Η ΑΠΟΝΟΜΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΛΑΜΙΑΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ.

ΦΘΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: 4ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΦΘΙΩΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

(Ιστορία - Αρχαιολογία - Λαογραφία) 9, 10 και 11 Νοεμβρίου 2007

ανακοίνωση της ιστορικού Βασιλική Λάζου[1]

Η απονομή της δικαιοσύνης στην πόλη της Λαμίας την περίοδο του εμφυλίου πολέμου.

Η περίπτωση του Έκτακτου Στρατοδικείου Λαμίας.

Απονομή δικαιοσύνης ή πρόσχημα διώξεων;

Το Νομοθετικό πλαίσιο και η πολιτική του χρήση,

σελίδες 533-583 και ένας ενδιαφέρον διάλογος σελ 730-736[2].

αναδημοσίευση από: http://www.scribd.com/doc/35776682/

Ήδη από τον περίοδο του μεσοπολέμου είχαν θεσμοθετηθεί νομοθετικοί περιορισμοί των ελευθεριών οι οποίοι αφενός συνδέονταν με μέτρα διοικητικού χαρακτήρα και αφετέρου θέσπιζαν μια σειρά από κοινωνικά αδικήματα τα οποία προβλέπονταν κατά κύριο λόγο από το Νόμο 4229/1929 «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών». Σύμφωνα με το νόμο αυτό, ο οποίος παρά τις αντιρρήσεις που προκάλεσε ψηφίστηκε

από την κυβέρνηση Βενιζέλου, η κινητοποίηση ενάντια στο κοινωνικό καθεστώς έγινε ένα sui generis, ένα ιδιώνυμο αδίκημα. Τόσο το μέτρο της διοικητικής εκτόπισης όσο και τα εγκλήματα γνώμης είχαν σαφή αντικομουνιστικό προσανατολισμό και στόχευαν στη δίωξη της πολιτικής ιδεολογίας των διωκόμενων η οποία θεωρήθηκε ότι αποτελούσε απειλή για το «κρατούν κοινωνικό σύστημα». Δεν αποτελούσαν ελληνική ιδιομορφία αλλά εντάσσονταν στις προσπάθειες καταστολής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος[3]. Το νομοθετικό αυτό οπλοστάσιο εμπλουτίστηκε και

κωδικοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, οπότε με τον ΑΝ 1075 της 11ης Φεβρουαρίου 1938 υιοθετήθηκαν μεθοδεύσεις οι οποίες έμελλαν να δεσπόσουν στη νομοθεσία της μεταπολεμικής περιόδου. Πρόκειται για τη θέσπιση των στρατοπέδων συγκέντρωσης, του πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων και των δηλώσεων μετανοίας[4].

Τα νομοθετήματα αυτά στόχευαν στην ποινικοποίηση μιας συγκεκριμένης κοινωνικής και πολιτικής συμπεριφοράς. Οι νομικές διαστάσεις όπως και ο καθορισμός του τι συνιστά έκτροπη ή παραβατική ή αντικοινωνική συμπεριφορά πάντοτε υπόκεινται σε ερμηνεία η οποία δίνεται από τις δυνάμεις καταστολής και τους εφαρμοστές του νόμου. Η ερμηνεία αυτή, όταν ιδίως αφορά πολιτικά θέματα, μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο προσκολλημένη στο γράμμα του νόμου και σε αρμονία με

τους άγραφους κανόνες της ελευθερίας και δημοκρατίας που ισχύουν στην κοινωνία σε μια συγκεκριμένη περίοδο.

Σύμφωνα με τις εγκληματολογικές στατιστικές των ετών 1924-1937, 2.945 άτομα καταδικάστηκαν σε ποινές από 3 μήνες έως 5 χρόνια για αδικήματα ενάντια στην ασφάλεια του καθεστώτος. Οι καταδίκες εμφανίζονταν σε βιομηχανικά ανεπτυγμένες αστικές περιοχές (Αττικοβοιωτία,Λάρισα, Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Λέσβος, Σάμος, Δράμα) όπου υπήρχε μεγάλος αριθμός εργατών. Στην εργατική τάξη ανήκε το 60% των καταδικασμένων ενώ ένα 10% ήταν αγρότες. Στην πλειοψηφία τους ήταν άγαμοι 19-30 ετών και διέθεταν στοιχειώδη μόρφωση[5].

Ο νομός Φθιωτιδοφωκίδας δεν συμπεριλαμβάνονταν στις περιοχές με καταδίκες για αδικήματα κατά της ασφάλειας του καθεστώτος. Αφενός δεν ήταν βιομηχανικά αναπτυγμένος νομός και αφετέρου το ποσοστό ψήφων των συνδυασμών στους οποίους συμμετείχε το κομμουνιστικό κόμμα ήταν χαμηλό τόσο σε απόλυτους αριθμούς όσο και σε σχέση με τα πανελλαδικά ποσοστά του ΚΚΕ[6]. Ωστόσο υπήρχε ένας αριθμός καταγόμενων από την περιοχή προπολεμικών κομμουνιστών που

διώχθηκαν και καταδικάστηκαν από τη μεταξική δικτατορία και οι οποίοι στη συνέχεια διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στις τοπικές εξελίξεις κατά τη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου. Ο πιο γνωστός είναι αναμφίβολα ο Θανάσης Κλάρας, ο κατοπινός Άρης Βελουχιώτης[7]. Άλλοι είναι ο έπαρχος Φθιώτιδας κατά την Απελευθέρωση Τάκης Φίτσιος[8], κομμουνιστής από το 1921, αυτός που οργάνωσε τον Βελουχιώτη στο ΚΚΕ, και ο Α.Αλεξάνδρου, ο γνωστός Διαμαντής, ο τελευταίος στρατηγός του ΔΣΕ στη Ρούμελη, φοιτητής της νομικής στη Θεσσαλονίκη, οργανωμένος στο κίνημα με καθοδηγήτρια τη Μαρία Καραγιώργη[9].

Μετά την Απελευθέρωση της χώρας ο αντικομουνισμός καθόρισε σε ουσιαστικό και τυπικό επίπεδο τους θεσμούς και το νομικό καθεστώς των ελευθεριών. Ως κυρίαρχη ιδεολογία χάραξε μια σαφή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε όσους θεωρήθηκαν εθνικόφρονες και όσους θεωρήθηκαν μη εθνικόφρονες επειδή επεδίωκαν την ανατροπή του πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος. Νομικά εκφράστηκε με μια σειρά από κανόνες που σημάδεψαν την πολιτική ζωή της χώρας για δεκαετίες.

Όπως έχει επισημάνει ο καθηγητής συνταγματικού δικαίου Νίκος Αλιβιζάτος, μολονότι ο εμφύλιος πόλεμος δεν οδήγησε στην κατάρρευση της ελληνικής δημοκρατίας και την κατάργηση του τυπικού συντάγματος, είχε ως αποτέλεσμα την ενεργοποίηση ενός εκτεταμένου και πολύπλοκου οπλοστασίου έκτακτης ανάγκης, ενός «παρασυντάγματος» με σαφείς απολυταρχικές τάσεις[10]. Ήδη από το καλοκαίρι 1945 και κυρίως μετά τις εκλογές του 1946 έγινε προσπάθεια ελέγχου της Αριστεράς με τη θέσπιση νόμων που προέβλεπαν ανάμεσα στα άλλα την επαναφορά του

θεσμού της προληπτικής διοικητικής εκτόπισης και τη μαζική εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού μέσω των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων. Εκτός από τα διοικητικά μέτρα με μια σειρά από νομοθετήματα θεσπίστηκε το «αντεθνικό» έγκλημα το οποίο οδήγησε στην ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής και τον κολασμό όσων εξακολουθούσαν να διακηρύσσουν την προσήλωσή τους στις αρχές που εξέφραζε το εαμικό κίνημα.

Απόρροια αυτού του θεσμικού οικοδομήματος ήταν η θέσπιση, από την κυβέρνηση Τσαλδάρη, ενός νομοθετικού οπλοστασίου εκτάκτου ανάγκης με χαρακτηριστικότερα νομοθετήματα το Γ Ψήφισμα της 18ης Ιουνίου 1946 και τον Αναγκαστικό Νόμο 509 της 27ης Δεκεμβρίου 1947.

Το Γ Ψήφισμα της Δ Αναθεωρητικής Βουλής «Περί εκτάκτων μέτρων αφορώντων την δημόσιαν τάξιν και ασφάλειαν» τιμωρούσε με την ποινή του θανάτου όποιον επεδίωκε να αποσπάσει ένα μέρος της επικράτειας ή διευκόλυνε παρόμοια σχέδια, με το να συνομωτεί ή να διεγείρει στάση ή να συνεννοείται με ξένους ή να καταρτίζει ένοπλες ομάδες ή να συμμετέχει σε τέτοιες προδοτικές ενώσεις. Τιμωρούσε ακόμα κάθε προπαρασκευαστική ενέργεια η οποία, άμεσα ή έμμεσα, επεδίωκε τη διάδοση,

ανάπτυξη και εφαρμογή ιδεών που έτειναν στην απόσπαση ή αυτονόμηση ενός μέρους της επικράτειας και κάθε ενέργεια προσηλυτισμού στις ιδέες αυτές. Στην ποινή του θανάτου καταδικάζονταν όσοι συμμετείχαν σε ένοπλες επιθέσεις κατά των αρχών, ενώ σε ισόβια δεσμά ή θάνατο μπορούσαν να καταδικαστούν όσοι οργάνωναν ομάδες με σκοπό να επιτεθούν στις αρχές ή όσοι οργάνωναν ομάδες με σκοπό να διαπράξουν αδικήματα κατά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας, διέπρατταν ληστεία ή εμπρησμό, διατάρασσαν την κοινή ειρήνη ή επιχειρούσαν να

απελευθερώσουν φυλακισμένους. Το ίδιο ψήφισμα προέβλεπε αυστηρές ποινές σε όσους οργάνωναν ή συμμετείχαν σε παράνομα συλλαλητήρια και σε απεργίες σε δημόσιους οργανισμούς χωρίς να έχει ενημερωθεί ο εργοδότης εκ των προτέρων. Με βάση το Γ Ψήφισμα η αστυνομία είχε τέλος τη δυνατότητα να διενεργεί κατ΄ οίκον έρευνες κατά τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας και να επιβάλει περιορισμούς στην κυκλοφορία των πολιτών. Το νομοθέτημα συνοδεύονταν από μια καινοτόμο διάταξη σχετική με την ίδρυση Εκτάκτων Στρατοδικείων, σε πρώτη φάση στην κεντρική και βόρεια Ελλάδα και αργότερα σε όλη την επικράτεια, με σκοπό την εκδίκαση των αδικημάτων που αφορούσαν παραβάσεις του Γ Ψηφίσματος. Στην υπόλοιπη χώρα προβλέπονταν η σύσταση ειδικών δικαστηρίων, πενταμελών εφετείων, στα πρότυπα των δικαστηρίων που είχαν χρησιμοποιηθεί το 1924 για την δίωξη της ληστείας[11].

Το Γ Ψήφισμα άρχισε να εφαρμόζεται αμέσως μετά την υπογραφή

του. Στη ουσία χωρίς να θέτει στην πράξη σε απαγόρευση το Κομμουνι-

στικό Κόμμα και τις οργανώσεις του απέκλειε κάθε δραστηριότητα της

Αριστεράς και των οπαδών της. Το ακολούθησαν και άλλα νομοθετήμα-

τα τα οποία επεδίωκαν να ελέγξουν και να καταστείλουν κάθε πολιτική

δραστηριότητα[12].

Με την αναγγελία της ίδρυσης της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης στις 24 Δεκεμβρίου 1947 δόθηκε η αφορμή για τη θέσπιση ακόμα αυστηρότερων νόμων. Ο νόμος ο οποίος χαρακτήρισε την περίοδο και την πολιτική ζωή της χώρας για τις επόμενες δεκαετίας ήταν ο διαβόητος Αναγκαστικός Νόμος 509 «Περί μέτρων ασφαλείας του κράτους, του πολιτεύματος, του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», ο οποίος ψηφίστηκε στις 27 Δεκεμβρίου 1947 και αποτελούσε σχεδόν ακριβή διατύπωση του «Ιδιώνυμου» του 1929. Ο

νόμος αυτός έθετε εκτός νόμου το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, το ΕΑΜ και την Εθνική Αλληλεγγύη. Σύμφωνα με το άρθρο 2 τιμωρούνταν με την θανατική ποινή ή με ισόβια κάθειρξη όποιος επιδίωκε την εφαρμογή ιδεών οι οποίες είχαν ως έκδηλο σκοπό την ανατροπή με βίαια μέσα του πολιτεύματος και του κρατούντος κοινωνικού συστήματος ή επεδίωκε την απόσπαση μέρους της ελληνικής επικράτειας. Επιπρόσθετα, απαγόρευε τα συλλαλητήρια και την προπαγάνδιση κομμουνιστικών αρχών, επέβαλε την απόλυση δημοσίων υπαλλήλων και την απόταξη αξιωματικών και εναπόθετε την ευθύνη για την τιμωρία των ανωτέρω αδικημάτων στα Έκτακτα Στρατοδικεία[13].

Το Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας

Το Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας[14] συστήθηκε παράλληλα με άλλα 24 έκτακτα τοπικά Στρατοδικεία και 6 Μεραρχιακά[15] με βασιλικό διάταγμα στις 9 Σεπτεμβρίου 1946 βάσει του άρθρου 11 του Γ Ψηφίσματος.

Η περιφέρεια αρμοδιότητάς του ήταν οι νομοί Φθιώτιδας, Φωκίδας και Ευρυτανίας, εκτός από τους δήμους Αρακυνθίων, Απεραντίων, Αγραίων και Ευρυτάνων οι οποίοι υπάγονταν στην αρμοδιότητα του Έκτακτου Στρατοδικείου Μεσολογγίου. Αρμοδιότητα του Εκτάκτου Στρατοδικείου Λαμίας ήταν η εκδίκαση των αδικημάτων που προβλέπονταν από το Γ Ψήφισμα, τα αδικήματα που στρέφονταν κατά της ασφάλειας του κράτους, της δημόσιας τάξης και της ειρήνης και τα κοινά αδικήματα κατά προσώπων και περιουσιών εφόσον έθεταν σε κίνδυνο την ασφάλεια ή διασάλευαν τη δημόσια τάξη κατά την κρίση του αρμόδιου συμβουλίου πλημμελειοδικών. Όταν η χώρα κηρύχθηκε σε κατάσταση πολιορκίας, στις 7 Μαίου 1948[16] και τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος ΔΞΘ/1912, το Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας εκδίκαζε και τα αδικήματα που προέβλεπε ο νόμος αυτός[17].

Το Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας εγκαινίασε τη δράση του στις 30 Οκτωβρίου 1946 μέσα στο κλίμα πόλωσης, βίας και τρομοκρατίας που είχε διαμορφωθεί μετά την αναγγελία ίδρυσης του Γενικού Αρχηγείου του Δημοκρατικού Στρατού. Κατηγορούμενοι ήταν ένας βοσκός από ένα ορεινό χωριό της Ευρυτανίας και ο Ν. Κ. (καπετάν Χελμός) από την επαρχία Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας. Ο Ν.Κ. είχε υπηρετήσει ως ανθυπολοχαγός στο Αλβανικό μέτωπο και ήταν από τους πρωτοπόρους του ΕΛΑΣ στη Δυτική Στερεά και διοικητής του Υπαρχηγείου Ξηρομέρου. Με κομματική εντολή είχε φύγει με άλλους εφτά συναγωνιστές του στα τέλη Αυγούστου 1946 από το Αγρίνιο με αποστολή να δημιουργήσει με τη βοήθεια του Αρχηγείου Αγράφων ένα μάχιμο τμήμα ένοπλων καταδιωκόμενων το οποίο θα δρούσε μόνιμα στο Παναιτωλικό όρος στην περιοχή της Δυτικής Στερεάς. Ύστερα από προδοσία η ομάδα δέχθηκε επίθεση από άνδρες της Χωροφυλακής και ο Ν.Κ τραυματίστηκε και συνελήφθη[18]. Οδηγήθηκε στο Καρπενήσι και εν συνεχεία στη

Λαμία όπου καταδικάστηκε σε θάνατο από το Έκτακτο Στρατοδικείο κατηγορούμενος με βάση το Γ Ψήφισμα για σύσταση «συμμορίας μετά αναρχοκομμουνιστών». Στην απολογία του αναφέρθηκε στις υπηρεσίες που πρόσφερε στην πατρίδα ως ανθυπολοχαγός στο Αλβανικό Μέτωπο και καπετάνιος του ΕΛΑΣ στην Κατοχή αλλά και στην αντιμετώπιση που επεφύλασσε το ελληνικό κράτος σε όσους αγωνίστηκαν για την απελευθέρωση της χώρας δηλώνοντας ότι ενώ αυτός καταδικάζονταν σε θάνατο ένα άλλο στρατοδικείο απάλλασσε τον Γερμανό στρατηγό υπεύθυνο

για τα εγκλήματα πολέμου στην Κρήτη.

Η συμμετοχή στον ελληνοιταλικό πόλεμο και την Αντίσταση προβάλλονταν ιδιαίτερα στις απολογίες των κατηγορουμένων, καθώς αφενός ο προσδιορισμός τους ως αγωνιστών της εθνικής αντίστασης αποτελούσε βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής τους ταυτότητας και αφετέρου η συμμετοχή τους στον πόλεμο εναντίον των κατακτητών ήταν ένδειξη αμφισβήτησης των κατηγοριών περί προδοσίας και έλλειψης εθνικοφροσύνης. Παράλληλα, τονίζονταν η διάσταση ανάμεσα στον κολασμό όσων πολέμησαν για την απελευθέρωση της χώρας και την ατιμωρησία των συνεργατών του κατακτητή και των προδοτών.

Η απολογία του καπετάν Χελμού βρήκε απήχηση στους στρατιώτες του Κυβερνητικού Στρατού και το εκτελεστικό απόσπασμα που συγκροτήθηκε για την εκτέλεση αρνήθηκε τη συμμετοχή του[19]. Πράγματι, τον Οκτώβριο 1946 δεν είχαν αρχίσει εκτεταμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή της Στερεάς και η εμφύλια σύγκρουση δεν είχε γενικευτεί.

Επιπρόσθετα στις τάξεις του κυβερνητικού στρατού υπηρετούσε ένα μεγάλο ποσοστό πρώην μελών του ΕΛΑΣ ή της ΕΠΟΝ, το οποίο δεν είχε ακόμα απομονωθεί ή «εκκαθαριστεί». Απουσίαζε κατά συνέπεια τόσο η θέληση για σύγκρουση όσο και η ιδεολογική πόλωση γεγονός που θα γίνει φανερό και με την απροθυμία των στρατιωτών του κυβερνητικού στρατού να διεξάγουν αποτελεσματικά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον των ανταρτών κατά τη διάρκεια του 1946 και 1947[20]. Η άρνηση

συμμετοχής στην εκτέλεση ενός ανθρώπου, πόσο μάλλον κάποιου που είχε πολεμήσει στην Αλβανία και είχε λάβει μέρος στην Αντίσταση, παρατηρήθηκε και στην επόμενη περίσταση μαζικής αυτή τη φορά εκτέλεσης το Μάιο 1947[21]. Τελικά την εκτέλεση του Ν. Κ., πρώτη εκτέλεση που πραγματοποιήθηκε στο νεκροταφείο της Λαμίας, ανέλαβε απόσπασμα χωροφυλακής.

Από την πρώτη υπόθεση «οι στρατοδίκες του στρατοδικείου Λαμίας εδίδαξαν»[22]. Οι ποινές που επιβλήθηκαν για το ίδιο αδίκημα στους δύο κατηγορούμενους ήταν διαφορετικές. Ο πρώτος καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά, ενώ ο δεύτερος σε θάνατο. Σύμφωνα με την εθνικόφρονα εφημερίδα Λαμιακό Τύπο, ενώ για τον ένα δεν υπήρχε αύριο, ο άλλος είχε ελπίδες μετά τα δύο, τρία ή πέντε χρόνια να αναπνεύσει ξανά τον

αέρα της ελευθερίας, αν έδειχνε καλή διαγωγή και αν παραδεχόταν την πλάνη του[23]. Ο καπετάν Χελμός στάθηκε αμετανόητος και δεν αποκήρυξε τις ιδέες του για αυτό και οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα τρεις ημέρες μετά την αναγγελία της ποινής του. Ο συγκατηγορούμενός του απέφυγε την θανατική καταδίκη γιατί προσήλθε αυθόρμητα και παραδόθηκε αποδεικνύοντας εμπράκτως τη μεταμέλειά του. Η διαφορά στην απονομή των ποινών στους δύο κατηγορούμενους έγκειτο στην

αποκήρυξη ή όχι των θεωρούμενων ως επιλήψιμων, σύμφωνα με το νόμο,

κομμουνιστικών ιδεών.

Η υπόθεση αυτή όπως και πολλές άλλες που ακολούθησαν αποτελεί έμπρακτη απόδειξη για τον τρόπο εφαρμογής των έκτακτων νομοθετικών μέτρων από τα όργανα της δικαιοσύνης. Τα Στρατοδικεία δεν δίκαζαν παραβάτες. Σκοπός τους ήταν η ηθική και σωματική εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων. Στα πλαίσια του αντικομμουνισμού εξέδιδαν θανατικές καταδίκες εκτιμώντας περισσότερο το βαθμό της πολιτικής συνείδησης και λιγότερο το ποσοστό συμμετοχής στον αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού. Η άποψη αυτή αποτυπώνεται εύγλωττα στον τοπικό τύπο: «Η κοινωνία δεν είναι σκληρά και όταν ακόμη με σκληρούς ανθρώπους έχει να κάμη. Και σήμερον η ελληνική κοινωνία δεν ζητεί άλλο από το να συγχωρέσει τους παραστρατηθέντας. Και θα συγχωρέσει όσους έστω και την δωδεκάτην ώρα μεταμεληθούν. Τους άλλους τους αμετανόητους είναι υποχρεωμένη να τους κλαύση»[24]. Στην ουσία επρόκειτο για δίκες ιδεών, η άρνηση αποκήρυξής των οποίων αποτελούσε ένα δύσκολα ανατρέψιμο κριτήριο της ενοχής των κατηγορουμένων[25].

Η εκτέλεση του καπετάν Χελμού (Ν. Κ.) ήταν η μόνη που πραγματοποιήθηκε από το Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας κατά τη διάρκεια του 1946 ενώ σε πανελλήνια κλίμακα οι εκτελέσεις από τα Έκτακτα Στρατοδικεία είχαν φτάσει τις 109[26]. Το γεγονός αυτό συνδέεται άμεσα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή δικαιοδοσίας του Στρατοδικείου.

Αν και από τον Ιούνιο 1946 δρούσαν δύο ομάδες ένοπλων καταδιωκόμενων, η μία στην περιοχή του Δομοκού και η άλλη στον Παρνασσό, δεν ανέπτυξαν συντονισμένη δράση και δεν συγκρούστηκαν με δυνάμεις του κυβερνητικού στρατού παρά μόνο με την Χωροφυλακή. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή ήταν επομένως περιορισμένες και μικρής κλίμακας. Όπως συνάγεται από δημοσιεύσεις στον τοπικό τύπο σχετικά με τις συνεδριάσεις και τις αποφάσεις του Έκτακτου Στρατοδικείου[27], κατά τη διάρκεια του 1946 το Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας ασχολήθηκε με 22 υποθέσεις, από τις οποίες οι 15 αναβλήθηκαν ή κηρύχθησαν αθώοι οι κατηγορούμενοι λόγω ελλείψεως στοιχείων ή μη προσέλευσης μαρτύρων.

Επιβλήθησαν δύο θανατικές καταδίκες από τις οποίες εκτελέστηκε η μία.

Κατά τη διάρκεια του 1947 ο αριθμός των εκδικαζόμενων υποθέσεων αυξήθηκε κατακόρυφα. Με βάση το Βιβλίο Αποφάσεων του Έκτακτου Στρατοδικείου Λαμίας, παραπέμφθηκαν για να δικαστούν 790 άτομα από τα οποία καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές τα 322 ενώ πραγματοποιήθηκαν 19 εκτελέσεις[28]. Οι δέκα από αυτές έγιναν στις 9 Μαΐου 1947 και αφορούσαν τους συλληφθέντες στη διάβαση της Νιάλας κατά τη διάρκεια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του κυβερνητικού στρατού στην περιοχή των Αγράφων τον Απρίλιο 1947. Επρόκειτο για στελέχη του ΚΚΕ της Επιτροπής Πόλης Καρδίτσας τα οποία είχαν καταφύγει στα ορεινά ακολουθώντας το Αρχηγείο Αγράφων[29]. Όταν πέρασαν τη διάβαση της Νιάλας στα βουνά των Αγράφων εν μέσω φοβερής χιονοθύελλας βρήκαν καταφύγιο σε σκηνές του κυβερνητικού στρατού όπου πέρασαν τη νύχτα μαζί με τους στρατιώτες. Το πρωί συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν αρχικά στο Καρπενήσι και στη συνέχεια στη Λαμία όπου παραπέμφθηκαν στο Έκτακτο Στρατοδικείο και εκτελέστηκαν μέσα στις πιο σύντομες ημερομηνίες ως ηθικοί αυτουργοί και στρατολόγοι. Ανάμεσά στους ήταν η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε στη Λαμία, το στέλεχος της πολιτικής οργάνωσης του ΚΚΕ στην Καρδίτσα, η δασκάλα Ευαγγελία Κουσιάντζα[30], ο Σ. Τ., μέλος του Γραφείου Περιοχής Θεσσαλίας του ΚΚΕ και ο Β. Τ., γραμματέας της Επιτροπής Πόλης της Καρδίτσας[31]. Ο τοπικός τύπος έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωσης της δασκάλας Ευαγγελίας Κουσιάντζα, η οποία χαρακτηρίζονταν ως «θηριώδη καθοδηγήτρια» και «μέγαιρα»[32]. Και σε αυτή την περίπτωση τονίστηκε η μη μεταμέλεια των κατηγορουμένων η οποία επέσειρε την εσχάτη των ποινών.

Τον Ιούνιο 1947 εκτελέστηκε ο Δ. Κούκουρας, αντισυνταγματάρχης του Εθνικού Στρατού και αξιωματικός του ΕΛΑΣ στη διάρκεια της Κατοχής. Ο Κούκουρας μαζί με άλλους 11 αξιωματικούς απέδρασε από τον τόπο εξορίας του, την Ικαρία, και προσπάθησε, όπως είπε στην απολογία του, να πάει «στα ανταρτοκρατούμενα βουνά της Ελευθέρας Ελλάδος, δια να πολεμήσω ως απλούς στρατιώτης δια την ελευθερίαν και την ανεξαρτησίαν. Ηθέλησα να πολεμήσω, να αγωνισθώ δια να επιβληθή εις τον τόπον μας η Λαική Δημοκρατία»[33]. Ο Δ. Κούκουρας συνελήφθη

στην περιοχή της Αταλάντης μαζί με έναν άλλο αξιωματικό τον Ι. Χατζημιχελάκη, παραπέμφθηκαν στο Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας και παρά την πρόταση του Βασιλικού Επιτρόπου να τους αναγνωριστούν τα ελαφρυντικά της ένδοξης υπηρεσίας προς την πατρίδα και της μετρίας σύγχυσης λόγω βαθυτάτου γήρατος, καταδικάστηκαν σε θάνατο. Σύμφωνα με ανταπόκριση του τοπικού τύπου οι συνήγοροι των κατηγορουμένων και ιδιαίτερα του Ι. Χατζημιχελάκη έκαναν υπεράνθρωπες προσπάθειες και απηύθυναν με την ανοχή των στρατοδικών ερωτήσεις «κατά τρόπον ώστε να θέτουν εις το στόμα του την απάντησιν την οποίαν ανέμενον» ωστόσο ο κατηγορούμενος «εκόλησε σαν στρείδι εις ένα μοτίβον από το

οποίον δεν ηνοούσε να ξεκολλήσει»[34]. Και σε αυτή την περίπτωση αποδεικνύεται ότι η αποκήρυξη των κομμουνιστικών ιδεών αποτελούσε μέσο σωτηρίας για τους κατηγορούμενους. Για την ποινή που επιβλήθηκε υπήρξαν αντιδράσεις στον Αριστερό και Δεξιό τύπο καθώς και εκκλήσεις στο Βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών[35]. Τελικά ο Δ.Κούκουρας εκτελέστηκε στη Λαμία στις 14 Ιουνίου (5 ημέρες μετά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης) παρά τις εκκλήσεις των συνηγόρων προς τον Υπουργό Στρατιωτικών Δ. Στράτο ενώ η ποινή του Ι. Χατζημιχελάκη μετατράπηκε σε ισόβια ύστερα από αίτηση χάριτος και παρέμβαση υπέρτου των Κρητών βουλευτών[36].

Τέσσερις ακόμα εκτελέσεις που αφορούσαν αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού καταγόμενους από χωριά της Λοκρίδας πραγματοποιήθηκαν στις 13 Αυγούστου 1947[37].Οι εκτελεσθέντες είχαν συλληφθεί ένοπλοι τον Ιανουάριο 1947 από το Τάγμα Θανάτου του Κρανιά[38]. Χαρακτηριστικό είναι ότι και στις δύο αυτές περιπτώσεις οι στρατιώτες του 106ου Τάγματος του κυβερνητικού Στρατού που αποτελούσαν τα εκτελεστικά αποσπάσματα αρνήθηκαν να ανοίξουν πυρ εναντίον των καταδικασμένων και τελικά οι εκτελέσεις έγιναν από άνδρες των ΜΑΥ και χωροφύλακες[39].

Το Σεπτέμβριο 1947 η κυβέρνηση συνασπισμού με πρωθυπουργό τον Θ. Σοφούλη, εξήγγειλε τη χορήγηση αμνηστίας στους μαχητές του ΔΣΕ που θα παραδίδονταν σε ένα μήνα και σε όλους σε όσους συνεργάζονταν με τις αρχές κατά το ίδιο χρονικό διάστημα[40]. Τα μέτρα κατευνασμού ωστόσο δεν ίσχυαν για τους έγκλειστους καταδίκους, των οποίων η απόφαση δεν είχε εκτελεστεί[41]. Το «όργιο των στρατοδικείων συνεχίστηκε» και ο τύπος της Αριστεράς κατήγγειλε «Αυτός είναι ο περίφημος κατευνασμός του Σοφούλη με τις ομαδικές δίκες παρωδίες, με τις διαβόητες συνομωσίες, τα στρατοδικεία με τις ομαδικές καταδίκες χιλιάδων αθώων ανδρών, γυναικών και παιδιών;»[42].

Κατά τη διάρκεια ισχύος της αμνηστίας πραγματοποιήθηκαν στη Λαμία άλλες πέντε εκτελέσεις στις 8 και στις 24 Οκτωβρίου 1947. Παρόλο που η αμνηστεία παρατάθηκε για ένα μήνα έως τα μέσα Νοεμβρίου του 1947 δεν δόθηκε αντίστοιχη αναστολή στην εκτέλεση των θανατικών ποινών.

Αν και το Υπουργικό Συμβούλιο είχε αρχικά αποφασίσει να αναστείλει τις εκτελέσεις συνολικά, αν τα μέτρα της αμνηστίας αποδεικνύονταν επιτυχή, η μικρή απόκριση στην αμνηστία οδήγησε τελικά την κυβέρνηση στην επανάλειψη των εκτελέσεων. Ο Υπουργός Στρατιωτικών Στράτος σημείωνε ότι η μη παράταση της αναστολής οφείλονταν στην έντονη αντίδραση της κοινής γνώμης[43].

Το 1947 έκλεισε με την αναγγελία της συγκρότησης της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης και την ψήφιση του ΑΝ 509/47. Η αντιπαράθεση μεταξύ της κυβέρνησης και της Αριστεράς είχε φτάσει σε μια τελειωτική ρήξη και οι αυταπάτες για μια ομαλή δημοκρατική εξέλιξη είχαν διαλυθεί οριστικά. Ήδη από το Σεπτέμβριο 1947 η 3η Ολομέλεια του ΚΚΕ είχε ζητήσει επίθεση με όλα τα μέσα και η εμφύλια σύγκρουση

εισέρχονταν στην πιο βίαιη και ολοκληρωτική της φάση.

Ο κύριος όγκος των εκτελέσεων πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του 1948. Από τις 17 έως τις 24 Απριλίου 1948, ενώ ο εμφύλιος πόλεμος βρισκόταν ήδη στο δεύτερο χρόνο του και ο κυβερνητικός στρατός είχε εξαπολύσει γενική επίθεση εναντίον του ΔΣΕ στην περιοχή της Ρούμελης με το κωδικό όνομα «Χαραυγή», διεξήχθη στην κατάμεστη αίθουσα του Έκτακτου Στρατοδικείου Λαμίας μια συγκλονιστική δίκη που σημάδεψε τα δικαστικά χρονικά της πόλης της Λαμίας. Υπόδικοι ήταν τριάντα πέντε άτομα, 21 άνδρες και 14 γυναίκες, τα οποία είχαν συλληφθεί από όργανα της Ασφάλειας Λαμίας στα τέλη Μαρτίου 1948 με κύριο υπεύθυνο τον Κ.Γ. γενικό γραμματέα του περιφερειακού τομέα Λαμίας του ΚΚΕ[44]. Οι υπόδικοι αντιμετώπιζαν το βαρύ κατηγορητήριο του Αναγκαστικού Νόμου 509 για συνεργασία «μετά των συμμοριτών, κατασκοπεία και συνομωσία». Πιο συγκεκριμένα κατηγορούνταν για σύσταση οργάνωσης η οποία ερχόταν σε επαφή με τον πολιτικό διαφωτιστή του Αρχηγείου Ρούμελης, για συλλογή στρατιωτικών πληροφοριών και για υλικήενίσχυση των ανταρτών.

Ενώπιον του προέδρου του δικαστηρίου, γνωστού με το προσωνύμιο «Κινίνος» και τεσσάρων αξιωματικών του στρατού που τον πλαισίωναν, εμφανίστηκαν 13 μάρτυρες κατηγορίας, από τους οποίους οι τρεις χωροφύλακες, και 44 μάρτυρες υπεράσπισης. Εξέχοντες «εθνικόφρονες» νομικοί της πόλης ανέλαβαν την υπεράσπιση των κατηγορουμένων. Τη δίκη παρακολουθούσε πλήθος κόσμου, καθώς οι υπόδικοι ήταν γνωστά μέλη της Λαμιώτικης κοινωνίας. Όσοι δεν παρίσταντο είχαν την ευκαιρία να διαβάσουν τα πλήρη κείμενα των αγορεύσεων στον τοπικό τύπο καθώς η ακροαματική διαδικασία έλαβε εκτεταμένη δημοσιότητα παρόλο που συνέπεσε με την επίσκεψη του βασιλικού ζεύγους στην πόλη[45].

Αρχικά εξετάστηκαν οι μάρτυρες κατηγορίας. Κύριος θεματικός άξονας ήταν η δράση των κατηγορουμένων κατά τη διάρκεια της Κατοχής, το ποιόν τους και τα πολιτικά τους φρονήματα και όχι όπως θα περιμένε κανείς οι «αξιόποινες» πράξεις και τα τεκμήρια ενοχής τους. Ιδιαίτερα επιβαρυντική θεωρήθηκε η ύπαρξη σημειωμάτων τα οποία κάποιοι από τους κατηγορούμενους φέρονταν να έχουν ανταλλάξει με μέλη του ΔΣΕ.

Στη συνέχεια εξετάστηκαν οι μάρτυρες υπεράσπισης και οι κατηγορούμενοι. Ελάχιστα είναι τα στοιχεία που κατέγραψε ο τοπικός τύπος για αυτή τη φάση της ακροαματικής διαδικασίας. Σύμφωνα με υπαινιγμούς του Βασιλικού Επιτρόπου αλλά και τη συνήθη πρακτική των απολογούμενων κομμουνιστών, ο κύριος ένοχος αναφέρθηκε στην εθνικοαπελευθερωτική του δράση κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ακολούθως πήρε το λόγο ο Βασιλικός Επίτροπος. Κεντρικός άξονας της αγόρευσής του η φράση: «Η Ελλάς δεν πεθαίνει». Οι κατηγορούμενοι, κατά την άποψή του, εξάντλησαν τα όρια της υπομονής του έθνους, περιφρόνησαν κάθε έννοια του κράτους και οργάνωσαν ομάδες αυτοάμυνας με σκοπό την ανατίναξη της πόλης και την παράδοσή της στο ΔΣΕ[46]. Στη συνέχεια κάλεσε τους Στρατοδίκες να φανταστούν τι θα γινόταν αν οι «συμμορίτες» εισέρχονταν στη Λαμία με τη βοήθεια των κατηγορουμένων, καθώς μόνο κατά αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν να καταλάβουν τη βαρύτητα των πράξεών τους και να επιβάλουν ανάλογη ποινή. Κατά τη γνώμη του, καμία επιείκεια δεν χρειαζόταν στους «συμμορίτες των μετόπισθεν»

καθώς αυτοί ήταν «οι πλέον ύπουλοι, οι πλέον επικίνδυνοι και καταστρεπτικοί».

Η επιχειρηματολογία του Βασιλικού Επιτρόπου στηρίζονταν στην ασαφή πρόθεση των κατηγορουμένων «να φέρουν τους συμμορίτες στη Λαμία», και δεν βασίζονταν όπως θα ανέμενε κάποιος σε συγκεκριμένα γεγονότα ή αξιόποινες πράξεις. Ο Επίτροπος κάλεσε το Δικαστήριο να χρησιμοποιήσει τη φαντασία του, παραβλέποντας ότι με τη φαντασία και τις εικασίες καμία ευνομούμενη κοινωνία δεν έχει το δικαίωμα να καταδικάζει, και μάλιστα στην ποινή του θανάτου, τα μέλη της. Η συμμετοχή στην Αντίσταση και η δράση των κατηγορουμένων εναντίον των κατακτητών κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αποτέλεσε επιπρόσθετο επιβαρυντικό στοιχείο. Με βάση αυτά «τα αδιάσειστα» επιβαρυντικά στοιχεία ο Βασιλικός Επίτροπος πρότεινε την επιβολή της θανατικής καταδίκης σε έντεκα κατηγορούμενους και ισοβίων δεσμών σε άλλους εννέα[47].

Τη δίκη έκλεισαν οι αγορεύσεις των δικηγόρων υπεράσπισης. Καθώς το μόνο επιλήψιμο στοιχείο φαίνεται να ήταν οι πολιτικές πεποιθήσεις των κατηγορουμένων, οι δικηγόροι προσπάθησαν να στηριχθούν στον πρότερο έντιμο βίο και στο ποιον των κατηγορουμένων. Μερικοί ισχυρίστηκαν ότι οι πελάτες τους δεν ήταν κατ’ ουσία κομμουνιστές αλλά παραπλανήθηκαν από τον κατονομαζόμενο ως κυρίως υπεύθυνο. Ένας μάλιστα από τους συνηγόρους υπεράσπισης χρησιμοποίησε το επιχείρημα «αν καταδικάσετε στην εσχάτη των ποινών τους κατηγορούμενους τότε τι ποινή θα επιβάλλετε στο Μάρκο και στην Κυβέρνηση του Βουνού;». Μόνος τρόπος

σωτηρίας ήταν η αποκήρυξη των κομμουνιστικών ιδεών και η υπογραφή δήλωσης η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα την παραγραφή των αξιόποινων πράξεων και την ένδειξη επιείκειας από το δικαστήριο. Η δίκη τελείωσε στις 24 Απριλίου 1948. Οι επιβαλλόμενες ποινές ήταν αυστηρότερες από αυτές που ζήτησε ο Βασιλικός Επίτροπος: 19 κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε θάνατο και 6 σε ισόβια κάθειρξη.

Η παρουσία του βασιλικού ζεύγους και ανώτερων στρατιωτικών στην Λαμία κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας ενδεχόμενα συνετέλεσε στην αυστηρότητα του Έκτακτου Στρατοδικείου. Ο βασιλιάς, με αφορμή τις διεξαγόμενες εαρινές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του κυβερνητικού στρατού (επιχείρηση Χαραυγή) έφτασε στη Λαμία στις 20 Απριλίου. Στην πόλη διέμεινε για έξι ημέρες κατά τη διάρκεια των οποίων επισκέφθηκε τη ζώνη των επιχειρήσεων και την πόλη του Καρπενησίου και είχε καθημερινές συνεργασίες με το στρατιωτικό επιτελείο για την πορεία των επιχειρήσεων[48]. Την ίδια περίοδο στην πόλη βρίσκονταν όλη η ανώτερη ηγεσία του κυβερνητικού στρατού, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου στρατηγός Γιαντζής, ο υπαρχηγός στρατηγός Κιτριλάκης και ο διοικητής του Α Σώματος Στρατού στρατηγός Τσακαλώτος καθώς και ο αρχηγός της Αμερικανικής Στρατιωτικής Αποστολής, στρατηγός Βαν Φλητ και ανώτεροι Άγγλοι στρατιωτικοί. Η στρατιωτική ηγεσία ασκούσε πιέσεις για την επιβολή αυστηρότερων ποινών. Χαρακτηριστικές είναι οι

δηλώσεις του υπαρχηγού στρατηγού Κιτριλάκη προς τους εκπροσώπους του τύπου την ημέρα που το Έκτακτο Στρατοδικείο εξέδωσε την απόφαση για τους 35 κατηγορουμένους της υπόθεσης Γ.: «Αι λέξεις εγλωβισμός, εμφιάλωσις, καθηλωσις δεν ημπορούν να έχουν ουσιαστικήν σημασίαν. Αξίαν αποφασιστικήν έχουν μόνον η αμείλικτος και διηνεκής καταδίωξις, τα αλλεπάλληλα και αδυσώπητα πλήγματα. Εξ άλλου ο εχθρός δεν ηυρίσκεται μόνον εις βουνά αλλά μέσα εις τας πόλεις και τας δημόσιας υπηρεσίας. Κατά συνέπειαν προυπόθεσις δια να φέρει ο Στρατός εις πέρας το έργον του είναι να εξοντωθή και η όλη οργάνωσις της αυτοάμυνας των μετόπισθεν»[49].

Η αυλαία της υπόθεσης Γ. έπεσε με την εκτέλεση «μόνον 16» όπως έγραψε ο τοπικός τύπος[50], από τους 19 καταδικασμένους σε θάνατο[51] στις 5 Μαίου 1948, λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία του Υπουργού Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά την Πρωτομαγιά του 1948 στην Αθήνα. Είναι ενδεικτικό ότι εκτελέστηκαν και οι δύο γυναίκες μέλη της οργάνωσης παρόλο που έδωσαν σημαντικές πληροφορίες για τη σύλληψη των υπολοίπων μελών[52]. Όσοι συλληφθέντες της υπόθεσης Γ. δεν παραπέμφθηκαν στο Στρατοδικείο εκτοπίστηκαν ως «επικίνδυνοι αυτοαμυνίτες» στην Ικαρία[53].

Το γεγονός της δολοφονίας του Λαδά σηματοδότησε την έναρξη σκληρότερων μέτρων ενάντια στους καταδικασθέντες. «Αι τρομοκρατικαί μέθοδοι των κομμουνιστών δεν πρόκειται να πτοήσουν κανένα οτιδήποτε και να επιχειρήσουν οι κομμουνισταί. Ο νόμος δεν θα παύσει να λειτουργεί και η κυβέρνησις δεν θα διστάσει να εφαρμόσει το νόμο και δεν θα επιχειρήσει να παρεμποδίσει το έργον της δικαιοσύνης»[54]. Εν είδει αντιποίνων εκτελέστηκαν στο Γουδί την Τρίτη ημέρα του Πάσχα 24 καταδικασθέντες σε θάνατο από τα Κακουργιοδικεία ανά-

μεσά τους και 5 καταδικασθέντες από το Κακουργιοδικείο Λαμίας ενώ λίγες ημέρες αργότερα εκτελέστηκαν στην Αθήνα και στην Αίγινα 33 θανατοποινίτες και 11 στη Θεσσαλονίκη[55]. Αθηναική εφημερίδα ανέφερε ότι κατ’ εντολή των κατά τόπους δικαστικών αρχών εκτελέστηκαν συνολικά 130 άτομα[56]. Οι μαζικές εκτελέσεις προκάλεσαν θύελλα διαμαρτυριών στο εξωτερικό, καθώς θεωρήθηκαν αντίποινα για τη δολοφονία του Λαδά. Η δε κυβέρνηση της Μ. Βρετανίας επέδοσε σχετικό διάβημα στην ελληνική κυβέρνηση.

Κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών του 1948 οι εκτελέσεις πύκνωσαν καθώς είχε συλληφθεί μεγάλος αριθμός αιχμαλώτων στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του κυβερνητικού στρατού που είχαν πραγματοποιηθεί στην περιοχή της Ρούμελης κατά τους εαρινούς μήνες με τον κωδικό Χαραυγή[57]. Το Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας εκτελούσε το «εθνικόφρον και αναμορφωτικό του έργο με τόσο ζήλο ώστε ήταν «το

μόνο μαγαζί που είχε πολλές δουλειές στην πόλη»[58]. Οι δίκες αυτής της περιόδου ήταν μαζικές και συνοπτικές. Χαρακτηριστικό είναι ότι κατά τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο πραγματοποιήθηκαν 75 εκτελέσεις, αριθμός που αποτελεί το ένα τρίτο των συνολικών εκτελέσεων βάσει των αποφάσεων του Έκτακτου Στρατοδικείου Λαμίας.

Τον Ιανουάριο 1949 μια μεγάλη στρατιωτική επιτυχία του ΔΣΕ η κατάληψη του Καρπενησίου έπληξε το γόητρο του κυβερνητικού στρατού. Υπεύθυνος για τη στρατιωτική αποτυχία θεωρήθηκε ο Στρατιωτικός Διοικητής Στερεάς Γ. Κετσέας, τον οποίο ο Παπάγος παρέπεμψε σε στρατοδικείο (από το οποίο απαλλάχτηκε). Οι κυβερνητικές δυνάμεις ανακατέλαβαν το Καρπενήσι μετά από 20 ημέρες αλλά ύστερα από την αποτυχία του Κετσέα μετριάστηκε ο ρυθμός των εκτελέσεων στη Λαμία καθώς επί των ημερών του είχαν γίνει εκατοντάδες εκτελέσεις και καταδίκες.

Στις αρχές Μαρτίου έφτασαν από το Καρπενήσι εκατοντάδες αιχμάλωτοι αντάρτες του ΔΣΕ, οι περισσότεροι επιστρατευμένοι οι οποίοι στιβάχτηκαν κυριολεκτικά στις ήδη υπερπλήρεις φυλακές Λαμίας. Η κατάστασή τους προκαλούσε τον οίκτο «Είναι ισχνοί, ρακένδυτοι και ανυπόδητοι και ως επί το πλείστον παιδάρια 14-20 ετών»[59]. Οι περισσότεροι ωστόσο αφέθηκαν ελεύθεροι ως αυθορμήτως παραδοθέντες.

Στις 15 Φεβρουαρίου 1949 έγιναν οι τελευταίες εκτελέσεις με απόφαση του Έκτακτου Στρατοδικείου Λαμίας. Εκτελέστηκαν 7 άτομα, που είχαν συλληφθεί σε ενέδρα του κυβερνητικού στρατού το Δεκέμβριο 1948 στα Βαρδούσια όρη. Ανάμεσά τους ήταν και η θρυλική αντάρτισσα Κούλα Ντάνου, η οποία στην Κατοχή υπηρετούσε στο Τάγμα Θανάτου του ΕΛΑΣ.

Στις αρχές Μαΐου άρχισαν οι τελευταίες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του κυβερνητικού στρατού οι οποίες διήρκησαν μέχρι τον Ιούλιο 1949. Μετά το πέρας των επιχειρήσεων δεν υπήρχε συγκροτημένο τμήμα του ΔΣΕ στη Ρούμελη. Μέχρι το τέλος του 1949 και ενώ είχε ανακοινωθεί στις 15 Σεπτεμβρίου από το ραδιοφωνικό σταθμό Ελεύθερη Ελλάδα το τέλος των εχθροπραξιών το Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας καταδίκασε άλλους 37 ανθρώπους σε θάνατο. Ωστόσο σε αντίθεση με άλλα Στρατοδικεία ανά την επικράτεια οι ποινές δεν εκτελέστηκαν[60].

Το 1950 ο κυβερνητικός στρατός είχε κυριαρχήσει πλήρως, είχε αρχίσει ο επαναπατρισμός των προσφύγων και «ο εχθρός του κράτους» ή είχε καταφύγει στα ανατολικές χώρες ή βρισκόταν στις φυλακές και τις εξορίες. Με Β.Δ της 17ης Ιανουαρίου 1950, το Γ Ψήφισμα ανεστάλη σε όλη τη χώρα εν όψει των εκλογών της 5ης Μαρτίου 1950[61]. Αντίθετα ο ΑΝ. 509 εξακολούθησε να βρίσκεται σε ισχύ. Το Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας καταδίκασε σε θάνατο το δικηγόρο Ι. Τ., συμβολαιογράφο από τη Σπερχειάδα για προσηλυτισμό, κατασκοπεία, επαφή και συνεργασία με τους αντάρτες. Στη δίκη, η οποία προσέλκεισε το ενδιαφέρον του κοινού, κατέθεσε ως μάρτυρας ο Ηλίας Τσιριμώκος ο οποίος υποστήριξε ότι ο Ι.Τ. ήταν σημαίνον πρόσωπο του κόμματός του και υποστηρικτής του ιδίου προπολεμικά και δήλωσε ότι «η έννοια του εαμοβούλγαρου είναι ελαστική και ότι είναι συμφέρον πολιτικό να πείθεται ο κόσμος ότι ο άλλος εργάζεται αντεθνικώς»[62]. Αν και ο Βασιλικός Επίτροπος πρότεινε την απαλλαγή του κατηγορουμένου, το Στρατοδικείο τον καταδίκασε σε θάνατο με ψήφους 3-2 . Η δίκη εικάζεται ότι είχε πολιτικά κίνητρα και είχε ως σκοπό να εξουδετερώσει πολιτικούς αντιπάλους καθώς στο Α Εκλογικό τμήμα της Σπερχειάδας, η Δημοκρατική Παράταξη στην οποία ανήκε ο Τσιριμώκος και ο κομματάρχης του Ι.Τ. ήρθε πρώτη σε ψήφους λαμβάνοντας το 25% των συνολικών ψήφων. Σύμφωνα με τα συγκεντρωθέντα στοιχεία αυτή ήταν η τελευταία σημαντική δίκη του Έκτακτου Στρατοδικείου Λαμίας το οποίο καταργήθηκε με βασιλικό διάταγμα στις 23 Ιουνίου 1950. Οι υποθέσεις που αφορούσαν την περιοχή δικαιοδοσίας του υπήχθησαν εφεξής στο Στρατοδικείο Λάρισας[63].

Ο πρόεδρος του Στρατοδικείου – Οι δικαστές

Το Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας ήταν πενταμελές. Πρόεδρός του, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του 1948, οπότε εκδικάστηκε ο μεγαλύτερος όγκος των υποθέσεων και εκδόθηκαν οι περισσότερες θανατικές καταδίκες, ήταν ο Γεώργιος Γιαννόπουλος, συνταγματάρχης πεζικού.

Την ίδια περίοδο Βασιλικός Επίτροπος στην πλειονότητα των δικών ήταν ο Αριστομένης Ζωζωνάκης, στρατιωτικός δικαστικός σύμβουλος, γ τάξεως. Τα υπόλοιπα μέλη του δικαστηρίου ήταν χαμηλόβαθμοι στρατιωτικοί, από το βαθμό του λοχαγού και κάτω, διαφόρων ειδικοτήτων και σπανίως της στρατιωτικής δικαιοσύνης. Αυτοί δεν παρέμεναν σταθεροί αλλά άλλαζαν σχεδόν σε κάθε δίκη. Ενδεχόμενα αυτό οφείλεται στην ενεργό συμμετοχή τους στις στρατιωτικές επιχειρήσεις από όπου ανακαλούνταν για σύντομο χρονικό διάστημα για να στελεχώσουν το στρατοδικείο. «Κατέβαινε από πάνω (από τα ορεινά όπου συμμετείχε στις στρατιωτικές επιχειρήσεις) ένα τάγμα με αξιωματικούς. Βουτάγανε δυο αξιωματικούς και τους βάζανε από πάνω στο προεδρείο. Τώρα πόσο το λεγε η καρδούλα του καθενός, είτε επειδή είχε μίσος, είτε επειδή δεν ήταν σωστός, είτε διότι ήθελε να πάρει γαλόνια…»[64].

Σύμφωνα με τον τοπικό τύπο οι στρατοδίκες εκτελούσαν τα καθήκοντά τους « αόκνως και νυχθημερόν εργαζόμενοι με υπομονήν και άφθαστον ευσυνειδησία, ακούραστοι πραγματικοί εθναπόστολοι και ο συνταγματάρχης πρόεδρος του δικαστηρίου μη δικαστικός αλλά έμπειρος όσο ολίγοι εις την επιστήμην της Θέμιδος και αψόγου χαρακτήρα επωμίσθησαν το βαρύ έργο της σταθεροποιήσεως της νίκης του μαχόμενου στρατού επιτελούντες τα καθήκοντά τους ως άλλοι Ηρακλείς»[65]. Από ότι φαίνεται ωστόσο το έργο τους δεχόταν επικρίσεις καθώς « αδίκως άνθρωποι επιβουλευόμενοι τα ελληνικά συμφέροντα άρχισαν να βάλλουν κατά της στρατιωτικής δικαι-

οσύνης ως αποτελούσης τυφλόν όργανον μιας μοναρχοφασιστικής κλίκας. Και έψαλλαν τον αναβαλλόμενον κατά των ακέραιων και άσπιλων μαχητών οιτινες ήταν τεταγμένοι να απονέμουν την δικαιοσύνην της αγωνιζομένης πατρίδας και του θυσιαζόμενου λαού»[66].

Διαβόητη έμεινε η αυστηρότητα και η ευκολία με την οποία ο πρόεδρος του στρατοδικείου Γεώργιος Γιαννόπουλος καταδίκαζε σε θάνατο.

Παρόλο που ο τοπικός τύπος πολλές φορές εξήρε την « τακτική τελειότητα και την σπάνια δικανική δεξιοτεχνία με την οποίαν ο πρόεδρος συνταγματάρχης Γιαννόπουλος διευθύνει τις δίκες» και τον ονόμασε « ασπίδα του έθνους, ενσάρκωση της νεμέσεως, του κολασμού και της θείας δικαιοσύνης όμως ποτέ της εκδικήσεως» [67], εξαιτίας της δηκτικότητας των λόγων του και της παντελούς έλλειψης επιείκειας προς τους κατηγορουμένους του έμεινε στη λαική συνείδηση με το σκωπτικό προσωνύμιο «Κινίνος», από το εξαιρετικά πικρό φάρμακο της ελονοσίας.

Τα παρατσούκλια αποτελούσαν μια μορφή αντίστασης απέναντι σε μια εξουσία την οποία οι άνθρωποι αδυνατούσαν να αντιπαλέψουν. Στις εξορίες και στις φυλακές παρείχαν μια διέξοδο στους κρατούμενους για να εκφράσουν την αντίθεσή τους απέναντι σε μια αρχή που τους υπερέβαινε. Το προσωνύμιο «Κινίνος» είναι κοινός τόπος τόσο στις προφορικές μαρτυρίες και αφηγήσεις όσων γλίτωσαν την εκτέλεση όσο και στη συλλογική μνήμη της περιόδου στην πόλη της Λαμίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο μεγάλος αριθμός των εκτελέσεων στη Λαμία αποδόθηκε στη δική του δράση και όχι στις πολιτικές ή στρατιωτικές συγκυρίες. «Ο δικαστής είτε είχες είτε δεν είχες κατηγορία σε έστελνε στο εκτελεστικό. Το όνομά του λεγότανε Γιαννόπουλος – δεν είμαι και τόσο σίγουρη. Εκεί τον λέγανε « Κινίνο» από τις εκτελέσεις που έκανε»[68] ή «Γιατί τα στρατοδικεία «δούλευαν» ασταμάτητα μέρα – νύχτα με εντονότατο ρυθμό, ο πρόεδρος του ο διαβόητος Κινίνος δεν ήξερε άλλη λέξη από το εις θάνατον»[69]

Αξίζει να αναφερθεί ότι σε δύο μεγάλου ενδιαφέροντος για την πόλη της Λάμιας δίκες ο πρόεδρος του Στρατοδικείου επέβαλε κατά πολύ αυστηρότερες ποινές από τις προτάσεις του Βασιλικού Επιτρόπου. Μη διασταυρωμένες πληροφορίες ανέφεραν ότι η αυστηρότητά του οφείλονταν σε δυσάρεστη προσωπική του εμπειρία κατά τη διάρκεια της Κατοχής[70].

Οι μάρτυρες

Με βάση τον αριθμό των αποφάσεων του Έκτακτου Στρατοδικείου Λαμίας που εξετάστηκαν[71] συνάγεται ότι οι μάρτυρες κατηγορίας είχαν κοινό τόπο καταγωγής ή κατοικίας με τους κατηγορούμενους καθώς έπρεπε να είναι σε θέση να υποστηρίξουν τις κατηγορίες για λεηλασίες, αρπαγές και άλλες αξιόποινες πράξεις, τη συμμετοχή των κατηγορουμένων στην αυτοάμυνα του χωριού ή σε ένοπλη ομάδα με σκοπό την προσβολή των αρχών. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει το κοινωνικό βάθος της εμφύλιας διαμάχης η οποία διαίρεσε τις τοπικές κοινότητες και οδήγησε στην αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού[72]. Για πολλούς η παραπομπή των συχωριανών τους στο Στρατοδικείο και η πιθανότητα μακροχρόνιας καταδίκης ή ακόμα και αφαίρεσης της ζωής τους αποτελούσε μια ευκαιρία για ξεκαθάρισμα προσωπικών και συχνότερα οικονομικών διαφορών οι οποίες ανάγονταν στην περίοδο της Κατοχής ή και παλαιότερα. Συχνά ως μάρτυρες κατηγορίας καλούνταν ο πρόεδρος του χωριού

ή μέλη της οργάνωσης εθνικοφρόνων. Αυτοί οι ίδιοι μάρτυρες κατηγορίας παρουσιάζονταν στις περισσότερες από τις δίκες που αφορούσαν συγχωριανούς τους. Στην περίπτωση των μελών πολιτικών οργανώσεων που κατηγορούνταν ως ηθικοί αυτουργοί και στρατολόγοι, μάρτυρες ήταν χωροφύλακες και γνωστά μέλη της οργάνωσης Χ[73].

Οι μάρτυρες υπεράσπισης, αν και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπήρχαν, ήταν πολύ λιγότεροι σε αριθμό. Αν ωστόσο στη σπάνια περίπτωση που υπήρχαν μάρτυρες υπεράσπισης, εμφανίζονταν κάποιο πρόσωπο αδιαμφισβήτητων «εθνικών φρονημάτων» τότε οι κατηγορούμενοι είχαν περισσότερες πιθανότητες να κριθούν με επιείκεια. Εξαίρεση αποτελεί η δίκη των 35 κατηγορουμένων στην υπόθεση Γ. όπου παρουσιάστηκαν 44 μάρτυρες υπεράσπισης, καθώς οι κατηγορούμενοι ήταν γνωστά μέλη της κοινωνίας της Λαμίας.

Συχνό ήταν το φαινόμενο της ψευδορκίας. Η Σταματία Μπαρμπάτση στην αφήγησή της αναφέρει την περίπτωση του προέδρου του χωριού της που καταδικάστηκε για ψευδορκία και παράνομο χρηματισμό. «Εκείνο που μας γλίτωσε εμάς ήταν οι μάρτυρες που είχαν έρθει στη δίκη. Προδοθήκανε μόνοι του που λέγανε ψέματα για όποιον πιάνονταν και όταν γινότανε η δίκη τα αναιρούσανε γιατί παίρνανε λεφτά από τους δικούς μας. Εγώ όπως έφυγα από το χωριό μου, εκείνα τα βουνά του χωριού μου τα πάτησα ξανά όταν βγήκα από τη φυλακή και αυτοί λέγανε ότι πήγα και επιστράτευσα στο χωριό μου. Αυτά μπερδέψανε, ανακατωθήκανε, πιάσανε τον

πρόεδρο του χωριού που είχε φάει 20.000.000 από το χωριό, τον κουρέψανε και τον φέρανε στη φυλακή. Πέφτει το κατηγορητήριο»[74]. Σε άλλη μια περίπτωση αναφέρθηκε ψευδομάρτυρας στο Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας τον Αύγουστο 1948 ο οποίος όμως δεν καταδικάστηκε[75]. Στα μέσα Νοεμβρίου ωστόσο υπάρχει καταδίκη ψευδομάρτυρα σε έξι μήνες φυλάκιση «διότι εξεταζόμενος ως μάρτυς κατηγορίας εις κατά του Σ. Α. δίκην ανήρεσε άρδην την γραπτήν κατάθεσίν του»[76].

Οι διαδικαστικές εγγυήσεις δεν τηρούνταν σε όλες τις περιπτώσεις.

Στη δικάσιμο της 7ης Αυγούστου 1948 υπήρχαν τρεις μάρτυρες κατηγορίας κανείς από τους οποίους δεν παρέστη στο δικαστήριο. Εντούτοις ο Βασιλικός Επίτροπος θεώρησε ότι η απουσία τους δεν εμπόδιζε την πρόοδο της δικαστικής διαδικασίας[77]. Ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε παμψηφεί σε θάνατο και εκτελέστηκε στις 24 Αυγούστου. Στη δικάσιμο της 21ης Αυγούστου 1948 από τους είκοσι ένα μάρτυρες κατηγορίας παρέστη ο ένας και παρά την αίτηση της υπεράσπισης για αναβολή, η

δίκη συνεχίστηκε με αποτέλεσμα την καταδίκη τεσσάρων από τους κατηγορουμένους παμψηφεί σε θάνατο και την εκτέλεσή τους λίγες ημέρες αργότερα[78].

Το παραδικαστικό κύκλωμα

Πολύ σημαντικός ήταν ο χρόνος της εκδίκασης της υπόθεσης. Από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι οι περισσότερες υποθέσεις που αφορούσαν συλληφθέντες αντάρτες του ΔΣΕ εκδικάστηκαν λίγες ημέρες μετά από τη σύλληψή τους. Το ίδιο συνέβαινε και με τους χαρακτηριζόμενους ως αυτοαμυνίτες. Στην υπόθεση των μελών της κομματικής οργάνωσης Καρδίτσας (Απρίλιος 1947) και της κομμουνιστικής οργάνωσης Λαμίας (υπόθεση Γ. – Απρίλιος 1948) ο χρόνος ανάμεσα στη σύλληψη και στην παραπομπή στο Στρατοδικείο ήταν περισσότερος, προφανώς για να αποσπαστούν ομολογίες και να ασκηθεί πίεση στους κατηγορουμένους να αποκηρύξουν τις «επιλήψιμες ιδέες». Στην περίπτωση του Κ.Γ., σημαντικού στελέχους της κομματικής οργάνωσης Λαμίας μεσολάβησαν δύο χρόνια μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Συνελήφθη την 1η Αυγούστου 1946 και η υπόθεσή του εκδικάστηκε στις 25 Αυγούστου 1948 ενώ εκτελέστηκε ως καθοδηγητής του ΚΚΕ Στερεάς Ελλάδας λίγες ημέρες αργότερα στις 16 Σεπτεμβρίου 1948[79]. Το ίδιο συνέβη και με την υπόθεση του Ν. Α., στελέχους της κομματικής οργάνωσης Στυλίδας, ο οποίος αν και ήταν προφυλακισμένος από τις 20 Ιουλίου 1946, η υπόθεσή του εκδικάστηκε στις 22 Οκτωβρίου 1948. Καταδικάστηκε παμψηφεί σε θάνατο και εκτελέστηκε στις 4 Νοεμβρίου 1948. Ενδεχόμενα ο χρόνος εκδίκασης της υπόθεσης σχετίζεται με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή. Από τη στιγμή που εκδικαζόταν η υπόθεση και επιβάλονταν η θανατική ποινή, τότε εκτελούνταν στις συντομότερες ημερομηνίες που προέβλεπε ο νόμος.

Ο χρηματισμός των κατάλληλων ανθρώπων σε υπηρεσίες, υπουργεία ή ακόμα και των ίδιων των δικαστών δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο. Ένας αριθμός από λίρες στον κατάλληλο άνθρωπο μπορούσε να εξασφαλίσει από αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, αποφυγή της θανατικής καταδίκης ή ακόμα και απονομή χάριτος. Μαρτυρίες αναφέρουν ακόμα περιπτώσεις εκβιασμών με οικονομικά ή προσωπικά ανταλλάγματα προκειμένου να μην παραπεμφθεί κάποιος στο Στρατοδικείο[80].

Πολύ σημαντικό για τη σωτηρία των κατηγορουμένων ήταν να καθυστερήσει η εκδίκαση της υπόθεσης. Αν ο κατηγορούμενος διέθετε χρηματικά ποσά σε λίρες ή είχε σημαντικές γνωριμίες, μπορούσε κατά την έκφραση της εποχής «να ρίξει τη δίκη πίσω» και να δικαστεί σε ευνοϊκότερη συγκυρία. Αυτό συνέβη για παράδειγμα στην περίπτωση της Μαρίας Κ., η οποία αν και ήταν υπόδικη στο στρατόπεδο Λαμίας από τις αρχές του 1949, χάρη στη μεσολάβηση της αδελφής της σε ισχυρά πρόσωπα, η υπόθεσή της εκδικάστηκε μετά το τέλος των στρατιωτικών επιχειρήσεων τον Οκτώβριο 1949 όταν είχαν πλέον σταματήσει οι εκτελέσεις. Η ίδια περιγράφει παραστατικά την τακτική αυτή: «απάνω στο φούντωμα της πυρκαγιάς κοίτα να περιορίσεις όσο γίνεται τις φλόγες κι αργότερα προσπάθησε να τις σβήσεις. Ήταν η συνήθης τακτική τότε. Το να ρίξεις πίσω τη δίκη μπορεί να ήταν ένας τρόπος να αναβάλεις τη δοκιμασία αλλά ήταν και μια συνεχής αγωνία για το τι σε περιμένει»[81].

Σε άλλη μαρτυρία ωστόσο αναφέρεται περίπτωση που αν και η μελλοθάνατη κατάφερε με τη μεσολάβηση της οικογένειάς της να πάρει αναστολή τελικά εκτελέστηκε. Η μαρτυρία τελειώνει με τη διαπίστωση «όση δύναμη και να είχες δε γλίτωνες»[82]. Η καθυστερημένη ανακοίνωση της αναστολής της ποινής με αποτέλεσμα την εκτέλεση των καταδικασμένων σε θάνατο αναφέρεται και σε άλλες περιπτώσεις[83].

Στον αθηναικό τύπο συχνά δημοσιεύονταν εκκλήσεις συγγενών των καταδικασθέντων σε θάνατο που ζητούσαν την αναστολή των εκτελέσεων. Βασικό επιχείρημα στις εκκλήσεις αυτές ήταν η ύπαρξη άλλου συγγενικού προσώπου που υπηρετούσε στον κυβερνητικό στρατό[84]. Σε άλλες περιπτώσεις τονίζονταν η «ειλικρινής μεταμέλεια» των καταδικασθέντων[85] ή ότι είχαν ήδη εκτελεστεί μέλη από την ίδια οικογένεια[86]. Στον τοπικό τύπο ωστόσο δεν καταχωρήθηκαν παρόμοιες εκκλήσεις.

Σε κάποιες περιπτώσεις μέσω του τύπου γινόταν ένα είδος διαλόγου ανάμεσα στους συγγενείς των καταδικασμένων σε θάνατο, την κοινή γνώμη και τη Στρατιωτική Διοίκηση της περιοχής στην οποία ενέπιπτε το Στρατοδικείο. Τέτοια ήταν η περίπτωση της Μ.Κ, η οποία είχε συλληφθεί κατά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του στρατού στην Πελασγία της Ανατολικής Φθιώτιδας. Η μητέρα της έστειλε επιστολή σε απογευματινή εφημερίδα των Αθηνών ζητώντας να μην εκτελεστεί η θανατική ποινή

της κόρης της καθώς, όπως υποστήριξε, είχε στρατολογηθεί βιάιως[87].

Τους ισχυρισμούς αντέκρουσε με ανακοίνωσή της η Ι Μεραρχία, υποστηρίζοντας ότι η Μ.Κ είχε προσχωρήσει οικιοθελώς στο ΔΣΕ στην Αγία Τριάδα Ευρυτανίας[88]. Τελικά η Μ.Κ εκτελέστηκε στις 16 Απριλίου 1948.

Σκάνδαλο αποτέλεσε για το Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας η αποφυλάκιση ύστερα από διάταγμα και γνωμάτευση Επιτρόπου γνωστών αδελφών αλευροβιομηχάνων οι οποίοι είχαν παραπεμφθεί και καταδικαστεί τον Οκτώβριο 1947 για αποστολή αλωνιστικής μηχανής σε ανταρτοκρατούμενη περιοχή[89]. Οι κατηγορούμενοι είχαν καταδικαστεί σε πρόσκαιρα δεσμά 17 και 13 χρόνων ωστόσο το Μάιο 1948, μόλις μετά από έξι μήνες φυλάκισης αποφυλακίστηκαν. Ο Μέραρχος Πεντζόπουλος αντέδρασε με οργισμένο τηλεγράφημα χαρακτηρίζοντας την απόφαση σκανδαλώδη

και οφειλόμενη σε πολιτική παρέμβαση, γεγονός πρωτοφανές για το Στρατοδικείο Λαμίας «που προκαλεί αλγεινή εντύπωση σε όλη την περιφέρειαν Φθιώτιδος τραυματίζουσα καιρίως το αίσθημα δικαιοσύνης και διατηρεί τον λαόν εν αγανακτήσει, ιδίως τις φτωχές τάξεις των εθνικοφρόνων». Ο Πεντζόπουλος υπαναχώρησε ύστερα από προειδοποιήσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης για επιβολή κυρώσεων[90]. Λίγες ημέρες αργότερα ο βουλευτής Φθιωτιδοφωκίδας Χρ. Παναγιούλας τοποθετούμενος επί του θέματος υπερασπίστηκε τον Μέραρχο δηλώνοντας «ότι το Υπουργείο επικαλείτο άνευ σημασίας τυπικών διατυπώσεων ενώ δεν υπάρχει λόγος δικαιολογούντος τούτην την στιγμήν μάλιστα που

δια την σωτηρίαν της κινδυνευούσης πατρίδος καλούμεν τον λαόν εις εθνικόν συναγερμόν και ιδρύομεν θεσπίζοντες Στρατοδικεία και θανατικαί ποιναί με τα διάφορα ψηφίσματα ίνα με το άλλο να τα ξεσκίζουμε»[91]. Αν και το Υπουργείο Δικαιοσύνης δήλωσε ότι τηρήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες για την απονομή χάριτος[92], αναμφίβολα το πολιτικό μέσο που χρησιμοποίησαν οι αδελφοί Κ. ήταν πολύ ισχυρό. Τελικά οι αλευροβιομήχανοι ένα μήνα μετά την αποφυλάκισή τους εκτοπίστηκαν για ένα εξάμηνο ύστερα από

απόφαση της Επιτροπής Δημόσιας Ασφάλειας Λαμίας[93].

Και σε άλλη περίπτωση αναφέρθηκε πολιτική παρέμβαση βουλευτών προκειμένου να μην εκτελεστεί η θανατική ποινή που επιβλήθηκε στον μόνιμο αξιωματικό Ι. Χατζημιχελάκη. Κατόπιν ενεργειών Κρητών βουλευτών η Διεύθυνση της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης του Υπουργείου Στρατιωτικών απέστειλε έγγραφο προς τον ασκούντα την ποινική αγωγή στο νομό Φθιωτιδοφωκίδας υποστράτηγο κ. Γούλα ζητώντας την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής και την διαβίβαση αίτησης χάριτος στο Συμβούλιο Χαρίτων. Ο τοπικός τύπος θεώρησε απαράδεκτο και αποκαρδιωτικό το γεγονός να σωθεί ο καταδικασμένος σε θάνατο επειδή «οι Κρήτες βουλευτές γνωρίζουν να εκβιάζουν τας καταστάσεις όταν πρόκειται να υπερασπίσουν τους εγκληματίας συμπατριώτας τους απλώς και μόνο διατί τα πράγματα έφεραν τον Σοφοκλήν Βενιζέλον εις την κυβέρνησην»[94]. Και σε άλλη περίπτωση στηλιτεύθηκαν οι ενέργειες δικηγόρων από την Αθήνα και αξιωματικών οι οποίοι «κινούν πάντα λίθον» για να ελευθερώσουν συγγενείς τους που κρατούνται[95].

Διάχυτη είναι η πεποίθηση στις μαρτυρίες ότι ο εκάστοτε Στρατιωτικός Διοικητής της περιοχής έπαιζε σημαντικό ρόλο στην αυστηρότητα ή στην επιείκεια του Στρατοδικείου. Πράγματι, ο Στρατιωτικός Διοικητής της περιοχής δικαιοδοσίας του Έκτακτου Στρατοδικείου είχε, σύμφωνα με τα ισχύοντα βάσει του Γ Ψηφίσματος άρθρα της Στρατιωτικής Ποινικής Νομοθεσίας, το δικαίωμα να αναστείλει την εκτέλεση κάθε καταδικαστικής απόφασης[96]. Ύστερα από την κατάληψη και κατοχή του Καρπενησίου από τους αντάρτες τον Ιανουάριο 1949 ο Στρατιωτικός Διοικητής Λαμίας, Κετσέας απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του και ως αποτέλεσμα μετριάστηκαν οι εκτελέσεις στη Λαμία. Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία επί των ημερών του «έπηξε από τάφους το νεκροταφείο. Όχι μόνοι οι συλλαμβανόμενοι αντάρτες αλλά ούτε οι δύστυχοι χωρικοί των ορεινών έβρισκαν τον παραμικρό οίκτο ή κατανόηση. Εφόσον είχαν συλληφθεί στα χωριά τους ή αντάρτες έπρεπε να είναι ή αυτοαμυνίτες. Και οι περισσότεροι αντιμετώπιζαν το εκτελεστικό απόσπασμα. Αμέτρητοι σταυροί στήθηκαν στο νεκροταφείο Λαμίας»[97]. Στην Ανώτατη Στερεά Διοίκηση Στερεάς Ελλάδας (ΑΣΔΣΕ) τον αντικατέστησε ο υποστράτηγος και τότε βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας και Ευρυτανίας Παυσανίας Κατσώτας. Κατά τη διάρκεια της θητείας του δεν εκτελέστηκε καμία θανατική ποινή από τα Στρατοδικεία Λαμίας, Θηβών και Μεσολογγίου που ενέπιπταν στην δικαιοδοσία του[98]. Αντίθετα στο στρατοδικείο Λάρισας συνεχίστηκαν οι εκτελέσεις στο Μεζούρλο, γεγονός που αποδίδεται στην αυστηρότητα του μεράρχου Πετζόπουλου[99]. Σχετικά με την παρέμβαση της στρατιωτικής ηγεσίας στη διακοπή των εκτελέσεων στη Λαμία ενδιαφέρουσα είναι η προφορική μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα που υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στο Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας ως φρουρός στη δικαστική αίθουσα. «Έρχονταν ο αρχιστράτηγος ο Παπάγος με το καράβι στη Στυλίδα και έρχονταν προς τη Λαμία. Απ’ τη Λαμία πήγαιναν να εκτελέσουνε στην Ξηριώτισσα. Συναντιώνται και ρωτάει. Τι είναι αυτό; Εκτελεστικό απόσπασμα. Στοπ. Από κει σταμάτησαν οι εκτελέσεις»[100].

Δεν έλειψαν οι περιπτώσεις που η στρατιωτική ηγεσία πίεζε για αυστηρότερη εφαρμογή της νομοθεσίας και περισσότερες θανατικές καταδίκες. Στην παραπομπή των μη ομόφωνων αποφάσεων στο Συμβούλιο Χαρίτων αντέδρασαν υψηλόβαθμα στελέχη του στρατεύματος ανάμεσά τους και ο Αρχηγός ΓΕΣ Αντιστράτηγος Δ. Γιατζής οι οποίοι θεωρούσαν ότι η αναβολή των εκτελέσεων είχε δυσμενή επίδραση στο μαχόμενο στρατό, ο οποίος εξαιτίας αυτού του μέτρου εμφάνιζε σημάδια κάμψης του ηθικού του και κλονισμού της εμπιστοσύνης στην ηγεσία του. Συνακόλουθα

ζήτησαν να εφαρμόζονται πιστά οι διατάξεις του Γ Ψηφίσματος χωρίς καμία δέσμευση[101]. Σε άλλο έγγραφο της Διεύθυνσης Τύπου του ΓΕΣ με θέμα «την συμπεριφορά προς τους παραδιδόμενους συμμορίτες» επισημαίνονταν ότι έπρεπε να γίνεται ταχεία παραπομπή σε δίκη εκείνων από τους συλληφθέντες οι οποίοι έπρεπε να δώσουν λόγο ενώπιον της δικαιοσύνης ενώ απαγορεύονταν «η γνωστοποίησις των καταδικαστικών αποφάσεων των Στρατοδικείων και ιδία ως προς συλληφθέντα σημαίνοντα στελέχη, καθ’ όσον τούτου γίνεται ευρεία εκμετάλλευσις υπό της κομμουνιστικής προπαγάνδας προς αναστολής της τάσεως παραδόσεως στελεχών. Οίκοθε νοείται προ πάσης εκτελέσεως σημαίνοντος στελέχους των κομμουνιστοσυμμοριτών κατόπιν αποφάσεως στρατοδικείου επιβάλλεται η από πάσης απόψεως εκμετάλλευσις τούτου (Ομιλίαι από Ραδιοφώνου, σύνταξις προκηρύξεων προς συντρόφους των κλπ) αναστελλομένης εν ανάγκη της εκτελέσεως επί τι χρονικόν διάστημα»[102].

Το πιθανότερο ωστόσο είναι ότι ο όγκος των εκτελέσεων και τελικά η διακοπή τους οφείλεται πολύ περισσότερο στην πολιτική και στρατιωτική συγκυρία, στην προκειμένη περίπτωση στο τέλος των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην περιοχή, και λιγότερο στο βαθμό παρέμβασης της εκάστοτε στρατιωτικής διοίκησης. Οι τελευταίες εκτελέσεις πραγματοποιήθηκαν στη Λαμία στις 15 Φεβρουαρίου 1949 μετά από την ανακατάληψη του Καρπενησίου από τον κυβερνητικό στρατό, γεγονός που σήμαινε την οριστική επικράτησή του στην περιοχή της Στερεάς Ελλάδας. Οι εκτελέσεις με βάση το Γ Ψήφισμα ανεστάλησαν πανελλαδικά στις 30 Σεπτεμβρίου 1949, όταν πλέον είχε κριθεί οριστικά η στρατιωτική αναμέτρηση[103].

Με τον Ν 2058/ 18 Απριλίου 1952 όλες θανατικές καταδίκες οι οποίες είχαν επιβληθεί έως 31 Οκτωβρίου 1951 μετατράπηκαν αυτοδίκαια σε ποινή ισόβιας κάθειρξης[104].

Εκτός από την ατομικές ενέργειες για τη σωτηρία των καταδικασμένων σε θάνατο σημαντική δράση στον τομέα της διακδίκησης της γενικής αμνηστίας από την κυβέρνηση και της βελτίωσης των συνθηκών κράτησης των πολιτικών κρατουμένων ανέπτυξε από το 1948 έως το 1954 η ΠΕΟΠΕΦ (Πανελλήνια Ένωση Οικογενειών Πολιτικών Εξόριστων – Φυλακισμένων). Το έργο της ΠΕΟΠΕΦ, που συγκροτούνταν από γυναίκες συγγενείς, μητέρες και αδελφές πολιτικών κρατουμένων, ήταν πραγματικά εντυπωσιακό. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα τρόμου, αψηφώντας τους

κινδύνους και τις απειλές η ΠΕΟΠΕΦ έστειλε εκατοντάδες υπομνήματα, εκκλήσεις και καταγγελίες σε διεθνείς οργανισμούς, σε ξένες πρεσβείες και σε πολιτικά κόμματα ζητώντας την κατάργηση της θανατικής ποινής, την χορήγηση γενικής αμνηστίας, την κατάργηση των στρατοπέδων της Γυάρου και της Μακρονήσου, την βελτίωση των συνθηκών ζωής των κρατουμένων. Για τη δράση της αυτή η ΠΕΟΠΕΦ πέρασε από δίκη το 1952 και διέτρεξε τον κίνδυνο να τεθεί εκτός νόμου γιατί παρέκκλινε των επιδιώξεών της. Τελικά κατάφερε να συνεχίσει τη δράση της έως το 1954[105].

Δεν έχει διαπιστωθεί στην περίπτωση του Έκτακτου Στρατοδικείου Λαμίας συγκροτημένη δράση της ΠΕΟΠΕΦ. Σε μια μόνο δίκη αναφέρεται η παρουσία μαυροφορεμένων γυναικών που είχαν συγκεντρωθεί έξω από το Δικαστικό Μέγαρο της Λαμίας διαμαρτυρόμενες για τις επιβαλλόμενες θανατικές καταδίκες. Ο τοπικός τύπος έσπευσε να στηλιτεύσει «τις ασχήμιες που θύμιζαν την εποχή της εαμοκρατίας» και χαρακτήρισε τις συγκεντρωμένες «θρηνούσαι μαινάδες»[106].

Και στο εξωτερικό σχηματίστηκαν οργανώσεις αλληλεγγύης για τους πολιτικούς κρατούμενους οι οποίες ανέλαβαν σημαντική δράση για την αναστολή των εκτελέσεων. Η πιο δραστήρια από τις οργανώσεις αυτές ήταν «Ένωση για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα» (League for Democracy in Greece) που είχε έδρα στο Λονδίνο και δραστηριοποιούνταν από τις 25 Οκτωβρίου 1945. Ένας από τους στόχους της ήταν η παροχή γενικής αμνηστίας σε όλους τους Έλληνες που βρίσκονταν στην φυλακή για πολιτικούς λόγους[107]. Άλλες τέτοιες οργανώσεις ήταν

η Ελβετική Επιτροπή Βοήθειας προς τη Δημοκρατική Ελλάδα με έδρα τη Γενεύη, η Σουηδική Επιτροπή Βοήθειας προς τη Δημοκρατική Ελλάδα με έδρα τη Στοκχόλμη[108] και η Γαλλική Επιτροπή Βοήθειας με έδρα το Παρίσι[109]. Οι οργανώσεις αυτές ανέλαβαν σημαντικό έργο σε ζητήματα που αφορούσαν τους πολιτικούς κρατούμενους. Πίεζαν τις κυβερνήσεις τους να αναλάβουν δράση σχετικά με τους πολιτικούς κρατούμενους και την κατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα ενώ διεξήγαγαν ενημερωτικές εκστρατείες για την πληροφόρηση της διεθνούς κοινής

γνώμης.

Συνέχεια εδώ: http://www.scribd.com/doc/35776682/,

σελίδες 533-583



[1] Γεννήθηκε στη Λαμία όπου ολοκλήρωσε και τις εγκύκλιες σπουδές της. Φοίτησε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο Karl-Frazens Universitat Graz. Έλαβε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών (Master of Arts) από το University of Essex της Μ. Βρετανίας με ειδίκευση στην συγκριτική και προφορική ιστορία. Είναι διορισμένη εκπαιδευτικός στη Μέση Εκπαίδευση και παράλληλα εκπονεί τη διδακτορική της διατριβή στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του

Παντείου Πανεπιστημίου με θέμα «Ο εμφύλιος πόλεμος από την οπτική μιας επαρχιακής πόλης: Λαμία 1946-1949».

Έχει συμμετέχει με ανακοινώσεις σε επιστημονικά συνέδρια για τη δεκαετία 1940-1950. Είναι ιδρυτικό μέλος του Δικτύου για τη Μελέτη των Εμφυλίων Πολέμων, επιστημονικός συνεργάτης του Μουσείου Εθνικής Αντίστασης 1941-1945 Θερίσου Κρήτης και μέλος του Διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων (ΕΔΙΑ).

Έχει δημοσιεύσει άρθρα για την περίοδο 1940-1950 σε συλλογικούς τόμους και επιστημονικά περιοδικά ενώ διατέλεσε επιστημονικός συνεργάτης των εβδομαδιαίων εφημερίδων Πολεμικός Τύπος και ΕμφύλιοςΤύπος.

[2] Ένας ενδιαφέρον διάλογος …, σελίδες 730-736

Xρίστος Γαλάνης: Ο κ. Μπράνης έχει τον λόγο.

Δημήτρης Μπράνης: Ερώτημα προς την κα Λάζου, διπλό ερώτημα.

Από την έρευνα που έκανε, τι διαπίστωσε; Η πολιτική δικαιοσύνη της δεκαετίας του 1940, έκανε απονομή δικαίου, ή δίκαζε αδίκως; Και δεύτερον, θεωρείτε ότι τα ψηφίσματα, βάσει των οποίων δίκαζε, ήταν άδικα, ή έφταιγαν οι ψευδομάρτυρες;

Και ένα ερώτημα προς τον κ. Λέλη. Αν ξέρει να μας πει αν οι ίδιοι αγωνιστές, αυτοί οι άρπαγες, ή άλλοι αγωνιστές, έκαναν τέτοιες πράξεις πλιάτσικου και σε άλλα μέρη της Ελλάδος. Γιατί τις έκαναν; Πείναγαν, δεν είχαν να φάνε; Γιατί κάνανε πλιάτσικο;

Και αν ξέρει, θέλω να μου πει, πότε συντάχτηκε αυτός ο κώδικας που είδαμε στην οθόνη και από ποιους; Ευχαριστώ.

Xρίστος Γαλάνης: Ο κ. Πανταζής, για να τελειώσουμε με τις ερωτή-

σεις και τοποθετήσεις και στη συνέχεια να δοθούν οι απαντήσεις.

Παναγιώτης Πανταζής: Θα μιλήσω γι’ αυτά τα οποία είπε η κα Λάζου. Βέβαια θα μιλήσω κι εγώ ελεύθερα, όπως μίλησε και αυτή ελεύθερα.

Το ΚΚΕ επεδίωκε την βίαιη μεταβολή του ισχύοντος πολιτεύματος, με την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου και κατ’ επέκταση του σταλινισμου, δεδομένου ότι την εποχή εκείνη στην Σοβιετική Ένωση υπήρχε ο σταλινισμός και όλη η ηγεσία του ΚΚΕ ήταν διορισμένη από την Γ’ Διεθνή. Τούτο, σύμφωνα με τον νόμο, αποτελεί το κακούργημα της εσχάτης προδοσίας, και τιμωρείται με θάνατο. Ο νόμος είναι το άρ. 123, παρ. 2, του ποινικού νόμου.

Επίσης, το ΚΚΕ επεδίωκε την απόσπαση της Μακεδονίας, για την ίδρυση ανεξαρτήτου μακεδονικού κράτους, το οποίο θα εντάσσονταν στην Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία, η οποία θα ετίθετο υπό την διοίκηση της Σοβιετικής Ένωσης. Αργότερα βέβαια, αυτό το κράτος επρόκειτο να ενσωματωθεί στην Γιουγκοσλαβία. Προηγήθηκε η αναγνώριση της ελληνικής μακεδονικής μειονότητας.

Ακόμα, αναγνώρισε και θρακική μειονότητα και αγωνιζόταν με φανατισμό για την παραχώρηση της Θράκης στην Βουλγαρία. Αυτά είναι αναμφισβήτητα ιστορικά δεδομένα. Τα ανωτέρω συνιστούν το κακούργημα της προδοσίας, σύμφωνα με το νόμο τιμωρείται με θάνατο. Ο νόμος είναι άρ. 123, παρ. 4 του ποινικού νόμου και άρ. 138 παρ. 1 του ποινικού κώδικα.

Η επίθεση των ανταρτών κατά του Λιτοχώρου, έγινε στις 30/5/1946.

Το Γ’ ψήφισμα, με βάση το οποίο συγκροτήθηκαν τα έκτακτα τοπικά στρατοδικεία, ψηφίστηκε στις 18/6/1946, ήτοι μετά την επίθεση εναντίον του Λιτοχώρου. Εκλογές έγιναν στις 31/5/1946, όλοι οι νόμοι συνεπώς ψηφίστηκαν μετά την επίθεση κατά του Λιτοχώρου.

Οι νόμοι ψηφίστηκαν από την νόμιμη κυβέρνηση, η οποία προέκυψε από τις εκλογές του 1946, στις οποίες δεν συμμετείχε το ΚΚΕ.

Συμφωνία ή ένωση με άλλους, για διάπραξη των προηγουμένων κακουργημάτων, συνιστούν κατά τον νόμο το έγκλημα της συμμορίας και ο νόμος είναι άρ. 57 ποινικού νόμου και άρ., 187 παρ. 1 του ποινικού κώδικα.

Άρα, ο λεγόμενος Δημοκρατικός Στρατός, τον οποίο μας ανέφερε η κα Λάζου, δεν ήταν στρατός, αλλά συμμορία, σύμφωνα με τον νόμο, ο νόμος το λέει. Εξ άλλου, δεν ήταν και δημοκρατικός. Γιατί δεν επεδίωκε…

Παρεμβάσεις εκτός μικροφώνου

Xρίστος Γαλάνης: Συγνώμη, …

Παναγιώτης Πανταζής: … Σ’ αυτά που είπε η κα Λάζου. Αν έχω το

δικαίωμα να μιλήσω, έχει καλώς, ειδ’ άλλως, κατεβαίνω.

Παρεμβάσεις εκτός μικροφώνου

Ομιλητής: Μιλώ ως κομμουνιστής και αφήνω τον κύριο να πει ελεύθερα τις ιδέες του, για να αποδείξουμε στην πράξη … Αν ο κύριος προκαλεί …

Xρίστος Γαλάνης: Συγνώμη λίγο, συγνώμη λίγο, κυρία μου. Ο κ.

Πανταζής έθεσε ορισμένα ερωτήματα. Νομίζω …

Παναγιώτης Πανταζής: Εγώ περιμένω την απόφαση. Αν το Προεδρείο πει ότι δεν πρέπει να μιλήσω, θα κατέβω κάτω.

Xρίστος Γαλάνης: Κύριε Πανταζή, να θέσετε συγκεκριμένες ερωτήσεις, μία, δύο …μία ερώτηση και να τελειώσετε.

Παναγιώτης Πανταζής: Από τον λεγόμενο Δημοκρατικό Στρατό, ο

Εύηνος είχε τις ακόλουθες απώλειες. Αξιωματικοί …

Παρεμβάσεις εκτός μικροφώνου

Xρίστος Γαλάνης: Μην κάνετε διάλογο, ένα λεπτό, να τελειώσει το

ερώτημά του.

Παρεμβάσεις εκτός μικροφώνου

Xρίστος Γαλάνης: Συγνώμη κύριέ μου…

Αλλαγή κασέτας από Κ12Β σε Κ13Α – Μικρό κενό

Ταυτόχρονες συγκεχυμένες συζητήσεις

Αυτό κύριε Πανταζή.... Ό,τι θέλετε μπορείτε να το συζητήσετε κατ’ ιδίαν και επί προσωπικού. Εδώ... Συγγνώμη, κύριέ μου μη μιλάτε. Το συνέδριο συνεχίζεται και ο στόχος της οργανωτικής επιτροπής και του συνεδρίου είναι να ακούγονται ελεύθερα όλες οι απόψεις, ως εισηγήσεις, και βέβαια να γίνεται και διάλογος μέσα στο κλίμα του συνεδρίου. Συγγνώμην! Ο κύριος ήταν εισηγητής χτες...

Αυτά είναι γνωστά. Συγγνώμην. Δεν αναλύουμε το θέμα έτσι. Πρέπει να είναι απάντηση ως εισήγηση σε άλλο συνέδριο, εφόσον υπάρχουν τέτοιες θέσεις και η κάθε πλευρά μπορεί στο συνέδριο να φέρει τις εισηγήσεις της και να τις παρουσιάσει και ο ιστορικός του μέλλοντος θα βρει την αλήθεια. Νομίζω ότι οι ερωτήσεις που ετέθησαν από τους δύο ομιλητές θα μπορέσουν να απαντηθούν χωρίς να γίνει άλλος διάλογος. Μην απαντάτε κυρία μου. Δεν διέκοψα την κα Λάζου. Η κα Λάζου θα απαντήσει στην ώρα της και όταν ομιλούσε δεν τη διακόψαμε, απλά έληξε ο

χρόνος της. Ήταν περισσότερα αυτά που είχε γραμμένα. Θα είναι γραμμένα στα πρακτικά όλα όσα έχει. Λοιπόν, θα αλλάξουμε το κλίμα πριν τις απαντήσεις με την κα Καμηλάκη που είναι ερωτούσα. Θέλει να κάνει κάποια ερώτηση.

κ. Πολυμέρου - Καμηλάκη: Δυστυχώς, λυπάμαι για το κλίμα που

δημιουργήθηκε, και νομίζω ότι χρειάζεται να σεβόμαστε όλοι τους δημοκρατικούς θεσμούς και το διάλογο. Αυτό φαίνεται ότι ακόμα δεν έχει καταφέρει να το εμπεδώσει η ελληνική κοινωνία και δεν μπορεί να συζητήσει ακόμα για θέματα που έχουν σχέση με τον εμφύλιο. Αυτό βλέπω και λυπάμαι. Δεν είναι όμως αυτή η ερώτηση που ήθελα να κάνω. Στον κ. Μακρή ήθελα να πω ότι πραγματικά τα στοιχεία που μπορεί να εκμαιεύσει κανείς από αυτό το πολύ σημαντικό έγγραφο που φέρνει στην

δημοσιότητα είναι πολύ σημαντικά. Επειδή αναφέρθηκε σε πολλούς όρους, είναι πολύ εύκολο να βρει ερμηνείες σ’ αυτούς τους όρους. Μόνο για ένα όρο που αναφέρατε, για παράδειγμα, τον πλούχο, είναι το άροτρο. Ο πλούχος, τα πλούχια, σε όλο το βόρειο χώρο είναι γνωστά και χρησιμοποιούνται για το σιδερένιο άροτρο, σε πολλές περιοχές μάλιστα το λένε Γερμανό, γιατί είναι γερμανικής πατέντας, είναι ο Γερμανός, είναι αυτά πού παρήγοντο στο εργοστάσιο του Σταματόπουλου και μετά

Γκλαβάνη στο Βόλο, είναι γερμανικής πατέντας και επειδή στα γερμανικά ό όρος είναι der pfluck, το άροτρο, δεν μπορούσε αυτό να μεταφερθεί στα ελληνικά, der pfluck, είναι και λίγο δύσκολο, το λέγαν ο πλούχος και πλούχια. Και έτσι αναφέρεται σε πολλές περιοχές ως ονομασία του αρότρου, η εξέλιξη δηλαδή του γνωστού μας σιδερένιου αρότρου.

Όσον αφορά τον κ. Λέλη, πράγματι τα στοιχεία αυτά είναι ενδιαφέροντα αλλά θα ήθελα να ρωτήσω, πότε έχει, πραγματικά, νομίζω ότι και κάποιος άλλος ρώτησε, πότε έχει συνταχθεί αυτό το κείμενο και εάν αυτή η διαμαρτυρία, αν είναι πράγματι διαμαρτυρία, είναι μία καταγραφή της συμμετοχής των χωριών αυτών στον αγώνα, γιατί φαντάζομαι ότι και οι ντόπιοι θα πρέπει να έδωσαν κάποια πράγματα, υλικά αγαθά σ’ αυτούς που πολεμούσαν. Ξέρουμε ότι τα μοναστήρια για παράδειγμα διέθεταν όλη τους την περιουσία όσον αφορά τα τρόφιμα για τη συμμετοχή στον

αγώνα. Αυτές οι αναφορές είναι πράγματι διαμαρτυρίες για πλιάτσικο;

Είναι πραγματικά πλιάτσικο ή ζητούν αποζημίωση από το κράτος όπως έγινε και με τους αγωνιστές που ζήτησαν αξιώματα, ζήτησαν θέσεις στο δημόσιο με διάφορες επιστολές. Γιατί είναι θέματα σοβαρά τα οποία δεν πρέπει να φέρνουμε στην επιφάνεια μόνο και μόνο για να φέρουμε το έγγραφο. Πρέπει να προσέχουμε λίγο· είναι πλιάτσικο; Ρωτώ. Μπορεί να είναι πλιάτσικο, αλλά μπορεί να είναι η συμμετοχή των χωριών αυτών στον αγώνα και να ζητούν αποζημίωση, υπό τύπον αποζημίωσης.

Ηλίας Σπυρόπουλος: Κι εγώ ήθελα να εκφράσω τη λύπη μου για το

επεισόδιο που δημιουργήθηκε και θέλω να πω, ας αφήσουμε την ιστορία να κρίνει. Η ιστορία ξέρει να κρίνει και ξέρει να αξιολογήσει τα γεγονότα, πώς έγιναν και πότε έγιναν. Κι εγώ στον κ. Λέλη θέλω να ρωτήσω κάτι. Οι αγωνιστές αυτοί που κάναν το πλιάτσικο, κι εγώ δέχομαι ότι έγινε πλιάτσικο, πηγαίναν επί τούτου να κάνουν πλιάτσικο στο χωριό ή πηγαίναν να πάρουν απαραίτητα εφόδια τροφοδοσίας που χρειάζονταν για τον αγώνα και... το παράκαναν κατά κάποιον τρόπο. Ευχαριστώ, δεν θέλω τίποτε άλλο.

Γεώργιος Λέλης: Η απογραφή αυτή έγινε από τον Οκτώβριο του 1828 μέχρι τον Οκτώβριο του 1829. Πρώτον. Δεύτερον, μάλλον υπήρχε κάποια διαμαρτυρία από τους κατοίκους των χωριών αυτών και πιστεύω προσωπικά το εξής: Μετά την τελευταία μάχη που έγινε στο Υψηλάντι της Βοιωτίας, υπογράφηκε ανακωχή μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων (την έχω αυτή). Τα σύνορα τότε του νέου κράτους, ας το πούμε έτσι, ήταν Γοργοπόταμος, Δυο Βουνά, Καστριώτισσα και πήγαινε από κει και πέρα. Πιθανόν, οι αγωνιστές που φύγαν από κει πέρα να φτάσανε προς τα δω. Και κάποια ερώτηση που έγινε προηγουμένως. Έχω ερευνήσει και τα αρχεία.

Αυτά είναι από το Υπουργείο Εξωτερικών. Δεν βρήκα αίτηση ενός κατοίκου. Βρίσκω μόνο διαμαρτυρία κατοίκων, διότι δεν υπήρχε μόνιμη δημογεροντία και η δημογεροντία τότε δεν έβγαινε προς τα έξω. Και λέει:

Παρακαλούμε, πώς να φανούμε κατώτεροι τούτων και να έχουμε το κεντρικόν τούτο σύστημα μακράν της πατρίδος μας. Κάποια αίτηση δεν βρήκα στα αρχεία των αγωνιστών του 1821 και στην Εθνική Βιβλιοθήκη και στα Γενικά Αρχεία του Κράτους που έχω περάσει και δυο και τρεις φορές, δεν βρίσκω. Όμως βρίσκουμε αγωνιστές του ΄21 που μετά έγιναν ληστοσυμμορίτες. Και να αποστρατεύτηκαν, έγιναν ληστοσυμμορίτες.

Αλλά κατά τη διάρκεια του αγώνα το μόνο που βρίσκω, βρίσκω αυτή την περίπτωση. Και η απογραφή αυτή έγινε και υπογράφεται από τη δημογεροντία του Ζητουνίου, Ζαχαράκης Ιωάννης και Παπαλεξίου, 22 Οκτωβρίου 1829, δεν αναφέρει όμως τόπο που έγινε. Την ίδια ημέρα ο Μεταξάς τότε της Ανατολικής Ελλάδος διόρισε και τη μόνιμη δημογεροντία της επαρχίας Ζητουνίου.

Xρίστος Γαλάνης: Ευχαριστούμε τον κ. Λέλη. Ο κ. Μακρής ως μέλος

της οργανωτικής επιτροπής έχει το λόγο και στη συνέχεια θα συνεχίζουμε με τις απαντήσεις.

Ιωάννης Μακρής: Ύστερα από μια σύντομη, διαβούλευση μεταξύ μελών της οργανωτικής επιτροπής που βρισκόμαστε εδώ, γιατί δεν βρίσκονται όλα τα μέλη εδώ, ήθελα να πω ότι το συνέδριο είναι ανοιχτό σε όλες τις απόψεις, μέσω εισηγήσεων και μέσω τοποθετήσεων ή ερωτήσεων κατά τη διάρκεια διεξαγωγής του συνεδρίου. Εκείνο που παρακαλούμε μόνο είναι, οι ερωτώντες να μην κάνουν μια δεύτερη εισήγηση. Γιατί τότε τα πράγματα εκτρέπονται. Παρακαλώ όποιον έχει αντίρρηση, αντίθετη γνώμη, αντίθετη άποψη για το θέμα που ανέπτυξε οποιοσδήποτε εισηγητής μπορεί να δηλώσει εισήγηση επί του ίδιου ή παραμφερούς θέματος στο επόμενο συνέδριο. Στη συνέχεια αφού πήρα το λόγο να πω δύο λόγια για κάτι ειπώθηκε για την εισήγησή μου. Ευχαριστώ την κα Πολυμέρου Καμηλάκη και για την πληροφορία αυτή και για άλλες πληροφορίες που πιθανόν θα μας δώσει. Ένας ερευνητής ο οποίος κατοικεί μόνιμα στη Λαμία συναντά μεγάλες δυσκολίες, όταν πρέπει να ψάχνει στην Αθήνα, όπως έψαξα κι εγώ στην Αθήνα να βρω κάποια στοιχεία. Κι αυτό το ταπίον ή χοτζέτιον, στην Αθήνα το βρήκα. Δεν είναι εύκολο να κατεβαίνεις, να διανυκτερεύεις στην Αθήνα και να ψάχνεις, και να μη σου δίνουν και την άδεια για φωτοτυπίες και πολλά άλλα ακόμη. Αυτό δεν είναι δικαιολογία, είναι μια πραγματικότητα. Την πληροφορία επίσης, ευχαριστώ, που έδωσε ο κ. Κυριακόπουλος, δεν την είχα υπόψη μου σχετικά με την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, όταν άλλαζε ο Σουλτάνος. Γεγονός είναι ότι εγώ βρήκα αυτό το ταπίον, είναι από το 1780 –δε θυμάμαι ακριβώς- ήταν ισχυρό όταν έγιναν οι μεταβιβάσεις των τσιφλικιών. Το αποδέχτηκε και η Ελληνική πολιτεία γιατί ο Κεμπρέκος κατέφυγε στη μικτή επιτροπή. Μια πρόταση: Τα Γενικά Αρχεία του Κράτους πρέπει να διευκολύνουν τους ερευνητές της επαρχίας π.χ. με το να χορηγήσουν τα έγγραφα των αρχείων τους στα κατά τόπου αρχεία σε μικροφιλμ. Ευχαριστώ πολύ.

Πέτρος Κουνούκλας: Απευθύνω το ερώτημά μου προς τον κ. Νάτσιο.

Κύριε Νάτσιε, θα ήθελα να σας ρωτήσω, αν γνωρίζετε μέσα σ’ αυτά τα 150 χρόνια Φθιωτικού τύπου τί συνέβαινε στην επαρχία Λοκρίδος. Εκδίδονταν εφημερίδες εκεί και πότε; Ευχαριστώ.

Xρίστος Γαλάνης: Συγγνώμη λίγο. Μην απαντάτε κύριε Νάτσιο.

Ο κ. Κυριακόπουλος, μια μικρή παρέμβαση που θέλει και στη συνέχεια η κα Λάζου να απαντήσει στις ερωτήσεις που της ετέθησαν, εν συντομία, και μετά ο κ. Νάτσιος.

Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος: Το έγγραφο αυτό το οποίο έχει συνταχτεί τον Οκτώβριο του 1829 ήταν ένα από τα λίγα έγγραφα τα οποία είχαν συντάξει και είχαν υποβάλει στον Καποδίστρια οι κάτοικοι των περιοχών περί το Ζητούνιο και στην περιοχή των Σαλώνων όπου τα στρατεύματα υπό τον Υψηλάντη, όταν εστασίασαν τον Ιούνιο του 1829 δεν είχαν τροφές και κατέφευγαν στους κατοίκους. Δεν είναι το μόνο έγγραφο αυτό, υπάρχουν και άλλα έγγραφα τέτοια και ήταν σύνηθες φαινόμενο στην Επανάσταση, επειδή δεν ετρέφοντο, το κράτος δεν είχε να τους πληρώσει και οι άτακτοι, γιατί ήσαν άτακτα τα στρατεύματα, πήγαιναν στα χωριά. Και στη μεν Πελοπόννησο ήταν συνηθισμένο φαινόμενο, αλλά στη Ρούμελη η οποία ήταν φτωχιά, δεν είχαν τίποτα, ήταν φυσικό οι κάτοικοι να φεύγουν ως επί το πλείστον. Είχαν τα πράγματά τους στις αποκλείστρες ή στα βουνά στα οποία κατέφευγαν. Επομένως,

δεν είναι το μόνο έγγραφο, υπάρχουν κι άλλα έγγραφα, διότι ήταν τουΙωάννου Στράτου και κάποιου άλλου, οι οποίοι ήταν υπό τον Υψηλάντη.

Ευχαριστώ πολύ.

Xρίστος Γαλάνης: Ευχαριστούμε. Η κα Λάζου έχει το λόγο.

Βασιλική Λάζου: Χαίρομαι που κι εγώ επιτέλους παίρνω το λόγο εδώ πέρα. Να σας πω, στον πρώτο κύριο που έκανε την πρώτη ερώτηση, σχετικά με το πρόσχημα διώξεων ή απονομή δικαίου. Δεν είχα το χρόνο να το στηρίξω περισσότερο με στοιχεία, θα το δείτε στη γραπτή μορφή της ανακοίνωσης. Θεωρώ, και αυτή είναι η επιστημονική μου άποψη και όχι η πολιτική μου άποψη ότι ήταν πρόσχημα διώξεων η όλη νομοθεσία μετά την απελευθέρωση και τα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι και την μεταπολίτευση. Ήταν πρόσχημα διώξεων κι αυτό αποδεικνύεται και από δύο επιπλέον στοιχεία. Κατ’ αρχήν οι Βρετανοί, που όλοι ξέρουμε τι ρόλο έπαιζαν εκείνη την εποχή στα ελληνικά πράγματα, ότι χρηματοδοτούσαν την ελληνική κυβέρνηση και τον ελληνικό στρατό, οι ίδιοι λοιπόν οι Βρετανοί που κάθε άλλο παρά φίλοι των Κομμουνιστών και του ΚΚ ήταν τότε, πιέζουν την ελληνική κυβέρνηση να σταματήσει τις δικαστικές διώξεις.

Έχουμε πάρα πολλά έγγραφα από το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών, τα οποία αναφέρονται στο ζήτημα και ζητούν από το Βρετανό πρέσβη να κάνει παραστάσεις στην ελληνική κυβέρνηση για να σταματήσουν οι διώξεις μόνο των αριστερών. Γιατί ήταν σκανδαλώδης η μονομέρεια που επιδεικνύονταν εναντίον των αριστερών. Και η Βρετανική κυβέρνηση φτάνει το Μάιο του 1948 να κάνει επίσημο διπλωματικό διάβημα για τις εκτελέσεις. Αυτό είναι ένα στοιχείο και το άλλο στοιχείο είναι ότι μετά το στρατιωτικό τέλος του εμφυλίου, το 1951 και το 52 και το 50 υπάρχει κάποια νομοθεσία, ψηφίζονται νόμοι που επιτρέπουν την αναθεώρηση των αποφάσεων των στρατοδικείων ακριβώς γιατί το ίδιο το κράτος θεωρεί ότι υπήρχαν αδικίες στις αποφάσεις των στρατοδικείων. Και πραγματικά, όσοι είχαν γλιτώσει μέχρι τότε τις εκτελέσεις αποφυλακίζονται σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό. Υπάρχουν αριθμητικά στοιχεία γι’ αυτές τις αποφυλακίσεις.

Στον άλλο τον κ. Πανταζή ο οποίος έκανε την τοποθέτηση πριν. Κάθε τοποθέτηση είναι σεβαστή, μόνο που εγώ δεν εκφράζω την προσωπική μου γνώμη αυτή τη στιγμή. Ό,τι λέω στηρίζεται σε αρχεία, στηρίζεται σε στοιχεία. Δεν είναι απλά μία άποψη. Εγώ δεν μπορώ να γίνω απολογήτρια για το Κομμουνιστικό Κόμμα, και ούτε είμαι. Απαντάω σε ερωτήσεις που αποκλειστικά έχουν να κάνουν με την εισήγησή μου. Δεν μπορώ να απαντήσω για τη θέση του Κομμουνιστικού Κόμματος για το Μακεδονικό, γιατί αφορά το 1924. Ούτε για τα μέτρα του Μεταξά εναντίον των Κομμουνιστών γιατί πάλι δεν αποτελούν θέμα της εισήγησής μου. Η εισήγησή μου είναι ακριβώς οι δικαστικές διώξεις μόνο των αριστερών πολιτών, ή γενικά η απονομή της δικαιοσύνης μετά την απελευθέρωση.

Αν έχετε κάτι να πείτε το οποίο στηρίζεται επιστημονικά κάπου και μπορείτε να φέρετε τεκμήρια γι’ αυτό, ευχαρίστως να συζητήσουμε και να σας απαντήσω. Δεν μπορώ όμως να απαντάω γενικά για το Κομμουνιστικό Κόμμα, γιατί αυτή τη στιγμή ούτε εκπρόσωπος κανενός κόμματος είμαι ούτε θέλω να γίνω. Απαντάω αποκλειστικά και μιλάω ως επιστήμων, στηριζόμενη σε στοιχεία. Δε μιλάω γενικά και αόριστα. Και θα το δείτε στη γραπτή μορφή της ανακοίνωσης: Υπάρχουν πλήρη στοιχεία. Αν δεν σας πείθουν αυτό είναι άλλο θέμα. Φέρτε στοιχεία, που να πείθουν.

Επιστημονικά μπορούμε να κάνουμε οποιαδήποτε συζήτηση. Τώρα γενική συζήτηση, πολιτική ή προπαγάνδας, δεν προτίθεμαι να κάνω. Γιατί δεν είναι αυτός ο σκοπός του συνεδρίου. Και μια διαμαρτυρία προς το προεδρείο το οποίο δεν προστάτευσε τη συζήτηση, δεν είναι τρόπος αυτός να γίνονται ερωτήσεις και διαμαρτυρίες από το κοινό και δεν είναι ένδειξη σεβασμού απέναντι στους ομιλητές, τους διοργανωτές του συνεδρίου και σε όλους. Λυπάμαι γι’ αυτό, εσείς έχετε την ευθύνη κι όχι αυτοί που μίλησαν από κάτω. Λυπάμαι.

[3] Για την υιοθέτηση αντικομμουνιστικών μέτρων από τις ευρωπαικές κυβερνήσεις βλέπε Ρ. Κούνδουρος, Η ασφάλεια του καθεστώτος. Πολιτικοί κρατούμενοι, εκτοπίσεις και διώξεις στην Ελλάδα 1936-1974, Αθήνα: Καστανιώτης 1978, σ. 85 -87 και ιδιαίτερα σημείωση στη σ. 110 και Ν. Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση. 1922-1974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, Αθήνα: Θεμέλιο γ έκδοση 1995, σ.391-399 (Κομμουνισμός και ποινικός νόμος: συνοπτική ανασκόπηση των κυριότερων ευρωπαικών νομοθεσιών του μεσοπολέμου).

[4] Αναλυτική συζήτηση για τη μεσοπολεμική αντικομμουνιστική νομοθεσία στο Κούνδουρος, ο.π., σ. 74-78 και Αλιβιζάτος, ο.π., 340-391

[5] Κούνδουρος, ο. π. , σ. 97-102

[6] Στατιστικές βουλευτικών εκλογών 1 9 2 6 , 1 9 2 8 , 1932, 1935 και 1 9 3 6

[7] Π. Λαγδάς, Άρης Βελουχιώτης. Ο πρώτος του αγώνα. Βιογραφία 1905-1945, Αθήνα: Κυψέλη 1 9 7 6 , σ. 225-409 όπου τα σχετικά με τη δράση του πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ από τη στιγμή που οργανώθηκε στο ΚΚΕ έως τον ελληνοιταλικό πόλεμο.

[8] Λαγδάς, ο. π. , σ. 124-144 όπου αναφέρονται τα σχετικά με τον Τάκη Φίτσιο και το ρόλο του ως πολιτικού καθοδηγητή στα πρώτα βήματα του Βελουχιώτη στο ΚΚΕ.

[9] Προφορική μαρτυρία Μαρίας Καραγιώργη, 16 Φεβρουαρίου 2006

[10] Ν.Αλιβιζάτος, ο.π.,σ. 173-190

[11] Ψήφισμα Γ/ 18 Ιουνίου 1946, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ.197

[12] Όπως το Ψήφισμα Θ «Περί εξυγιάνσεως των Δημοσίων Υπηρεσιών», Ψήφισμα ΛΑ για κυκλοφορία αριστερών εφημερίδων, Ψήφισμα Μ «Περί δημεύσεως των περιουσιών των συμμετεχόντων εις τον συμμοριακόν αγώνα», Ψήφισμα ΛΘ για την απαγόρευση απεργιών στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, βλ. Αλιβιζάτος, ο.π., σ. 461-465

[13] ΑΝ. 509 / 27 Δεκεμβρίου 1947, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φ.293

[14] Το κείμενο βασίζεται σε παλαιότερη ανακοίνωση της γράφουσας. Β. Λάζου, «Στον τοίχο της Ξηριώτισσας. Εκτελεσμένοι από το Εκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας 1946-1950», στο Η. Νικολακόπουλος, Α. Ρήγος, Γ.Ψαλλίδας (επιμ.), Ο Εμφύλιος Πόλεμος.Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο. Φεβρουάριος 1945 – Αύγουστος 1949, Αθήνα: Θεμέλιο 2002, σ. 246-263. Η παρούσα ανακοίνωση αφιερώνεται στον αείμνηστο αγωνιστή Βασίλη Κάιλα.

[15] Σύμφωνα με το άρθρο 214 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα προβλέπεται η σύσταση Έκτακτων Στρατοδικείων σε κάθε Μεραρχία ή σε μονάδα ανώτερη από αυτή σε περίοδο πολέμου ή επιστράτευσης. Επειδή όμως βάσει των διατάξεων του Γ Ψηφίσματος συστήθηκαν έκτακτα τοπικά στρατοδικεία, στα οποία υπάγονταν και οι στρατιωτικοί κρίθηκε σκόπιμο να μη λειτουργήσουν σε όλες τις μονάδες αλλά μόνο σε εκείνες που ο Υπουργός των Στρατιωτικών έκρινε επιβεβλημένο. Συγκροτήθηκαν 6 Μεραρχιακά Έκτακτα Στρατοδικεία, στην Ι, ΙΙ, ΙΧ, ΧΙ και ΧΥ Μεραρχία καθώς και στη Στρατιωτική Διοίκηση Στερεάς Ελλάδος με έδρα τη Λαμία. Όλα καταργήθηκαν στις 16.6.1950 και

υπήχθησαν σε Διαρκή Στρατοδικεία της περιοχή της έδρας των Μεραρχιών. Κ. Οικονομόπουλος, Νομοθεσία αφορώσα την δημόσιαν τάξιν και ασφάλειαν, Αθήνα 1951, σ. 10

[16] ΝΣΤ Ψήφισμα «Περί καταστάσεως πολιορκίας», 7 Μαίου 1948. Για τη σχετική νομοθεσία: Οικονομόπουλος, ο.π., σ.59-61

[17] Οικονομόπουλος, ο.π. σ. 5

[18] Α. Θεοχάρης, Στη Στερεά Ελλάδα με τον ΔΣΕ, 1945-1949, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 2002, σ.103-106

[19] Στο ίδιο, σ. 106

[20] Γ. Μαργαρίτης, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946-1949, τ. 1, Αθήνα: Βιβλιόραμα 2000, σ. 241-251

[21] Β. Φυτσιλής, Βαγγελίτσα Κουσιάντζα, Μια ηρωίδα του λαού, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1997.

[22] Λαμιακός Τύπος, 1 Νοεμβρίου 1946

[23] Στο ίδιο

[24] Στο ίδιο

[25] Αλιβιζάτος, ο.π., σ. 517.

[26] Ελεύθερη Ελλάδα, 4 Φεβρουαρίου 1947. Οι εκτελέσεις ανά μήνα: Ιούλιος 13, Αύγουστος 28, Σεπτέμβριος 13, Οκτώβριος 35, Νοέμβριος 11, Δεκέμβριος 9.

[27] Λαμιακός Τύπος, 30 Οκτωβρίου, 1, 5, 9,10,15, 17, 29 Νοεμβρίου, 18, 22 Δεκεμβρίου 1946

[28] Τακτικό Στρατοδικείο Αθηνών, Βιβλίο Αποφάσεων Εκτάκτου Στρατοδικείου Λαμίας, 20 Ιουλίου – 31 Δεκεμβρίου 1947

[29] Η ιστορία του περάσματος της Νιάλας και της σύλληψης των ξεκομμένων ανταρτών είναι από τις πιο γνωστές ιστορίες του εμφυλίου στην περιοχή της Στερεάς και της Ορεινής Θεσσαλίας. Αναλυτικά βλέπε Τ. Ψημμένος, Αντάρτες στ’ Άγραφα, Αναμνήσεις ενός Αντάρτη 1946-1950 γ΄έκδοση, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή 1998, σ.95-110

[30] Έως το Μάιο του 1947 είχαν εκτελεστεί άλλες 4 γυναίκες. (Η Ειρήνη Γκίνη, 22 χρονη δασκάλα, το 1946, η Κυριακούλα Ελευθεριάδη, 25 χρονών από τη Θεσσαλονίκη, η Αθηνά Καλπάκη και η Σοφία Βαμβάκη)

[31] Για την περίπτωση της Κουσιάντζα, Β. Φυτσιλής, Βαγγελίτσα Κουσιάντζα, Μια ηρωίδα του λαού, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1997. Ο συγγραφέας του βιβλίου αυτού ήταν ο μόνος ο οποίος γλίτωσε το εκτελεστικό απόσπασμα καταδικαζόμενος σε ισόβια δεσμά.

[32] Λαμιακός Τύπος, 22 Απριλίου 1947

[33] Η απολογία του Δ. Κούκουρα δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη, 15 Ιουνίου 1947

[34] Λαμιακός Τύπος, 10 Ιουνίου 1947

[35] FO 371/67022, R 16180, British Embassy to FO, 19 December 1947

[36] Αναλυτικά για τη δίκη και τις απολογίες των κατηγορουμένων αλλά και διαμαρτυρία για την πολιτική παρέμβαση για τη μη εκτέλεση της ποινής του Χατζημιχελάκη, Λαμιακός Τύπος, 8, 10 και 11 Ιουνίου 1947

[37] Λαμιακός Τύπος, 10 Αυγούστου και 14 Αυγούστου 1947

[38] Λαμιακός Τύπος, 26 Ιανουαρίου 1947

[39] Προφορικές μαρτυρίες Β.Κ και Δ.Κ. Για τους 10 εκτελεσθέντες της Νιάλας Ριζοσπάστης, 12 Απριλίου 1997

[40] Ψήφισμα ΚΘ’, «Περί αμνηστίας παραδιδομένων στασιαστών», Εφημερίς της κυβέρνήσεως, φ.197, 14 Σεπτεμβρίου 1947. Σχετικά βλ.Οικονομόπουλος, ό.π., σ. 138-140. Η προθεσμία παρατάθηκε για έναν ακόμη μήνα μετά τη λήξη της με Β.Δ. της 14ης Οκτωβρίου 1947

[41] Ερμηνευτική δήλωση του υπουργού Δικαιοσύνης Χρ. Λαδά, Οικονομόπουλος, ο.π., σ. 140

[42] Ελεύθερη Ελλάδα, 27 Σεπτεμβρίου 1947

[43] FO 371/ 67079 R 14319, FromAthens to FO, 24 October 1947

[44] Λαμιακός Τύπος, 21 και 30 Μαρτίου 1948

[45] Λαμιακός Τύπος, 17 έως 25 Απριλίου 1948

[46] Λαμιακός Τύπος, 18 Απριλίου 1948

[47] Φαίνεται ότι η επίκληση της «φαντασίας» ήταν κοινός τόπος στην επιχειρηματολογία των Βασιλικών Επιτρόπων ελλείψει άλλων στοιχείων. Σχετικά βλέπε Σπ. Εργολάβος, Η δίκη της Πρίντζου και οι εκτελεσμένοι των Ιωαννίνων, Αθήνα: Σοκόλη 1988

[48] Εθνικός Κήρυξ, 18 – 27 Απριλίου 1948

[49] Εθνικός Κήρυξ, 24 Απριλίου 1948

[50] Λαμιακός Τύπος, 6 Μαίου 1946

[51] Ο Γ.Χ. εκτελέστηκε μία ημέρα αργότερα. Λαμιακός Τύπος, 7 Μαίου 1948. Η εκτέλεση της Β.Γ ανεστάλη. Η Β.Γ είχε καταδικαστεί σε θάνατο μαζί με την κόρη της Α.Γ. ενώ άλλα δύο παιδιά της και ο άντρα της είχαν καταδικαστεί σε ισόβια δεσμά. Σύμφωνα με την εφημερίδα Εθνικός Κήρυξ η αναστολή της εκτέλεσης έγινε κατόπιν παρέμβασης του στρατηγού Ι. Πεντζόπουλου ύστερα από επιστολή του γιού της ο οποίος υπηρετούσε επί 16 μήνες στρατιώτης στον κυβερνητικό στρατό. Εθνικός Κήρυξ, 7 Μαίου 1948 «Ανεστάλη η εκτέλεσις της μητρός ενός εθνικόφρονος στρατιώτου. Μια συγκινιτική επιστολή

του υιού».

[52] Προφορική μαρτυρία Ε.Κ και Κ.Κ.

[53] Λαμιακός Τύπος, 6 Απριλίου 1948

[54] Λαμιακός Τύπος, 5 Μαΐου 1948

[55] Για τις εκτελέσεις Εθνικός Κήρυξ, 5 και 7 Μαίου 1948. Για τη συζήτηση στον τύπο η οποία αναλυτικά παρουσιάζεται στις σ. της παρούσης βλέπε Εθνικός Κήρυξ, 5-21 Μαίου 1948, 8 Ιουλίου 1948, 12 Σεπτεμβρίου 1948 και Βήμα, 5-8 Μαίου 1948

[56] Βήμα, 5 Μαίου 1948

[57] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου, τ. 7, «ΓΕΣ/Α1/1α προς ΓΕΣ/Γραφείον ΑΔΑ ΓΕΝ/Γ Έκθεσις πεπραγμένων Επιχειρήσεως Χαραυγή (εκκαθαρίσεως Ρούμελης) Απρίλιος – Μάιος 1948», Αθήνα 1998, σ.622. Η έκθεση έκανε λόγο για 268 συλληφθέντες αυτοαμυνίτες, 879 συλληφθέντες και 441 παραδοθέντες αντάρτες του ΔΣΕ.

[58] Προφορική μαρτυρία Β.Κ, Λαμία, 14 Σεπτεμβρίου 1999

[59] Λαμιακός Τύπος, 2-5 Μαρτίου 1949

[60] Σύμφωνα με τη Δεύτερη Κυανή Βίβλο της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης (15 Αυγούστου 1949) από την αρχή του 1949 είχαν γίνει 62 εκτελέσεις στην Αθήνα και 145 σε άλλες πόλεις.

[61] Β.Δ της 16/17 Ιανουαρίου 1950 «Περί αναστολής του Γ Ψηφίσματος της 18ης Ιουνίου 1946», Εφημερίς της Κυβέρνησεως, φ. 19, Οικονομόπουλος, ο.π., σ.76

[62] Λαμιακός Τύπος, 4 Απριλίου 1950. Εκτεταμένες αναφορές στη δικαστική διαδικασία έγιναν από το Λαμιακό Τύπο από τις 4-8 Απριλίου 1950

[63] Τα περισσότερα Έκτακτα Στρατοδικεία ανά την επικράτεια καταργήθηκαν μετά το πέρας των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην περιοχή δικαιοδοσίας τους. Συνέχισαν να λειτουργούν Στρατοδικεία στις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας (Αθήνα. Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Λάρισα) όπου παραπέμπονταν οι υποθέσεις των όμορων περιοχών.

[64] Προφορική Μαρτυρία Γ. Β., Επτάλοφος Παρνασσίδος 11 Αυγούστου 2005. Ο Γ. Β. υπηρέτησε 9 μήνες από την στρατιωτική θητεία, (τέλη 1947 – μέσα 1948) στο Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας ως φρουρός κατά την ακροαματική διαδικασία και ήταν αυτόπτης μάρτυρας σε πολλές δίκες.

[65] Λαμιακός Τύπος, 25 Αυγούστου 1948

[66] Λαμιακός Τύπος, 23 Νοεμβρίου 1948

[67] Λαμιακός Τύπος, 24 Αυγούστου 1947

[68] Τ. Βερβενιώτη, Διπλό Βιβλίο. Η αφήγηση της Σταματίας Μπαρμπάτση, Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2003, σ. 89

[69] Μ. Καραγιώργη, ο.π. σ. 102 Για μια φυσική περιγραφή του «Κινίνου» βλέπε Α. Βλάσση- Θεοδωρικάκου, Οι μνήμες μένουν πάντα ζωντανές. Οι αναμνήσεις μιας 17χρονης ανταρτοπούλας του ΔΣΕ, Αθήνα: Εντός β’έκδοση 1997, σ.115 Και Λευκαδίτης, ο.π., σ. 165 «Ήταν ένας σκέτος δήμιος, δύσκολα γλίτωνες την Ξηριώτισσα αν είχες την τύχη να δικαστείς απ’ αυτόν»

[70] Φημολογείται ότι ο «Κινίνος» ο οποίος κατάγονταν από την Τρίπολη είχε συλληφθεί και βασανιστεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Προφορική μαρτυρία Γ. Β., ο.π.. Άλλες μαρτυρίες ανέφεραν ότι οι αντάρτες είχαν σκοτώσει τον αδελφό του. Ενδεχόμενα οι φημολογίες αυτές αποτελούν μια προσπάθεια εξήγησης της υπερβολικής αυστηρότητάς του, η οποία αλλιώς μοιάζει ανεξήγητη και σαδιστική.

[71] Ύστερα από ενέργειες της γράφουσας και σχετική αίτηση στο Τακτικό Στρατοδικείο Αθηνών στάθηκε δυνατό να έχει πρόσβαση σε περιορισμένο αριθμό αποφάσεων (21) του Έκτακτου Στρατοδικείου Λαμίας όπου αναγράφεται: η σύσταση του Στρατοδικείου, ο κατηγορούμενος, οι δικηγόροι, οι μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, το κατηγορητήριο εν συντομία και η απόφαση.

[72] Για τον εμφύλιο πόλεμο στο επίπεδο του χωριού Stanley Aschenbrenner, «Ο Εμφύλιος από την οπτική ενός μεσσηνιακού χωριού», στο Lars Baerentzen, Γιάννης Ιατρίδης, Ole Smith (επιμ.), Μελέτες για τον Εμφύλιο Πόλεμο, Αθήνα: Ολκός 1992, σ. 115-135

[73] Βλέπε Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας, αρ.αποφ.375, 25.8.48, υπόθεση Κ. Γ. και Λαμιακός Τύπος, 18 Απριλίου 1948, (υπόθεση Γ.)

[74] Βερβενιώτη, ο.π., σ. 90

[75] Θ. Ελεφάντης, «Σελίδες αρνητικής πείρας» στο Β. Βαρδινογιάννης και Π. Αρώνης (επιμ.), Οι μισοί στα σίδερα, Αθήνα: Φιλίστωρ, σ. 522-523

[76] Λαμιακός Τύπος, 19 Νοεμβρίου 1948

[77] Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας, αρ. απόφ. 354, 7 Αυγούστου 1948 Το ίδιο σε Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας, αρ. αποφ. 473, 27 Οκτωβρίου 1948

[78] Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας, αρ. αποφ.371, 16 Αυγούστου 1948

[79] Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας, αρ. αποφ.375, 25 Αυγούστου 194

[80] Προφορικές Μαρτυρίες Γ. Β., ο.π., και Μ. Κ., ο.π., σ. 145

[81] Καραγιώργη, ο.π., σ.101-102 και Προφορική μαρτυρία Μ. Κ., Αθήνα 14 Φεβρουαρίου 2006

[82] Αφήγηση Σταματίας Μπαρμπάτση στο Βερβενιώτη, ο.π., σ. 89

[83] Εκτέλεση αδελφών Μ. 8 ημέρες μετά την απόφαση του στρατοδικείου και ενώ είχαν πάρει αναστολή που έφτασε αμέσως μετά την εκτέλεσή τους. Εθνικός Κήρυξ, 6 Αυγούστου 1948 και Ο. Παπαδούκα, Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ, Αθήνα 1981, σ. 188

[84] Για περιπτώσεις καταδικασθέντων από το Έκτακτο Στρατοδικείο Λαμίας, Εθνικός Κήρυξ, 7 Μαίου 1948 και Βήμα 10 Απριλίου 1948

[85] Καθημερινή, 13 Αυγούστου 1948

[86] Καθημερινή, 7 Σεπτεμβρίου 1949 και 6 Αυγούστου 1949, Βήμα 19 Νοεμβρίου 1948

[87] Το Βήμα, 10 Απριλίου 1948

[88] Εθνικός Κήρυξ, 13 Απριλίου 1948

[89] Λαμιακός Τύπος, 29 Ιουλίου 1947

[90] Για τις εξηγήσεις που κλήθηκε να δώσει ο Μέραρχος Πετζόπουλος: Εθνικός Κήρυξ, 26 Μαίου 1948

[91] Λαμιακός Τύπος, 5 Μαΐου 1948

[92] Εθνικός Κήρυξ, 26 Απριλίου 1948

[93] Λαμιακός Τύπος, 15 Ιουνίου 1948

[94] Λαμιακός Τύπος, 12 Ιουνίου 1947

[95] Λαμιακός Τύπος, 17 Ιουνίου 1947

[96] Άρθρο 149 Στρατιωτικής Ποινικής Νομοθεσίας το οποίο ίσχυε βάσει του άρθρο 12 του Γ Ψηφίσματος της 16 Ιουνίου 1946 και άρθρα 2 και 3 του ΑΝ 910 της 18]22 Μαρτίου 1949 «Περί διοικητικής και δικαστικής δικαιοδοσίας του Αρχιστρατήγου, κυρωθέντος υπό του Ν.Δ. 1091 της 16]18 Σεπτεμβρίου 1949»

[97] Προφορική μαρτυρία Κ.Κ, Λαμία 20 Φεβρουαρίου 2002

[98] Π. Κατσώτας, Η δεκαετία 1940-1950, Αθήναι 1981, σ. 329. Το γεγονός αυτό δεν είναι απόλυτα αληθές καθώς η τελευταία εκτέλεση έγινε στις 15 Φεβρουαρίου όταν ο Κατσώτας είχε ήδη αναλάβει διοικητής της ΑΣΔΣΕ.

[99] Καραγιώργη, ο.π., σ. 134

[100] Προφορική μαρτυρία Γ. Β., ο.π.

[101] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου (ΑΕΠ), Κείμενο 48 «Πρακτικόν», τόμος 10ος, Αθήνα 1998, σ. 580

[102] ΓΕΣ/ΔΙΣ, ΑΕΠ, Κείμενο 19, «Συμπεριφορά προς τους παραδιδόμενους συμμορίτας» τόμος 15, σ.419-20

[103] Όσες εκτελέσεις πραγματοποιήθηκαν μετά το στρατιωτικό τέλος του εμφυλίου, έγιναν βάσει του μεταξικού νόμου 375/36 «περί κατασκοπείας». Για τη συμβολή του ΟΗΕ στη διακοπή των θανατικών εκτελέσεων στην Ελλάδα και τη σχετική συζήτηση βλ. H. Howard, “The Greek question in the Fourth General Assembly of the United Nations”, Department of State, Publication 3785, International Organization and Conference Series III, 47, Department of State Bulletin, 27 February and 6 March 1950

[104] Ν.2058/18 Απριλίου 1952 «Περί μέτρων ειρηνεύσεως», Εφημερίδα της Κυβέρνησης, φ. 95

[105] Σημαντικές πληροφορίες για την δράση της ΠΕΟΠΕΦ δίνει η Μαρία Καρρά η οποία υπήρξε μέλος του διοικητικού της συμβουλίου στο βιβλίο της: Μ. Καρρά, Εμείς οι απ’έξω. ΠΕΟΠΕΦ: 1948-1954. Μια μικρή εποποιία, Αθήνα: εκδ. Κωσταράκη, 1995

[106] Λαμιακός Τύπος, 17 Οκτωβρίου 1947

[107] Diana Pym and Marion Sarafis, “The League for Democracy in Greece and its archives”, Journal of the Hellenic Diaspora, 1 (2), 1984, σ. 73-84. Τα πλούσια αρχεία της League βρίσκονται στα Modern Greek Archives στο King’s College στο Λονδίνο. Σχετικά με τη δράση της League και τις αντιδράσεις του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών βλέπε και FO 371 / 67018- 67022

[108] Οι οργανώσεις αυτές παρατίθενται στο Βόγλης, ο.π., σ. 265

[109] Ν. Μπάλτα, Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος (1946-9) μέσα από το γαλλικό τύπο, Αθήνα: Οδυσσέας 1993, σ. 181-184