ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1940-1950

Από εργασία του Τσακάλη Ιωάννη με τίτλο:

«Οι Ελληνικές Κυβερνήσεις 1940-1974»,

αναδημοσίευση από : http://greeklaws.com/pubs/uploads/1003.pdf

[…]

Σύνοψη των πολιτικών γεγονότων 1935-1940

Ο Γεώργιος Β΄ επιστρέφει στην Ελλάδα στις 25 Νοεμβρίου 1935. Στο διάγγελμά του προς το λαό εμφανίζεται ως δημοκρατικός και συμφιλιωτής, «υπεράνω κομμάτων και παθών» και υπόσχεται λήθη του παρελθόντος και αμνηστία. Ως επαλήθευση των επαγγελιών του διαγγέλματος ο βασιλιάς, στις 30 Νοεμβρίου, παύει την κυβέρνηση Κονδύλη και αναθέτει στο μετριοπαθή αντιβενιζελικό Κωνσταντίνο Δεμερτζή (1876-1936) το σχηματισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης με κύριους στόχους τη χορήγηση αμνηστίας και τη διενέργεια εκλογών. Την 1η Δεκεμβρίου η κυβέρνηση χορηγεί αμνηστία για όλα τα αδικήματα που διέπραξαν μη στρατιωτικοί κατά το βενιζελικό κίνημα του Μαρτίου του 1935. Η μη χορήγηση αμνηστίας στους στρατιωτικούς απόβλεπε στο να αποκλείσει την επαναφορά των αποτάκτων του κινήματος στο στρατό. Έτσι, η αμνηστία που χορήγησε η κυβέρνηση δεν ήταν γενική ούτε ουσιαστική. Στις 26 Ιανουαρίου 1936 διενεργούνται εκλογές κάτω από συνθήκες ελευθερίας και με το αναλογικό σύστημα. Τα διάφορα κόμματα της αντιβενιζελικής παράταξης, με επικεφαλής το Λαϊκό, έλαβαν 143 έδρες και τα βενιζελόφρονα κόμματα, με επικεφαλής το κόμμα των Φιλελευθέρων 142 έδρες. Το «Παλλαϊκό Μέτωπο» που αποτελούσε συνασπισμό μικρών αριστερών κομμάτων με κύρια δύναμη το Κ.Κ.Ε. 15 έδρες. Το κυριότερο συμπέρασμα των εκλογών της 26ης Ιανουαρίου είναι ότι απόδειξαν σε ποιο βαθμό ήταν νόθο το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος με το οποίο είχε επανέλθει ο Γεώργιος Β΄. Τα δημοκρατικά κόμματα ( βενιζελική παράταξη-Αριστερά) συγκέντρωσαν 648.066, ενώ τα βασιλικά κόμματα 602.840 ψήφους. Οι εκλογές δεν έδωσαν απόλυτη πλειοψηφία σε κανένα κόμμα, σε καμία από τις παλιές παρατάξεις και η επιβίωση μιας δημοκρατικής κυβέρνησης εξαρτιόταν από την υποστήριξη των 15βουλευτών του Παλλαϊκού Μετώπου. Προσπάθειες για σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού από τα δυο μεγάλα κόμματα, το Λαϊκό και το φιλελεύθερο, αποτυγχάνουν. Μια απόπειρα συμφωνίας Φιλελευθέρων και Παλλαϊκού Μετώπου για σχηματισμό κυβέρνησης προκαλεί την αντίδραση των βασιλοφρόνων στρατιωτικών κύκλων. Οι Φιλελεύθεροι υποχωρούν και προτείνουν στο βασιλιά το σχηματισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης με πρωθυπουργό πάλι τον Κων/νο Δεμερτζή. Στη νέα κυβέρνηση Δεμερτζή, τοποθετείται ως αντιπρόεδρος και υπουργός των στρατιωτικών ο Ιωάννης Μεταξάς (14 Μαρτίου 1936). Ενώ θα συνερχόταν η Βουλή για να ακούσει τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης έφτασε από το Παρίσι η είδηση ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν ετοιμοθάνατος. Η είδηση προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση. Στις 18 Μαρτίου 1936 ο Ελευθέριος Βενιζέλος πεθαίνει εξόριστος στο Παρίσι. Ο θάνατος του Βενιζέλου καθυστέρησε την εμφάνιση στη Βουλή της κυβέρνησης Δεμερτζή. Στις 13 Απριλίου ο πρωθυπουργός βρέθηκε νεκρός στο κρεβάτι του. Αμέσως ο βασιλιάς, χωρίς να συμβουλευτεί ούτε τους αρχηγούς των κομμάτων του ούτε τη Βουλή, όρκισε ο ίδιος πρωθυπουργό τον Ιωάννη Μεταξά, στον οποίο η Βουλή παρέχει ψήφο εμπιστοσύνης (27 Απριλίου σχεδόν ομόφωνη από τα δυο μεγάλα κόμματα). Η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Μεταξά, προκαλεί αντιδράσεις σε ευρύτατα στρώματα του λαού. Στις 29 Απριλίου οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης κατέρχονται σε απεργία η οποία, στις 6 Μαΐου μεταβάλλεται σε πανεργατική. Η κυβέρνηση την καταστέλλει με βία. 30 εργάτες νεκροί · περισσότεροι από 300 τραυματίες. Ο Μεταξάς εκμεταλλεύεται την ευκαιρία: εκατοντάδες ηγέτες των εργατών συλλαμβάνονται και εξορίζονται. Κάτω από επίδραση της αγανάκτησης ολόκληρου του ελληνικού λαού για τη δολοφονία των εργαζομένων της Θεσσαλονίκης, τα δυο μεγάλα κόμματα αρχίζουν συνεννοήσεις για τη δυνατότητα σχηματισμού μιας κυβέρνησης συνασπισμού · όμως ο ξαφνικός θάνατος του αρχηγού του Λαϊκού κόμματος Παναγή Τσαλδάρη (17 Μαΐου) θέτει προσωρινό τέρμα στις επαφές. Η αδράνεια των δύο κομμάτων ενθαρρύνει το Μεταξά που προχωρεί απροκάλυπτα, με τη βοήθεια των ανακτόρων και με τη συγκατάθεση της Αγγλίας, στην προπαρασκευή της δικτατορίας. Πλαισιώνει όλες τις μεγάλες στρατιωτικές μονάδες με στρατιωτικούς γνωστούς για την αφοσίωσή τους στο βασιλιά και αντικαθιστά όλους τους νομάρχες με ανθρώπους της απόλυτης εμπιστοσύνης του. Η προσπάθεια για εγκαθίδρυση μεταξικού κράτους προκαλεί έντονε ανησυχίες στην κοινή γνώμη και όλες τις δημοκρατικές εφημερίδες επισείουν την απειλή κήρυξης δικτατορίας. Μπροστά στην απαίτηση της κοινής γνώμης τα κόμματα των λαϊκών και των φιλελευθέρων προχωρούν σε ένα προσχέδιο συμφωνίας για σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού. Όμως είναι αργά. Στις 4 Αυγούστου ο Μεταξάς σε συμφωνία με το βασιλιά καταργεί το σύνταγμα και επιβάλλει δικτατορία. Η δικτατορία του Μεταξά ανακόπτει την πολιτική εξέλιξη της Ελλάδος και την οδηγεί στα διοικητικά συστήματα των ολοκληρωτικών κρατών της Ευρώπης. Η ιδιομορφία της δικτατορίας αυτής ήταν το ότι δεν επιβλήθηκε με στρατιωτικό πραξικόπημα, ούτε στηρίζονταν σε ένα μαζικό και ισχυρό κόμμα, όπως σε άλλα ομοειδή καθεστώτα, αλλά βασίστηκε στη βασιλική υποστήριξη και ανοχή σε συνδυασμό με την απάθεια και αδράνεια του πολιτικού κόσμου. Ο Μεταξάς κυβέρνησε αυταρχικά έχοντας στα χέρια του την εκτελεστική και την νομοθετική εξουσία. Την νομοθετική εξουσία την ασκούσε εκδίδοντας αναγκαστικούς νόμους. Για να εξασφαλίσει μάλιστα την εφαρμογή της πολιτικής του ιδρύθηκε υπουργείο για τη δημόσια ασφάλεια ενώ ο ίδιος, επηρεασμένος από από την γερμανική ανατροφή και κουλτούρα του, αναδιοργάνωσε τη μυστική υπηρεσία στα πρότυπα της Γκεστάπο. Όσον αφορά την πολιτική του, παρόλο τον αυταρχισμό της διακυβέρνησης του, ρύθμισε τα αγροτικά χρέη που είχαν συσσωρευτεί μέχρι τον Ιανουάριο του 1935 με τον αναγκαστικό νόμο 677/1937. Επίσης, παραχώρησε με τον αγροτικό νόμο του 1939 ιδιοκτησία στους γηγενείς ακτήμονες και στους πρόσφυγες. Στον εξωτερικό τομέα ακολούθησε φιλική πολιτική συνεργασίας με τις Βαλκανικές χώρες και προσπάθησε να αποκαταστήσει τις σχέσεις με την Τουρκία. Η δικτατορία συνέπεσε χρονικά με την Έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Μεταξάς πέθανε στα τέλη Ιανουαρίου του 1941 δίχως προοπτική διαδοχής ή αντικατάστασης του, για την οποία ο ίδιος δεν είχε μεριμνήσει.

Η Κυβέρνηση Αλέξανδρου Κορυζή [29 /1/1941 έως 20/4/1941]

Μετά τον θάνατο του Ι. Μεταξά επικρατεί μια χαώδη κατάσταση εξαιτίας της παράλυσης της πολιτικής ζωής, λόγω της δικτατορίας Μεταξά, και της παρακμής των παλαιών κομμάτων. Σε μια ατμόσφαιρα γενικής αποσάθρωσης ο πολιτικά άπειρος τραπεζίτης Αλέξανδρος Κορυζής αναλαμβάνει την πρωθυπουργία (στις 29 Ιανουαρίου 1941), ύστερα από έντονες διαβουλεύσεις μεταξύ του Γεώργιου και των πολιτικών κομμάτων. Η κυβέρνηση Κορυζή, στις κρίσιμες αυτές στιγμές για την χώρα, παρέπαιε ανάμεσα σε ηττοπαθή κυβερνητικά στελέχη, στις βρετανικές πιέσεις για τη σύσταση ενός κοινού μετώπου εναντίον των Ναζί και στις προσωπικές απαιτήσεις του βασιλιά. Λίγες μέρες μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης και ενώ ο ελληνικός στρατός υποχωρούσε μπροστά στους Γερμανούς, ο Κορυζής ύστερα από ένα θυελλώδες υπουργικό συμβούλιο αυτοκτονεί.

Ι)Oι Ελληνικές κυβερνήσεις 1941-1944

Κατά την περίοδο αυτή στην ελληνική επικράτεια ενυπάρχει ένα περίεργο πολιτικό φαινόμενο με την ύπαρξη 3 κυβερνήσεων, 2 νόμιμων( η κυβέρνηση Τσουδερού που βρίσκονταν εξόριστη στο Κάιρο και η ΠΕΕΑ από τον Μάρτιο του 1944) και των κατοχικών που αντλούσαν την νομιμοποιητική τους δύναμη από την εξουσία που είχαν οι κατακτητές στις κατεχόμενες περιοχές. Οι κατοχικές κυβερνήσεις καταλύθηκαν με την απελευθέρωση της Ελλάδας.

Α)Οι Κατοχικές κυβερνήσεις

Μετά την ολοκλήρωση της κατάληψης της Ελλάδας, ύστερα από τις διαδοχικές συνθηκολογήσεις του ελληνικού στρατού ( στο Βοτονότσι, στα Γιάννενα και στη Θεσσαλονίκη) οι Γερμανοί σκέφτονταν ήδη τις επόμενες πολεμικές επιχειρήσεις κυρίως αυτής της Σοβιετικής Ένωσης. Οι νέοι όμως αυτοί στόχοι επέβαλαν την αποδέσμευση των γερμανικών δυνάμεων από κάθε δευτερεύουσα αποστολή. Βασικός τους στόχος ήταν η διευθέτηση των διοικητικών και πολιτικών εκκρεμοτήτων που δημιουργούσε η κατάκτηση στις νέες περιοχές. Έτσι λοιπόν προέβησαν στο σχηματισμό κατοχικής κυβέρνησης. Ο σχηματισμός κυβέρνησης και η ΄΄αυτοδιοίκηση’’ της Ελλάδας ευνοούσε, όπως προειπώθηκε, την γερμανική πολιτική. Οι ιθύνοντες του Βερολίνου θεωρούσαν ότι με την ενεργό συνεργασία του υπάρχοντος ελληνικού κρατικού μηχανισμού, με τον έντονο συγκεντρωτικό και αντικομουνιστικό χαρακτήρα (όπως είχε διαμορφωθεί από το μεταξικό καθεστώς) θα μπορούσε να επικρατήσει η τάξη με παράλληλη εξοικονόμηση γερμανικών δυνάμεων. Παράλληλα η κυβέρνηση αποτελούσε αντίβαρο στις εθνικιστικές βλέψεις της Ιταλίας και της Βουλγαρίας που προσέβλεπαν σε de facto προσάρτηση των περιοχών που ασκούσαν την διοίκηση. Οι κατοχικές κυβερνήσεις δεν απέκτησαν ποτέ διεθνή νομιμοποίηση καθώς οι Δυνάμεις Κατοχής δεν έδωσαν διεθνή αναγνώριση στο νέο καθεστώς, το οποίο έμεινε χωρίς Υπουργό Εξωτερικών καθ’ όλη την διάρκεια της Κατοχής. Οι Κυβερνήσεις επίσης δεν διέθεταν εξουσία παρά μόνο παρά μόνο στις περιοχές που κατείχαν οι Γερμανοί[1] καθώς στις άλλες περιοχές η διοίκηση ασκούνταν είτε από τους Ιταλούς είτε από τους Βούλγαρους( τριπλή κατοχή). Οι κατοχικές κυβερνήσεις κινήθηκαν ανάμεσα στο μίσος των Ελλήνων πολιτών και την περιφρόνηση των κατοχικών αρχών που έβλεπαν αυτούς ως απλούς υπηρέτες, ασήμαντα γρανάζια των μηχανισμών τους. Πέτυχαν να λειτουργήσουν το κράτος συνδέοντας το απόλυτα με τα συμφέροντα των Γερμανών και στρέφοντάς το ενάντια του ίδιου τους του λαού..

Α1) Η Κυβέρνηση Τσολάκογλου [30/4/1941 έως 2/12/1942]

Η ευθύνη για τη σύσταση της πρώτης Κατοχικής κυβέρνησης ανήκει στον ίδιο τον κύκλο των στρατηγών που πήραν την πρωτοβουλία για την συνθηκολόγηση των ελληνικών στρατευμάτων στις 23 Απριλίου του 1941.

Την πρωθυπουργία ανέλαβε ο στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου ο οποίος είχε εκφράσει την προθυμία του να σχηματίσει κυβέρνηση στην κατεχόμενη Ελλάδα. Η κυβέρνηση που προέκυψε κάθε άλλο παρά αντιπροσωπευτική ή πολιτική ήταν. Ήταν μια στρατιωτική κυβέρνηση το αρχικό κυβερνητικό σχήμα της οποίας περιείχε 6 στρατηγούς παρά την προσπάθεια του Τσολάκογλου να συσπειρώσει τους πολιτικούς της παλιάς προμεταξικής γενιάς. Κύριος σκοπός της κυβέρνησης Τσολάκογλου ήταν εκτός από την διοίκηση της χώρας η αντιμετώπιση του εντονότατου επισιτιστικού προβλήματος, η καταπολέμηση των κερδοσκόπων που ανέκυψαν από την δημιουργία μαύρης αγοράς στα τρόφιμα και στα είδη πρώτης ανάγκης και η διατήρηση της ελληνικής διοίκησης σε όλη την ελληνική επικράτεια. Στους δύο πρώτους τομείς η κυβέρνηση απέτυχε παταγωδώς. Απόδειξη τούτου οι 300.000 νεκροί του χειμώνα του 1942. Επίσης απέτυχε να διατηρήσει ενιαία την υπό ελληνική διοίκηση χώρα και δεν μπόρεσε να αποτρέψει την βουλγαρική κατοχή με ό,τι αυτό συνεπάγονταν. Και στους 3 αυτούς τομείς επέδειξε χαρακτηριστική αδράνεια. Η κυβέρνηση υπέβαλε την παραίτησή της την 1η Δεκεμβρίου του 1942.

Α2) Η Κυβέρνηση Λογοθετόπουλου [2/12/1942 έως 7/4/1943]

Ο Τσολάκογλου παραιτούμενος όρισε ως διάδοχό του τον μέχρι τότε αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο. Η νέα κυβέρνηση που σχηματίστηκε είχε λιγότερους στρατιωτικούς από ότι η προηγούμενη. Ένα από τα πρώτα μέτρα που πήρε ήταν η έκδοση νέου κυβερνητικού διατάγματος ’’περί παροχής συσσιτίου εις τους μισθωτούς, το οποίο πρέπει να θεωρηθεί ως νέα και πανηγυρική εκδήλωσις της στοργής της πολιτείας προς τους εργαζομένους’’. Παρά τα μέτρα ’’πρόνοιας’’, η πρωθυπουργία του Λογοθετόπουλου συνδέθηκε με τις μαζικές διαδηλώσεις και απεργίες που συντάραξαν την Αθήνα και άλλες πόλεις της χώρας στις αρχές του 1943 εναντίον της φημολογούμενης βίαιης πολιτικής επιστράτευσης εργατικού δυναμικού για τα εργοστάσια της Γερμανίας. Συνολικά ο Λογοθετόπουλος αν και επέδειξε κάποιες ικανότητες αποδείχτηκε ανεπαρκής για το αξίωμα του πρωθυπουργού. Αναγκάστηκε να υποβάλλει την παραίτησή του στις 6 Απριλίου 1943 καθώς οι κατακτητές αναζητούσαν μια καταλληλότερη επιλογή επιζητώντας μια κυβέρνηση με μεγαλύτερο κύρος και αποδοχή από τους Έλληνες, την στιγμή που το ΕΑΜ αύξανε την εξουσία του στην ύπαιθρο.

Α3) Η Κυβέρνηση Ράλλη [7/4/1943 έως 12/10/1944]

Μετά την παύση της κυβέρνησης Λογοθετόπουλου μια μερίδα παλιών πολιτικών με έντονο αντικομουνιστικό προσανατολισμό κινητοποιήθηκαν για να δημιουργηθεί μια ισχυρή κυβέρνηση η οποία θα συνεργάζονταν στενά με τους κατακτητές. Κίνητρό τους δεν ήταν η συμπάθειά τους προς τους Γερμανούς αλλά ο φόβος της επικράτησης του κομουνισμού που διαφαίνονταν με την επικράτηση του ΕΑΜ στην ύπαιθρο. Την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Ιωάννης Ράλλης η κυβέρνηση του οποίου ορκίστηκε στις 7 Απριλίου του 1943. Στην κυβέρνηση αυτή μετείχαν πολλοί δικαστικοί και καθηγητές Πανεπιστημίου. Η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δαμασκηνό, διορισμένο από τους Γερμανούς, κάτι που αύξανε σημαντικά το κύρος της και έδινε συμβολικά μηνύματα. Η κυβέρνηση Ράλλη είχε να επιληφθεί διαφορετικά προβλήματα από ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις καθώς το επισιτιστικό πρόβλημα είχε λυθεί με τις διανομές τροφίμων του Ερυθρού Σταυρού. Η κυβέρνηση Ράλλη είχε να αντιμετωπίσει την απονομιμοποίηση της εξουσίας της από την προέλαση του ΕΑΜ και την συνεχή αυτομόληση διοικητικών στελεχών(υπαλλήλων, δικαστικών) προς τις ελεύθερες περιοχές. Προς αντιμετώπιση του ΕΑΜ η κυβέρνηση αυτή προέβη στην σύσταση των ’’Ταγμάτων Ασφαλείας’’ τα οποία συνεπικουρούμενα από τους Γερμανούς ήρθαν σε σκληρή σύγκρουση με το ΕΑΜ από τις δυνάμεις του οποίου και διαλύθηκαν. Η κυβέρνηση Ράλλη κατέρρευσε με την απελευθέρωση της Ελλάδας και την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων.

Β) Οι εξόριστες κυβερνήσεις

Σύντομο γενικό σχόλιο

Η κατάληψη της Ελλάδας, την άνοιξη του 1941, δεν σήμανε το τέλος της πολεμικής προσπάθειας του ελληνικού κράτους, το οποίο θα συνεχίσει τον αγώνα από το εξωτερικό. Οι εξόριστες κυβερνήσεις έχουν ορισμένα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά, των οποίων η επισήμανση είναι αναγκαία σε μια προσπάθεια συνολικής αποτίμησης του έργου τους. Πρώτον, εκπροσωπούν τη συνέχεια του ελληνικού κράτους: Παρά την αναγκαστική απουσία τους από τον ελληνικό χώρο, συνέχισαν να αναγνωρίζονται όχι μόνο από τους συμμάχους, αλλά και από τους περισσότερους ουδέτερους, ως οι επίσημες κυβερνήσεις της χώρας. Οπωσδήποτε, με δεδομένη την αδυναμία ανάδειξής τους από την λαϊκή βούληση, αντλούσαν τη νομιμοποίησή τους πρώτιστα από το διορισμό τους από τον αρχηγό του κράτους, το βασιλιά Γεώργιο β΄ Δεύτερον, η μεταφορά του αγώνα στο εξωτερικό συμπίπτει με μια ιδιότυπη μεταπολίτευση καθώς μετά το θάνατο του Μεταξά ο βασιλιάς Γεώργιος δεν αποκατέστησε επίσημα τη λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος. Ίσως βέβαια η διενέργεια εκλογών να μην ήταν εφικτή μέσα στις κρίσιμες συνθήκες του πολέμου. Πάντως μετά την αυτοκτονία του Κορυζή με τον διορισμό του Εμμανουήλ Τσουδερού στην εξουσία, ενός πολιτικού με βενιζελική πολιτική καταγωγή, καθώς και με την εκκαθάριση του στρατού από πολλούς μεταξικούς στρατιωτικούς υπήρξε μια έμμεση και εκ των υστέρων πολιτική αποστροφή του στέμματος προς την δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Τρίτον, οι εξόριστες κυβερνήσεις αποτελούν μια πρώτη απόπειρα συνεργασίας μεταξύ των πολιτικών που προέρχονταν από τις αντίπαλες παρατάξεις του Εθνικού Διχασμού. Η συνεργασία αυτή ήταν επιβεβλημένη λόγω των έκτακτων συνθηκών που δημιουργήθηκαν. Το 4ο χαρακτηριστικό των εξόριστων κυβερνήσεων ήταν η άμεση εξάρτησή τους από τους συμμάχους, σε όλους τους τομείς, και κυρίως από την Αγγλία η οποία και παρενέβαινε απροκάλυπτα στον σχηματισμό και στη λήψη των αποφάσεων τους. Αυτό συμβαίνει σε όλες τις εξόριστες κυβερνήσεις όπου παρατηρείται δυσαναλογία στόχων και μέσων, αφού οι διοικήσεις αυτές δεν ελέγχουν την επικράτεια τους άρα στερούνται των πόρων του κράτους και της δυνατότητας της στρατολόγησης των πληθυσμού της χώρας τους. Ας επισημανθεί τέλος, ότι η ύπαρξη και η δράση εξόριστων κυβερνήσεων, όπως η ελληνική, παρουσιάζει ένα νομικό παράδοξο:χωρίς κοινοβουλευτική αντιπροσωπευτικότητα, νομοθετικά σώματα και δικαστικές αρχές, ιδιοποιούνταν κυριαρχικές εξουσίες επί εδάφους και λαού που τελούσαν υπό ξένη κατοχή. Από την άποψη του διεθνούς δικαίου, η αναγνώριση της νομιμότητας των εξόριστων κυβερνήσεων υφίστατο de facto, βασισμένη στην καθιερωμένη αρχή περί occupatione bellica, σύμφωνα μα την οποία η εχθρική κατοχή δεν πλήττει την κυριαρχία του κατακτημένου κράτους. Όσο για την εγκατάσταση εξόριστων ένοπλων δυνάμεων σε ξένο έδαφος, ρυθμίζονταν από το νομικό καθεστώς ’’περί συμμαχικών δυνάμεων’’.

Β1)Η Κυβέρνηση Τσουδερού [20/4/1941 έως 14/4/1944]

Ο διορισμός του Ε. Τσουδερού στην πρωθυπουργία, στις 21 Απριλίου 1941 μετά την αυτοκτονία του Αλ.. Κορυζή , συνέπεσε με μια συγκυρία δραματική, καθώς είχε ήδη σπάσει το μέτωπο στην Μακεδονία ενώ την προηγούμενη ο στρατηγός Τσολάκογλου είχε υπογράψει τη συνθηκολόγηση του στρατού. Το ενδεχόμενο, μάλιστα, μετάβασης της κυβέρνησης στην Κρήτη, φαίνεται ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόφαση του Γεώργιου να καλέσει στην Πρωθυπουργία έναν Κρητικό πολιτικό, βενιζελικών απόψεων. Πράγματι η κυβέρνηση και ο βασιλιάς μετακινήθηκαν αρχικά στην μεγαλόνησο από όπου αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν το βράδυ της 22ης Μαΐου και να κατευθυνθούν στην Αλεξάνδρεια. Από τη στιγμή αυτή η κυβέρνηση πέρασε στην εξορία. Ο τόπος της ενδεχόμενης εγκατάστασης της είχε ήδη απασχολήσει Έλληνες και Βρετανούς ιθύνοντες από την ώρα που είχε διαφανεί η βεβαιότητα της γερμανικής επίθεσης. Διαδοχικοί Έλληνες πρωθυπουργοί, ο Κορυζής και οι Τσουδερός, είχαν εκδηλώσει την προτίμησή τους για την Κύπρο της οποίας ζήτησαν παραχώρηση, ώστε να ασκεί εξουσία η κυβέρνηση επί εθνικού εδάφους. Στην περίπτωση αυτή η κυβέρνηση δε θα ήταν καν εξόριστη, αλλά οι Βρετανοί αντέδρασαν σε μια ενέργεια που θα προδίκαζε το μέλλον της Κύπρου. Η παραμονή στην Αίγυπτο δεν μπορούσε να διαρκέσει επί μακρόν, καθώς η Αιγυπτιακή κυβέρνηση φιλοξενούσε μεν βρετανικές στρατιωτικές μονάδες (βάση της διμερούς συμφωνίας του 1936), ήταν όμως τυπικά ουδέτερη και δεν ήθελε να φιλοξενήσει την κυβέρνηση εμπόλεμου κράτους. Έτσι στο τέλος του Ιουνίου του 1941 ο βασιλιάς, ο Τσουδερός και οι περισσότεροι Υπουργοί αναχώρησαν για τη Ν. Αφρική, από όπου στα τέλη Αυγούστου, μετακινήθηκαν στο Λονδίνο. Τον Μάρτιο του 1943 λόγω εσωτερικών ερίδων πού είχαν ξεσπάσει στα ελληνικά στρατεύματα αλλά και λόγω της μετατόπισης του πολέμου στη Μεσόγειο η κυβερνητική έδρα εγκαταστάθηκε στη Μ. Ανατολή. Οι επιδιώξεις της κυβέρνησης περιγράφηκαν σε υπόμνημα που υπέβαλλε ο Τσουδερός στον Γεώργιο ,με ημερομηνία 4 Ιουλίου 1941.Οι 3 άμεσες προτεραιότητές της ήταν η συγκρότηση αξιόμαχων ενόπλων δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, η μέριμνα για την ανακούφιση του χειμαζόμενου ελληνικού λαού και η προβολή των εθνικών διεκδικήσεων. Μετά την άφιξή της στο Λονδίνο έπρεπε να αντιμετωπίσει τιτάνιες δυσκολίες. Στερημένη από τους πόρους του κράτους έπρεπε να καλύψει τα έσοδα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων και να μεριμνήσει για την συντήρηση των 15.000 Ελλήνων προσφύγων που ζούσαν σε στρατόπεδα στην Τουρκία και σε άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής. Επίσης έπρεπε να φροντίσει άμεσα για τον εφοδιασμό των αστικών περιοχών της Ελλάδας που πλήττονταν άμεσα από την έλλειψη τροφίμων εξαιτίας του ναυτικού αποκλεισμού που είχε επιβάλλει η Αγγλία. Η ελληνική κυβέρνηση με υπομνήματα του πρωθυπουργού προς τον Τσόρτσιλ , και ύστερα από τους χιλιάδες θανάτους στην Αθήνα από την πείνα, κατάφερε να οργανωθούν αποστολές σιτηρών από ουδέτερα σκάφη υπό την αιγίδα του Σουηδικού Ερυθρού Σταυρού. Ήδη στις 2 Ιουνίου-δηλαδή ελάχιστες μέρες μετά την αναχώρηση από το ελληνικό έδαφος- σημειώθηκε μια ουσιαστική μεταβολή στην σύνθεση της κυβέρνησης. Ενώπιον της αντίδρασης των σαφέστατα βενιζελικά διακείμενων Ελλήνων της Αιγύπτου, απομακρύνθηκαν ορισμένοι μεταξικοί υπουργοί την θέση των οποίων πήραν Βενιζελικοί. Η εξόριστη κυβέρνηση για να αποκηρύξει κάθε σχέση που την συνέδεε με την δικτατορία του Μεταξά ύστερα και από την πίεση πολλών πολιτικών από τον ελλαδικό χώρο, προέβη δημοσιοποίηση 2 Συντακτικών Πράξεων: Της 4ης Φεβρουαρίου 1942 με την οποία (δεδομένης της αδυναμίας ολικής εφαρμογής του Συντάγματος του 1911) ρυθμιζόταν η άσκηση της εξουσίας μέχρι την εισαγωγή και λειτουργία ’’Ελεύθερου Συνταγματικού Πολιτεύματος΄΄ και της Συντακτικής Πράξης της 22ης Οκτωβρίου του 1942 με την οποία καταργούνταν και ρητώς τα διατάγματα της 4ης Αυγούστου 1936 τα είχαν αναστείλει τη

ισχύ του συντάγματος του 1911. Η κυβέρνηση Τσουδερού θα παραιτηθεί ύστερα από την εξέγερση μεγάλου μέρους των Ελληνικών Δυνάμεων που βρίσκονταν στη Μέση Ανατολή, τον Απρίλιο του 1944, η οποία σφραγίστηκε με την υποβολή υπομνήματος στον Τσουδερό υπογεγραμμένο από την πλειοψηφία στρατιωτών, ναυτών και αξιωματικών με το ποίο ζητούνταν η παραίτηση της κυβέρνησης Τσουδερού και ο σχηματισμός Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας με την συμμετοχή της ΠΕΕΑ. Ο βασιλιάς δεν κάνει αρχικά αποδεκτή την παραίτηση και τότε η εξέγερση γενικεύεται. Οι Άγγλοι την καταπνίγουν διαλύοντας τις Ελληνικές δυνάμεις τις οποίες συγκεντρώνουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ερυθραία και στην Λιβύη και τότε ο Γεώργιος αναγκάζεται να αποδεχτεί την παραίτηση.

Β2) Η Κυβέρνηση Σοφοκλή Βενιζέλου [14/4/1944 έως 26/4/1944]

Μετά την παραίτηση του Τσουδερού ορκίζεται στις 14 Απριλίου ορκίζεται πρωθυπουργός ο Σοφοκλής Βενιζέλος μαζί με μόνο 2 Υπουργούς. Η θητεία του όμως θα είναι εξαιρετικά βραχύβια καθώς στις 26 Απριλίου παύεται από τον βασιλιά και στη θέση του αναλαμβάνει ο Γεώργιος Παπανδρέου.

Γ)Η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης(ΠΕΕΑ)

Το 1943 ύστερα από τις αποτυχημένες διαβουλεύσεις του ΕΑΜ με την εξόριστη κυβέρνηση Τσουδερού για την δημιουργία κυβέρνησης Εθνικής ενότητας με την ενσωμάτωση της Αριστεράς στην εξουσία και ενώ η εμφύλια σύγκρουση μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων φαίνονταν ανέφικτη, το ΕΑΜ προχώρησε στην δημιουργία ενός είδους κυβέρνησης της Ελεύθερης Ελλάδας, της ΠΕΕΑ. Τη δημιουργία αυτής της κυβέρνησης επιτάχυνε επιπλέον η συνεχής προσκόλληση της κυβέρνησης Τσουδερού στο άρμα της αγγλικής πολιτικής. Επίσης την επιτάχυνε το γεγονός ότι η κατοχική κυβέρνηση Ράλλη αύξανε συνεχώς τις ένοπλες δυνάμεις της (Τάγματα Ασφαλείας) εκμεταλλευόμενη τα έσοδα που της εξασφάλιζαν τα τρόφιμα του Σουηδικού Ερυθρού Σταυρού. Η ΠΕΕΑ ιδρύθηκε στις 10 Μαρτίου 1944 στη Βίνιανη της Ευρυτανίας με πρόεδρό της το στρατηγό Ευριπίδη Μπακιρτζή. Λίγες μέρες αργότερα η σύνθεσή της διευρύνθηκε και πρόεδρος της επιτροπής ανέλαβε ο Αλέξανδρος Σβώλος, διαπρεπής Συνταγματολόγος, η πιο σημαντική από τις προσωπικότητες που συμμετείχαν. Η ΠΕΕΑ σχεδιάστηκε για να κυβερνήσει τις απελευθερωμένες περιοχές έχοντας και προοπτική να συμμετάσχει ως τρίτος πόλος στο παιχνίδι της εξουσίας. Η ΠΕΕΑ άρχισε λοιπόν να λειτουργεί ως πραγματική πολιτική και διοικητική επιτροπή στην ελεύθερη Ελλάδα εκδίδοντας πλήθος από νομοθετήματα-τις Πράξεις της ΠΕΕΑ. Το έργο της περιελάμβανε την παγίωση και την διεύρυνση των θεσμών της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης. Επίσης, προέβη στην διάρθρωση της Δικαιοσύνης μεταφέροντας πλήθος αρμοδιοτήτων από τον ΕΛΑΣ σε δικαστικούς. Τέλος, η ΠΕΕΑ ανέλαβε τον εμπλουτισμό του στρατού του ΕΛΑΣ με νέους αξιωματικούς και στρατιώτες και απένειμε βαθμούς στους υπάρχοντες, δημιουργώντας μια ιεραρχία στο στράτευμα. Στην αρχή η εξουσία της ΠΕΕΑ ήταν νομικά αβάσιμη. Δεν αντλούσε εξουσία από πουθενά. Για να καλύψει αυτό το κενό η ΠΕΕΑ, με παρονομαστή την έντονη κινητικότητα της ελληνικής πολιτικής στην Αίγυπτο, προχώρησε με γρήγορους ρυθμούς στην νομιμοποίηση της εξουσίας της. Σε αυτή την κατεύθυνση συγκάλεσε ένα ευρύ αντιπροσωπευτικό σώμα το ’’Εθνικό Συμβούλιο’’, που σκοπό είχε, περίπου ως συντακτική συνέλευση, να νομιμοποιήσει την κυβερνητική εξουσία της επιτροπής. Το Συμβούλιο αποφασίστηκε να συγκροτηθεί από εκλεγμένους αντιπροσώπους και γι’ αυτό το λόγο οργανώθηκαν μυστικές εκλογές στην κατεχόμενη Ελλάδα με ποικίλους και συχνά εξαιρετικά πρωτότυπους τρόπους όπως η περιφορά της κάλπης και των ψηφοδελτίων από σπίτι σε σπίτι στις συνοικίες της Αθήνας. Στις εκλογές αυτές ψήφισαν για πρώτη φορά και γυναίκες. Το ’’Εθνικό Συμβούλιο’’ που συγκλήθηκε στο χωριό Κορυσχάδες της Ευρυτανίας στις 14 Μαΐου, συνεδριάζοντας από τις 14 έως τις 27 Μαΐου επικυρώνει την εξουσία της ΠΕΕΑ. Το βασικό κείμενο του Συμβουλίου, το κείμενο των ’’Γενικών Διατάξεων’’ ήταν ο συνταγματικός χάρτης της Ελλάδας. Μετά την επικύρωση της εξουσίας της η ΠΕΕΑ ζήτησε την άμεση συγκρότηση κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας.

Η Διάσκεψη του Λιβάνου και η κυβέρνηση εθνικής Ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου

Μετά την παραίτηση του Σοφοκλή Βενιζέλου, 12 μέρες μετά, στις 26 Απριλίου 1944, σχηματίζεται κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Ο Γεώργιος Παπανδρέου ακολουθώντας τη βούληση και των προηγούμενων κυβερνήσεων(Τσουδερού και Βενιζέλου) για την σύγκληση μιας εθνικής συνδιάσκεψης για την δημιουργία κυβέρνησης εθνικής ενότητας εργάστηκε σκληρά για την σύγκλησή της. Τελικά η διάσκεψη ορίστηκε στον Λίβανο, τον Μάιο του 1944. Στο συνέδριο συμμετείχαν αντιπρόσωποι όλων των κομμάτων, των αντιστασιακών οργανώσεων και της ΠΕΕΑ (ως αυτόνομη ύπαρξη) καθώς και πολιτικά πρόσωπα όπως ο Κανελλόπουλος κ.α. Στη διάσκεψη αυτή η αγγλική παρουσία ήταν εντονότατη και κινούσε τα νήματα παρασκηνιακά. Στόχος ήταν η δημιουργία ενός μετώπου όλων των πολιτικών δυνάμεων εναντίον του ΕΑΜ, το οποίο μάλιστα με την έναρξη του συνεδρίου δεχόταν από παντού πυρά για την δολοφονία του Συνταγματάρχη Δημητρίου Ψαρρού, στρατιωτικού αρχηγού της μικρής αντιστασιακής οργάνωσης ΕΚΑ. Στις 24 Μαΐου ανασχηματίστηκε η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου χωρίς να μετέχουν σε αυτή υπουργοί από το ΕΑΜ. Η αντιπροσωπεία της Αριστεράς αντέδρασε. Οι διαβουλεύσεις συνεχίστηκαν. Ύστερα από πολλές αντιπαραθέσεις και διαπραγματεύσεις που συχνά έφταναν στο όριο οριστικής ρήξης μεταξύ των 2 πλευρών, βρέθηκε μια μέση οδός. Συμφωνήθηκε η συγκρότηση κυβέρνησης υπό την πρωθυπουργία του Γεωργίου Παπανδρέου με την συμμετοχή 6 υπουργών από το ΕΑΜ. Η συμφωνία αυτή του Λιβάνου(20 Μαΐου 1944) επήλθε χωρίς να έχουν λυθεί οι βασικές διαφορές που χώριζαν τον Εαμικό και τον αντιεαμικό κόσμο και κυρίως το πρόβλημα του αφοπλισμού των ενόπλων αντάρτικων σωμάτων μετά την απελευθέρωση. Η νέα αυτή κυβέρνηση πάντως σχηματίζεται στις 3 Σεπτεμβρίου και στις 18 Οκτωβρίου( 6 μέρες μετά την απελευθέρωση) εισέρχεται στην Αθήνα. Η εθνική κυβέρνηση όμως σπαράσσονταν από εσωτερικές αντιθέσεις, που την παρέλυαν. Συγχρόνως οι Άγγλοι επεμβαίνουν απροκάλυπτα σε εσωτερικές υποθέσεις της χώρας και συντελούν στην αύξηση της οξύτητας. Ο Γ. Παπανδρέου δεν μπορούσε να ελέγξει την κατάσταση. Το κορυφαίο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση είναι η μεθόδευση του αφοπλισμού των αντάρτικων σωμάτων και η δημιουργία ενός εθνικού στρατού. Ο Γ. Παπανδρέου προτείνει γενικό αφοπλισμό από τον οποίο όμως θα εξαιρούταν η τρίτη ελληνική ορεινή ταξιαρχία και ο Ιερός λόχος, μονάδες που είχαν συγκροτηθεί από τους Άγγλους μετά την καταστολή της ανταρσίας της Μ.Ανατολής. Οι εαμικοί υπουργοί αντιπροτείνουν ταυτόχρονα αφοπλισμό όλων των αντάρτικων σωμάτων συμπεριλαμβανομένων και των στρατιωτικών σχηματισμών της Μ.Ανατολής. Το αντισχέδιο του ΕΑΜ απορρίπτεται. Σε απάντηση στις 2 Δεκεμβρίου 1944, εαμικοί υπουργοί παραιτούνται. Στις 3 Δεκεμβρίου το ΕΑΜ διοργανώνει πορεία στην πλατεία Συντάγματος η οποία καταλήγει σε αιματοχυσία. Το ίδιο βράδυ ο Παπανδρέου υποβάλλει την παραίτησή του, τελικά όμως παρέμεινε στο αξίωμά του ύστερα από έντονες βρετανικές πιέσεις. Την άλλη μέρα ξεσπά γενική απεργία που είχε κηρύξει το ΕΑΜ. Συγχρόνως μονάδες του ΕΛΑΣ καταλαμβάνουν τα αστυνομικά τμήματα και αφοπλίζουν τους αστυνομικούς. Τα Δεκεμβριανά η πρώτη φάση του εμφυλίου πολέμου αρχίζει, και οι μάχες στην Αθήνα διαρκούν περίπου ένα μήνα. Στις 31 Δεκεμβρίου 1944 ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός αναλαμβάνει την αντιβασιλεία και στις 2 Ιανουαρίου 1945 η κυβέρνηση Παπανδρέου παραιτείται επίσημα.

Οι Ελληνικές Κυβερνήσεις 1946-1949

Σύντομος πρόλογος

Κατά την περίοδο αυτή, η αποκατάσταση της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού με την διενέργεια των πρώτων μετεκλογικών εκλογών, εκτός από τον αποκλεισμό της Αριστερής παράταξης, δεν συνοδεύτηκε από μια γενικότερη ανανέωση στην πολιτική ζωή αλλά στον πολιτικό στίβο εξακολουθούσαν να πρωταγωνιστών τα στελέχη της προπολεμικής ηγεσίας, που είχε όμως αρχίσει να δείχνει έντονα τα στοιχεία της φθοράς που επιφέρει η πολύχρονη παραμονή στην εξουσία. Επίσης, σε αυτήν την 5ετία οι Σύμμαχοι διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο στα πολιτικά δρώμενα της χώρας εξυπηρετώντας τα ποικίλα συμφέροντά τους. Ως εκ τούτου και σε συνδυασμό με τα μίση του εμφυλίου και με την ανυπαρξία συνταγματικοπολιτικής οργάνωσης, ο κυβερνητικός μηχανισμός παρουσιάζει εξαιρετική αστάθεια. Αρκεί να παρατηρηθεί ότι από την απελευθέρωση μέχρι το 1949 καμία κυβέρνηση δεν ξεπέρασε τον 1 χρόνο κυβερνητικής θητείας με το μέσο όρο να κυμαίνεται στους 4 μήνες.

Η Κυβέρνηση Πλαστήρα [3/5/1945 έως 8/4/1945]

Στις 3 Δεκεμβρίου συγκροτήθηκε κυβέρνηση υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα, έναν καθαρά φιλοβενιζελικό πολιτικό. Η κυβέρνηση αυτή είχε να αντιμετωπίσει τη χαώδη κατάσταση που επικρατούσε στην χώρα μετά τα Δεκεμβριανά και την υπογραφή της ασαφούς συμφωνίας της Βάρκιζας (12 Φεβρουαρίου 1945). Η συμφωνία της Βάρκιζας χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα πιο τραγικά λάθη της πολιτικής του ΕΑΜ καθότι προέβλεπε τον αφοπλισμό και την διάλυση του ΕΛΑΣ (πράγμα που εξασφάλιζε την βρετανική κυριαρχία) και χορηγούσε αμνηστία μόνο για τα πολιτικά και όχι για τα κοινά αδικήματα. Η συμφωνία αυτή οδήγησε στην δίωξη χιλιάδων αριστερών και στην επικράτηση μιας ’’λευκής τρομοκρατίας’’. Μέσα σε αυτές της συνθήκες η Κυβέρνηση Πλαστήρα προσπάθησε να παίξει το ρόλο του διαμεσολαβητή ανάμεσα στις 2 παρατάξεις ώστε να επιτύχει μια εθνική ενότητα. Όμως, βαλλόμενη και από τις 2 πλευρές(οι Αριστεροί κατηγορούσαν τον Πλαστήρα για την στάση του στα Δεκεμβριανά ενώ η Δεξιά και η Αγγλία τον κατηγορούσαν ότι χρησιμοποιούσε την θέση του για να ενισχύσει το ΕΑΜ), έπαψε να είναι πια χρήσιμη στους Βρετανούς και οδηγήθηκε σε παραίτηση λίγες μέρες αργότερα στις 7 Απριλίου[2].

Η Κυβέρνηση Βούλγαρη [8/4/1945 έως 17/10/1945]

Στις 8 Απριλίου 1945 σχηματίζεται νέα κυβέρνηση υπό τον φιλομοναρχικό ναύαρχο Πέτρο Βούλγαρη ο οποίος είχε καταστείλει την ανταρσία στο στρατό στην Μέση Ανατολή μαζί με τους Άγγλους. Η κυβέρνηση αποτελούνταν κυρίως από αξιωματικούς του στρατού και του ναυτικού που επρόσκειντο στην Δεξιά. Ο διορισμός του Βούλγαρη φανέρωνε πλέον την σταθερή βούληση της Αγγλίας να ελέγχει ολοκληρωτικά την πολιτική ζωή της χώρας καθώς επέβαλλε βρετανικούς συμβούλους τόσο στην Αθήνα όσο και στα ελληνικά υπουργεία προοπτική που είχε απορρίψει ο Πλαστήρας..

Η κυβέρνηση διορίστηκε ως υπηρεσιακή για την διενέργεια εκλογών έτσι ώστε να υπάρχει μια αντιπροσωπευτική αρχή που θα διενεργούσε δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος που θα εγκαθιδρύετο στη χώρα. Όμως η έκρυθμη κατάσταση που επικρατούσε εξαιτίας των συνεχών διώξεων των αριστερών( λόγω της ασάφειας της συμφωνίας της Βάρκιζας) και ο ανταγωνισμός των ξένων δυνάμεων για την αύξηση της επιρροής τους στην Ελλάδα(στο παιχνίδι άρχιζαν να μπαίνουν και οι ΗΠΑ μετά την Συμφωνία της Γιάλτας) δεν επέτρεψαν την διεξαγωγή των εκλογών. Στις 11 Αυγούστου η κυβέρνηση Βούλγαρη ανασχηματίζεται και στις 9 Οκτωβρίου παραιτείται αδυνατώντας να βρει την ’’χρυσή τομή’’ ανάμεσα στις 2 παρατάξεις για τη διεξαγωγή εκλογών. Ακολούθησε μια περίοδος σύγχυσης και για 3 εβδομάδες η Ελλάδα ήταν κυβερνητικά ακέφαλη.

Η Κυβέρνηση Δαμασκηνού [17/10/1945 έως 1/11/1945]

Στις 17 Οκτωβρίου για να παύσει το κενό εξουσίας σχηματίζει κυβέρνηση ο αντιβασιλέας Δαμασκηνός ο οποίος προσπάθησε να πετύχει συνασπισμό των Φιλελευθέρων και των Λαϊκών αλλά οι τελευταίοι αρνήθηκαν.

Η Κυβέρνηση Παναγιώτη Κανελλόπουλου [1/11/1945 έως 22/11/1945]

Την 1η Νοεμβρίου σχημάτισε κυβέρνηση ο Π. Κανελλόπουλος, αρχηγός του Εθνικού Ενωτικού Κόμματος. Η όξυνση της πολιτικής κρίσης ανάγκασε την βρετανική κυβέρνηση να στείλει στην Ελλάδα τον υφυπουργό εξωτερικών Έκτορα Μακ Νηλ ο οποίος διατύπωσε μια σειρά από προτάσεις οικονομικής ανόρθωσης που είχαν ως απώτερο στόχο να επιβάλλουν οι Βρετανοί πλήρη έλεγχο στην οικονομική ζωή της Ελλάδας. Οι προτάσεις αυτές σε συνδυασμό με την αφόρητη πίεση που άσκησε ο αγγλικός δάκτυλος οδήγησαν την κυβέρνηση σε παραίτηση λίγες μέρες μετά την ανάδειξή της.

Η Κυβέρνηση Θεμιστοκλή Σοφούλη [22/11/1945 έως 4/4/1946]

Μετά την παραίτηση Κανελλόπουλου ύστερα από μια σύντομη περίοδο έντονων διαβουλεύσεων στις οποίες καταπατήθηκε κάθε έννοια εθνικής κυριαρχίας ο Μακ Νηλ πέτυχε τον σχηματισμό κυβέρνησης με πρόεδρο τον Θ. Σοφούλη. Η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε στις 22 Νοεμβρίου από τον αντιβασιλέα Δαμασκηνό. Η νέα κυβέρνηση δεν είχε σχηματιστεί πάνω σε κομματική βάση αλλά αποτελούνταν από πολιτικές προσωπικότητες που θα μπορούσαν να επιτελέσουν το έργο το οποίο οι Βρετανοί ήταν πρόθυμοι να υποστηρίξουν. Η σύνθεσή της είχε ευρύ κεντροαριστερό χαρακτήρα. Τα κόμματα της Δεξιάς αντέδρασαν βίαια και κατήγγειλαν την απροκάλυπτη βρετανική παρέμβαση. Είναι αξιοσημείωτο όμως ότι η κυβέρνηση Σοφούλη, διέθετε επίσης και «την καταρχήν ανοχή (…) του ΚΚΕ και ολόκληρης της εαμικής Αριστεράς», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η ανακοίνωση που εξέδωσε η Π.Γ του ΚΚΕ. Η ίδια απόφαση διάκειντο φιλικά και απέναντι στους Βρετανούς για πρώτη φορά. Η ανοχή όμως του ΚΚΕ δεν διήρκεσε παρά15 μέρες. Στις 15.12.1945 η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ απέσυρε την υποστήριξή της προβάλλοντας ως κεντρικά αιτήματα την χορήγηση γενικής αμνηστίας, την ριζική ανασύσταση των εκλογικών καταλόγων και την εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού. Η κυβέρνηση Σοφούλη προέβη στην ανασύσταση και ενημέρωση των εκλογικών καταλόγων και προκήρυξε τις πρώτες εκλογές της ελεύθερης Ελλάδας για τις 31 Μαρτίου. Παρά τις προτάσεις για αναβολή των εκλογών μέχρι την δημιουργία συνθηκών για την ελεύθερη και ανόθευτη έκφραση της λαϊκής βούλησης (καθότι συνεχίζονταν οι διώξεις και οι δολοφονίες των Αριστερών), αυτές διεξήχθησαν κατόπιν ισχυρής πιέσεων των Βρετανών. Από τις εκλογές αυτές απείχαν τα κόμματα της Αριστεράς και του Κέντρου και ως εκ τούτου τα φιλοβασιλικά κόμματα. Σε σύνολο 354 εδρών απόλυτη πλειοψηφία (206 έδρες) πήρε ο συνασπισμός συγκεντρώνοντας το 55.1%.Μετά την εκλογική επικράτηση των φιλοβασιλικών η κυβέρνηση Σοφούλη παραιτήθηκε.

Η Κυβέρνηση Παναγιώτη Πουλίτσα [4/4/1946 έως 18/4/1946]

Μετά την παραίτηση της κυβέρνησης Σοφούλη έγινε προσπάθεια να σχηματιστεί μια κυβέρνηση ευρύτερου πολιτικού φάσματος. Ως εντολοδόχο πρωθυπουργό, το Λαϊκό Κόμμα επέδειξε τον Πρόεδρο του ΣτΕ Π. Πουλίτσα, αλλά η θητεία του έληξε άδοξα μετά από 15 μέρες, γιατί το Λαϊκό Κόμμα επέμενε να εκβιάσει την επίσπευση του δημοψηφίσματος για την μορφή του πολιτεύματος ακόμη και χωρίς την έγκριση της Αγγλίας.

Η Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Τσαλδάρη [18/4/1946 έως 24/1/1947]

Στις 18 Απριλίου σχηματίστηκε για πρώτη φορά μετά την απελευθέρωση, μια αμιγώς φιλοβασιλική κυβέρνηση, στην οποία συμμετείχαν μόνο τα 3 βασικά κόμματα της Δεξιάς (το Λαϊκό Κόμμα, το κόμμα Εθνικών Φιλελευθέρων του Στ. Γονατά και το μεταρρυθμιστικό κόμμα του Απ Αλεξανδρή) με πρωθυπουργό τον Τσαλδάρη, τον οποίον είχε εκλέξει η Κοινοβουλευτική ομάδα του Λ.Κ. Πρώτη προτεραιότητα της κυβέρνησης ήταν η διεξαγωγή δημοψηφίσματος, με το οποίο τελικά συμφώνησαν όλες οι κυβερνήσεις των συμμάχων. Το δημοψήφισμα κηρύχτηκε για την 1 Σεπτεμβρίου 1946. Το ΄Δ Ψήφισμα που εγκρίθηκε από την Βουλή τον Ιούνιο του 1946 καθόριζε το νομικό πλαίσιο με το οποίο ο λαός θα αποφάσιζε για την «Επάνοδο της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλέως Γεωργίου εις την Ελλάδα». Επρόκειτο για ιδιόμορφο προσωπικό δημοψήφισμα.. Το δημοψήφισμα διεξήχθη μέσα σε κλίμα τρομοκρατίας, βίας και νοθείας και επικύρωσε την επάνοδο του Γεωργίου με ποσοστό 68.4%. Μετά το δημοψήφισμα η κυβέρνηση Τσαλδάρη έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιο για την καταστολή της Αριστεράς. Την εξέλιξη αυτή ήρθε να σφραγίσει και θεσμικά η η υιοθέτηση από την εκλεγμένη Βουλή, τον Ιούνιο του 1946, του ΄Γ Ψηφίσματος το οποίο χαρακτηρίστηκε ως «παρασύνταγμα».Το Ψήφισμα αυτό έθετε ουσιαστικά την Αριστερά στο περιθώριο του νόμου και προέβλεπε αφενός την γενικευμένη εφαρμογή του θεσμού της διοικητικής εκτόπισης και αφετέρου την θανατική καταδίκη για μια σειρά αδικημάτων, η διασταλτική ερμηνεία των οποίων έγινε αμέσως αντιληπτή. Ο εμφύλιος πόλεμος ξεκινούσε. Μετά τις πρώτες εμφύλιες συγκρούσεις ο Κ. Τσαλδάρης καταφεύγει στα Ηνωμένα Έθνη και ζητεί την σύσταση ειδικής επιτροπής, που θα εξέταζε την κατάσταση στην Ελλάδα. Οι ενέργειες του Τσαλδάρη στον Ο.Η.Ε το Δεκέμβριο του 1946είχαν σαν άμεσο αποτέλεσμα να κινηθεί το αμερικανικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα, το οποίο λαμβάνει σάρκα και οστά με την εξαγγελία του ’’δόγματος’’ Τρούμαν . Το ’’δόγμα’’ τόνιζε ότι οι ΗΠΑ θα βοηθούσαν με κάθε μέσο την Ελλάδα στον αγώνα της εναντίον του κομουνισμού. Οι Αμερικανοί πιέζουν την κυβέρνηση Τσαλδάρη να συμπεριλάβει στους κόλπους και στελέχη του κέντρου έτσι ώστε ο αντικομουνιστικός αγώνας να αποκτούσε ευρύτερη βάση. Κάτω από αυτές οι πιέσεις η κυβέρνηση Τσαλδάρη παραιτείται στις 24 Ιανουαρίου1947.

Η Κυβέρνηση Μάξιμου [24/1/1947 έως 29/8/1947]

Στις 24 Ιανουαρίου 1947 ορκίζεται κυβέρνηση υπό τον Μάξιμο, παλαίμαχο αντιβενιζελικό οικονομολόγο, με την συμμετοχή 7 κομμάτων: των τριών της κυβέρνησης Τσαλδάρη, των τριών της ΕΠΕ και του Ζέρβα. Όμως χωρίς τους Φιλελεύθερους, η κυβέρνηση Μάξιμου στα μάτια του Αμερικανού απεσταλμένου Porter ήταν απλώς ‘’ένας ανασχηματισμός δεξιών ομάδων’’. Βέβαια ακόμη και χωρίς τους Φιλελεύθερους, ήταν ένα σημαντικό βήμα προς την ενσωμάτωση του Κέντρου στο συνασπισμό εξουσίας που διεξήγαγε τον Εμφύλιο. Ξεκίνησε αναστέλλοντας τις εκτοπίσεις γυναικών και αμνηστεύοντας όσους αντάρτες παρουσιάζονταν με τα όπλα αλλά συνέχισε με ένα κύμα καταστολής και εκτελέσεων το Μάρτιο, λίγο μετά την ανάληψη του Υπουργείου Δημοσίας Τάξης από το Ζέρβα. Τον Απρίλιο, ξεκίνησαν οι πρώτες μεγάλες στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του Δημοκρατικού Στρατού. Οι συγκρούσεις γίνονταν ολοένα και πιο άγριες, οι εκτελέσεις και οι εκτοπίσεις πλήθαιναν και χρειαζόταν ένας πρωθυπουργός με δημοκρατικό προφίλ και κύρος. Στα μέσα Ιουλίου, το State Department πρότεινε στον Τρούμαν την εγκατάσταση κεντρώας κυβέρνησης στην Ελλάδα. Αποφασίστηκε λοιπόν να προωθηθεί κυβέρνηση συνεργασίας Λαϊκών και Φιλελευθέρων με επικεφαλή τον Σοφούλη. Η κυβέρνηση Μάξιμου παραιτείται όταν ο Τσαλδάρης δεν δέχτηκε το αίτημα του Βενιζέλου, Παπανδρέου και Κανελλόπουλου να αποπεμφθούν από την κυβέρνηση οι ακραίοι και αντιπαθείς στους Αγγλο-Αμερικανούς Ζέρβας και Στράτος.

[Η Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Τσαλδάρη [29/8/1947 έως 7/9/1947]]

[]

Η Κυβέρνηση Σοφούλη [7/9/1947 έως 30/6/1949]

Με την αναγγελία του δόγματος Τρούμαν με το «σχέδιο Μάρσαλ» και τις εκτεταμένες αρμοδιότητες που παραχωρήθηκαν στην Αμερική με την ελληνοαμερικανική συμφωνία τον Ιούνιο του 1947 σηματοδοτείται η πλήρης υποκατάσταση της βρετανικής επιρροής από την Αμερικανική. Πρώτη δημόσια εκδήλωση αυτής της αμερικανικής διείσδυσης ήταν ο σχηματισμός της Κυβέρνησης Σοφούλη στις 7 Σεπτεμβρίου του 1947, όταν ο ειδικός απεσταλμένος του State Department Χέντερσον απείλησε τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη με διακοπή της αμερικανικής βοήθειας αν δεν κατέληγαν στον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας. Η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Θεμιστοκλή Σοφούλη ισχυροποίησε το κόμμα των Φιλελευθέρων και αποδυνάμωσε το Λαϊκό Κόμμα, το οποίο από θριαμβευτής κατάντησε κομπάρσος στην άσκηση της εξουσίας. Ο Σοφούλης παρά τα αρχικά συμφιλιωτικά μέτρα, σκλήρυνε τη στάση του απέναντι στην Αριστερά. Έκλεισε το Ριζοσπάστη και αμέσως άρχισαν ξανά οι εκτελέσεις και οι εκτοπισμοί. Η κυβέρνηση συνεργασίας Φιλελευθέρων και Λαϊκών χαρακτηριζόταν από μεγάλη αστάθεια και συνεχείς τριβές και χρειάστηκε να επέμβουν πολλές φορές οι Αμερικανοί για να μη διαλυθεί όπως το Νοέμβριο του 1948 που διασώθηκε με μόλις 1 ψήφο διαφορά στη Βουλή, σε μια πολιτική κρίση. Και ενώ η πολιτική δυσπραγία και αδιέξοδο στις στρατιωτικές επιχειρήσεις εντείνονταν οι σκέψεις για την επιβολή δικτατορίας τόσο από τα ανάκτορα όσο και από τους στρατιωτικούς που με τον πόλεμο είχαν αποκτήσει εξουσία φούντωναν. Τις απέτρεπαν όμως οι Αμερικανοί. Διέξοδος δόθηκε με την ανάθεση της αρχιστρατηγίας στον Παπάγο. Στις 20 Ιανουαρίου 1949 η ανασχηματισμένη κυβέρνηση Σοφούλη με αντιπρόεδρο τον Αλέξανδρο Διομήδη ορκίζεται. Πρώτη ενέργεια της νέας κυβέρνησης ήταν η ανάθεση της αρχιστρατηγίας στον Αλέξανδρο Παπάγο με εκτεταμένες εξουσίες που αυτονομούσαν σε μεγάλο βαθμό τον στρατό από τον κυβερνητικό έλεγχο(οιονεί δικτατορικές εξουσίες). Επίσης η κυβέρνηση Σοφούλη καθιέρωσε το θεσμό του «Πολεμικού Συμβουλίου» που απαρτιζόταν από τους αρχηγούς των κομμάτων που συμμετείχαν στην κυβέρνηση. Καθένας είχε μια ψήφο ανεξάρτητα από την Κοινοβουλευτική του δύναμη. Ο Θεμιστοκλής Σοφούλης πεθαίνει στις 24 Ιουνίου 1949.

Η Κυβέρνηση Διομήδη [30/6/1949 έως 6/1/1950]

Ο Διομήδης μετά τον θάνατο του Σοφούλη αναλαμβάνει την πρωθυπουργία. Η κυβέρνηση αυτή που παρέμεινε ακριβώς η ίδια κατόρθωσε να πετύχει μέχρι τον Αύγουστο του 1949 την πλήρη στρατιωτική επικράτηση των Κυβερνητικών Δυνάμεων. Οι επιτυχίες του στρατού υπερτόνιζαν τις όποιες πολιτικές αδυναμίες και τα σενάρια για την προοπτική επιβολής μιας δικτατορίας αναζωπυρώνονταν. Πάλι, όμως, επενέβησαν οι Αμερικανοί που τόνιζαν την ανάγκη διατήρησης και ενδυνάμωσης των Κοινοβουλευτικών θεσμών καθώς δε θα ήταν σε θέση να ελέγξουν μια πιθανή δικτατορία. Η κυβέρνηση Διομήδη παραιτήθηκε στις 6 Ιανουαρίου του 1950 λόγω πιθανολογούμενης ανάμειξης του ‘’θριαμβευτή’’ στρατηγού Αλέξανδρου Παπάγου στην πολιτική ύστερα από δήλωση του Τσαλδάρη.

[…]

Βλέπε παρόμοιες εργασίες

1. Γεώργιος Πανίτσας, «Οι ελληνικές κυβερνήσεις της περιόδου 1940-1974»:

http://www.jurisconsultus.gr/pubs/uploads/955.pdf

2. Αλεξία Πολίτη-Τζούνη, «Οι ελληνικές κυβερνήσεις 1940-1974»: http://www.jurisconsultus.gr/pubs/uploads/1013.pdf



[1]Με την ’’Οδηγία αρ.31’’ ορίστηκαν οι περιοχές αρμοδιότητας των κατοχικών δυνάμεων .Η γερμανική ζώνη κατοχής περιελάμβανε περιοχές αυξημένης στρατιωτικής και οικονομικής σημασίας που αποτελούσαν το12% του ελληνικού εδάφους. Συγκεκριμένα περιελάμβανε την Κεντρική Μακεδονία με την πόλη της Θες\κης καθώς και τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου(Χίο, Λήμνο, Λέσβο, τη Σκύρο, το λιμάνι του Πειραιά, τα νησιά του Σαρωνικού Κόλπου και τα νησιά Μύλο, Κύθηρα και Αντικύθηρα καθώς επίσης και την Κρήτη εκτός από το Λασίθι που δόθηκε στους Ιταλούς.

[2] Ο Πλαστήρας παραιτήθηκε εξαιτίας μιας αμφιλεγόμενης επιστολής που δημοσιεύτηκε στην φιλοβασιλική εφημερίδα ‘‘Ελληνικό Αίμα’ και την οποία φέρονταν να είχε αποστείλει ο Πλαστήρας στον Έλληνα πρεσβευτή στο Βισύ τον Απρίλιο του 1941.