ΛΙΑΝΗ ΕΛΙΣΑΒΕΤ: «ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ»

Διπλωματική Εργασία, Αθήνα, 2009

από την εισαγωγή σελ.3-7

«Στα δικαιώματα του πολίτη θα έπρεπε να ανήκει και το δικαίωμα να γνωρίζει την ιστορία του»[1] και, κατ’ επέκταση, να συμβάλλει στην καταγραφή της.

«Θα μου άρεσε να κάνω μια ιστορία των αδικημένων, γιατί είμαι με τους κατακτημένους, είμαι με τους φτωχούς, γιατί είμαι με τους αδικημένους, και για κανέναν άλλο λόγο. Και επειδή θα ήθελα να εξηγήσω τους αδικημένους. Γι’ αυτό θα έκανα και την ιστορία των αδικητών»[2].

Στο πνεύμα αυτό, η παρούσα διπλωματική εργασία αναφέρεται σε μαρτυρίες γυναικών από την Κατοχή, την Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο. Η συνάθροισή τους έγινε από διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας και αφορούν πλευρές του αντιστασιακού αγώνα στις πόλεις και την ύπαιθρο. Η συλλογή του ιστορικού υλικού περιλαμβάνει πτυχές των αντιστασιακών πράξεων με πρωταγωνίστριες τις γυναίκες και διαχειρίζεται το ιστορικό πλαίσιο της υπό εξέταση περιόδου, τη διάσωση της μνήμης, τη συμβολή των γυναικών στην Εθνική Αντίσταση, τη συμμετοχική τους διαδικασία στο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας, αλλά και επιχειρεί να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα που προκύπτουν μέσα από τις μαρτυρίες και αφορούν την αλλαγή της ζωής των γυναικών από την Κατοχή μέχρι τον Εμφύλιο, τον τρόπο με τον οποίο μπήκαν στη λογική του Εμφυλίου πολέμου, τη μετατροπή των γυναικών από άμαχες σε μάχιμες, την ισότητα ευκαιριών ανάμεσα σε μαχητές και μαχήτριες, τις πιθανές προκαταλήψεις απέναντι στο φύλο, τους λόγους για τους οποίους επέλεξαν στρατόπεδο και, τέλος, την πρόσληψη του φόβου, του πόνου και του θανάτου κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Επιπρόσθετα, η εκπόνηση της εργασίας επιχειρεί να απαντήσει σε μια σειρά ερωτημάτων τα οποία είχαν τεθεί ήδη από την εκκίνηση και καταγραφή των πρώτων επιστημονικών μελετών της Αντίστασης όπως του κοινωνικού της χαρακτήρα και της ιδεολογικής επικοινωνίας και δεκτικότητας των μαζών[3].

Η απάντηση των ανωτέρω ερωτημάτων βασίστηκε σε πηγές της προφορικής ιστορίας. Η μελέτη της εξιστόρησης των αφηγήσεων έγινε σε δύο επίπεδα, τόσο στο πραγματολογικό όσο και στο συμβολικό, και η ερμηνεία τους διερευνήθηκε από ιστορική οπτική, χρησιμοποιώντας ωστόσο ανθρωπολογικά εργαλεία και προσφεύγοντας επικουρικά στις έννοιες της ανθρωπολογίας. Η προσπέλαση της αδυναμίας της χρήσης των κλασικών ανθρωπολογικών εργαλείων, όπως είναι η συμμετοχική παρατήρηση για τη διάκριση συμπεριφοράς από τις προσωπικές απόψεις και τις κοινωνικές αξίες, πραγματοποιήθηκε με τη διασταύρωση των προφορικών αφηγήσεων με γραπτά πρωτογενή αρχειακά υλικά, τα οποία παρατίθενται καθ’ όλη την εξέλιξη της εργασίας[4]. Παρακάμπτοντας τη συνήθη εστίαση των ανθρωπολόγων στις κανονικότητες παγιωμένων δομών, αποπειράθηκε ανάγνωση των ιστορικών δεδομένων τα οποία έχουν ενσωματώσει τη φωνή των αφανών γυναικών κατά την περίοδο των ρήξεων και ανατροπών της δεκαετίας του 1940[5].

Για τους σκοπούς της εργασίας χρησιμοποιήθηκαν οι μαρτυρίες τριών γυναικών από τρία διαφορετικά μέρη της Ελλάδας, της Βικτώριας Λώλη από την Ήπειρο, της Τούλας Αστρίτη από την Καρδίτσα και της Αντιγόνης Παπαδοκωστοπούλου από την Ευρυτανία. Και οι τρεις δέχτηκαν με προθυμία και ευαρέσκεια να δώσουν τις συνεντεύξεις, μάλιστα η δεύτερη κατέθεσε γραπτή μαρτυρία. Στις συνεντεύξεις τηρήθηκε η κλασική μέθοδος εξιστόρησης της ζωής, παράλληλα με την ενθάρρυνση του αυθορμήτου της μνήμης, χωρίς να διακόπτεται ηροή του λόγου, παρά μόνο σε σημεία όπου απαιτούνταν ερωτήσεις τόσο για την υποστήριξη όσο και για τη συγκεκριμενοποίηση της αφήγησης. Κοινό σημείο και για τις τρεις γυναίκες ήταν το πάθος με το οποίο αναφέρονταν στην αναψηλάφηση των γεγονότων της ζωής τους. Ήταν τόσο έντονος ο τρόπος που μιλούσαν και μετείχαν σ’ αυτά, ώστε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης έδιναν την αίσθηση ότι ακύρωναν το διαμεσολαβούμενο χρόνο και επανέρχονταν στη νεανική τους ηλικία.

Η Βικτώρια και η Τούλα στρατεύτηκαν πρώτα στην ΕΠΟΝ, όπου είχαν δραστήρια συμμετοχή, και στη συνέχεια η Βικτώρια κατατάχτηκε ως εθελόντρια στο Δημοκρατικό Στρατό, ενώ η Τούλα κατέφυγε με την οικογένειά της στην πόλη και δεν υπηρέτησε σ’ αυτόν. Η Αντιγόνη επιστρατεύτηκε στο Δημοκρατικό Στρατό από το καλοκαίρι του 1948 μέχρι το τέλος του Εμφυλίου και στη συνέχεια φυλακίστηκε στη Λάρισα για έξι μήνες.

Oι μαρτυρίες των γυναικών έγιναν αφορμή για την ανάδυση των «άφωνων» προσώπων της ιστορίας, υπό την έννοια ότι η αναμφισβήτητα υπαρκτή φωνή των βιωμάτων τους από την Κατοχή, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο δεν αποτυπώθηκε στις μνήμες των ανθρώπων, όχι γιατί στερούνταν το προνόμιο του λόγου, αλλά γιατί η φωνή τους παρέμεινε στην πηγή –ως πηγή ανεκμετάλλευτη– χωρίς εκβολή. Η σταδιακή έκπτωση της εγγραφής του είδους αυτού του λόγου των γυναικών, τόσο στους ανθρώπους όσο και στην ιστοριογραφία, σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε αποτέλεσμα ελλείμματος κοινωνικής ζωής προγενέστερης ή μεταγενέστερης αυτών των χρόνων – το αντίθετο μάλιστα. Οι αφηγήσεις των γυναικών αποτελούν περισσότερο ενσυνείδητες καταθέσεις σε ιστορικούς ή μη αποδέκτες, εν γνώσει τους ότι καταθέτοντας στην ιστορία συνάμα την οικειοποιούνται, παρά εκφόρτιση του ανεκπλήρωτου λόγου τους[6].

Οι αφηγήσεις αυτές παρατίθενται αναλλοίωτες μεν αλλά με τέτοια μορφή οργάνωσης ώστε να έχουν συνοχή και χρονική ακολουθία. Η κατάθεση των μαρτυριών γίνεται από γυναίκες ομήλικες, ιστάμενες σε όμοιες κλίμακες κοινωνικής προέλευσης, πολιτισμικών καταβολών και εμπειριών. Η κάθε αφήγηση διατηρεί την υφολογική της φυσιογνωμία, μέσω της οποίας διακρίνονται οι ετερότητες ως προς τις προσλήψεις και τον τρόπο συμμετοχής στο σύνολο των αναπαριστάμενων αφηγήσεων. Ωστόσο όμως τα στοιχεία που τις εξομοιώνουν είναι περισσότερα και

ισχυρότερα, όπως αυτά της πείνας, της φτώχειας, των κατατρεγμών και διωγμών, αλλά κυρίως της στοιχειοθετημένης ελπίδας στην ενεργητική της διεκδίκηση[7].

Επιπρόσθετα, η συγγραφή εργασίας στοχεύει στο ξεκαθάρισμα των χρονικών διαπλοκών, στην επισήμανση των συμπληρωματικών ή ακόμα και των διαφορετικής οπτικής επαναλήψεων, διασταυρώσεων των αφηγήσεων, αλλά κυρίως στην ανάδειξη των σημασιών αυτών ως πηγών ιστορίας, στη νοηματοδότησή τους, στο είδος της ιστορίας που ενέχουν, όχι όμως στην εκ των υστέρων ερμηνεία των δρώμενων.

Τα συμβάντα τα οποία περιέχονται στις αφηγήσεις δεν προσφέρονται στη συγκρότηση ενός γενικού ερμηνευτικού σχήματος για την Αντίσταση και τον Εμφύλιο, ωστόσο όμως στο μέτρο που το σχήμα αυτό περιλαμβάνει υποκειμενικές ερμηνείες συλλογικής ευρύτητας για γεγονότα αναθύμησης και αναστοχασμού, συμβάλλει με την αποδεικτική του ικανότητα στην ιστορική κατανόηση, και εδώ έγκειται η προσφορά του, υπό την έννοια ότι οι αφηγήτριες είναι εν δυνάμει μάρτυρες κοινών εμπειριών, εξατομικευμένων σε προσωπικά πάθη, εν τέλει συλλογικότητες μαρτύρων με έκδηλη την υποκειμενικότητα τόσο στην παρατήρηση όσο και στη διατύπωσή τους. Οι αφηγήσεις αυτές, που εκφωνήθηκαν πολλά χρόνια μετά τη δράση των πρωταγωνιστριών τους, αποτελούν καταγραφή συμβάντων και της βίωσής τους από μάρτυρες οι οποίες προσλαμβάνουν την ιστορία από ορισμένη θέση και μπορούν να καταταχτούν στην κατηγορία των λαϊκών συλλογικοτήτων[8].

Οι προφορικές μαρτυρίες που παρουσιάζονται στην εργασία τονίζουν τον υποκειμενικό χαρακτήρα της ερμηνείας τους. Η υποκειμενική τους διάσταση μπορεί να είναι απαγορευτική στην ανακατασκευή του παρελθόντος, ωστόσο συνδέει το παρελθόν με το παρόν με μια σύζευξη συμβολικά φορτισμένη. Στις μαρτυρίες αυτές η μνήμη προσθέτει ανελλιπώς κληρονομημένες παραδόσεις στις καινούριες συνθήκες[9]. Ως θεώρηση, η μνήμη που αναδεικνύει τη σχέση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, αναφορικά με τα ερμηνευτικά πλαίσια της βιωμένης εμπειρίας (παρελθόν) και της ανάμνησης της αφήγησής της (παρόν), είναι περισσότερο εποικοδομητική από την παροντική προσέγγιση του παρελθόντος[10]. Η μελέτη των μαρτυριών υπερβαίνει την αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι αδυνατούν να αποδώσουν ως αντικατοπτρισμούς τα ιστορικά γεγονότα, παρά μόνο ως διαθλάσεις διαμέσου ενός πλέγματος κοινωνικών και ιστορικών ενδείξεων του λόγου των αφηγητών. Η ιδιαιτερότητα των υπό εξέταση μαρτυριών είναι απαγορευτική της ανασύστασης μέσω χρονολογικών και γεγονοτολογικών αναφορών μιας «αντικειμενικής» πραγματικότητας[11].

Ολόκληρη η εργασία εδώ:

http://194.177.192.14/pandemos/index.php?lang=&op=record&type=cid&q=isMemberOfCollection-cid:9&page=1&pid=iid:3877



[1] Φίλιππος Ηλιού, Ο ελληνικός Εμφύλιος πόλεμος. Η εμπλοκή του ΚΚΕ, Θεμέλιο, ΑΣΚΙ, Αθήνα 2005, σ. 90.

[2] Σπύρος Ασδραχάς, Βίωση και καταγραφή του οικονομικού, Η μαρτυρία της απομνημόνευσης. Κύκλος σεμιναρίων, εκδοτική φροντίδα Ευτυχία Λιάτα-Άννα Ματθαίου-Πόπη Πολέμη, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2007, σ. 58.

[3] Σπύρος Ασδραχάς, «Μερικές σημειώσεις για τα τεκμήρια της ελληνικής Αντίστασης», στο Ζητήματα ιστορίας, Αθήνα, Θεμέλιο 1983, στο Ρίκη Βαν Μπουσχότεν, Ανάποδα χρόνια. Συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900-1950), Πλέθρον 1997, σ. 11.

[4] Ρίκη Βαν Μπουσχότεν, Ανάποδα χρόνια. Συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900-1950), Πλέθρον 1997, σ. 18.

[5] Ρίκη Βαν Μπουσχότεν, Ανάποδα χρόνια, ό.π., σ. 12, 13

[6] Βασιλική Παπαγιάννη, Κραυγές της μνήμης, προλεγόμενα: Σπύρος Ασδραχάς, Σόκολης, Αθήνα 2005, σ. 7.

[7] Βασιλική Παπαγιάννη, ό.π., σ. 8.

[8] Βασιλική Παπαγιάννη, ό.π., σ. 9.

[9] Λουίζα Πασσερίνι, Σπαράγματα του 20ού αιώνα, η ιστορία ως βιωμένη εμπειρία, Νεφέλη, Αθήνα 1988, σ. 101.

[10] Ελένη Ανδριάκαινα, «Από τη “μνήμη” στις “μνήμες”: η γλωσσική στροφή και η προσέγγιση του παρελθόντος στις κοινωνικές επιστήμες», Δοκιμές 2001, σ. 9-10, 31-46.

[11] Γιώργος Πετρόπουλος, «Διαστάσεις του μνημονικού λόγου των Ταγμάτων Ασφαλείας», σ. 226, στο Ρίκη Βαν Μπουσχότεν, κ.ά., Μνήμες και λήθη του ελληνικού Εμφυλίου πολέμου, Επίκεντρο, Αθήνα 2008