κοζάνης.

4. διαχωρίζει την εξεταζόμενη περίοδο σε κατοχικό και κυρίως Εμφύλιο Πόλεμο δείχνοντας τις εμπαθείς οσμώσεις, με τους συγγενείς των εκατοντάδων θυμάτων να ζητούν δικαίωση, ενώ οι θύτες φυγοδικούσαν εντός ή είχαν καταφύγει εκτός της χώρας.

5. άρει ολικώς η μερικώς εκπεφρασμένες απόψεις, ότι π.χ. οι κάτοικοι μοιράστηκαν σε «προοδευτικούς» και αντικομουνιστές εξ αιτίας εθνοτικών ή εκπαιδευτικών παραγόντων προτείνοντας ως καταλυτικό το ρόλο της γεωγραφίας και της εκάστοτε επιτόπιας ισχύος

6. θεωρεί ότι το κράτος των ανταρτών δεν διέφερε κατά πολύ από το πρότερο που επιδίωκε να αντικαταστήσει και πως η επιβλητικότητά του οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην επίμονη πολιτική επικοινωνία (σύγχρονη και ύστερη) και στη συνεπικουρούσα (εν δυνάμει ή πραγματική) βία των όπλων.

7. προτείνει τη γνώμη ότι στην επιθετικότητα των ανταρτών οφείλεται η εμφάνιση των αντικομουνιστών οπλιτών κάτω από τη σκέπη των κατακτητών, επιθετικότητα που εντάθηκε όταν το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ άρχισε να στενοχωρείται από επισιτιστικά τουλάχιστον προβλήματα

8. θεωρεί ανεπαρκώς τεκμηριωμένη την άποψη ότι όσοι αντιμάχονταν τους αντάρτες ήταν λιγότερο πατριώτες από αυτούς που πολεμούσαν τους κατακτητές και την αντικρούει με παραμελημένα ή νέα δεδομένα.

9. ασφαλώς πιστεύει ότι η πλειονότητα των κατοίκων δεν αυτενεργούσε μόνη της, αλλά υπομοχλεύονταν, εν κρυπτώ ή φανερά, από διακριτές και μη ομάδες. Τελικός στόχος της ανατροπής ήταν η κατάκτηση, η κατοχή ή η (επ)ανάληψη της νομής της εξουσίας με την αρωγή όλων των δυνατών μέσων όπως η πολιτική επικοινωνία ή η εμφανής βία χωρία να ερωτούνται οι πολλοί.

10. αναιρεί τέλος διάφορες απόψεις που απέκτησαν ισχύ αξιώματος λόγω της συνεχούς επανάληψής τους, όπως η ισχυρή προπολεμική παρουσία της Αριστεράς, το εξαπλωμένο φάσμα της πείνας, ο πολιτισμικός οργασμός στις ανταρτοκρατούμενες περιοχές, η κρατική και ατομική βία της Δεξιάς το 1945.

Ευχαριστίες εκφράζονται:

σε όλους τους ηλικιωμένους που άνοιξαν φιλόξενα τις μνήμες (και τις οικίες τους) στο αιτούμενο ταξίδι στο παρελθόν

σε όσους υπαλλήλους Αρχείων ή Βιβλιοθηκών ξεπέρασαν τα καθήκοντά τους

σε κατόχους ιδιωτικών συλλογών όπως ο Κοσμάς Πουγαρίδης από την Πτολεμαΐδα

στο δάσκαλο Αθανάσιο Μπεσίρη για διάφορα αταξινόμητα έγγραφα που έθεσε υπόψη μου κατά τη διάρκεια της θητείας μας στα ΓΑΚ Κοζάνης

στη φιλολόγισσα Μελίκα Σανδαλίδου, το στρατηγό Παρμενίωνα Παπαθανασίου, το διδάκτορα Ιστορίας Στράτο Δορδανά, και τους πανεπιστημιακούς Νικόλαο Μαραντζίδη και Στάθη Καλύβα

σε ερευνητές και φιλίστορες με τους οποίους ανταλλάχτηκαν ιδέες κι απόψεις κατά τη διάρκεια ολιγόλεπτων ή πολύωρων συζητήσεων

φυσικά στον καθηγητή της Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης Ιωάννη Κολιόπουλο, για τις εντέχνως έμμεσες επισημάνσεις και υποδείξεις

τέλος στη Μαρία Μπρέτσα για την ποικίλη αρωγή της κατά τη μακρά περίοδο της μελέτης

Ολόκληρη η εργασία εδώ:

http://invenio.lib.auth.gr/record/105429/files/gri-2008-1511.pdf

http://invenio.lib.auth.gr/record/105429?ln=fr



[1] Από «Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός» οι αντάρτες του ΕΑΜ μετατράπηκαν αργότερα σε «Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός» και προς το τέλος της πορείας τους σε «Εθνικός Στρατός ΕΛΑΣ», βλ. Γενικά Αρχεία του Κράτους -Αρχεία Νομού Κοζάνης (στο εξής ΓΑΚ/ΑΝΚ), Φ. Υπό ταξινόμησιν, Ο Απελευθερωτής (14.3.43) 1βββ

[2] Νικόλαος Γκαντώνας, Γαλατινή: ιστορικά -λαογραφικά Δυτ. Μακεδονίας, Σύλλογος Γαλατινέων Θεσσαλονίκης «Η Αγία Παρασκευή», Θεσσαλονίκη 1987, σ. 56

[3] Γρηγόριος Νασίκας, Η Σμίξη, Ιστορία, ήθη και έθιμα του Ν. Γρεβενών, Αθήνα 1971, σ. 68