ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΑΝΑΔΙΑΤΥΠΩΘΕΙ Η ΝΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΘΕΙ Η ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ; Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ

Παραμονές 28ης Οκτωβρίου, ο Στάθης Καλύβας, ο Νίκος Μαραντζίδης, ο Πολυμέρης Βόγλης και ο Κώστας Βούλγαρης γράφουν για το ΚΡΑΜΑ.

αναδημοσίευση από: http://spot.gr/politics/ideogramms/1921-Opolemostvnisto.html

γράφει ο Πολυμέρης Βόγλης[1]

Τους τελευταίους μήνες διεξάγεται μέσα από τις στήλες των "Νέων" ένας διάλογος σχετικά με τον ελληνικό Εμφύλιο πόλεμο. Η οξύτητα μερικές φορές των άρθρων που δημοσιεύονται και οι αιχμές των επιχειρημάτων δίνουν την εντύπωση ότι ο Εμφύλιος πόλεμος έχει μεταφερθεί από τα πεδία των μαχών της δεκαετίας του 1940 στο χώρο των ιστορικών που ασχολούνται με τον Εμφύλιο.

Μια τέτοια διαπίστωση, όμως, θα συνιστούσε υπεραπλούστευση του διαλόγου. Δεν υπάρχουν δύο "στρατόπεδα" που συγκρούονται, όπως συνήθως συμβαίνει στους εμφύλιους πολέμους. Αντίθετα, υπάρχει μια ποικιλία επιχειρημάτων και τοποθετήσεων, επιστημονικών αφετηριών και μεθοδολογικών προσεγγίσεων. Δύσκολα θα μπορούσαν οι απόψεις που έχουν διατυπωθεί να ομαδοποιηθούν, άρα θα είχε πιο πολύ ενδιαφέρον να εξετάσει κανείς ποιες είναι οι τρέχουσες συζητήσεις για τον ελληνικό Εμφύλιο.

Ο διάλογος πιστοποιεί την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τον ελληνικό Εμφύλιο πόλεμο. Τα τελευταία χρόνια διεξάγεται μέσα από συνέδρια, περιοδικά, ηλεκτρονικές λίστες μια εκτεταμένη συζήτηση για τη δεκαετία του 1940, στην οποία συμμετέχουν δεκάδες νέοι επιστήμονες. Η "στροφή" στη μελέτη της δεκαετίας του 1940 δεν είναι ανεξήγητη. Από τη μια πλευρά είναι η ιστορική περίοδος που καθορίζει τις πολιτικές, ιδεολογικές, κοινωνικές εξελίξεις της μεταπολεμικής Ελλάδας για τρεις τουλάχιστον δεκαετίες. Οι τομές, οι αλλαγές, οι συγκρούσεις που συντελούνται κατά τη διάρκεια εκείνης δεκαετίας είναι λογικό να προσελκύουν το ενδιαφέρον των ερευνητών. Από την άλλη πλευρά είναι μια περίοδος για την οποία, αν και έχουμε το γενικό περίγραμμα των εξελίξεων και διαθέτουμε ερμηνευτικά σχήματα για την κατανόησή τους, εντούτοις παραμένει σε μεγάλο βαθμό αδιερεύνητη. Τα ερωτήματα είναι πολύ περισσότερα από τις απαντήσεις που διαθέτουμε.

Προϋπόθεση για την ουσιαστική έρευνα και τη γόνιμη μελέτη είναι ο διάλογος, οι διαφορετικές απόψεις και ερμηνείες. Οι διαφορές των μελετητών στις προσεγγίσεις του Εμφύλιου πολέμου έχουν ποικίλες αφετηρίες. Είναι μια συζήτηση στην οποία συμμετέχουν ιστορικοί, πολιτικοί επιστήμονες, ανθρωπολόγοι, κοινωνιολόγοι, στην οποία ο καθένας φέρει την επιστημολογική παιδεία, τη μεθοδολογία και τα ερευνητικά ερωτήματά του. Η κύρια, όμως, διαφορά έγκειται σε διαφωνίες είτε σχετικά με τη μεθοδολογία είτε σχετικά με τα εξαγόμενα συμπεράσματα. Ας δούμε ποιες είναι οι κύριες διαφωνίες. Η πρώτη αφορά τα χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν τη διαφορά μεταξύ της Κατοχής και του Εμφύλιου πολέμου. Η ανάδειξη των εμφύλιων συγκρούσεων της Κατοχής υποβαθμίζει τα ιδ ιαίτερα ιστορικά χαρακτηριστικά της περιόδου 1940-1944, δηλαδή τις επιπτώσεις της γερμανικής Κατοχής, και κατασκευάζει τη συνέχεια με τον Εμφύλιο πόλεμο του 1946-1949, με αποτέλεσμα να συσκοτίζονται οι διαφορές στις ιστορικές συνθήκες, να αποσιωπώνται οι κρίσιμες εξελίξεις μετά την απελευθέρωση και να εξομοιώνονται τα διαφορετικά ιστορικά διακυβεύματα της Αντίστασης και του Εμφυλίου. Η δεύτερη διαφωνία συνδέεται με τον κατακερματισμό της μελέτης της δεκαετίας του 1940. Η στροφή προς τη μελέτη των τοπικών κοινωνιών συχνά οδήγησε όχι τόσο στον εμπλουτισμό της συνολικής εικόνας της Αντίστασης, αλλά στο θρυμματισμό της μέσα από την εστίαση στις πολυάριθμες τοπικές συγκρούσεις και προσωπικές αντιθέσεις. Πρόβλημα που γίνεται σοβαρότερο όταν η μελέτη μιας τοπικής κοινωνίας μετατρέπεται σε αντιπροσωπευτικό δείγμα για την εξαγωγή γενικών συμπερασμάτων. Μια τελευταία διαφωνία αφορά την αυτονόμηση της μελέτης του φαινομένου της βίας. Η βία, από παράγωγο των συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών της Κατοχής και του Εμφυλίου, μετατρέπεται σε αναλυτική κατηγορία για την κατανόηση της δράσης ατόμων και συλλογικών υποκειμένων. Η εστίαση στην "εμφύλια βία" της Κατοχής θέτει σε δεύτερη μοίρα τη συστηματική βία των στρατευμάτων κατοχής που διαμορφώνει το πλαίσιο στο οποίο εκδηλώνονται οι εμφύλιες συγκρούσεις και βέβαια εξαιρεί από την ανάλυση τόσο τις διαδικασίες νομιμοποίησης και συναίνεσης όσο και τη στράτευση για πολιτικούς ή ιδεολογικούς λόγους. Η ανάδειξη της ενδοελληνικής βίας ως βασικής παραμέτρου της περιόδου 1940-1944 ενέχει τον κίνδυνο της σχετικοποίησης των δύο πλευρών της εμφύλιας σύγκρουσης απλώς ως σκοτωμών των μεν από τους δε. Το γεγονός όμως ότι οι μεν ήταν μέλη της ΕΑΜικής Αντίστασης και οι δε συνεργάτες των κατακτητών είχε τότε, και εξακολουθεί να έχει σήμερα, καθοριστική σημασία.

Τα παραπάνω δείχνουν ότι ο διάλογος δεν αφορά ένα ζήτημα, αλλά ένα πεδίο μελέτης, ένα ερευνητικό αντικείμενο το οποίο βρίσκεται υπό διαμόρφωση. Οι γνώσεις μας για τη δεκαετία του 1940 παραμένουν εντυπωσιακά ελλιπείς: λίγα γνωρίζουμε για το έργο των κατοχικών κυβερνήσεων, την οικονομική κατάσταση της χώρας στη διάρκεια της Κατοχής, την αντίσταση στις πόλεις, τους θεσμούς λαϊκής εξουσίας, την προπαγάνδα κ.λπ. Παράλληλα, όμως, οι μελέτες των τελευταίων χρόνων για τη δεκαετία του 1940 έχουν εμπλουτιστεί με τις αναλυτικές κατηγορίες της κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας (όπως, π.χ., το φύλο), υιοθετούν διεπιστημονικές προσεγγίσεις και αξιοποιούν μη παραδοσιακές πηγές, όπως οι προφορικές μαρτυρίες. Ο συνδυασμός νέων γνώσεων και νέων ερωτημάτων θα βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση της Κατοχής και του Εμφυλίου. Ο διάλογος που έχει ήδη ξεκινήσει θα βρει πρόσφορο έδαφος να συνεχιστεί στις μελέτες που θα δημοσιευτούν τα επόμενα χρόνια.



[1] Ο Πολυμέρης Βόγλης διδάσκει Σύγχρονη Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.