ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΤΟΥ «ΚΕΝΤΡΩΟΥ» ΧΩΡΟΥ (1946-67): ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

του Χρήστου Κ. Τυροβούζη

αναδημοσίευση από: περ. «ΘΕΣΕΙΣ», Τεύχος 43, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 1993,

http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=411&Itemid=29

1. θεωρητικός προσανατολισμός

Ο τίτλος της παρούσας σύντομης μελέτης δεν σηματοδοτεί εμπειρικές μετρητικές προσεγγίσεις. Δεν θα επιχειρηθεί, στα πλαίσια της, η παρουσίαση και αξιοποίηση ποσοτικών στοιχείων (άραγε, πόσα και ποια είναι διαθέσιμα[1]) σχετικών με την εν ευρεία έννοια επιρροή των ποικίλων «κεντρώων» σχημάτων πάνω στις τάξεις, μερίδες, στρώματα και κατηγορίες που συνέθεταν τη διαστρωμάτωση του ελληνικού ιστορικοκοινωνικού σχηματισμού, κατά την περίοδο 1946-1967. Ενδιαφέρει πρωτίστως, εδώ, η προετοιμασία μιας συμβολής στη διαπραγμάτευση ενός ανοικτού θεωρητικού προβλήματος: των σχέσεων εκπροσώπησης, σε συνάρτηση με την κίνηση της νεοελληνικής πολιτικής σκηνής. Στην κατεύθυνση αυτή, το παράδειγμα του «Κέντρου» (και η σταδιοδρομία του Γ. Παπανδρέου) αποτελούν το καταλληλότερο, ίσως, πεδίο ανίχνευσης.

Πράγματι, η σχέση πολιτικών κομμάτων και κοινωνικών δυνάμεων - και μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα η μεταπολεμική Ελλάδα - δεν μελετήθηκε επαρκώς, ούτε θεμελιώθηκε εννοιολογικά θεωρητικά. Εμπειρισμός (το κόμμα ως αυθυπόστατη οντότητα, άθροισμα στελεχών και πολιτικών πρακτικών ή το κόμμα που κοινωνικά ταξικά «είναι ό,τι δηλώσει»), πολιτικισμός (το κόμμα ως θεσμικό μόρφωμα, αποτέλεσμα του αντιπροσωπευτικού συστήματος κοκ.), κανονιστική οργανωτιστική σχολή στην πολιτική επιστήμη (αυτάρκης ανάλυση των εσωκομματικών οργανωτικών σχέσεων, τυπολογία κομμάτων ή κομματικών συστημάτων κ.ά), λειτουργισμός και συστημική ανάλυση (κόμμα ως αντανάκλαση ή συμπύκνωση ενός μεταβαλλόμενου συσχετισμού μεταξύ ποικίλων «ομάδων πίεσης»), αλλά και τριτοδιεθνιστικός υλισμός (κόμμα υποκείμενο και, ταυτόχρονα, αντικείμενο «στα χέρια» είτε της εργατικής είτε της αστικής τάξης) συνέτειναν, παρά τις διαφορετικές αφετηρίες τους, στη συσκότιση και υποβάθμιση του κομβικού θεωρητικού (αλλά και εξόχως «πρακτικού») ζητήματος, που κωδικοποιήθηκε εισαγωγικά ως «σχέσεις εκπροσώπησης και νεοελληνική πολιτική σκηνή»[2].

Η «πρακτικότητα» του θέματος θα αναδειχθεί, ίσως, αν ανακαλέσουμε στη μνήμη μας μερικές διαδεδομένες «ερμηνείες» για το φαινόμενο «Κέντρο», οι οποίες αποδίδουν προνομιακά τη γένεση και ανάπτυξη του: α) στα «λάθη» και «εγκλήματα» της εμφυλιακής και ύστερης Αριστεράς, β) στη χαρισματικότητα (ή τη δημαγωγική έφεση) του Γεωργίου Παπανδρέου και άλλων ηγετών, γ) στην πονηρία και τις μηχανορραφίες της άρχουσας τάξης ή του ξένου παράγοντα, δ) στην κοινωνικοοικονομική ή πολιτική υστέρηση του ελληνικού χώρου (συγκριτικά με τον μορφότυπο της αναπτυγμένης καπιταλιστικής κοινωνίας), η οποία συνεπάγεται ασάφεια και διάχυση κοινωνικών ορίων και πολιτικών συμπεριφορών ή φαινόμενα ιδιαζόντως και αποκλειστικώς «ελληνικά»[3].

Πριν εκτεθεί μία θεωρητική πρόταση, ικανή ίσως να ιχνηλατήσει περιεκτικότερες ερμηνείες, θα σχολιαστούν συνοπτικά οι θέσεις που μόλις σκιαγραφήθηκαν. Αρχικά, θα επισημανθεί ότι δεν υπάρχει (αυτοματική) σχέση συγκοινωνούντων δοχείων μεταξύ «λαθών» ή παραλείψεων ενός κόμματος και «κερδών» ή διεύρυνσης ενός άλλου, έστω «συγγενούς». Επίσης, οι μετατοπίσεις ψηφοφόρων δεν εξηγούνται ούτε με βάση κάποιους όρους ατομικής ψυχολογίας, ούτε στη βάση αγοραίων εκτιμήσεων περί των «λαθών» ή, αντίθετα, της φερεγγυότητας κάποιων φορέων. Τελικά, δεν υπάρχει αυτόνομο φαινόμενο «μετακίνησης ψηφοφόρων» ή «εκλογικής συμπεριφοράς», όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια.

Εξάλλου, οι διαπιστώσεις γύρω από την ευστροφία, το τάλαντο, τη διορατικότητα, τη ρητορική δεινότητα ή τις προσβάσεις πολιτικών ηγετών όπως ο Γεώργιος Παπανδρέου, δεν ικανοποιούν, παρά μόνον αν περιοριστούμε στον μικρόκοσμο της «προσωπογραφίας» ή του «αφιερώματος». Είναι, τελικά, αυτονόητο ότι, όσοι ιστορικά αναδείχθηκαν σε αρχηγούς κομμάτων εξουσίας διέθεταν ευφυΐα - άραγε, κατ' ανάγκην μεγαλύτερη εκείνης που διέκρινε άλλα κορυφαία στελέχη της παράταξης τους; - όπως είναι, επίσης, αυτονόητο ότι η ιστορική παρακμή πολιτικών δυνάμεων όπως η Ένωση Κέντρου, δεν προήλθε επειδή αιφνιδίως ο Πρόεδρος τους απώλεσε τις χαρισματικές του ιδιότητες. Επομένως, ως βασική υπόθεση εργασίας θα δεχτούμε, σε αυτό το σημείο, ότι η κομματική ηγεσία, σε τελευταία ανάλυση, αναδεικνύεται, επιβιώνει και «επιτυγχάνει» ως τέτοια, στο βαθμό που συμπυκνώνει αποτελεσματικά - και πάντοτε ως βαθμίδα του όλου κομματικού φαινομένου - πολιτικές, ιδεολογικές και οργανωτικές αναγκαιότητες που θέτει η κοινωνική δυναμική, δηλαδή αντανακλά σχέσεις πολιτικής εκπροσώπησης συγκεκριμένου συνασπισμού κοινωνικών δυνάμεων. Βέβαια - και αυτό αποτελεί έκφραση αυτοκριτικής διάθεσης - αυτό το τελευταίο θεωρητικό πρόταγμα αποκτά σημασία, μόνο εφόσον «προβληθεί» πάνω στο γεγονοτογραφικό υλικό της περιόδου που μας απασχολεί - ή κάποιας άλλης.

Επιπλέον, η εργαλειακή αντίληψη (για το κόμμα ως μόνιμο και αποκλειστικό εργολάβο ή πράκτορα στεγανοποιημένων ταξικών συμφερόντων) σήμερα φαίνεται παρωχημένη και ανεπαρκής, ιδίως ύστερα από ορισμένες επεξεργασίες του Ν. Παυλαντζά[4]. Ήδη ο Γκράμσι είχε προσανατολιστεί προς την έννοια των «σχέσεων εκπροσώπησης», επεξεργαζόμενος - ιδίως με βάση την εμπειρία της ιταλικής ενοποίησης - τις έννοιες «ιστορικό μπλοκ» και, τελικά, «ηγεμονία»[5]. Οι θεωρητικές αυτές παρακαταθήκες διατηρούν και σήμερα λειτουργικότητα και ερμηνευτική καταλληλότητα: η ιστορία ενός κόμματος είναι, πρωταρχικά, ιστορία των κοινωνικών δεσμών και αναφορών του, των συμμαχιών που εκφράζει ή προωθεί, των συγκρούσεων ή επικαλύψεων του με άλλες πολιτικές δυνάμεις, των μετατοπίσεων που, σε κάθε συγκυρία, παρουσιάζονται στον κοινωνικοπολιτικό συσχετισμό δυνάμεων (οδηγώντας σε μεταβολή του δείκτη ταξικής κυριαρχίας) και, φυσικά, είναι ιστορία των κοινωνικών προσδιορισμών της ιδεολογίας και του προγράμματος του, το οποίο πάντοτε εκφράζει μια (κυριαρχούμενη και υπερπροσδιοριζόμενη) σύνθεση και όχι κάποια (ανεύρετη) ταξική «καθαρότητα»... Οπωσδήποτε, το κόμμα δεν είναι ούτε αντικείμενο παρακολούθημα, ούτε συλλογικό βουλόμενο υποκείμενο στην υπηρεσία περιχαρακωμένης κοινωνικής τάξης, ούτε όμως και αυτόβουλος εσωστρεφής φορέας, ενταγμένος σε κάποιο αυτοεπιβεβαιωνόμενο πολιτικό σύστημα και προσανατολισμένος, δίκην (βιολογικού) οργανισμού, στην επιβίωση και αναπαραγωγή του...

Τέλος, τη θεωρητική μας υπόθεση ότι τα μεγάλα ελληνικά κόμματα δεν οφείλουν την ιδιαιτερότητα της ιστορικής τους τροχιάς στην «καθυστέρηση» της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, είναι άκαιρο και δυσχερές να θεμελιώσουμε στα πλαίσια αυτής της εισήγησης. Αλλού επιχειρήθηκε μια πυκνή σχετική ανάπτυξη[6]. Το βέβαιο είναι ότι, στα πλαίσια συγκεκριμένων θεωρητικών επιλογών, αδυνατούμε να δεχθούμε αναντιστοιχία μεταξύ χαρακτήρα ή τύπου κομμάτων και κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης[7].. . Όμως, σ' αυτό θα χρειαστεί να επανέλθουμε στην συνέχεια.

Βέβαια, οι προηγούμενες σχηματικές αναιρέσεις διαδεδομένων θέσεων εκκινούν από θεωρητικές επιλογές που δηλώθηκαν, εντελώς διακηρυκτικά, προηγουμένως. Από το άλλο μέρος, οι επιλογές αυτές δεν υπονοούν «δήλωση πίστεως» σε κάποια θεωρητικά θέσφατα, αλλά δηλώνουν προτιμησιακή (και όχι αμετάκλητη) σχέση με ορισμένες θεωρητικές τάσεις. Για του λόγου το αληθές, θα παρατηρηθεί ότι η παλαιομαρξιστικής προέλευσης - και νεομαρξιστική - διάκριση πραγματικού ιδεολογικού, σε ό,τι αφορά τη σχέση εκπροσώπησης πολιτικών φορέων κοινωνικών δυνάμεων, (αντίληψη της στρεβλής εκπροσώπησης) θα ήταν δυνατό να ελεγχθεί για εσωτερική ασυνέπεια, στο βαθμό που εποικοδομείται στην υπόθεση ότι κάποιες τάξεις, σε δεδομένες ιστορικές συγκυρίες, λόγω ψευδούς συνείδησης αναγνωρίζουν (στρεβλώς) ως πολιτικούς εκπροσώπους τους ορισμένα κόμματα, ενώ υπάρχει και η «πραγματική» δυνατότητα εκπροσώπησης, την οποία - προφανώς - μπορεί να διαγνώσει ο μέγας θεωρητικός εγκέφαλος ή να πραγματώσει το «εργατικό» ή άλλο κόμμα. Παρά τους κινδύνους όμως μανιχαϊστικών διαχωρισμών (ή πραγματική ή στρεβλή ιδεολογικοποιημένη εκπροσώπηση) η θεωρητική σχολή στην οποία κλίνουμε αποτελεί μια καλή αφετηρία, - πέρα από την προηγούμενη απόλυτη και φορμαλιστική διατύπωση - αφού δέχεται την πολυπλοκότητα των σχέσεων πολιτικού κοινωνικού.

Δεχόμαστε, λοιπόν, ότι, γενικά, το πολιτικό κόμμα δεν αντιπροσωπεύει άμεσα και αποκλειστικά ορισμένα ταξικά συμφέροντα (ιδίως κατά την περίοδο του ώριμου καπιταλισμού), αλλά διαμεσολαβεί και συμπυκνώνει ενδιαφέροντα και επιδιώξεις ενός κοινωνικού μπλοκ, με τρόπο ιστορικά μεταβλητό. Ταυτόχρονα, εκτός αυτής της «πολιτικής», υπάρχει και μια «ιδεολογική» συνιστώσα: το κόμμα παράγει ιδεολογία όχι μόνο εγγενώς και αυτόνομα, αλλά επενδύοντας σε κοινωνικές προσδοκίες, στάσεις κ.λπ. Ταυτόχρονα, «εγκαλεί» κάποιο κοινωνικό δυναμικό, το οποίο στο πρόγραμμα και την ιδεολογία του «αναγνωρίζεται», μέσα από αμφίδρομες σχέσεις (αυτό, με την επιφύλαξη ότι δεν υπάρχουν κλειστά ιδεολογικά συστήματα ή υποσυστήματα, π.χ. εργατική ή μικροαστική ή αστική ιδεολογία).

Μια τρίτη διάσταση, αφορά την ιστορία και ιστορικότητα ενός κομματικού σχηματισμού, σε συνάρτηση με τη δυνατότητα του να εισφέρει στοιχεία «τομής ή συνέχειας» μέσα σε δεδομένη ιστορική φάση, παίρνοντας υπόψη τη στάθμη και το ποιόν των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων, των εκλογικών αναμετρήσεων, του συνδικαλισμού, του πολιτισμού κ.λπ. Ακόμη, ενδιαφέρει το «ηγεμονικό» στοιχείο στα πλαίσια των σχέσεων εκπροσώπησης, με την έννοια ότι κάποια κοινωνικοοικονομικά συμφέροντα υπερπροσδιορίζουν, τουλάχιστον στρατηγικά, την κίνηση και εξέλιξη των σχέσεων εκπροσώπησης.

Συνοψίζοντας, «οι σχέσεις εκπροσώπησης δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συγχώνευση της πολιτικής αντιπροσώπευσης διαμεσολάβησης, της ιδεολογικής αναγνώρισης, της ιστορικής σχέσης τομής συνέχειας και της ηγεμονίας στο εσωτερικό τους»[8]. Κατά συνέπεια, καθήκον μας είναι εδώ να ανιχνεύσουμε τις σχέσεις Κεντρώου χώρου κοινωνικών δυνάμεων υπό το φως αυτών των εννοιών, που είναι (υποκείμενες και) συστατικές των «σχέσεων εκπροσώπησης», χωρίς να αγνοούμε ότι «κάθε κόμμα έχει ένα κέντρο βάρους όσο αναφορά την κοινωνική προέλευση των μελών και των εκλογέων τους»[9].

2. Το «κέντρο» ως ιστορική λύση στο πρόβλημα της πολιτικής εκπροσώπησης. (1946-1967)

Αναγνωρίζοντας την ύπαρξη και ανάπτυξη «Κεντρώου» χώρου στα πλαίσια του μεταπολεμικού πολιτικού μας συστήματος, δεν θα πρέπει να αρκεστούμε στην εννοιολογική συστέγαση διαφόρων μικρών κομμάτων και εφήμερων συνασπισμών. Το «Κέντρο», ως ιδεολογική και πολιτική τάση, είναι κάτι περισσότερο από την οργανωτική υποστασίωση και την εκλογική καταγραφή αυτών των σχημάτων: είναι μία (εναλλακτική) πολιτική στρατηγική, μια από τις ιστορικές δυνατότητες ή λύσεις στο πεδίο της πολιτικής κυριαρχίας, στο βαθμό που επιτελεί επιτυχώς λειτουργίες πολιτικής εκπροσώπησης ενός κοινωνικού συνασπισμού.

Ας υπενθυμίσουμε, ωστόσο, τα γεγονοτογραφικά δεδομένα που αφορούν τον χώρο ο οποίος - εκ των υστέρων - προσδιορίστηκε (από τον δημοσιογραφικό και τρέχοντα πολιτικό λόγο) ως «κεντρώος»: ο Γ. Παπανδρέου (και αφού χρημάτισε πρωθυπουργός κατά το 1944 χωρίς να ηγείται κόμματος) συγκρότησε το Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και συνέπραξε στην Εθνική Πολιτική Ένωση, που ανέδειξε, στις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946, 27 βουλευτές (ποσοστό 19,3%), ενώ οι Φιλελεύθεροι του Σοφ. Βενιζέλου έλαβαν ποσοστό 14,4%. Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950, το Κόμμα του Γεωργίου Παπανδρέου απέσπασε ποσοστό 10,7% και 35 έδρες, ενώ το Κόμμα των Φιλελευθέρων 17,2% και η πρωτοεμφανιζόμενη Ε.Π.Ε.Κ. 16,4%. Στις εκλογές της 9.9.1951, το κόμμα του Γ. Παπανδρέου δεν εξέλεξε βουλευτή (έλαβε 2,1% των ψήφων), ενώ στην αναμέτρηση της 16.11.1952 ο αρχηγός του πολιτεύθηκε και εκλέχθηκε με τον Εθνικό Συναγερμό. Στις εκλογές της 19.2.1956, τα ποικίλα «κεντρώα» σχήματα διαχύθηκαν στην Δημοκρατική Ένωση (το Κόμμα των Φιλελευθέρων έλαβε 25 έδρες και η Φιλελεύθερη Δημοκρατική Ένωση του Γ. Παπανδρέου 39). Κατά την εκλογική αναμέτρηση της 11.5.1958, το Κόμμα των Φιλελευθέρων, υπό την ηγεσία του Γ. Παπανδρέου, υπερέβη (για πρώτη φορά στη μεταπολεμική του ιστορία) το όριο του 20%, η ανάδειξη όμως της Ε.Δ.Α. σε αξιωματική αντιπολίτευση σηματοδότησε αρνητική για τον «κεντρώο» χώρο τροπή στο συσχετισμό δυνάμεων. Όμως η εκλογική καταγραφή της νεοϊδρυθείσης Ένωσης Κέντρου στις εκλογές του 1961 (86 βουλευτές, από τους οποίους οι περισσότεροι ανήκαν στην παπανδρεϊκή συνιστώσα) και ιδιαίτερα ο θρίαμβος της κατά το 196364, άλλαξαν εκ νέου (και ριζικά) το πολιτικό σκηνικό.

Αν παραμείνουμε στο επίπεδο της προφάνειας (ποικίλα σχήματα με περιορισμένη απήχηση, μη αυτοαναγνωριζόμενα ως συγγενή, και, επιπλέον, χαρακτηριστική ασυνέπεια εκ μέρους του Γ. Παπανδρέου) είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε, τουλάχιστον πριν την ίδρυση της Ένωσης Κέντρου, την ύπαρξη (ενιαίου και συνεκτικού) «κεντρώου» χώρου ή «κεντρώας» τάσης. Ειδικότερα, θα ήταν παράτολμο να «αναγνώσουμε» αυτό το ιστορικό υλικό ως εξελικτική πορεία προς τη μορφοποίηση ενοποίηση του Κέντρου (1961), αφού ως μόνα βοηθήματα θα είχαμε τη (διακεκομμένη) παρουσία του Γ. Παπανδρέου και τη βενιζελική σφραγίδα των θεωρούμενων «κεντρώων» σχημάτων και του τελικού. Επομένως, αν συλλάβουμε το «Κέντρο» ως ιστορικά προσδιορισμένη λύση στο πρόβλημα της πολιτικής εκπροσώπησης και όχι ως δημοσιογραφική ιδεολογική συρραφή οργανωτικών και εκλογικών εγχειρημάτων, είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθήσουμε έναν άλλο τύπο «ανάγνωσης», που οδηγεί στα θεμέλια του μετακατοχικού τρόπου κυριαρχίας.

Στη διάρκεια της κατοχής και της Αντίστασης ανατράπηκε ριζικά ο συσχετισμός κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Η ευρύτατη κοινωνική συμμαχία που πραγμάτωσε την Αντίσταση (εργατική τάξη, αγρότες, μικροαστικά στρώματα, διανόηση) εκπροσωπήθηκε πολιτικά από το Ε.Α.Μ., το πρόγραμμα του οποίου (και σε επίπεδο εξαγγελιών και σε επίπεδο πρακτικής) αποτελούσε συνισταμένη των ενδιαφερόντων όλων αυτών των δυνάμεων, υπό την ηγεμονία όχι κάποιων προλεταριακών ταξικών προσανατολισμών, αλλά δημοκρατικών θεσμικών και προνομιακών στοχεύσεων, τις οποίες είχε υιοθετήσει, μέσα σε μια εξελικτική πορεία, και το (ηγεμονικό) Κ.Κ.Ε[10].

Ιδιαίτερα κατά το 1944, η ηγεμονία του ΕΑΜικού συνασπισμού είχε αποκρυσταλλωθεί και σε θεσμικά πολιτικά μορφώματα: Προσωρινή Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, Εθνικό Συμβούλιο, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια Αυτοδιοίκηση, Λαϊκή Δικαιοσύνη, Λαϊκό δημόσιο και ιδιωτικό Δίκαιο και φυσικά - ήδη από το 1942 - Ε.Λ.Α.Σ., Πολιτοφυλακή, Εθνική Αλληλεγγύη κ.ο.κ. Η οικονομική κατάρρευση επέτεινε την κρίση της αστικής κυριαρχίας, ενώ το αστικό πολιτικό πρόσωπο, του οποίου η επιρροή είχε σχεδόν εκμηδενιστεί, είχε καταφύγει στο εξωτερικό. Η «λαϊκοδημοκρατική» πρόταση αποτελούσε πλέον όχι προοπτική, αλλά ορατή πραγματικότητα.

Περιοριζόμενοι στη σφαίρα των πολιτικών σχέσεων, επισημαίνουμε ότι, από την πλευρά του αστικού μπλοκ, οι (δυνητικοί) φορείς πολιτικής εκπροσώπησης παρουσίαζαν προφανή αφερεγγυότητα: αναφερόμαστε στην αυτοεξόριστη πολιτική «ηγεσία», τα διαλυμένα προπολεμικά κόμματα, το πολιτικοδιοικητικό προσωπικό που πλαισίωνε τους κατοχικούς μηχανισμούς και, φυσικά, τον βασιλιά. Η υπεροχή του ΕΑΜικού μετώπου ήταν ασυναγώνιστη (ένοπλη αντίσταση, απελευθέρωση και οργάνωση γεωγραφικών διαμερισμάτων, πολιτικοοργανωτική δικτύωση, θεσμικό πλαίσιο, παροχή κοινωνικών επισιτιστικών κ.ά. υπηρεσιών).

Η Συμφωνία του Λιβάνου (Μάιος του 1944) επιβεβαίωσε εξάλλου ότι οι κίνδυνοι που αντιμετώπιζε η αστική κυριαρχία δεν απέρρεαν από κάποια «επαναστατική» επιλογή του ΚΚΕ και του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, αλλά από τη μετριοπαθή, συμβιβαστική, εξελικτική και εκσυγχρονιστική στρατηγική που είχε θέσει σε εφαρμογή ο χώρος αυτός. Η ένοπλη κάθαρση του δράματος δεν αποτελούσε μια εκ των προτέρων ιδεολογική ή προγραμματική «επιλογή», αλλά μια ιστορική «δυνατότητα», ενισχυόμενη από το γεγονός της στρατιωτικής οργάνωσης του αντιστασιακού κινήματος.

Ούτε ο προσανατολισμός προς την «αστικοδημοκρατική ολοκλήρωση» (εκλογές για εθνοσυνέλευση, επίλυση του πολιτειακού, κάθαρση από μεταξικά και φιλοκατοχικά στοιχεία, αποκατάσταση των ατομικών ελευθεριών, άσκηση κοινωνικής πολιτικής κ.λπ.) αποτελούσε κίνηση «καλής θέλησης» (ή έκφραση κάποιου «εκδημοκρατισμού») του ΚΚΕ και των συμμάχων του: βασικά, αντιστοιχούσε στις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των κοινωνικών τάξεων, μερίδων και στρωμάτων που είχαν βιώσει την κατοχή, την πτώση του παλιού πολιτικού συστήματος, τις εμφύλιες συγκρούσεις κατά την αντιστασιακή περίοδο κ.λπ. και είχαν πρωταγωνιστήσει σε μια σειρά κοινωνικών και πολιτικών αγώνων, ως τη στιγμή της απελευθέρωσης.

Τα Δεκεμβριανά και ιδιαίτερα ο Εμφύλιος, δεν προέκυψαν, κατά συνέπεια, από κάποιες βολονταριστικές επιλογές, είτε «ξένων κέντρων απόφασης» είτε εγχώριων ηγεσιών, αλλά αποτέλεσαν την κορύφωση της σύγκρουσης μεταξύ του κοινωνικοπολιτικού μπλοκ της Αντίστασης και των παραδοσιακών αστικών δυνάμεων. Οπωσδήποτε, η έκβαση της ταξικής αυτής αναμέτρησης δεν είχε να κάνει με στιγμιαίες εξισορροπήσεις ή «ήττες» και «νίκες» (Λίβανος, Γκαζέρτα, Απελευθέρωση, Βάρκιζα, Γράμμος Βίτσι). Μόνον αν αγνοηθούν τα οργανωτικά ποσοτικά δεδομένα και το κύρος των κοινωνικών αγώνων της μεταπολεμικής περιόδου (στα οποία θα επανέλθουμε) είναι δυνατόν να ειδωθεί η έκβαση του Εμφυλίου και η τελική (ασταθής) ανάκαμψη του προπολεμικού μπλοκ εξουσίας ως απόρροια κινήσεων (πολιτικής) κορυφής ή «αποφάσεων», οριοθετημένη στο χώρο της πολιτικής λειτουργίας.

Βέβαια, το πολιτικό θεσμικό στοιχείο (μέσα από το συντακτικό και καθεστωτικό ζήτημα, το αίτημα της αποκατάστασης των συνταγματικών ελευθεριών και του πολυκομματισμού, της «κάθαρσης» κ.λπ. και αργότερα των στοχεύσεων του «ανένδοτου») εμφανιζόταν, για δύο δεκαετίες, ως το προνομιακό πεδίο διεξαγωγής της ταξικής πάλης. Στην Ιταλία, ενδεικτικά, επειδή εκεί ήταν διαφορετική η εξέλιξη του συσχετισμού δυνάμεων (και όχι, απλώς, επειδή η χώρα αυτή ακολούθησε τις νομοτέλειες που υποτίθεται ότι συναρτώνται με τον αναπτυγμένο καπιταλισμό) υπήρξε ειρηνική πολιτική εξέλιξη, όπως πιστοποίησαν ιδίως οι εκλογές του 1946, για ανάδειξη Συντακτικής Συνέλευσης. Στην Ελλάδα οι συνασπισμοί, τα μέτωπα και οι μεταξύ τους συσχετισμοί διαμορφώθηκαν διαφορετικά: η ευρύτατη πολιτικοποίηση και ενεργοποίηση λαϊκών μαζών, η καταρράκωση του κοινοβουλευτισμού ήδη από το 1936, η εμπειρία της αντιστασιακής λαϊκής εξουσίας, η απουσία ή «προδοσία» των αστικών δυνάμεων κατά τις κρίσιμες ώρες της κατοχής και το πανίσχυρο οργανωτικό δίκτυο του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, σήμαναν δραματική μετατόπιση του δείκτη κυριαρχίας και δρομολόγησαν διαφορετικής υφής εξελίξεις.

Ανεξάρτητα από το αν η δυναμική παρουσία της Αριστεράς έτεινε προς τον πειθαναγκασμό του αστισμού να συνομολογήσει την ακύρωση του «πελατειακού λαϊκιστικοΰ υπόβαθρου του κοινοβουλευτικού συστήματος», την καθιέρωση της «κομματικής δημοκρατίας», τη «διάλυση του παραδοσιακού κρατισμού και της μονοσημαντότητας των μηχανισμών κυριαρχίας» ή την «αναδιάρθρωση των οικονομικών σχέσεων και της αναπτυξιακής διαδικασίας»[11] - ως εάν ο τρόπος παραγωγής και οι μετεξελίξεις του να είναι ζήτημα κυβερνητικών αποφάσεων - το βέβαιο είναι ότι το κοινωνικοπολιτικό δυναμικό της Αριστεράς και ήθελε και μπορούσε να ασκήσει «μια ουσιαστική επιρροή στη διαμόρφωση του πολιτικού μεταπολεμικού συστήματος»[12].

Το «ιστορικό παράδοξο» της μετεμφυλιακής ιδιαίτερα περιόδου, σε ό,τι αφορά την πολιτική βαθμίδα, ήταν ότι ο αστισμός υποχρεωνόταν να αναιρέσει οριστικά τις (υποτιθέμενες) ιδεολογικοπολιτικές του συντεταγμένες (κοινοβουλευτική δημοκρατία, πολυκομματισμός κ.λπ.), ιδίως μέσω της αναγωγής του στρατού σε κυρίαρχη βαθμίδα της πολιτικής δομής, ενώ η (λενινιστικών καταβολών) Αριστερά εμφανιζόταν να διεκδικεί την επιβεβαίωση πραγμάτωση της αστικής δημοκρατίας. Η αναίρεση, πάντως, των κανόνων του πολιτικού παιχνιδιού που συνάπτονται με αυτήν, έκανε δυσχερή όχι μόνο την παρουσία των αριστερών φορέων στην πολιτική σκηνή, αλλά και την ανέλιξη των κοινωνικοοικονομικών αγώνων. Κατά συνέπεια, μια στοχοθεσία βασισμένη στον εκδημοκρατισμό και το «κράτος δικαίου» κάλυπτε ευρύ κοινωνικό φάσμα, ενώ οι (ασαφείς και κυμαινόμενες) λαϊκοδημοκρατικές σοσιαλιστικές θέσεις της Αριστεράς δεν ευθυγραμμίζονταν με προτεραιότητες και ανάγκες κοινωνικού φάσματος αντίστοιχου με το ΕΑΜικό. Επομένως, η κλιμάκωση των συνδικαλιστικών αγώνων δε ήταν ασύμβατη με πολιτικές θεσμικές διεκδικήσεις, ούτε η συνάρθρωση των δύο μορφών προϋπέθετε κατ' ανάγκην μαρξιστική λενινιστική καθοδήγηση, ούτε και κάποια «καθαρότητα»«γνησιότητα» ως προς την κομματική τους εκπροσώπηση.

Με αυτά τα δεδομένα (κοπιώδης και ασταθής ανάκαμψη του αστικού τρόπου κυριαρχίας, «κράτος της ανάγκης», μερική αποδόμηση του ΕΑΜογενούς οργανωτικού δικτύου κ.λπ.) διανοίγονται νέες δυνατότητες στην πολιτική σκηνή. Η επιβεβαίωση της αποδόμησης του αρχικού ΕΑΜικού συστήματος εξουσίας ακύρωνε κάθε προοπτική στρατηγικής δομικής μεταβολής και καθιστούσε επίκαιρους κάποιους εφικτούς και αναγκαίους (ιδίως θεσμικούς) στόχους. Είναι, λοιπόν, η κοινωνική δυναμική που διαμορφώνει ή υπογραμμίζει ένα πολιτικό κενό, που αναδεικνύει μια «κεντρώα» ιδεολογικοπολιτική διάσταση στη σφαίρα του πολιτικού: οι άμεσες προτεραιότητες (μεταρρύθμιση) γίνεται ιστορικά δυνατό να αποσυνδεθούν από τις (όποιες) στρατηγικές δυνητικότητες. Έτσι, η ρευστότητα του κομματικού «Κεντρώου» χώρου αντανακλά τις μετατοπίσεις στο επίπεδο του συσχετισμού κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων και συναρτάται πρωτίστως με την αναδίπλωση του ΕΑΜικού κοινωνικού μπλοκ. Εξάλλου, και επίσημες αριστερές πηγές συνομολογούν την παραπληρωματικότητα Κέντρου Αριστεράς, σε ό,τι αφορά την κίνηση των λαϊκών μαζών[13]. Με δεδομένες, λοιπόν, ορισμένες ιδιαιτερότητες της μεταπολεμικής πολιτικής' ιστορίας μας, και με δεδομένο ότι δεν υπάρχουν κόμματα μονοταξικά, «γνήσια»1 κ.λπ., ο καταρχήν ρευστός «κεντρώος» χώρος μπόρεσε να λειτουργήσει, ιδίως από' το 1961, ως εναλλακτική λύση εκπροσώπησης μέρους του πρώην ΕΑΜικής κοινωνικής βάσης - πιθανότατα, των ταλαντευόμενων μικροαστικών και μεσαίων στρωμάτων. Δηλαδή ισχύει τελικά, παρά τον κατηγορηματικό τόνο της, η εκτίμηση ότι «τοi Κέντρο και η Αριστερά αποτελούν, τη μετεμφυλιακή περίοδο, την πολιτική έκφραση του ίδιου κοινωνικού χώρου. Η ενότητα δηλαδή «Κέντρου Αριστεράς», που διόλου, τυχαία περιγράφεται συνήθως ενιαία (Κεντροαριστερά, Δημοκρατική Παράταξη,! Αντιδεξιά, Δημοκρατικές δυνάμεις ή όπως αλλιώς ονομάστηκε) είναι, πριν απ' όλα, μια ιστορικά διαμορφωμένη κοινωνική πραγματικότητα. Μόνο οι δέσμιοι του πολιτικισμού αναζητούν τις διαφορές των πολιτικών κομμάτων στις κορυφές τους και αγνοούν τις κοινωνικές δυνάμεις που αναγνωρίζονται σ' αυτά»[14]. i Υπαινιχθήκαμε ήδη ότι η νεότερη ιστοριογραφία και πολιτική επιστήμη παρασιωπά, συνήθως, την έκρηξη των κοινωνικών (ιδίως εργατικών) αγώνων κατά τη μετεμφυλιακή περίοδο και ως την επιβολή της απριλιανής δικτατορίας. Είναι, όμως, γεγονός ότι - παρά τη «νομοθεσία των βαρβάρων» - οι απεργιακές και άλλες κινητοποιήσεις, ιδιαίτερα από το 1952, εμφάνισαν συχνότητα και μαζικότητα θεαματικά αυξημένη, σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη προγενέστερη φάση. Τα διαθέσιμα στοιχείαj (συγκριτικοί πίνακες, υπολογισμός χαμένων ωρών εργασίας κ.λπ.) είναι πράγματι! αποκαλυπτικά. Μάλιστα, το απεργιακό ρεύμα εμφάνισε σημαντική άνοδο κατά την εποχή της ΕΡΕ και της Ένωσης Κέντρου, για να λάβει εκρηκτικές διαστάσεις (τις μεγαλύτερες, συγκριτικά, σε παγκόσμιο επίπεδο). Ας αναφερθούν ορισμένα ενδεικτικά δεδομένα: το 1961 έγιναν 103 απεργίες, κινητοποιήθηκαν 215.000 εργαζόμενοι( και χάθηκαν 2.000.000 ώρες εργασίας. Το 1962 είχαμε 183 απεργίες, 450.000 απεργούς και 6.000.000 χαμένες ώρες. Τέλος, το 1963 οι απεργίες αυξάνονται σε 212, οι απεργοί σε 748.000 και οι χαμένες ώρες εργασίας σε 16.000.000. Δηλαδή, μέσα σε δύο χρόνια, οι απεργιακές κινητοποιήσεις διπλασιάστηκαν, οι απεργοί υπερτριπλασιάστηκαν και οι χαμένες εργατοώρες εξαπλασιάστηκαν[15]. Οι μετέπειτα εξελίξεις, βέβαια, όπως ήδη σημειώθηκε, οδήγησαν σε ακόμη πιο εντυπωσιακά στοιχεία.

Εκτός των άλλων, οι παραπάνω εξελίξεις μπορούν να αποτελέσουν οδηγό και ( για όσους διαπορούν περί τον «βαθμό ανάπτυξης» και το χαρακτήρα της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Την πεποίθηση μας ότι η καπιταλιστική ολοκλήρωση, στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, έχει ήδη συντελεστεί θα ήταν άστοχο να δικαιολογήσουμε σε αυτήν τη θέση. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί ότι, εκτός των άλλων, το ελληνικό εξωτερικό εμπόριο παρουσίασε μεταξύ 1948 και 1953 αύξηση κατά 200% τουλάχιστον, ενώ κατά το ίδιο διάστημα το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παρουσίασε αισθητή μείωση. Εξάλλου, οι τραπεζικές πιστώσεις προς τη βιομηχανία, μεταξύ 1953 και 1967, σχεδόν δεκαπλασιάστηκαν, πράγμα που υποδηλώνει ταχύρυθμη εκβιομηχάνιση και αύξηση της συμμετοχής των μισθωτών στο παραγωγικό δυναμικό της χώρας. Τέλος, ο ρυθμός της κεφαλαιακής συσσώρευσης (πιο απλά: των επενδύσεων), τουλάχιστον για την περίοδο 1961-1967, είναι στην Ελλάδα μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο χωρών όπως η Ο.Δ. Γερμανίας, η Αγγλία και η Γαλλία[16]. Επομένως, κατά την περίοδο που μας ενδιαφέρει έχει ολοκληρωθεί προ πολλού η διαδικασία υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο, έχει προχωρήσει η κεφαλαιακή συσσώρευση και, γενικότερα, έχει επέλθει ο καπιταλιστικός μετασχηματισμός της ελληνικής κοινωνίας, πράγμα που εξηγεί και την πλειοψηφική παρουσία των μισθωτών εργαζομένων στα κοινωνικά δρώμενα.

Πρέπει όμως να επανέλθουμε στη βασική μας προβληματική: πώς και γιατί το Κέντρο κατορθώνει να υποκαταστήσει μερικά, σε επίπεδο πολιτικής εκπροσώπησης, την Αριστερά της Αντίστασης και του Εμφυλίου; - Και, πριν απ' όλα, νοείται κεντρώα ιδεολογία και πολιτική; Το ερώτημα δεν είναι άνευ σημασίας, τουλάχιστον σε επίπεδο Πολιτικών Επιστημών. Πράγματι, η άποψη ότι δεν υπάρχει «κεντρώο» ιδεολογικοπολιτικό μόρφωμα ή ότι υπάρχει μόνον με την έννοια των «επάλληλων δυϊσμών» (σύγκλιση ή σημεία τομής και αλληλοδιείσδυσης των θέσεων της Αριστεράς και της Δεξιάς) έχει υποστηριχθεί, από «έγκυρα επιστημονικά χείλη», εδώ και είκοσι περίπου χρόνια[17]. Ωστόσο, το θέμα δεν έγκειται ή εξαντλείται στον εντοπισμό προσώπων τα οποία, κατά καιρούς, από ηθικοψυχολογική προτίμηση προς τη «μεσότητα», προσανατολίζονταν προς «μη ακραίους» πολιτικούς φορείς. Ειδικότερα στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, η «κεντρώα» περιοχή του πολιτικού χάρτη υπήρξε αποτέλεσμα των μεταπολεμικών ανακατατάξεων στο συσχετισμό δυνάμεων και του κενού εκπροσώπησης που προέκυπτε από τις αδυναμίες των πρωταγωνιστών του Εμφυλίου: της Αριστεράς, που έχανε σταδιακά μεγάλο μέρος της κοινωνικής της βάσης, πιεζόμενη και από μια σειρά θεσμικών περιορισμών ή κατασταλτικών πρακτικών, αλλά και της Δεξιάς η οποία, οχυρωμένη πίσω από το σκληρό πυρήνα του αστικού κράτους, αδυνατούσε να λειτουργήσει ως κόμμα μαζών. Αυτό δεν σήμαινε, ωστόσο, ότι το Κέντρο θα υιοθετούσε κατ' ανάγκην και θα πρόβαλλε (είτε «στρεβλώς» είτε «γνησίως») ή την ΕΑΜική παράδοση και τα κοινωνικά αιτήματα της περιόδου ή την κοινοβουλευτική νομική ιδεολογία, που είχε απεμπολήσει η συντηρητική παράταξη, ή ότι, πολυσυλλεκτικά σκεπτόμενο και φερόμενο, θα συναιρούσε στοιχεία αυτών των δύο πολιτικών πολιτισμών.

Το Κέντρο, ιδίως μετά τις αποκρυσταλλώσεις του 1961, δεν αποτέλεσε κράμα ή συναίρεση ή κόμμα της μεσότητας. Οι βασικές τον συντεταγμένες (ιδεολογία; πολιτική πρακτική, οργανωτικό πλαίσιο, τύπος σχέσεων με τις μάζες) τον προσδίδουν συγκεκριμένο χαρακτήρα: είναι ένας αστικός κομματικός χώρος, ο οποίος - όπως και άλλα μεγάλα αστικά κόμματα, άλλωστε - έγινε ιστορικά δυνατό ή αναγκαίο να από\ τελέσει φορέα στον οποίο «αναγνωρίστηκαν» πολιτικά ευρύτατες και μάλιστα κινητοποιούμενες λαϊκές μάζες, μέσα σε όρους που θα σκιαγραφηθούν και στη συνέχεια.

Η κοινωνιολογική προσέγγιση της βάσης του κεντρώου χώρου και εκφεύγει από τα όρια της παρούσας παρέμβασης και παρουσιάζεται δυσχερής, ιδίως από τη στιγμή που το Κέντρο γίνεται κόμμα πλειοψηφίας και πολλαπλασιάζει το διαταξικό του ακροατήριο. Πάντως, το ξεκίνημα του υπό τον Γ. Παπανδρέου χώρου παρέχει ορισμένες ευανάγνωστες ενδείξεις για την υφή και το χαρακτήρα του: το ΔΣΚ, κατά το 1946, ανέδειξε βουλευτές στην Αχαΐα, την περιφέρεια του αρχηγού της, στην Ηλεία, την Αιτωλία και τις γειτονικές περιφέρειες της Δυτικής Ελλάδας. Ταυτόχρονα, από τους 27 βουλευτές που εξέλεξε, οι μισοί ήταν παλιοί πολιτευτές, εκλεγόμενοι κατά καιρούς με διάφορα κόμματα ή σχήματα. Επομένως, εκτός των άλλων «η επιρροή του ΔΣΚ συμβαδίζει με την ακτινοβολία του κυριότερου αστικού κέντρου της Δυτικής Ελλάδας, το οποίο δείχνει να αποτελεί, στο πολιτικό πεδίο, πόλο έλξης και σημείο αναφοράς για τις γειτονικές περιοχές. Γεγονός που υποδηλώνει ότι, εκτός από τη γενική ιδεολογική του τοποθέτηση σε εθνικό επίπεδο, το ΔΣΚ ενσωματώνει (ως δευτερεύον φυσικά στοιχείο) και ένα αίτημα περιφερειακής έκφρασης και εκπροσώπησης για την ευρύτερη περιφέρεια της Δυτικής Ελλάδας, η οποία είχε διαδραματίσει παλαιότερα δεσπόζοντα ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας»[18].

Ταυτόχρονα, το κόμμα του Γ. Παπανδρέου είχε σημαντική επιρροή σε περιοχές χωρίς βενιζελική παράδοση (Φλώρινα, Χαλκιδική κ.ο.κ.), ενώ διεκδικούσε μέρος της διαρροής από τη Δεξιά και εμφανιζόταν ως εκφραστής μεσαίων και μικροαστικών στρωμάτων. Το παράδειγμα της Αθήνας, στις εκλογές του 1950, είναι χαρακτηριστικό: τα μεγαλύτερα ποσοστά του το ΔΣΚ τα παρουσίαζε στις «νεόπλουτες» συνοικίες, τα αμέσως χαμηλότερα στις «αριστοκρατικές» και τα χαμηλότερα στις θεωρούμενες «λαϊκές»[19]. Ένα χρόνο αργότερα, το παπανδρεϊκό κόμμα θα έχανε σημαντικό τμήμα της κοινωνικής του βάσης, ιδίως προς την κατεύθυνση του «Εθνικού Συναγερμού», που διεκδικούσε πλέον με επιτυχία την εκπροσώπηση των νέων αστικών μερίδων και την προώθηση της «ανασυγκρότησης». Εξάλλου, την παλαιοκομματική συγκρότηση του παπανδρεϊκού κόμματος υπογράμμισε, κατά τις εκλογές του 1956, η μη ουσιαστική μεταβολή στην εκλογική του γεωγραφία, σε σχέση με τα δεδομένα του 1945 και 1950. Ουσιώδεις μεταβολές, ως προς το κοινωνικό, οργανωτικό και εκλογικό βεληνεκές του Κέντρου θα εμφανιστούν μόνο μετά την ίδρυση της Ενώσεως Κέντρου.

Θα μεσολαβήσει, βέβαια, η εκλογική επιτυχία της ΕΔΑ κατά το 1958, και θα ακολουθήσουν δυναμικές κοινωνικές κινητοποιήσεις. Οι νέες ισορροπίες, από την πλευρά του παπανδρεϊκού ιδιαίτερα χώρου, δεν είναι δυνατόν να αναζητηθούν μονοσήμαντα προς την πλευρά των νικητών του Εμφυλίου: του κράτους, του Στρατού, του αντικομμουνισμού και των κοινωνικών δυνάμεων που εκφράζονταν μέσα από αυτά τα μορφώματα. Έπρεπε να διανοίγουν δίαυλοι επικοινωνίας με το ΕΑΜογενές κοινωνικό δυναμικό, πράγμα που δεν προϋπέθετε αναγκαστική αναβίωση της προπολεμικής σοσιαλίζουσας ρητορικής του Γ. Παπανδρέου, ούτε αποκήρυξη του αντικομμουνισμού: Οι καταπιεζόμενες κοινωνικές δυνάμεις δεν κινούνταν ιδεολογικοπολιτικά ούτε προς κάποιον «σοσιαλισμό», ούτε προς τον «κομμουνισμό». Οποιαδήποτε τέτοια δυναμική είχε υποταγεί, ήδη από την περίοδο 1941-1944, στις αναγκαιότητες μιας ευρύτατης κοινωνικής συμμαχίας, με την προσυπογραφή της Αριστεράς. Τα επίδικα αντικείμενα της περιόδου είχαν κυρίως χαρακτήρα άμεσο (κοινωνική πολιτική, βιοτικό επίπεδο κ.ά.) ή μεσοπρόθεσμα (ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο», έναν επανακαθορισμό των κανόνων του πολιτικού παιχνιδιού, με πρωτεύον στοιχείο την άρση των αποκλεισμών).

Ήδη από τα χρόνια του Εμφυλίου, η Παπανδρεϊκή παράταξη εμφανιζόταν μετριοπαθής, σε σχέση με το προπολεμικό παρελθόν: από θέση αρχής προτίμηση προς τον αβασίλευτο χαρακτήρα του πολιτεύματος, αποδοχή της συμμετοχής της Ελλάδας στο δυτικό στρατιωτικό συνασπισμό (με ηθικολογικές αναφορές στην αναγκαιότητα της ισοτιμίας της κ.λπ.), αναπτυξιολογία και λογικές «κοινωνικού κράτους» σε ό,τι αφορά το οικονομικό πρόγραμμα και αμφισημία ή αρνητική τοποθέτηση στο ζήτημα της νομιμοποίησης του ΚΚΕ και της άρσης των συνεπειών του Εμφυλίου[20]. Αυτές οι θέσεις δεν στοιχειοθετούν, αλλά πάντως αντανακλούν το γεγονός ότι ο Γ. Παπανδρέου προεδρεύει σε «κόμμα που εμπνέεται από την αστική πολιτική φιλοσοφία, που στοχεύει, σε τελευταία ανάλυση, στην διατήρηση του αστικού κοινωνικού συστήματος και όλων των οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών παραμέτρων και αντίκτυπων που αυτό προϋποθέτει ή συνεπάγεται...»[21]. Ωστόσο, αυτές οι (ορθές) διαπιστώσεις καθόλου δεν εξαντλούν το ζήτημα των σχέσεων εκπροσώπησης μεταξύ Κέντρου και ελληνικών κοινωνικών δυνάμεων...

Πιο συγκεκριμένα, στις αρχές της δεκαετίας του '60, θέματα όπως ο ρόλος του στρατού στα πλαίσια της πολιτικής δομής, οι κανόνες του εκλογικού και, ευρύτερα του πολιτικού παιχνιδιού, αλλά και οι αναδιανεμητικές λειτουργίες του κράτους, δεν αποτελούσαν αποκλειστική αρμοδιότητα των κομματικών επιτελείων ή των θεωρητικών: τα έθετε, με δραματικό μάλιστα τρόπο, στο προσκήνιο η ίδια η κίνηση των κοινωνικών δυνάμεων, όπως υποδηλώνουν και οι σύγχρονες μας - ιδεολογικοποιημένες - αναφορές στην «γενιά του 114» και του «15% για την παιδεία». Τα μεγάλα αιτήματα της εποχής δεν υπαγορεύτηκαν από κάποιες «προοδευτικές» πολιτικές δυνάμεις στα μαχητικότερα τμήματα της κοινωνίας: συνέβη ακριβώς το αντίθετο, και οι αντιφάσεις αυτής της υπαγόρευσης αφομοίωσης οδήγησαν στις εκρηκτικότερες στιγμές της περιόδου - αναφερόμαστε ιδίως στα Ιουλιανά, την τάση προσέγγισης των αστικών κομμάτων και την επιβολή της δικτατορίας.

Και ειδικότερα: η Ένωση Κέντρου του Γ. Παπανδρέου δεν κατήγγειλε το εκλογικό αποτέλεσμα του Οκτωβρίου του 1961 από κομματικό και μόνο συμφέρον - πράγμα παντού και πάντα αυτονόητο ή αυταπόδεικτο. Ούτε και ο (υπαρχηγός) Σοφ. Βενιζέλος στηλίτευσε το Γενικό Επιτελείο Στρατού, την ΚΥΠ, την Χωροφυλακή και τα TEA ως συνενόχους της ΕΡΕ, εκκινώντας από προσωπική έμπνευση, ευαισθησία ή επιλογή: μεγάλη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας είχε ήδη βιώσει, συνειδητοποιήσει και καταγγείλει τα παραπάνω δεδομένα[22]. Κατά συνέπεια, επειδή η Ε.Κ. δεν λειτουργούσε εν (κοινωνικώ) κενώ και επειδή δεν επιθυμούσε την κοινωνική της περιθωριοποίηση, δεν μπορούσε να ευθυγραμμιστεί με την ολομέτωπη επίθεση του κράτους εναντίον των λαϊκών στρωμάτων. Επομένως, τα μετέπειτα εκλογικά της κέρδη αποτέλεσαν και συνάρτηση της διάθεσης ή ικανότητας της να μετασχηματίσει σε πολιτικό λόγο αυτές τις πρωτογενείς τάσεις.

Σε ό,τι αφορά τις κοινωνικοοικονομικές διεκδικήσεις, η παράταξη του Γ. Παπανδρέου δεν μπορούσε να τις αγνοήσει ή αποκρούσει: κατά τη δεύτερη θητεία της ΕΡΕ (19611963), οι εργαζόμενοι διεκδικούσαν, με αξιώσεις, αύξηση της αμοιβής των μισθωτών κατά 20% και των συντάξεων κατά 30%, μείωση κατά πέντε χρόνια της συντάξιμης ηλικίας για τους εργαζόμενους στα βαρεία και ανθυγιεινά επαγγέλματα, έλεγχο των απολύσεων, κοινωνική ασφάλιση για τους ανέργους, κατάργηση αντεργατικών διατάξεων κ.λπ.[23] Οι σημερινές λαϊκές αναφορές στη «φιλεργατική πολιτική του Γέρου και του Κέντρου» δεν είναι άσχετες με την - ιδεολογική τουλάχιστον - υιοθέτηση αυτών των στοχεύσεων εκ μέρους της Ε.Κ.

Παράλληλα, γεγονότα όπως η υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης Λονδίνου για το Κυπριακό και (τον Μάιο του 1963) η δολοφονία του Γρηγ. Λαμπράκη, πυροδοτούσαν εκ νέου το πολιτικό σκηνικό, όξυναν τις αντιφάσεις στο στρατόπεδο των καθεστωτικών δυνάμεων και, κυρίως, διεύρυναν με νέα πολιτικά θεσμικά αιτήματα τον ορίζοντα των κοινωνικών αγώνων. Η Ένωση Κέντρου θα καταδίκαζε τις συμφωνίες και θα αντλούσε, από το φόνο του Λαμπράκη, πολιτικά συμπεράσματα ομόλογα με εκείνα των ραγδαία πολιτικοποιούμενων λαϊκών μαζών[24]. Επομένως, καταγγέλλοντας το «κράτος της ΕΡΕ» (είτε εν στενή έννοια, ως στελέχωση των κρατικών μηχανισμών από ανθρώπους του κυβερνητικού κόμματος, είτε εν ευρεία έννοια, ως σκοτεινή διαπλοκή πολιτικών, στρατιωτικών και αστυνομικών μηχανισμών) απεδείκνυε απλώς ότι συλλάμβανε τον παλμό των ημερών - εννοείται, μέσα στα όρια που της έθετε η φύση της, ως (εν ευρεία έννοια) ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους.

Βέβαια, μετά την εκλογική επιτυχία της Ε.Κ., «ο Γ. Παπανδρέου προσπαθεί να πετύχει μια αδύνατη ισορροπία. Προσπαθεί να εξισορροπήσει τις δύο τάσεις που διακατέχουν την πορεία του πολιτικού συστήματος και τους όρους αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων: την τάση διατήρησης της μετεμφυλιακής άρθρωσης των κέντρων εξουσίας, την τάση διατήρησης του εξαναγκασμού ως του συνεκτικού στοιχείου της κοινωνικής επικοινωνίας και της αναπαραγωγής της κοινωνικής ειρήνης, και την τάση ολοκλήρωσης του πυρήνα συνεκτικής ορθολογικότητας, που συγκροτεί συλλογικότητα στη βάση νέων συνθηκών συναίνεσης. Ο Γ. Παπανδρέου προσπαθεί να είναι συνεπής και παράλληλα να διευρύνει τις νέες μορφές συναίνεσης, διατηρώντας όμως συγχρόνως ανέπαφο τον τρόπο κυριαρχίας όπως είχε προκύψει από τον εμφύλιο πόλεμο»[25]. Οι παραπάνω εκτιμήσεις, παρά τη βολονταριστική χροιά τους αναφορικά με τις προθέσεις του Πρωθυπουργού, εκφράζουν περιεκτικά το θεμελιώδες δίλημμα της θητείας του.

Το δίλημμα αυτό (ή καλύτερα η αντίφαση αυτή) δεν αντανακλούσε, απλώς, κάποια ενδοαστική αντίφαση. Η Ένωση Κέντρου δεν ήταν μόνο και μόνο φορέας μιας εναλλακτικής αστικής στρατηγικής (λ.χ. μετριοπαθούς, εκσυγχρονιστικής κ.λπ.), στο βαθμό που η - διακηρυκτική έστω - υιοθέτηση της κοινωνικής κριτικής προς το κράτος, το Στρατό και γενικότερα το μετεμφυλιακό τρόπο κυριαρχίας, δεν μπορούσε να εκφράζει καμία υπολογίσιμη μερίδα της αστικής τάξης. Βέβαια, η μία ή άλλη έκβαση του «εκσυγχρονιστικού» εγχειρήματος, θα αποτελούσε συγκερασμό τάσεων και ενδιαφερόντων. Με την έννοια αυτή, η πολιτική πρακτική της κυβερνώσας Ένωσης Κέντρου δεν πήρε τη συγκεκριμένη της τροπή επειδή απλώς η ηγεσία της ήταν ασυνεπής, «προδοτική», «πρακτορική» κ.λπ. (όπως θα εκτιμούσε αργότερα μερίδα της αριστερής ιστοριογραφίας και κομματικής έκφρασης), αλλά επειδή συνεκτιμούσε, κατ' ανάγκην, τη ροπή των συντηρητικών κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων προς τη διατήρηση του εξουσιαστικού status quo, ενώ ταυτόχρονα, στο χώρο του αμφισβητησιακού μετώπου δεν αναδεικνυόταν μια ολοκληρωμένη στρατηγική εξουσίας. Η σχετική ισοδυναμία των δύο πρωταγωνιστών της κοινωνικοπολιτικής σύγκρουσης και η σώρευση καινούργιου εκρηκτικού υλικού (κορύφωση των κοινωνικών αγώνων, έριδα περί τον έλεγχο του Στρατού, τριγμοί στον - παλαιοκομματικής και πελατειακής, κατά βάση υφής - κομματικό οργανισμό της Ε.Κ. κ.λπ.) συνέτειναν στην πυροδότηση μιας ανοικτής πολιτικής κρίσης, βαθύτερης και από εκείνη του 193536, που επίσης είχε οδηγήσει στην κατάρρευση του «νοσούντος» κοινοβουλευτισμού...

3. Συμπερασματικές σκέψεις

Κατά την πρώιμη περίοδο της ιστορικής του τροχιάς, ο «κεντρώος» πολιτικός χώρος προσδιορίστηκε από τη ρευστότητα του πολιτικού σκηνικού και την εκρηκτικότητα του κοινωνικού πεδίου. Γίνεται λόγος για ποικίλα και μεταλλασσόμενα σχήματα, αρχηγικής και πελατειακής υφής, τα οποία εν μέρει και ασυνεχώς διεκδικούν τη «συνέχεια» της βενιζελικής παράδοσης. Κατά την περίοδο 19461961, οι «κεντρώες» τάσεις αδυνατούν να συναρθρωθούν σε στρατηγική πρόταση, εναλλακτική και ανταγωνιστική απέναντι σε εκείνες της Αριστεράς και της συντηρητικής παράταξης. Το ότι δεν είναι «κόμματα αρχών» ή φορείς με «σύγχρονη» οργανωτική δομή δεν βαρύνει στην ιστορική τους «τύχη» περισσότερο από την αδυναμία τους να επιτελέσουν λειτουργίες πολιτικής εκπροσώπησης, δηλαδή να διαμεσολαβήσουν αποτελεσματικά τις σχέσεις κοινωνικών δυνάμεων κράτους, να εκφράσουν ή εγκαλέσουν ιδεολογικά κάποιο υπολογίσιμο κοινωνικό δυναμικό και να συνδεθούν «αιτιωδώς» με τα ουσιωδέστερα δεδομένα της ιστορικής φάσης ή συγκυρίας, θα εκφράσουν όμως, μερίδες των νεοπαγών μεσοστρωμάτων και, ταυτόχρονα, θα πειραματιστούν περί την καταλληλότητα ενός διφυούς (αλλά σαφώς υπερπροσδιοριζόμενου από την αστική ιδεολογία) πολιτικού λόγου, ικανού να επενδύσει στα αδιέξοδα της Αριστεράς, αλλά και της Δεξιάς. Βέβαια, η αναιμικότητα αυτής της γραμμής ήταν εμφανής: μπορούσε να υπερκεραστεί ακόμη και από την πολιτική του νεότευκτου «Συναγερμού».

Κατά τη δεύτερη περίοδο της ιστορικής του πορείας (1961 και εφεξής), το Κέντρο αναδείχθηκε σε πρωταγωνιστικό φορέα πολιτικής εκπροσώπησης. Εξέφρασε κοινωνικά αιτήματα και προσδοκίες, με τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο είναι ιστορικά δυνατό να εκφραστούν αυτά στην ειδική βαθμίδα της πολιτικής δομής που συνιστούν τα κόμματα. Επομένως, η έκφραση ή αντανάκλαση αυτή δεν ήταν ούτε στρεβλή ούτε γνήσια: ήταν ιστορικά αναγκαία και δυνατή, εξέφραζε το συσχετισμό κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, κατά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '60 και απέδιδε τη στάθμη της πολιτικής συνειδητοποίησης και ενεργοποίησης των λαϊκών τάξεων (εργάτες, αγρότες, υπάλληλοι, μικροεπαγγελματίες, φοιτητές κ.λπ.). Εκτός των άλλων, η ευρύτατη εκλογική απήχηση του Κέντρου κατά το 1964 (53%) είναι αδύνατον να μην καλύπτει και μεγάλο φάσμα αυτών των τάξεων και στρωμάτων.

Εξάλλου, η επικέντρωση των αγώνων της περιόδου 19611965 σε πολιτικά θεσμικά αιτήματα (στο βαθμό που ισχύει) δεν αποτελεί αποτέλεσμα αποπροσανατολιστικών επιλογών κάποιας κομματικής ηγεσίας, αλλά αντιστοιχεί, κατά βάση, στα ενδιαφέροντα του ΕΑΜογενούς κοινωνικού μετώπου. Πράγματι, η προβολή στόχων όπως η μείωση του ασφυκτικού ειδικού βάρους του στρατού στα πλαίσια των κρατικών δομών, η χαλάρωση του αντιδημοκρατικού οπλοστασίου και η άσκηση αναδιανεμητικών λειτουργιών δεν συνιστούσε ενδογενή, ενδοαστική στρατηγική «εκσυγχρονισμού, αλλά προδιέγραψε τη «θεσμοποιημένη» παρουσία των λαϊκών μαζών στο προσκήνιο: αυτές, πρωτίστως, ενδιέφεραν και αφορούσαν.

Ούτως ή άλλως, το Κέντρο - και ο Γ. Παπανδρέου προσωπικά - έγινε ιστορικά δυνατό να επιτελέσουν, σε ευρεία κλίμακα, λειτουργίες ιδεολογικοπολιτικής έγκλησης και μάλιστα έναντι μιας κοινωνικής βάσης που ταξικά «θα έπρεπε» να αντιστοιχεί στο ΚΚΕ και την ΕΔΑ. Οι σημερινές αναφορές στο Κέντρο, ιδίως όταν προέρχονται από μετριοπαθείς πρώην ΕΑΜίτες, αντανακλούν με τον τρόπο τους τις παραπάνω διαπιστώσεις: το Κέντρο στην Ελλάδα, ιδιαίτερα κατά τη φάση 1961-1965, λειτούργησε ως εναλλακτική λύση πολιτικής εκπροσώπησης για ευρύ φάσμα καταπιεζόμενων κοινωνικών δυνάμεων και συνέτεινε στη συντήρηση όσων από τα στοιχεία της αντιστασιακής-«λαοκρατικής» παράδοσης μπορούσε να «ανεχθεί» ο συσχετισμός δυνάμεων της ευρύτερης περιόδου...



[1] Τα υπάρχοντα ποσοτικά δεδομένα γύρω από την κοινωνική απήχηση των μεταπολεμικών κομματικών σχηματισμών δεν υπηρετούν τη βασική προβληματική μου, επειδή αφορούν μόνο την εκλογική τους καταγραφή (κατά περιφέρεια, νομό κ.ο.κ.). Επομένως, θα ήταν παράτολμο να συναχθούν συμπεράσματα για τις σχέσεις εκπροσώπησης Κέντρου Ελληνικής κοινωνίας στη βάση λ.χ., του γεγονότος ότι, σε ορισμένη περίοδο, είχε αυξημένη επιρροή σε κάποια περιφέρεια με αγροτοκτηνοτροφικό ή άλλο χαρακτήρα. Επίσης, δεν είναι αρκετή η γνώση της κοινωνικοεπαγγελματικής σύνθεσης του στελεχικού δυναμικού του ενός ή άλλου κόμματος. Πρβλ. Ηλ. Νικολακόπουλου «Αναζητώντας το Κέντρο. Οι εκλογικές περιπλανήσεις μιας δεκαπενταετίας, 1946-1961», στο συλλογικό «Γεώργιος Παπανδρέου. Η κρίση των θεσμών, οι κομματικοί σχηματισμοί και ο πολιτικός λόγος, 1915-1968», θες νίκη 1990, σελ. 269-272 και 288-290.

[2] Βλ. συνοπτική παρουσίαση και κριτική αυτών των θέσεων από τον Χρ. Βερναρδάκη και Γ. Μαυρή «Η έννοια της σχέσης εκπροσώπησης», περιοδικό «Θέσεις», τεύχος 18, σελ. 4954.

[3] Πρόκειται για πασίδηλες κοινότυπες γνώμες (τόσο στο χώρο της βιβλιογραφίας, όσο και στο επίπεδο της πολιτικής «κοινής γνώμης» και κατά συνέπεια οποιαδήποτε σχετική παραπομπή κρίνεται περιττή. Ειδικότερα όμως για την τέταρτη εκδοχή, βλ. την ενδεικτική τοποθέτηση του Σωτήρη Καραγιάννη «Το δημοκρατικό σοσιαλιστικό κόμμα και οι μεταμορφώσεις του...» στο συλλογικό «Γεώργιος Παπανδρέου...», ό.π., σελ. 3078. Επίσης, για το γενικότερο θέμα της αναντιστοιχίας θεσμών κοινωνίας ή γι» τον κυρίαρχο ρόλο των πολιτικών πρακτικών στα πλαίσια της νεοελληνικής κοινωνίας, χαρακτηριστική και η άποψη του Αγγέλου Ελεφάντη, «Στον αστερισμό του λαϊκισμού», Αθήνα 1991, ιδίως σελ. 42 και 68.

[4] Ενδεικτικά, βλ. Νίκου Πουλαντζά «Γύρω από το θέμα των συμμαχιών», στο περιοδικό «Αγώνας» (έκδοση Β' Πανελλαδικής), τεύχος 7, Οκτώβριος 1979.

[5] Βλ. και Βερναρδάκη - Μαυρή, ό.π., σελ. 578.

[6] Χρ. Τυροβούζη, Βιβλιοκριτική στο έργο του Δημήτρη Χαραλάμπη «Πελατειακές σχέσεις και λαϊκισμός», περ. «θέσεις», τεύχος 34, σελ. 99105.

[7] Βλ. όμως, Σωτήρη Καραγιάννη, ό.π., στην ίδια μελέτη.

[8] Βερναρδάκη - Μαυρή, ό.π., σελ. 60.

[9] Ζαν Μεϊνό «Οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα», Αθήνα 1965, σελ. 317.

[10] Τεκμηρίωση της θέσης αυτής βλ. Χρ. Τυροβούζη «Αυτοδιοίκηση και Λαϊκή Δικαιοσύνη, 19421945. Συμβολή στην Ιστορία των θεσμών της ελληνικής Αντίστασης», Αθήνα 1991, ιδίως σελ. 120-25, 209-12, 255 επόμ. και 229 επόμ.

[11] Δημ. Χαραλάμπη «Πελατειακές σχέσεις και λαϊκισμός. Η εξωθεσμική συναίνεση στο ελληνικό πολιτικό σύστημα», Αθήνα 1989, σελ. 135.

[12] Στο ίδιο, σελ. 134.

[13] Αντ. Μπριλλάκη «Το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα», Αθήνα 1980, ιδίως σελ. 130.

[14] Χρ. Βερναρδάκη - Γιάννη Μαυρή «Κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα», Αθήνα 1991, απόσπασμα που περιέχεται στο άρθρο του Τάσου Παππά «Αριστερά. Μπλε βαθύ, σχεδόν πράσινο», περ. «Αντί», τεύχος 505 1992.

[15] Μεταξύ άλλων, στοιχεία παρέχει ο Ροσέτος Φακιολάς, «Ο εργατικός συνδικαλισμός στην Ελλάδα», Αθήνα 1978, σελ. 110-124 και ο Γεράσιμος Στεφανάτος, «Οι απεργιακοί αγώνες της εργατικής τάξης», «Νέος κόσμος», τεύχος 2 1964, σελ. 159.

[16] Γιάννη Μηλιού «Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη», Αθήνα 1988, σελ. 330333 και 3567.

[17] M. Durenger «Les Partis Politiques», Paris, 1976, pp. 303-4, 322-4.

[18] Ηλ. Νικολακόπουλου, ό.π., σελ. 270.

[19] Του ίδιου, «Κόμματα και βουλευτικές εκλογές οτην Ελλάδα, 1946-1964. Η εκλογική γεωγραφία των πολιτικών δυνάμεων», Αθήνα 1985, σελ. 169-70.

[20] Βλ. μεταξύ άλλων, «Γεωργίου Παπανδρέου: Πολιτικά κείμενα», Αθήνα χ. χρ., έκδοση Μπάυρον, ιδίως μέρος Β', σελ. 1518, 110-11 και 159.

[21] Σωτ. Καραγιάννη, ό.π., σελ. 304.

[22] Βλ. συνέντευξη του Σοφ. Βενιζέλου στην εφημ. «Ελευθεροτυπία», στις 26.11.1961.

[23] Γερ. Στεφανάτου, ό.π., σελ. 161.

[24] Πρβλ. Νίκου Ψυρουκη «Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, 1940-1967», Γ', ε' έκδοση, Αθήνα 1983, σελ. 244 επόμ. και 272.

[25] Δημ. Χαραλάμπη, ό.π., σελ. 223.