«ΙΧΝΗ» ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΔΡΑΣΗΣ ΑΝΤΙΚΑΘΕΣΤΩΤΙΚΩΝ ΒΟΥΛΓΑΡΩΝ-ΑΛΒΑΝΩΝ ΚΑΙ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΤΑ 1945-1949

εφ. «Ριζοσπάστης», 27/11/1945, σελ. 2

Λάρισα, 26. Έφθασαν προχθές στην πόλη μας περί τους [.]0 άνδρες των προδοτικών σωμάτων του Μιχαήλοβιτς καθώς και Αλβανοί ταγματασφαλίτες. Οι προδότες αυτοί επιβαίνουν 7 φορτηγών αυτοκινήτων και θα συνεχίσουν το ταξίδι για την Αθήνα. Κατά τις ομολογίες τους διέμεναν στα χιονισμένα βουνά κοντά στα Σκόπια με άλλες προδοτικές δυνάμεις που υπολογίζονται σε 10.000 περίπου. Στο ελληνικό έδαφος μπήκαν κοντά στη Φλώρινα. Για το Μιχαήλοβιτς αρνήθηκαν να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν τη φήμη ότι βρίσκεται σε ελληνικό έδαφος.

εφ. «Ριζοσπάστης», 9/6/1946, σελ. 1

Ο δημοκρατικός λαός της Σύρας είνε ανάστατος απ’ το γεγονός της παραμονής και φιλοξενίας στην πόλη 800 Βουλγάρων , Σέρβων και Αλβανών φασιστών και εγκληματιών πολέμου (περιλαμβάνονται Κουίσλιγκς νομάρχες, ανώτεροι αξιωματικοί, εμπρηστές ελληνικών χωριών, δολοφόνοι Ελλήνων πατριωτών κλπ).

Μόλις έφθασαν οι «επίσημοι ξένοι» τους παραχώρησαν το καλύτερο κτίριο της Σύρας (τη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών) τη στιγμή που τα σχολεία στεγάζονται σε σπίτια , η νυχτερινή σχολή δε λειτουργεί από έλλειψη κτιρίου κλπ. […]

εφ. «Ριζοσπάστης», 23/6/1946, σελ. 1

[…] Επειδή πολύ μας έχει συγκινήσει αυτές τις μέρες το Ιερό σωβινιστικό μένος που έχει πιάσει όλους τους μεγάλους πατριώτες αρθρογράφους, τον κ. Θ. Νικολούδη, τον κ. Γ.Α.Β. (που μετράει κάθε πρωί τους Σλάβους και τους βγάζει με ρίγος στην αμαρτωλή του ράχη πότε διακόσια και πότε τριακόσια εκατομμύρια), τον κ. Βεντήρη («απεθηριώθη ο κόκκινος τρόμος. Η δυτική Μακεδονία ιδιαίτέρως ομοιάζει ως να έχει υποστή εχθρικήν εισβολήν») κλπ κλπ Θα τους καταγγείλουμε μια ιστορία που θα αρπάξει από το σβέρκο τον πατριωτισμό τους:

Υπάρχει στις Κυκλάδες ένα ωραίο ήρεμο νησί με κατοίκους αγαθούς χωρικούς και ψαράδες. Το λένε Κύθνο. Τις τελευταίες βδομάδες έγινε μια ανήκουστη επιδρομή στο νησί. Πλάκωσαν Βούλγαροι! Οι ίδιοι μάλιστα Βούλγαροι , που είχαν βάψει στο αίμα την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Τους έστειλε στο νησί ο υπουργός της Δημοσίας Ασφαλείας κ. Σπυρέττος Θεοτόκης. Οι κάτοικοι έστειλαν αμέσως στην Αθήνα μια επιτροπή από νοικοκυραίους. Να η συνέχεια: («Ελευθερία» 21/6/46): Ο κ. Θεοτόκης αντικρούων παράκλησιν επιτροπής Κυθνίων όπως απαλλάση την νήσον από την παρουσίαν των μισητών αυτών υποκειμένων, εγκαθιστών αυτά εις μίαν ερημόνησον, απήντησε προς μεγάλην κατάπληξίν των ότι τα βουλγαρικά αυτά καθάρματα ΕΙΝΕ «ΚΥΡΙΟΙ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΤΑΣ ΑΝΕΣΕΙΣ ΤΩΝ».

Και είνε ΔΥΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ αυτοί οι «κύριοι» προστατευόμενοι του κ. Θεοτόκη για λογαριασμό των στρατηγών Ρόλλιγκς και Γουΐκαμ. Οι πιο πολλοί είνε Βούλγαροι . Αλλά έχει και γιουγκοσλαβικό κατακάθι, τους προδότες τσέτνικους του Δράζα Μιχαήλοβιτς, που βουνό-βουνό έφτασαν …στην πατρίδα τους τη φασιστική Ελλάδα. Έχει και αρβανίτικο κατακάθι, τους αλήτες σκινετάρους του Μπαλ Κομιτάρε των Ταγμάτων Ασφαλείας. Κι αυτοί βουνό-βουνό έφτασαν στην επικράτεια του Ρόλλιγκς-Γουΐκαμ κι έγιναν «κύριοι».

Να παρουσιάσουμε τρία τέσσερα δείγματα:

Ο «κύριος» Μάνιο ΠΟΠΩΦ, ο αιμοχαρής αεροπόρος στα γερμανοβουλγαρικά Ες Ες. Βομβάρδισε τη Θεσσαλονίκη κατά την υποχώρηση των Γερμανών. Η λαϊκή δικαιοσύνη της πατρίδας του τον δίκασε ΓΙΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ 15 χρόνια κάτεργα. Τόσκασε από τη Γκόρνα Τζουμαγιά και παραδόθηκε στην Ελλάδα. Δεν το μετάνοιωσε βέβαια.

Ο «κύριος» Αντών Ποπ ΙΒΑΝΩΦ. Ο Βούλγαρος Κουΐσλιγκ Φίλωφ τον είχε διορίσει δήμαρχο στο Συνκέλεβο Σιδηροκάστρου. Τα χέρια του στάζουν ελληνικό αίμα.

Ο «κύριος» Ζελιάσκο ΓΚΟΤΣΤΕΦ ενωμοτάρχης που οργίασε στη βουλγαροκρατούμενη Ελλάδα. Βαρύνεται προσωπικά για σωρεία εκτελέσεων Ελλήνων.

Ο «κύριος» Τοντόρ ΝΤΟΥΡΑΝΩΦ του κινητού γερμανοβουλγαρικού αποσπάσματος Ες Ες. Οργίασε ιδιαίτερα στη Δράμα και Καβάλλα.

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε με δεκάδες τέτοια ονόματα. Οι Αλβανοί του Μπαλ Κομιτάρε έχουν οι άνθρωποι περίφημα πιστοποιητικά αγρίων σφαγών Ελλήνων στη Γλύνα και άλλα μέρη της Βορείου Ηπείρου.

Βρίσκονται όλοι όσοι δεν στάλθηκαν στην Κύθνο , στη Σύρα. Είνε ελεύθεροι, κάνουν τα μπάνια τους και τις ασχημίες τους, έχοντας προκαλέσει την αγανάκτηση όλων των κατοίκων. Όλων εκτός από την «ανώτερη κοινωνία» που (οι Ιταλοί έφυγαν, ας είνε και Βούλγαροι) «άνοιξε τας αγκάλας της και τους υποδέχτηκεν , όπως διαβάζουμε στην τοπική εφημερίδα «Κυκλαδίτικη Φωνή» (15/6/46).

Κύριε υπουργέ Νταλίπη, κύριοι ΓΑΒ και Βεντήρη κλπ κλπ. Τι ιδέα έχετε γι αυτή τη χαριτωμένη ψευτοκαταδίκη του δήμιου Κάλτσεφ; Και για κάτι ύποπτα ταξίδια Βουλγάρων φασιστών που ταξιδεύουν ελεύθερα προς την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη; Μήπως σας θυμίζουν όλα αυτά το Ρούπελ; Και μήπως ο άκρατος ιερός και κατεργάρικος πατριωτισμός σας μυρίζει ΒΟΥΛΓΑΡΙΣΜΟ-του είδους του μακαρίτη Φίλωφ που ήταν (ως τον τουφεκισμό του) και επίτιμος καθηγητής του εθνικόφρονος «Αθήνησι Πανεπιστημίου» σας;

Κ. ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΗΣ

εφ. «Ριζοσπάστης», 27/6/1946, σελ. 1

Οι «εαμοβούλγαροι» και «αι αναρχοκομμουνιστικαί συμμορίαι καθοδηγούμεναι από τον Τίτο και τον Δημητρώφ» δίνουν και παίρνουν στις στήλες των μοναρχικών εφημερίδων. Δεν έχουν άλλα όπλα οι άνθρωποι, από τη συκοφαντία, την ξετσιπωσιά, την αισχρότητα.

Στο μεταξύ όμως τα γεγονότα τους ξεκουρελιάζουν και η αλήθεια λάμπει. Οι «εαμοβούλγαροι» πολέμησαν τους Βουλγάρους 4 χρόνια. Και οι «αντιβούλγαροι» τους έδιναν το Ρούπελ, υποκλινόνταν στο Φίλωφ και σήμερα καλοτρέφουν 800 Βουλγάρους στη Σύρα που συνωμοτούν κατά της Ελλάδας και της Ειρήνης.

Να τι κάνουν στη Σύρα οι εγκληματίες αυτοί. Πριν 10 μέρες ένας Βούλγαρος αξιωματικός «κρατούμενος» ζήτησε και ήλθε σε επαφή με τον Άγγλο λοχαγό κ. Μπώντον. Μίλησαν γερμανικά (περίεργη σύμπτωση!) με διερμηνέα το διευθυντή του Εμπορικού Επιμελητηρίου κ. Βατιμπέλα. Ο Βούλγαρος ζήτησε προκαταβολικά απ’ τον κ. Μπώντον το λόγο της τιμής του ότι δεν πρόκειται να ανακοινώσει τίποτα απ’ όσα θα λεχθούν. Ο λόγος τιμής δόθηκε. Και ο Βούλγαρος είπε: ΕΦΥΓΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΜΕ ΕΙΔΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ. Κακώς συνελήφθην και πρέπει να με αφήσετε ελεύθερο να πάω στη Θεσσαλονίκη για να διεκπεραιώσω την αποστολή μου .

Ο άγγλος του δήλωσε ότι «μπορεί να εκμυστηρευθεί σ’ αυτόν τα της αποστολής του». Ο «φιλοξενούμενος» όμως απάντησε ότι «θα μιλήσει μόνο ή στο σύνδεσμο με τον οποίο θα συναντιόνταν στη Θεσσαλονίκη Ή ΣΤΟΝ ΑΓΓΛΟ ΠΡΕΣΒΕΥΤΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ». Εφ’ ω και ο Μπώντον ανέλαβε να «κανονίσει την υπόθεση».

Η αντεθνική και ανθελληνική αυτή συνομιλία καταγγέλθηκε στις ελληνικές αρχές. Και την άλλη μέρα ο κ. Μπώντον πληροφορήθηκε το γεγονός. (Πως συμβαίνει αλήθεια οι Άγγλοι να μαθαίνουν σε λίγες ώρες ότι συμβαίνει στον κρατικό μηχανισμό αφού δεν επεμβαίνουν στα εσωτερικά μας. Θα τους ζήλευαν και οι Γερμανοί ακόμα που δήλωναν επίσημα ότι επεμβαίνουν στις υποθέσεις μας.)

Η αποκαλυπτική αυτή συνομιλία έχει άμεση σχέση με την είδηση ότι έφθασαν στη Θεσσαλονίκη με το ατμόπλοιο «Πειραιεύς» 20 Βούλγαροι απ’ τους «κρατούμενους» στις Κυκλάδες. Τους παρέλαβε κλειστό αγγλικό αυτοκίνητο που τους οδήγησε σε άγνωστη κατεύθυνση. Και η είδηση καταλήγει:

«Όπως καταγγέλθηκε οι Βούλγαροι φασίστες προωθούνται προς τη Μακεδονία και Θράκη για να συγκροτήσουν συμμορίες που θα ενεργούν επιδρομές στα ελληνικά χωριά δολοφονίες, ληστείες και αρπαγές για να δοθούν όπλα συκοφαντίας στην ελληνική αγγλική και βουλγαρική αντίδραση».

«Εαμοβούλγαροι» λοιπόν το μέτωπο της Λαϊκής Δημοκρατίας. Και «αντιβούλγαροι» οι «λαοπρόβλητοι» και οι ξένοι καθοδηγητές τους. Και λένε ψέμματα οι αριστερές εφημερίδες όταν αποκαλούν τη σημερινή Ελλάδα φασιστική εστία αντιβαλκανικών και αντιειρηνικών συνωμοσιών! […]

εφ. «Εμπρός», 28/7/1946, σελ. 4

[…] Τηλεγραφήματα εκ Σερρών αναφέρουν ότι υπό του εκεί Κέντρου Αλλοδαπών συνελήφθησαν ως εισελθόντες λάθρα εις το ελληνικόν έδαφος οι Βούλγαροι φυγάδες Νέκτωφ, Γρηγόρωφ, Πέτκωφ, Γκεόργκ, Κωνσταντινώφ και Γκελέσκωφ. Άπαντες οι ανωτέρω είναι μέλη του αγροτικού κόμματος του Δημητρώφ. Ανακρινόμενοι υπό του διοικητού του τμήματος εξέθεσαν με τα ζωηρότερα χρώματα τας διώξεις και τα μαρτύρια που υφίστανται υπό των κομμουνιστών, οι οποίοι έθεσαν πυρ εις το χωρίον των, διότι οι κάτοικοι αυτού μη ανεχόμενοι τους κομμουνιστάς, ετράπησαν εις τα όρη. Οι συλληφθέντες, καταδιωκόμενοι υπό των βουλγαρικών αρχών, διέφυγον δια του Στρυμόνος και εισήλθον εις το ελληνικόν έδαφος. Επίσης συνελήφθησαν οι Ιβάν Αγγέλωφ και Βασίλη Στέϊνωφ. Οι τελευταίοι ούτοι υπηρέτουν εις ειδικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως ταγμάτων εργασίας, φέρουν δε στρατιωτικάς στολάς με αριθμούς και ειδικά γνωρίσματα. […]

εφ. «Ριζοσπάστης», 5/11/1946, σελ. 1

[…]Σκοτεινά, πραγματικά καταχθόνια μέσα σ’ αυτό το χάος οι Άγγλοι συνεχίζουν να παίζουν το ρόλο τους. Ο υποπρόξενος της Φλώρινας Χίλλ με ολόκληρο επιτελείο από σκοτεινούς τυχοδιώκτες που λένε πως είνε από την Κύπρο, γυρνά στα σλαβομακεδονικά χωριά και προπαγανδίζει έντεχνα την αυτονομία γιατί έτσι-λέει- θα σωθούν οι Σλαβομακεδόνες απ’ την ελληνική καταπίεση! Αμέσως όμως ύστερα ακολουθούν τα λεφούσια των μοναρχοφασιστών , ζώνουν τα χωριά και κάνουν πρωτοφανή όργια! Αυτό ο κ. Χίλλ κάνει άψογα και πολλές άλλες δουλειές. Συγκεντρώνει τους οπαδούς του Μιχαήλοβιτς και μαζί με άλλους παράγοντες οργανώνουν συμμορίες που τις στέλνουν στην Αλβανία. Μα εκεί τα πράγματα είνε πολύ άσχημα γι αυτούς και ξαναγυρνάνε πίσω τσακισμένοι. Προχθές φέρανε στη Θεσσαλονίκη απ’ το χωριό Αγία Παρασκευή (κοντά στα σύνορα Ελλάδας-Γιουγκοσλαβίας) μια ομάδα από Αλβανούς που τους «κράτησαν» και τους δίνουν και το μισθό τους.

Ανάμεσα σ΄ αυτούς τους Αλβανούς φασίστες είνε οι Φεκιρέ Ντινέ, πρώην υπουργός του Αχμέτ Ζώγου, Χουσνί Ντινέ (αδελφός του πρώτου), αρχηγός του επιτελείου του στρατού του Ζώγου και Μ. Αλάζ του επιτελείου του Ζώγου.[…]

εφ. «Ριζοσπάστης», 7/11/1946, σελ. 1

[…]Στη Φλώρινα υπάρχουν 7 οπαδοί του Μιχαήλοβιτς και μπαλίστες, στο Κρατερό 16 και στις Κλεινές 14. Όλοι αυτοί λένε πως είναι προστατευόμενοι του αγγλικού υποπροξενείου. Μπαινοβγαίνουν ελεύθερα στα ελληνοσερβικά σύνορα. Στα σερβικά σύνορα πρέπει να σημειώσω, υπάρχουν χωριά με οπαδούς του Μιχαήλοβιτς και μέσω αυτών το υποπροξενείο έχει απλώσει ένα μεγάλο δίκτυο κατασκοπείας , που περιλαμβάνει τόσο την περιοχή τη δική μας όσο και την περιοχή Μοναστηρίου.[…]

εφ. «Ριζοσπάστης», 2/2/1947, σελ.4

Τηλεγραφούν από τα Σκόπια ότι συνεχίσθηκε εκεί χθες η δίκη των μελών της φασιστικής τρομοκρατικής οργάνωσης «Νασιονάλε Σκιπτάρε Ντεμοκράτικ». Πρώτος απολογήθηκε ο Εμίν Αζενί που πέρασε τα ελληνικά σύνορα με τους Μπαλίστες και συνεργάτες του εχθρού και καθοδηγούνταν από τον Τεπέζα ο οποίος πιάστηκε από τις γιουγκοσλαβικές αρχές ενώ γύριζε στη Γιουγκοσλαβία.

Ο κατηγορούμενος ομολόγησε ότι παρέμεινε στα δάση με μια ομάδα 40 φασιστών που κατά τα τέλη Αυγούστου 1945 κατέφυγε στην Ελλάδα. Στο δρόμο συναντήθηκαν με μια άλλη ομάδα φασιστών και μαζύ πέρασαν τα ελληνικά σύνορα.

Σ’ ερώτηση του προέδρου πού έμειναν στην Ελλάδα ο κατηγορούμενος απάντησε ότι οι Έλληνες τους πήραν στην Φλώρινα και τους στέγασαν σε μεγάλα κτίρια. Ο καθένας πήρε 8 κουβέρτες, πολιτική ενδυμασία και παπούτσια. Ύστερα οι Έλληνες τους ζήτησαν πληροφορίες για τον τρόπο εκγύμνασης καθώς και το είδος του οπλισμού του γιουγκοσλαβικού στρατού. Ο κατηγορούμενος ανέφερε έπειτα ότι και άλλες ομάδες Μπαλιστών πέρασαν τα σύνορα. Έτσι ύστερα από δυο μήνες ήταν συγκεντρωμένοι στη Φλώρινα 183 Μπαλίστες οι οποίοι μεταφέρθηκαν στη Λάρισα με κάρρα και από κει σιδηροδρομικώς στο Βόλο , όπου έμειναν 3 μήνες κυκλοφορώντας ελεύθεροι. Μια μέρα, συνέχισε ο Αζενί, ήλθε ένας αξιωματικός της Ούνρα και μας ρώτησε αν θέλουμε να πάμε στην Αμερική ή την Τουρκία. [….]

Φοίβος Οικονομίδης, Η επανάσταση στην Ελλάδα- Το ΚΚΕ και οι ξένοι φίλοι (εμφύλιος 1945-1949), ΑΑ Λιβάνη, Αθήνα, 2011, σελ. 377

Ο γραμματέας του ΚΚΕ ζήτησε από τον Ιωαννίδη, [7-2-1947] στο Βελιγράδι, «αν είναι δυνατόν» να στείλει «στοιχεία για τη δράση των φασιστικών ομάδων στις γειτονικές χώρες, που έρχονται από την Ελλάδα»[1].[…]

εφ. «Ελευθερία», 1/3/1947, σελ.

Ο εν Ρώμη ανταποκριτής του Ρώυτερ μεταδίδει ότι το πρόβλημα τι θα απογίνουν οι 12.000 περίπου Τσέτνικ, οι οποίοι ευρίσκονται σήμερον εις τα εν Ιταλία στρατόπεδα υπό την αγγλικήν στρατιωτικήν διεύθυνσιν, θα λυθή υπό της αγγλικής κυβερνήσεως λίαν προσεχώς δια δύο λόγους:

1. Διότι η γιουγκοσλαυϊκή κυβέρνηση ήρχισε να ασκή περισσοτέραν πίεσιν , ιδία αφ’ ότου την 25ην Ιανουαρίου εγένετο εις το πλησίον της Νεαπόλεως στρατόπεδον των Τσέτνικ ο φόνος ενός υπαλλήλου της γιουγκοσλαυϊκής κυβερνήσεως, ο οποίος είχεν επιφορτισθή να φροντίση δια την παλινόστησιν των εκεί ευρισκομένων Τσέτνικ.

2. Διότι εντός ολίγου όλα τα αγγλικά στρατεύματα θα αποσυρθούν εξ Ιταλίας και δεν θα είναι δυνατόν να παραμείνουν εκεί οι Τσέτνικ υπό την ευθύνην της ιταλικής κυβερνήσεως.

Φοίβος Οικονομίδης, Η επανάσταση στην Ελλάδα- Το ΚΚΕ και οι ξένοι φίλοι (εμφύλιος 1945-1949), ΑΑ Λιβάνη, Αθήνα, 2011, σελ. 375-377

Την άνοιξη του 1947 μία βρετανική Στρατιωτική επιτροπή στάλθηκε στην Ιταλία για να εξετάσει τους Γιουγκοσλάβους Τσέτνικς, που στρατοπέδευσαν κοντά στη Νάπολι υπό το στρατηγό Νταμιάνοβιτς και που κατηγορούνταν ότι είχαν συνεργασθεί με τους Γερμανούς, την περίοδο του πολέμου, εναντίον των παρτιζάνων του Τίτο.

Η Στρατιωτική Επιτροπή έμεινε εντυπωσιασμένη από τις συζητήσεις της με άνδρες και αξιωματικούς των Τσέτνικς, που είχαν «μία συμπεριφορά ειλικρίνειας και εμπιστοσύνης» απέναντι στους Βρετανούς.

Ο ταξίαρχος Μακλέιν ενημέρωσε το Φόρειν Όφις ότι «το γεγονός πως πολλοί από αυτούς που συνεργάστηκαν οικειοθελώς με τον εχθρό εναντίον των παρτιζάνων» του Τίτο «δεν τους ενοχλούσε στο ελάχιστο» και είχαν «επίσης εμπιστοσύνη για το μέλλον». «Δεν τους ενοχλούσε η ιδέα» ότι μπορούσε οποιοσδήποτε από αυτούς «να σταλθεί πίσω στη Γιουγκοσλαβία» για να δικασθεί. «Αντίθετα, ανυπομονούσαν να δράσουν ως προφυλακή της αγγλοαμερικανικής επίθεσης, που ακλόνητα πιστεύουν ότι αργά ή γρήγορα θα εξαπολυθεί εναντίον του ανατολικού μπλοκ». Η πεποίθησή τους δυνάμωσε «μετά την ομιλία του προέδρου Τρούμαν» και «πράγματι μερικοί ήδη ζητούσαν έντονα να σταλούν στην Ελλάδα»[2].

Η Βρετανική Αποστολή μίλησε με 1.500 Τσέτνικς, που έδιναν «μία ή δύο σταθερές απαντήσεις» στο ερώτημα «πού θα ήθελαν να πάνε τώρα, αφού δεν επιθυμούν να επιστρέψουν στη Γιουγκοσλαβία». Η πρώτη απάντηση ήταν «οπουδήποτε τους διατάξει η κυβέρνηση της Μεγάλης Βρετανίας ή ο βασιλιάς Πέτρος» της Γιουγκοσλαβίας. Και η δεύτερη απάντηση ήταν να σταλούν «στην Ελλάδα».

Ο ίδιος ο στρατηγός Νταμιάνοβιτς «παραδέχθηκε» στο Βρετανό ανακριτή του «την έντονη αντικομμουνιστική και ειδικότερα αντι-Τίτο προπαγάνδα» που ασκούσε στους άνδρες του, στους οποίους τόνιζε την ανάγκη να παραμείνουν σε στρατιωτικό σχηματισμό. Ως αποτέλεσμα αυτής της προπαγάνδας , οι άνδρες του Νταμιάνοβιτς ένιωθαν «σαν η προφυλακή ενός Στρατού» ο οποίος θα «συνεχίσει τη μάχη εναντίον του κομμουνισμού, που τώρα καθοδηγείται από τη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ». Ο Νταμιάνοβιτς παρατήρησε: «Φυσικά οι άνδρες μου θέλουν να πάνε στην Ελλάδα, γιατί η Ελλάδα είναι η πλησιέστερη προς τη Γιουγκοσλαβία μη κομμουνιστική χώρα από όπου μπορούμε να συνεχίσουμε τον αγώνα μας για να ανατρέψουμε τον κομμουνισμό στη Γιουγκοσλαβία[3].

Ο ταξίαρχος Μακλέιν τόνισε απερίφραστα ότι «η βρετανική ευθύνη στο ζήτημα» αυτό «ήταν έκδηλη», γιατί «χωρίς μια ανεπίσημη ενθάρρυνση» δεν ήταν δυνατόν ο Νταμιάνοβιτς και οι άνδρες του να έλεγαν τέτοια πράγματα «αν δεν αισθάνονταν ότι έχαιραν της επιδοκιμασίας μας»[4].[…]

Φοίβος Οικονομίδης, Η επανάσταση στην Ελλάδα- Το ΚΚΕ και οι ξένοι φίλοι (εμφύλιος 1945-1949), ΑΑ Λιβάνη, Αθήνα, 2011, σελ. 377-380

Στις 19 Ιανουαρίου 1948 έγινε στην Ουάσιγκτον μία συνάντηση ανάμεσα στον πρώτο γραμματέα της Βρετανικής Πρεσβείας στις ΗΠΑ: Ντόνλαντ Μακλέιν και τον εκπρόσωπο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Τζέρνιγκαν. Το θέμα που ενδιέφερε τους Βρετανούς ήταν οι δραστηριότητες των Γιουγκοσλάβων βασιλοφρόνων στην Ελλάδα. Το μνημόνιο του διαλόγου που διαμείφθηκε ήταν το ακόλουθο:[5]

Ο κ. Μακλέιν είπε ότι η κυβέρνησή του ανησυχούσε για την έγκριση και υποστήριξη που δινόταν από την ελληνική κυβέρνηση στις δραστηριότητες ορισμένων Γιουγκοσλάβων βασιλοφρόνων στην Ελλάδα. Αναφέρθηκε ιδιαίτερα σ’ ένα συνταγματάρχη Ναούμοβιτς, που είχε φτάσει κάποια στιγμή στην Αθήνα τον περασμένο χρόνο, φέρνοντας μαζί του ένα γράμμα από τον πρώην βασιλιά Πέτρο της Γιουγκοσλαβίας, που τον εξουσιοδοτούσε να φροντίσει για τα συμφέροντα των Γιουγκοσλάβων εμιγκρέδων στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με τις βρετανικές πληροφορίες, ο συνταγματάρχης Ναούμοβιτς αφιερώθηκε όχι απλώς στους εμιγκρέδες, αλλά μάλλον ενθαρρύνθηκε να οργανώσει ένα κατασκοπευτικό δίκτυο που να δράσει στη Γιουγκοσλαβία από μια βάση στην Ελλάδα. Ο Ναούμοβιτς είχε κάνει κάποιου είδους συμφωνία με την ελληνική κυβέρνηση, όπου σε ανταπόδοση για την ελληνική βοήθεια σ’ αυτή την επιχείρηση οι πληροφορίες που θα συλλέγονταν θα μεταβιβάζονταν στο Ελληνικό Γενικό Επιτελείο, όπως επίσης και στον πρώην βασιλιά Πέτρο. (Τη στιγμή της αρχικής του άφιξης στην Ελλάδα, ο συνταγματάρχης Ναούμοβιτς είχε έρθει σε επαφή και είχε ενισχυθεί από το στρατηγό Ζέρβα). Η ομάδα του, είπε ο κ. Μακλέιν, δεχόταν τώρα οικονομική υποστήριξη από την ελληνική κυβέρνηση.

Οι βρετανοί ήταν βασικά ενοχλημένοι γιατί ο συνταγματάρχης Ναούμοβιτς και οι συνεργάτες του ήταν απρόσεκτοι στις δραστηριότητές τους, που είχαν γίνει ήδη γνωστές σ’ ένα αριθμό ανθρώπων στην Αθήνα. Λόγω του ζητήματος της κομμουνιστικής διείσδυσης στην Ελλάδα, φαινόταν απίθανο ότι η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση και άλλοι σοβιετικοί δορυφόροι θα εμποδίζονταν από το να μάθουν την αληθινή φύση της αποστολής του συνταγματάρχη και την ανάμειξη των Ελλήνων ιθυνόντων σ’ αυτήν. Οι Βρετανοί θεώρησαν ότι θα ήταν ατυχές αν η Ελλάδα, που μέχρι τώρα είχε λευκό μητρώο, κηλιδωθεί από μια επιχείρηση αυτού του είδους. Η Επιτροπή Έρευνας του Συμβουλίου Ασφαλείας, τον περασμένο χρόνο, είχε απαλλάξει την Ελλάδα από τις κατηγορίες των δορυφόρων , ότι υποστήριζε ανατρεπτικές δραστηριότητες που κατευθύνονταν εναντίον των βορείων γειτόνων της, αλλά αυτές οι κατηγορίες θα έβρισκαν μία πραγματική βάση αν τα σχέδια των Γιουγκοσλάβων βασιλοφρόνων γίνονταν γνωστά. Η βρετανική κυβέρνηση δεν πίστευε ότι θα υπήρχε κάποιο θετικό αποτέλεσμα από το προτεινόμενο κατασκοπευτικό δίκτυο και σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε και αν ήταν τα αποτελέσματα, δεν θα αντιστάθμιζαν τη ζημιά που θα γινόταν στην ελληνική υπόθεση απέναντι στην παγκόσμια κοινή γνώμη.

Ο κ. Μακλέιν είπε ότι η κυβέρνησή του αναρωτιόταν μήπως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να κάνουν τα αναγκαία βήματα ώστε η ελληνική κυβέρνηση να σταματήσει την επέκταση της οικονομικής βοήθειας προς το συνταγματάρχη Ναούμοβιτς.

Ο Τζέρνιγκαν , στις βρετανικές θέσεις, απάντησε ότι «δεν γνώριζε τίποτα σχετικά με το ζήτημα», αλλά «θα ήταν ευτυχής να μάθει», αν το Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχε «κάποια πληροφορία για το θέμα». Όμως διατύπωσε με ευθύτητα την αμφιβολία του «αν θα φαινόταν πρακτικό και επιθυμητό να αναληφθεί οποιαδήποτε ενέργεια» για να εμποδιστεί η ελληνική κυβέρνηση να δράσει προς τη συγκεκριμένη αυτή κατεύθυνση.

«Ο κ. Μακλέιν» απάντησε «πως πίστευε ότι οι Βρετανοί αρμόδιοι στο Λονδίνο ήταν σε ανεπίσημη προσωπική επαφή με τον πρώην βασιλιά Πέτρο και ότι τους ήταν δυνατόν να τον προσεγγίσουν άμεσα σχετικά με το θέμα». Ο Τζέρνιγκαν απάντησε ότι «δεν ήθελε να δώσει κάποια συμβουλή, αλλά απλώς επιθυμούσε να ξεκαθαρίσει το ζήτημα». «Σαν παρατήρηση», ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ είπε ότι «η ελληνική κυβέρνηση πιθανώς να προβάλει το επιχείρημα ότι είναι δικαιολογημένη να έρχεται σε μία συμφωνία με τη φιλοβασιλική γιουγκοσλαβική οργάνωση, γιατί οι δυνατότητες που μία τέτοια ομάδα έχει, για να συγκεντρώσει πληροφορίες, δεν θα μπορούσαν να συλλεχθούν από πράκτορες ελληνικής καταγωγής».

«Ο κ. Μακλέιν συμφώνησε» με την άποψη του Τζέρνιγκαν, «αλλά φάνηκε να πιστεύει ότι αυτό το πλεονέκτημα αντισταθμιζόταν από τον απρόσεκτο τρόπο με τον οποίο η επιχείρηση επραγματοποιείτο»[6].



[1] ΑΣΚΙ, Κ.146, Φ7/33/14, τηλεγρ. Ζαχαριάδη προς Ιωαννίδη, 7.2.1947.

[2] Αρχείο Φ.Ο., FO 371/67375, R 5230, από Ρώμη, σερ Τσαρλς, 15.4.1947.

[3] Αρχείο Φ.Ο., FO 371/67375 (Εγκληματίες Πολέμου), R 5491, LACAB/82/INT/WOSM, Έκθεση Ντ. Πόρτερ, από Ρώμη, 18.4.1947

[4] Αρχείο Φ.Ο., FO 371/67375, R 5230.

[5] Αντίγραφο της συνομιλίας στάλθηκε και στη CIA.

[6] Εθνικά Αρχεία ΗΠΑ, RG, Ουάσιγκτον, microfilms room, έγγραφο χωρίς κωδικό αριθμό, Μνημόνιο Συνομιλίας, 19.1.1948.[…] Στην κλασική σειρά (868.00) των αρχείων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για την Ελλάδα το έγγραφο αυτό παρακρατείται ακόμα ως άκρως απόρρητο. Υπάρχει όμως σε άλλη σειρά σχετική με τη Γιουγκοσλαβία.