ΞΑΝΑΓΥΡΝΩΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ

Μανώλης Γλέζος,

Εθνική Αντίσταση 1940-45, 2 τ., σσ. 1256 (805+451),

Αθήνα: Στοχαστής

του Παναγιώτη Σωτήρη

αναδημοσίευση από: περ. «Θέσεις», Τεύχος 99, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2007

http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=977&Itemid=29

Εισαγωγή

Η πρόσφατη έκδοση του δίτομου έργου του Μανώλη Γλέζου για την Εθνική Αντίσταση επανάφερε στο προσκήνιο το μεγάλο θέμα της ιστοριογραφίας της Αντίστασης. Στο κριτικό σημείωμα που ακολουθεί θα ασχοληθούμε πρώτα με τα ερωτήματα που ανακύπτουν για την Αντίσταση ως ιστοριογραφικό και θεωρητικό αντικείμενο και στη συνέχεια θα προχωρήσουμε στην παρουσίαση και αποτίμηση του βιβλίου του Γλέζου.

1. Η ιστοριογραφία της Αντίστασης ως πολιτικό και θεωρητικό διακύβευμα

Η ιστοριογραφία της Εθνικής Αντίστασης αποτέλεσε για πολλά χρόνια ένα πολιτικό και ιδεολογικό διακύβευμα. Το γεγονός ότι εξαρχής σχεδόν το αίτημα της αποτίναξης της γερμανικής κατοχής συνδέθηκε με το ερώτημα της πολιτικής εξουσίας και της κοινωνικής ηγεμονίας την επαύριον της απελευθέρωσης, καθώς και το ξέσπασμα της εμφύλιας διαμάχης ήδη από την περίοδο της Κατοχής, σήμαιναν ότι η πρόσληψη της Εθνικής Αντίστασης σε μεγάλο βαθμό καθοριζόταν από τον τρόπο με τον οποίο κανείς έβλεπε τον Εμφύλιο. Άλλωστε, ήταν το «Κράτος των Εθνικοφρόνων» αυτό που έσπευσε, ουσιαστικά, να κατατάξει τον κύριο κορμό των δυνάμεων της Αντίστασης στην πλευρά των «αντεθνικών στοιχείων», επικυρώνοντας σε επίπεδο ιδεολογικού προτάγματος την τεράστιας κλίμακας επιχείρηση πολιτικού αποκλεισμού, εξόντωσης, σκληρής καταστολής και θεσμικού εξοστρακισμού από τα όρια του «έθνους»[1] , με την οποία αντιμετώπισε τους ηττημένους του Εμφυλίου.

Σε αυτή τη βάση δεν είναι τυχαίο ότι το ξεκίνημα της προσπάθειας ιστοριογραφίας της Εθνικής Αντίστασης και ειδικά του ΕΑΜικού κινήματος (μια που οι όποιες εθνικόφρονες οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων και των περισσότερων οργανώσεων συνεργατών των Κατακτητών, πολύ νωρίς απόλαυσαν της επίσημης αναγνώρισης και των όποιων προνομίων απέρρεαν από αυτήν), είχε τον χαρακτήρα της μάχης «της μνήμης ενάντια στη λήθη», όπως αποτυπώθηκε στις πρώτες απόπειρες ιστορικής καταγραφής και ενθύμησης, σε απομνημονεύματα, και στην εκτεταμένη προσπάθεια συγκέντρωσης προσωπικών μαρτυριών. Η μάχη αυτή, με όλα τα προβλήματα που μπορεί να είχε η αναγκαστικά υποκειμενική οπτική όσων τις συνέγραψαν, εντούτοις είχε το πλεονέκτημα να συγκεντρώσει έναν σημαντικό όγκο υλικού, που ακόμη και σήμερα τροφοδοτεί τη σχετική θεωρητική συζήτηση.

Συναφής με αυτή την προσπάθεια θα είναι η έκδοση, ιδίως στη Μεταπολίτευση, και κειμένων-μαρτυριών στελεχών της Αριστεράς. Η προσπάθεια αυτή δεν θα είναι άσχετη με τον τρόπο που η αποτίμηση της στρατηγικής και τακτικής του ΚΚΕ τόσο στη διάρκεια της Αντίστασης, όσο και στη διάρκεια του Εμφυλίου, θα αποτελέσει βασικό επίδικο της εσωτερικής συζήτησης της Αριστεράς όλες αυτές τις δεκαετίες. Η οδυνηρή αναμέτρηση με το ερώτημα πώς η πολιτική και οργανωτική ηγεμονία στη διάρκεια της Κατοχής μεταστράφηκε στην πολιτική και στρατιωτική ήττα στον Εμφύλιο, για χρόνια θα ρίχνει βαριά τη σκιά της πάνω στο ηττημένο κομμουνιστικό κίνημα. Αυτό, εκτός των άλλων, σήμαινε και την ανάγκη των πρωταγωνιστών αυτών των συγκρούσεων να αναμετρηθούν τόσο με τα γεγονότα όσο και με τη δική τους στάση. Οι Αναμνήσεις του Γιάννη Ιωαννίδη (για την ακρίβεια οι απομαγνητοφωνημένες συζητήσεις του Α. Παπαναγιώτου μαζί του) είναι ένα χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα όπου η οδυνηρή διαπίστωση των λαθών και των ευθυνών, συνδυάζεται με την αδυναμία να προταθεί μια συνεκτική εξήγηση των όρων της ήττας. Αντίστοιχα, η Μεγάλη Πενταετία του Πέτρου Ρούσσου (Ρούσσος 1976), με όλο τον πλούτο των στοιχείων που παραθέτει διαπερνιέται από την προσπάθεια του ίδιου του συγγραφέα να αποτιμήσει και τις δικές του προσωπικές ευθύνες σε κρίσιμες μάχες[2] .

Στην πραγματικότητα ο κύριος όγκος αυτής της συγγραφικής παραγωγής εκ των πραγμάτων αποτελεί και μια πολιτική τοποθέτηση απέναντι στην ίδια τη δυναμική της Αντίστασης. Με αυτό αναφερόμαστε στο πώς αυτή υπερέβαινε τα όρια της εθνικής απελευθέρωσης και περιλάμβανε και μια πραγματική δυναμική κοινωνικού μετασχηματισμού, σε αναφορά με την οποία διαμορφώθηκαν τα αντίπαλα κοινωνικά και πολιτικά μπλοκ[3]. Είναι σαφές ότι σε αυτή τη δυναμική συναρθρώθηκε το σύνολο των αντιθέσεων που διαπερνούσαν τότε τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό: οι ταξικές αντιθέσεις της προπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης και η ταξική πόλωση που αυτή έφερε, οι αντιθέσεις που προκαλούσε η σταδιακή υπαγωγή τις αγροτικής παραγωγής, έστω και εξ επαγωγής (μέσα από τη σχέση ανάμεσα στους αγρότες από τη μια και τον κρατικό μηχανισμό και τις Τράπεζες από την άλλη), στους μηχανισμούς της καπιταλιστικής αγοράς, οι εσωτερικές αντιθέσεις στον χώρο της αγροτιάς, οι αναπαραγόμενες αντιθέσεις σε σχέση με εθνικές μειονότητες, οι εσωτερικές αντιφάσεις των στρωμάτων των προσφύγων, τα ανοιχτά ερωτήματα που είχε αφήσει η προπολεμική πολιτική κρίση, όλα αυτά αποτυπώθηκαν μέσα στην κατοχή, σε μια ντε φάκτο εμφύλια σύγκρουση η οποία καταγράφεται ήδη από το 1943. Αυτή προφανώς και δεν αφορά τον αλληλοσπαραγμό ως «κατάρα της φυλής», αλλά την αντικειμενική συμπύκνωση και όξυνση ταξικών και ταξικά επικαθορισμένων αντιφάσεων.

Επίδικο αυτής της σύγκρουσης ήταν το εάν θα ξεδιπλωνόταν πλήρως ή εάν αντίθετα θα ανακοπτόταν, καταρχάς βίαια και στη συνέχεια με μια αναδιάταξη των κοινωνικών συμμαχιών, η επαναστατική δυναμική που καταγραφόταν εντός της αντιστασιακής προσπάθειας. Όταν μιλάμε για επαναστατική δυναμική, προφανώς και δεν αναφερόμαστε στη φαντασιακή εικόνα μιας ολόψυχης στράτευσης των λαϊκών μαζών σε ένα συγκροτημένο και απόλυτα εναργές σχέδιο επαναστατικού μετασχηματισμού, αλλά σε καθοριστικές πλευρές της συγκυρίας της Κατοχής: Πρώτον, τη συγκρότηση μορφών λαϊκής εξουσίας, αυτοδιοίκησης, δικαιοσύνης κλπ., ανταγωνιστικών προς τις υπάρχουσες –και προϋπάρχουσες– κρατικές δομές (Μπέικος 1979? Τυροβούζης 1991). Δεύτερον, το γεγονός ότι η ίδια η συμμετοχή στην Αντίσταση βιώθηκε ως μια διαδικασία επαναστατικού μετασχηματισμού (τόσο σε ό,τι αφορά την ίδια την καθημερινότητα, όσο και σε σχέση με την προοπτική της μεταπολεμικής κοινωνίας) από ευρύτερα τμήματα των λαϊκών τάξεων, είτε των εργατικών στρωμάτων των αστικών κέντρων, είτε των αγροτικών στρωμάτων της υπαίθρου[4] .

Είναι γεγονός ότι, από ό,τι φαίνεται, η ηγεσία της Αριστεράς είχε μάλλον εγκαταλείψει, πιθανώς ήδη από το 1943, την προοπτική της άμεσης κατάληψης της εξουσίας με όρους λαϊκής επανάστασης εντός του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και έτεινε να ελπίζει περισσότερο στην κατοχύρωση μιας αναβαθμισμένης πολιτικής θέσης της στο μεταπολεμικό δημοκρατικό πολιτικό τοπίο (διατηρώντας ανοιχτό το ενδεχόμενο της ένοπλης σύγκρουσης με τις αστικές δυνάμεις ως μέσο πίεσης για καλύτερο συμβιβασμό), κάτι που άλλωστε εξηγεί γιατί οι επικρίσεις περί ευθυνών μεμονωμένων στελεχών μάλλον συσκοτίζουν την πραγματικότητα. Εντός αυτής της επιλογής τονίζονταν ιδιαιτέρως τα διαταξικά χαρακτηριστικά της Αντίστασης[5] . Μόνο που αυτό δεν αναιρεί την αντικειμενική δυναμική των ταξικών αναγνωρίσεων, διεκδικήσεων και συγκρούσεων που εκφράστηκαν μέσα από τη δυναμική της Αντίστασης και την καταγραφή μιας ασυμφιλίωτης κοινωνικής αλλά και πολιτικής πόλωσης.

Αυτό το αποτυπώνει η εμμονή τόσο του αστικού κόσμου, όσο και του ιμπεριαλιστικού παράγοντα, να δώσουν έγκαιρα και αποφασιστικά τη μάχη, όπως φάνηκε από την τακτική τους τον Δεκέμβρη του 1944. Απέναντι σε αυτό οι τακτικές και στρατηγικές ταλαντεύσεις της Αριστεράς σε σχέση με το τι συνεπαγόταν αυτή η πραγματικότητα (σχηματικά η ταλάντευση ανάμεσα στο ενδεχόμενο της εμφύλιας σύγκρουσης και την αναζήτηση όρων μιας δημοκρατικής διεξόδου-συμβιβασμού) θα χρωματίσουν και τη μετέπειτα πρόσληψη αυτής της περιόδου.

Ας μην ξεχνάμε ότι και οι μεγάλες τομές στο εσωτερικό της Αριστεράς θα μετατρέψουν την ιστορική πρόσληψη και αναδρομική ερμηνεία των γεγονότων της περιόδου της Αντίστασης και του Εμφυλίου σε βασικό επίδικο της εσωτερικής συζήτησης[6], έστω και εάν οι συσσωρευμένες αντιφάσεις του κομμουνιστικού κινήματος και η παράδοση συγκεντρωτικής και συχνά αντιδημοκρατικής λειτουργίας θα τείνουν συχνά αυτή τη συζήτηση να παρουσιάζεται συσκοτισμένα ως συζήτηση γύρω από λάθη ή ευθύνες προσώπων, με αποκορύφωμα την προσφιλή αναφορά σε προδότες που χαρακτήρισε τις αποδώσεις ευθυνών κατά τη Ζαχαριαδική περίοδο[7]. Η Αριστερά θα ταλαντεύεται ανάμεσα στην παραδοχή της πραγματικότητας μιας ανοιχτής σχεδόν εμφύλιας σύγκρουσης ως τέτοιας και την απώθησή της. Αυτή η απώθηση αποτυπώνεται σε όλες τις παραλλαγές της άποψης ότι η δυναμική της Αντίστασης ήταν η εθνική απελευθέρωση και η δημοκρατική εξέλιξη,. Αυτές οι ταλαντεύσεις ως προς το πού αντικειμενικά έτεινε η δυναμική της Αντίστασης θα χρωματίσουν και όλες τις μεταγενέστερες απόπειρες σύνταξης επίσημων κομματικών κειμένων αποτίμησης εκείνης της περιόδου[8] .

Αυτό μας βοηθάει να προσεγγίσουμε βιβλία όπως π.χ. η Διπλή Αποκατάσταση της Εθνικής Αντίστασης του Μήτσου Παρτσαλίδη (Παρτσαλίδης 1978), όπου απέναντι στην ιστορική προσέγγιση υπερτερεί ουσιαστικά η νομιμοποίηση της μετά το 1956 πολιτικής γραμμής του ΚΚΕ και της στροφής προς την «Εθνική Δημοκρατική Αλλαγή», όπως αυτό θα σφραγίσει και τις στρατηγικές επεξεργασίες του ΚΚΕεσ.. Αυτή η εκ των υστέρων αποτίμηση της Εθνικής Αντίστασης είναι εμφανές ότι εντάσσεται στην προσπάθεια η ερμηνεία της Αντίστασης να αντιστοιχεί στις πολιτικές και ιδεολογικές μετατοπίσεις της Αριστεράς, ειδικά της ηγεσίας του ΚΚΕεσ. σε μια εμφανώς μεταρρυθμιστική κατεύθυνση, εξ ου και η σαφής τοποθέτηση ότι στόχος δεν ήταν η εξουσία αλλά η δημοκρατική εξέλιξη. Το πολιτικό πλεονέκτημα μιας τέτοιας άποψης ήταν προφανές: η Αριστερά διεκδικούσε την εκ νέου πολιτική της νομιμοποίηση όχι ως φορέας μιας –έστω και ηττημένης– δυναμικής κοινωνικού μετασχηματισμού, αλλά ως ο συνεπής εκφραστής της βούλησης του Έθνους για ομαλότητα και δημοκρατία, βούληση την οποία είχε προδώσει πολλαπλά ο αστικός κόσμος. Μόνο που εάν αυτή η τοποθέτηση είχε ένα νόημα στη μετεμφυλιακή περίοδο ως προσπάθεια αντιστροφής του ιδεολογικού κλίματος της «εθνικοφροσύνης» και για τη διεκδίκηση πραγματικών δημοκρατικών ελευθεριών, με την άρση της συντριπτικής καταστολής του «κράτους των εθνικοφρόνων»[9], στη μεταπολιτευτική περίοδο σηματοδοτούσε την απεμπόληση από τα κόμματα της Αριστεράς της προοπτικής ρήξης με τα όρια του αστικού κράτους, το οποίο, επιτέλους, είχε διαμορφωθεί ως Κράτους Δικαίου.

Στο ίδιο πνεύμα, αρκετά χρόνια αργότερα, ο Γρ. Φαράκος (Φαράκος 2000) θα αναλάβει να αποτυπώσει τη δική του πολιτική και ιδεολογική μετατόπιση στο πλαίσιο της ιστοριογραφίας του ΕΛΑΣ, αναπαράγοντας, έστω και με καλύτερη αρχειακή τεκμηρίωση από τους προκατόχους του, την αντίληψη περί της λανθασμένης ταλάντευσης ως προς το θέμα της κατάληψης της εξουσίας, δηλαδή αναπαράγοντας πέντε δεκαετίες μετά το τέλος του Εμφυλίου την αναδρομική φαντασίωση περί της δυνατότητας δημοκρατικής διεξόδου.

Ας μην ξεχνάμε εδώ ότι μεγάλο βαθμό σε αυτή την πρόσληψη θα παίξουν και οι ίδιοι οι όροι της ήττας. Το γεγονός ότι η ηττημένη Αριστερά θα αποκηρυχθεί πρωτίστως ως «αντεθνικό στοιχείο», κάτι που θα αποτυπωθεί και σε όλο το φάσμα των προσχημάτων με το οποίο θα νομιμοποιηθεί η τρομαχτικής κλίμακας καταστολή των στελεχών της, φαινόταν να επιβάλλει, λίγο-πολύ ως αντικειμενική αναγκαιότητα, την υπεράσπιση αποκλειστικά της, αναμφίβολα πρωταγωνιστικής, συνεισφοράς του ΕΑΜικού κινήματος στην υπόθεση της εθνικής απελευθέρωσης, έστω και με τίμημα την υποτίμηση των διαστάσεων εσωτερικής ταξικής σύγκρουσης που σφράγισαν εξαρχής την αντιστασιακή διαδικασία.

Κομβική εξαίρεση σε αυτή την τάση και βιβλίο-σταθμός, η Νικηφόρα Επανάσταση που Χάθηκε του Θανάση Χατζή (Χατζής 1983)[10] , μια που όχι μόνο περιέλαβε μια εκτεταμένη επισκόπηση της Εθνικής Αντίστασης –όντας με αυτή την έννοια το κορυφαίο παράδειγμα της «ιστοριογραφίας των πρωταγωνιστών»– αλλά και με σαφήνεια υποστήριξε τη συνάρθρωση των στόχων εθνικής απελευθέρωσης και κοινωνικής χειραφέτησης και προσπάθησε να υποστηρίξει ότι στην πραγματικότητα σε εξέλιξη ήταν μια επαναστατική δυναμική κοινωνικού μετασχηματισμού, η οποία και ηττήθηκε, έστω και εάν είχε κατακτήσει όρους πραγματικής ηγεμονίας[11] .

Η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης το 1982, αυτό το ιδιότυπο συμβολικό τέλος του Εμφυλίου, είχε ταυτόχρονα και τη σημασία της εισόδου της Αντίστασης στο επίσημο ιστορικό Πάνθεον, στα σχολικά βιβλία, αλλά και της προσπάθειας πρόσληψής της υπό το πρίσμα μιας αναγκαίας «συμφιλίωσης». Ταυτόχρονα, αυτό επιταχύνει και την είσοδο της Αντίστασης ως γνωστικού αντικειμένου και ιστοριογραφικού ζητήματος στον Ακαδημαϊκό χώρο, που είχε ξεκινήσει στη μεταπολίτευση[12] , γεγονός που αναμφίβολα θα συμβάλει αποφασιστικά στην πρόοδο της σχετικής ιστορικής έρευνας[13] . Σημαντική ώθηση θα δώσει σε αυτή την κατεύθυνση η σταδιακή πρόσβαση σε όλο και μεγαλύτερο αρχειακό υλικό, σε πρώτη φάση ξένων αρχείων[14] .

Από την άλλη, η συνολικότερη ιδεολογική μεταστροφή μετά το 1989 θα διαμορφώσει τους όρους ενός ιδιότυπου ιστορικού αναθεωρητισμού στο επίπεδο της ιστοριογραφίας της αντίστασης, είτε με τη μορφή μιας επιστροφής της υπενθύμισης ότι ανεξαρτήτως της δυναμικής της Αντίστασης, εν τέλει τυχόν νίκη του ΕΑΜικού μπλοκ θα σήμαινε αυτόματη μετάβαση της χώρας στο «ανατολικό μπλοκ», είτε με προσπάθειες να παρουσιαστούν οι εμφύλιες διαμάχες ως συγκρούσεις ανάμεσα στην «κόκκινη» και τη «μαύρη» τρομοκρατία[15]. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτό τον τόνο θα υπάρξουν αναφορές ακόμη και τέως στελεχών της Αριστεράς (πιο πρόσφατα ο Λεωνίδας Κύρκος[16] ) .

Η ενασχόληση με την Εθνική Αντίσταση από την σκοπιά μιας περισσότερο θεωρητικά προσανατολισμένης προσέγγισης έφερε ενδιαφέροντες καρπούς, κυρίως με την έννοια ότι απόφυγε την εμμονή στους πολιτικούς ή στρατιωτικούς χειρισμούς και ξεπέρασε τον αναγκαστικό εμπειρισμό που χρωμάτισε πολλές από τις αρχικές αφηγήσεις - μαρτυρίες. Κατέδειξε έτσι τις συνολικότερες κοινωνικές δυναμικές που ήταν σε εξέλιξη, τους όρους ριζικής και γρήγορης αναδιάταξης των κοινωνικών συμμαχιών, τα υλικά κοινωνικά διακυβεύματα πίσω από τις εμφύλιες διαμάχες[17] και ανέδειξε παραμελημένες έως τότε πλευρές της πραγματικής δυναμικής που χρωμάτισε την αντίσταση, όπως η συμμετοχή των γυναικών στην Αντίσταση[18] . Σε αυτό το φόντο η δυναμική των ταξικών αντιπαραθέσεων που καταγράφηκαν μέσα από την Αντίσταση, αλλά και μέσα στην Αντίσταση, μπορούσε να αποκαλυφθεί πολύ καλύτερα. Αυτή η κατεύθυνση έδωσε και άλλες δυνατότητες για την αξιοποίηση του αρχειακού υλικού, των μαρτυριών, αλλά και τη χρήση τεχνικών προφορικής ιστορίας που εξετάζουν τους όρους πρόσληψης της Αντίστασης ως ιστορικού βιώματος σε συνάρθρωση με την προσέγγιση των ταξικών συσχετισμών και συγκρούσεων[19] .

Είναι προφανές, άλλωστε, ότι αυτό είναι και το ουσιαστικό πολιτικό διακύβευμα της όλης συζήτησης. Εάν η βασική πλευρά μιας υλιστικής προσέγγισης της ιστορίας είναι ακριβώς η προσπάθεια να καταδειχθεί η διαρκής επενέργεια της ταξικής πάλης (σε όλες τις σύνθετες και επικαθορισμένες πλευρές της) ως βασικού αιτιώδη παράγοντα, έπεται ότι μια τόσο σημαντική ιστορική περίοδος αποτελεί βασικό πεδίο για να δοκιμαστεί μια τέτοια οπτική. Και βέβαια μια τέτοια προσέγγιση δεν μπορεί ποτέ να είναι «ουδέτερη», αλλά προϋποθέτει εκείνο τον βαθμό «μεροληψίας» που εγγράφεται στην επιμονή ότι οι δυναμικές των κοινωνικών συγκρούσεων διαμορφώνουν έναν πάντοτε ανοιχτό ιστορικό ορίζοντα. Όσο και εάν είναι ορθό ότι η σύγχρονη επιστημονική έρευνα οφείλει να εξετάσει κριτικά προηγούμενες ιστορικές κατασκευές, αντιλήψεις, ή ακόμη και παραδομένες ερμηνείες για εκείνη την περίοδο, είναι προφανές ότι η πολιτική φόρτιση αυτής της συζήτησης δεν πρόκειται να χαθεί. Η παραδοχή ή η άρνηση του χαρακτήρα επαναστατικής ρήξης που είχε μια δοσμένη στιγμή ή συγκυρία του παρελθόντος, είναι μια τοποθέτηση που δεν αφορά μόνο το παρελθόν? άμεσα ή έμμεσα αποτελεί τοποθέτηση και για το παρόν, για το εάν και σε ποιο βαθμό η σημερινή καπιταλιστική κοινωνική πραγματικότητα αποτελεί έναν αναπόδραστο ιστορικό ορίζοντα.

2. Μια μνημειώδης τοιχογραφία της Αντίστασης

Σε αυτό το φόντο έρχεται το βιβλίο του Μανώλη Γλέζου. Ένα έργο στο οποίο αφιέρωσε πολλά χρόνια και μεγάλο κόπο προσπαθώντας να δώσει μια συνολική και κατά το δυνατόν καθολική παρουσίαση της εποποιίας της Εθνικής Αντίστασης. Εδώ θα πρέπει να πούμε ότι παρότι ο Γλέζος έζησε τα γεγονότα που περιγράφει, αποτελώντας ο ίδιος και ένα εν ζωή σύμβολο της Αντίστασης, ρητά δηλώνει ότι δεν προσπαθεί να γράψει απομνημονεύματα, ούτε «χρονική απαρίθμηση ιστορικών γεγονότων» (Γλέζος 2006: 43), αλλά μια μεγάλη ιστορική σύνθεση που, στη βάση μαρτυριών, αρχείων και όλης της μετέπειτα βιβλιογραφίας, προσπαθεί να ανασυγκροτήσει τις περισσότερες πλευρές εκείνης της περιόδου.

Ο Γλέζος ξεκαθαρίζει ότι στόχος αυτού του βιβλίου είναι να αποδείξει μια σειρά από θέσεις τις οποίες θεωρεί κομβικές για τη συνολικότερη κατανόηση του φαινομένου της Εθνικής Αντίστασης: α) Στην Ελλάδα η αντίσταση ξεκίνησε πολύ νωρίς και δεν υπήρξε περίοδος αναμονής ή σχετικής ανοχής απέναντι στον κατακτητή. β) Η Κατοχή σηματοδότησε μια ολόκληρη προσπάθεια σχεδόν γενοκτονικής επίθεσης απέναντι στον ελληνικό πληθυσμό. γ) Η αντίσταση υπήρξε καθολική και ιδιαίτερα μαχητική και προσέφερε σημαντικότατες υπηρεσίες στον αντιφασιστικό αγώνα.

Για να υποστηρίξει αυτές τις θέσεις, ο Γλέζος, παραθέτει έναν εντυπωσιακό πλούτο στοιχείων από ένα μεγάλο πλήθος πηγών, που περιλαμβάνουν όχι μόνο το σύνολο της υπάρχουσας βιβλιογραφίας (είτε με τη μορφή μαρτυριών, είτε με τη μορφή δευτερογενούς ιστορικής βιβλιογραφίας), αλλά και προφορικές μαρτυρίες που για χρόνια συγκέντρωνε ο ίδιος. Ως αποτέλεσμα, το βιβλίο γίνεται ένα εντυπωσιακό πανόραμα μιας τεράστιας κοινωνικής και πολιτικής δυναμικής, με χιλιάδες αγωνιστές και εκατοντάδες πρωτοβουλίες σε όλη την Ελλάδα και με πολύμορφες πρακτικές αντίστασης.

Η λεπτομερής καταγραφή όλων των αντιστασιακών ομάδων και πρωτοβουλιών[20] , συμπεριλαμβανομένων και των «ανώνυμων», αυτών δηλαδή που ήταν περισσότερο μικρές ή απομονωμένες ομάδες, που στη συνέχεια εντάχθηκαν στις μεγάλες αντιστασιακές οργανώσεις, δεν αποτίνει μόνο τον αναγκαίο φόρο τιμής, αλλά και δείχνει την πραγματική κοινωνική διεργασία μέσα από την οποία προέκυψε η Αντίσταση (Γλέζος 2006: 417-573 και 1021-1109). Παρουσιάζει, δηλαδή, τον τρόπο με τον οποίο σε όλη τη γεωγραφική έκταση του Ελλαδικού χώρου, χωρίς την ύπαρξη, αρχικά τουλάχιστον, κάποιου ενιαίου καθοδηγητικού κέντρου, άρχισαν να αναφύονται μικρότερες ή μεγαλύτερες αντιστασιακές πρωτοβουλίες. Δείχνει, επίσης, ότι αυτό είχε τις ρίζες του τόσο στη συνθηκολόγηση του επίσημου κράτους και την παραίτηση του επίσημου πολιτικού κόσμου από οποιαδήποτε πραγματική διάθεση αναμέτρησης, όσο και στο γεγονός ότι, παρά τις απηνείς διώξεις της Μεταξικής περιόδου, η Αριστερά και ιδίως το ΚΚΕ είχε αφήσει ιδιαίτερα βαθιά ίχνη μιας διαφορετικής κοινωνικής αντίληψης και αντίληψης για την οργάνωση της συλλογικής ζωής. Δοκιμασμένη σε πρώτη φάση μέσα στους όρους διεξαγωγής του πολέμου στο Αλβανικό Μέτωπο, θα βρει νέους τρόπους έκφρασης στην Κατοχή, σε όλες τις διαστάσεις της (ιδίως δε σε σχέση με την αναμέτρηση με την τρομαχτική πείνα του πρώτου χειμώνα της Κατοχής). Παρότι ο Γλέζος παραθέτει το σύνολο των οργανώσεων και των πράξεων αντίστασης, σε όλο το πολιτικό φάσμα τους, γίνεται σαφές ότι σε πολύ μεγάλο βαθμό η πρωτοβουλία ήταν της Αριστεράς. Εάν δεν υπήρχε όλο εκείνο το φάσμα των αναφορών προς το ΚΚΕ, που είχαν διαμορφωθεί μέσα σε όλη την προηγούμενη περίοδο, παρά τις αντιφάσεις, τις παλινωδίες και τη θεωρητική ένδεια της ηγεσίας του, δεν θα μπορούσε να είχε πάρει αυτές τις διαστάσεις η Αντίσταση.

Ταυτόχρονα, το βιβλίο του Γλέζου καταδεικνύει το τι όντως σήμαινε η Κατοχή, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια περίοδο σχετικής άμβλυνσης της ιστορικής μνήμης, αλλά και μιας ευρύτερης προσπάθειας να «αναθεωρηθεί» η ιστορία του ναζιστικού φαινομένου. Ως αναθεώρηση ορίζουμε εδώ τις προσπάθειες σχετικοποίησης του Ναζισμού και της σημασίας του εντός μιας γενικότερης κατηγορίας «ολοκληρωτισμού», αποσιώπησης της λειτουργίας του Ναζισμού για την εξυπηρέτηση αυταρχικών στρατηγικών καπιταλιστικής συσσώρευσης, ταύτισης του σταλινικού φαινομένου με τον Ναζισμό και σε αυτή τη βάση είτε μερικής υποτίμησης της βαρύτητας των εγκλημάτων του Ναζισμού, είτε μεταφοράς της έμφασης στην ανάγκη απάντησης στον «κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό»[21] .

Καταδεικνύει, επίσης, ότι η ιδιαίτερα βίαιη πρακτική των μαζικών εκτελέσεων και του ολοκληρωτικού πολέμου εναντίον πληθυσμών (με αποκορύφωμα το Ολοκαύτωμα του ευρωπαϊκού Εβραϊσμού) δοκιμάστηκε και στον Ελλαδικό χώρο, όποτε αυτό κρίθηκε αναγκαίο, είτε στις μαζικές σφαγές των πρώτων εβδομάδων της Κατοχής (στην Κρήτη, αλλά και στην υπό βουλγαρική κατοχή Δράμα), είτε στις μεγάλης κλίμακας εκκαθαριστικές επιχειρήσεις για τη διάλυση των ορεινών δικτύων (που ήταν και η βάση της Αντίστασης) το χειμώνα του 1943-1944. Ο Γλέζος αναδεικνύει το τεράστιο κόστος σε ανθρώπινες ζωές που είχε συνολικά η Κατοχή, εάν συνυπολογίσουμε τους εκτελεσμένους και δολοφονημένους, τα θύματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης, τους νεκρούς από την πείνα του χειμώνα 1941-42, με την πλήρη κατάρρευση κάθε μηχανισμού επισιτισμού, την έξαρση των ασθενειών, τη γενικότερη πτώση του βιοτικού επιπέδου και την τρομαχτική μείωση των γεννήσεων, γεγονός που οδήγησε σε μια συνολική πληθυσμιακή υποχώρηση τη χώρα. Δείχνει τέλος πώς αυτές οι τάσεις ενισχύθηκαν και από την εκτεταμένη προσπάθεια καταλήστευσης χρημάτων αλλά και υλικού πλούτου από τη μεριά των κατοχικών δυνάμεων.

Περιγράφει ακόμη ο Γλέζος ότι η Κατοχή εκτός της επιβολής συνθηκών βάρβαρης καταστολής και ριζικής επιδείνωσης των συνθηκών ζωής, βιώθηκε και ως απειλή για βίαιες ανακατατάξεις σε ό,τι αφορά τα ίδια τα σύνορα. Η εκπεφρασμένη βούληση της Βουλγαρίας να αποσπάσει τμήματα της Βόρειας Ελλάδας που ήταν υπό τον έλεγχό της, χρησιμοποιώντας ως μέσα μορφές εποικισμού αλλά και την εξώθηση σε μετακίνηση του ελληνικού πληθυσμού, η προσπάθεια αξιοποίησης μειονοτικών ζητημάτων (π.χ. η προσπάθεια για το Βλάχικο κράτος της Πίνδου), η προσπάθεια παράλληλα της Ιταλίας να αποσπάσει ελληνικές περιοχές, είναι ενδείξεις αυτής της επίσης βίαιης πλευράς της Κατοχής.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, το βιβλίο δικαιώνει την επιλογή των αγωνιστών του ΚΚΕ (ο πληθυντικός αποτυπώνει την απουσία ενός ενιαίου καθοδηγητικού κέντρου σε ένα κόμμα άγρια χτυπημένο από τις διώξεις της μεταξικής περιόδου) να θέσουν ως βασική προτεραιότητα τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, σε μια περίοδο που δεν είχε ξεκινήσει η επίθεση ενάντια στην Σοβιετική Ένωση και η επίσημη γραμμή της Κομμουνιστικής Διεθνούς ήταν ακόμη η «ουδετερότητα» απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, γραμμή που υλοποιήθηκε ακόμη και από μεγάλα και ιστορικά κομμουνιστικά κόμματα όπως το Γαλλικό, συχνά με τραγικές γι’ αυτά συνέπειες (Κλαουντίν 1981).

Η επιλογή αυτή είχε περισσότερο να κάνει με το πολιτικό ένστικτο και την ιδιαίτερη επαφή με τις λαϊκές μάζες που είχε κατορθώσει να πετύχει το ΚΚΕ στη δεκαετία του 1930, και λιγότερο με αυτή καθαυτή τη γραμμή του εκείνη την περίοδο, που χαρακτηριζόταν από θεωρητική ένδεια και μηχανιστική αναπαραγωγή των κατευθύνσεων της Γ΄ Διεθνούς[22]. Αντίθετα, άλλες τάσεις, συχνά με περισσότερο οξυδερκή συναίσθηση των πολιτικών και ιδεολογικών διακυβευμάτων της προπολεμικής περιόδου και καλύτερη στρατηγική τοποθέτηση δεν θα μπορέσουν σε εκείνη τη συγκεκριμένη (και πρωτότυπη) συγκυρία να συνειδητοποιήσουν ότι ο δρόμος για τη διαμόρφωση μιας άλλης ηγεμονίας μέσα στις λαϊκές μάζες περνούσε μέσα από την πρωτοπόρα συμμετοχή των κομμουνιστών στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα[23] .

Άλλωστε, συνολικότερα η εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και άλλων αντίστοιχων περιόδων ξένης κατοχής, έχει δείξει ότι παρόμοιες συγκυρίες μπορούν υπό προϋποθέσεις να αποτελέσουν το πεδίο διαμόρφωσης πρωτότυπων λαϊκών κοινωνικών συμμαχιών, στις οποίες η Αριστερά να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, συχνά δε να είναι ο μόνος φορέας που θα μπορούσε να συγκροτήσει τέτοιες ευρύτερες λαϊκές συμμαχίες, κατορθώνοντας, μέσα στις συνθήκες πολιτικής και ιδεολογικής κρίσης των θεσμών της αστικής κυριαρχίας που επιφέρει η ξένη κατοχή, να συμβάλει σε ταχείς πολιτικούς και ιδεολογικούς μετασχηματισμούς των λαϊκών μαζών που συμμετείχαν σε αυτές τις διεργασίες. Στην πραγματικότητα ήταν μια συγκυρία όπου η διαμόρφωση όρων επαναστατικής κρίσης διαπλεκόταν με το αίτημα της απαλλαγής από την Κατοχή, σε μια διαδικασία που δεν αντιστοιχούσε στους ιδεοτύπους της Κομμουνιστικής Διεθνούς για τη διάκριση ανάμεσα σε επαναστατικούς και αστικοδημοκρατικούς στόχους[24]. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι αυτοί οι μετασχηματισμοί α παγιώνονταν αυτόματα. Αντίθετα, αποτελούσαν όχι μόνο μια στιγμή της ταξικής πάλης, αλλά και ένα διακύβευμά της, τόσο ως προς τη διατήρηση ή όχι των κοινωνικών συμμαχιών που διαμορφώνονταν μέσα στην αντιστασιακή διαδικασία, όσο και σε σχέση με τους όρους ηγεμονίας μέσα σε αυτή τη διαδικασία. Σε τελική ανάλυση, όπως διαπιστώνει ο ίδιος ο Γλέζος (Γλέζος 2006: 83-85), ήταν ακριβώς αυτή η διάσταση του μαζικού αντιφασιστικού αγώνα και της αντιφασιστικής ιδεολογίας που μετασχημάτισε, τουλάχιστον ως ένα βαθμό, το χαρακτήρα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ώστε αυτός να μη βιωθεί απλώς και μόνο ως πόλεμος αντιμαχόμενων ιμπεριαλιστικών μπλοκ.

Ο Γλέζος με ιδιαίτερα επίμονο τρόπο κάνει έναν απολογισμό των επιτευγμάτων της Αντίστασης σε ό,τι αφορά τον αγώνα για την απελευθέρωση της χώρας και το χτύπημα των δυνάμεων των κατακτητών: Καθηλώθηκαν σημαντικές γερμανικές στρατιωτικές μονάδες, ο αριθμός και το μέγεθος των οποίων καταγράφεται αναλυτικά, δημιουργήθηκαν μεγάλες δυσκολίες στους μηχανισμούς ανεφοδιασμού, καταστράφηκαν μεγάλες ποσότητες στρατιωτικού υλικού, συνολικά υπήρξε μια δράση σε καθαρά στρατιωτικό επίπεδο η οποία είχε επιπτώσεις όχι μόνο στο εσωτερικό της χώρας, αλλά επηρέασε επίσης όψεις του συνολικού συσχετισμού δύναμης στον πόλεμο, λειτουργώντας αποφασιστικά υπέρ των Συμμάχων. Αποτράπηκε η επιστράτευση εργαζομένων για τα Γερμανικά εργοστάσια, μέσα από μια πρωτοφανή για τα δεδομένα της κατεχόμενης Ευρώπης απεργιακή κινητοποίηση και πολιτική ανυπακοή. Δεν μπόρεσε να συγκροτηθεί, σε αντίθεση με άλλες κατεχόμενες χώρες, ένοπλο ελληνικό σώμα το οποίο θα στρατευόταν στο πλευρό των δυνάμεων του Άξονα στα μέτωπα του Πολέμου. Επιτεύχθηκε η αποχώρηση των Γερμανικών στρατευμάτων και μάλιστα χωρίς τη μεσολάβηση απόβασης ή μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεων των Συμμάχων.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Γλέζος στέκεται πολύ αναλυτικά σε όλες τις διαφορετικές μορφές που πήρε η Αντίσταση κατά του κατακτητή. Δεν μένει μόνο στις στρατιωτικές ενέργειες και τις δολιοφθορές, αλλά καταγράφει όλες τις μορφές ανυπακοής και επιδείνωσης της θέσης του Κατακτητή, από την αλλαγή των πινακίδων, για να χάνουν τον προσανατολισμό τους οι εισερχόμενες γερμανικές φάλαγγες, έως την κλοπή υλικού. Αυτό δικαιώνει, όντως, τη θέση του ότι η Αντίσταση ξεκίνησε από την πρώτη στιγμή της Κατοχής. Έχει επίσης ενδιαφέρον ότι ο Γλέζος συμπεριλαμβάνει στα όρια της Εθνικής Αντίστασης τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41, την άμυνα ενάντια στη Γερμανική εισβολή καθώς και τη Μάχη της Κρήτης. Παρά τη διαφορά ανάμεσα στην ένοπλη αντίσταση συγκροτημένου κράτους και τη λαϊκή αντίσταση, ορθά ο Γλέζος εντοπίζει ότι στις πολεμικές συγκρούσεις που προηγήθηκαν της Κατοχής καταγράφηκαν στοιχεία ευρύτερης λαϊκής συμμετοχής και ενεργοποίησης (στην περίπτωση της Μάχης της Κρήτης αφενός και στην άμεση συμμετοχή του λαού στην αμυντική προσπάθεια αφετέρου) και όχι απλώς «πολεμικές επιχειρήσεις». Πολύ σημαντική, επίσης, μια που καταδεικνύει και το βάθος και την κοινωνική έκταση της Αντίστασης, είναι και η καταγραφή που γίνεται όλων των μορφών κοινωνικής διεκδίκησης και μαζικής ανυπακοής με τις μεγάλες απεργίες και τις διαδηλώσεις που έγιναν στην περίοδο της Κατοχής. Τέλος, δεν παραλείπει να υπογραμμίσει τη σημασία που είχε η εκτεταμένη προσπάθεια ιδεολογικού αγώνα, που και αυτή συνείσφερε στη στράτευση μεγάλου μέρους του πληθυσμού στον αντιφασιστικό αγώνα. Και εδώ πρέπει να πούμε ότι το βιβλίο του Γλέζου είναι πραγματικά πολύτιμο, γιατί καταγράφει όλες αυτές τις πρακτικές αντίστασης με τρόπο επίμονο και λεπτομερειακό, συνθέτοντας ένα εντυπωσιακό πανόραμα της έκτασης και της κλίμακας που αυτές πήραν σε όλο τον Ελλαδικό χώρο.

Εκτός όμως από τις επιτυχίες στο στρατιωτικό τομέα και τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα ο Γλέζος στέκεται και στα επιτεύγματα της Αντίστασης στον κοινωνικό τομέα: Στρατεύτηκε στον κοινό αγώνα ένα μεγάλο φάσμα από κοινωνικές κατηγορίες. Συγκροτήθηκε ένα τεράστιο δίκτυο ενημέρωσης, αλληλεγγύης, και δράσης. Κατοχυρώθηκαν μορφές αυτοδιοίκησης και δημοκρατικοί θεσμοί σε όλη την Ελεύθερη Ελλάδα. Δείχνει με αυτό τον τρόπο ότι αυτό που έλαβε χώρα στην Κατοχή στον ελλαδικό χώρο ήταν μια πολύ ευρύτερη πολιτική και κοινωνική δυναμική μετασχηματισμού, πολύ πέρα και πολύ πάνω από την αμιγώς ένοπλη αντίσταση ή υπονόμευση του κατακτητή.

Ο Γλέζος σπεύδει βέβαια να τονίσει ότι ο αγώνας ήταν πρωτίστως αγώνας για την εθνική απελευθέρωση και διαφωνεί με την εκτίμηση ότι επρόκειτο για κοινωνική επανάσταση (Γλέζος 2006: 327-331). Η εκτίμηση αυτή νομίζουμε ότι θα πρέπει να εκληφθεί περισσότερο ως μια αναγκαία οριοθέτηση απέναντι σε μια τάση «μυθοποίησης» της Αντίστασης ως προς το κοινωνικό περιεχόμενο, που θα την παρουσίαζε ως μια πλήρως αναπτυγμένη κοινωνική επανάσταση. Είναι σαφές ότι ο Γλέζος σε κανένα σημείο δεν αρνείται τη δυναμική επαναστατικού κοινωνικού μετασχηματισμού που ενείχε η Εθνική Αντίσταση. Άλλωστε, αυτό καταδεικνύεται και από όλα όσα λεπτομερώς καταγράφει και παραθέτει μέσα στο βιβλίο του, ότι όχι μόνο τα αιτήματα των αντιστασιακών οργανώσεων υπερέβαιναν την απλή διεκδίκηση της εθνικής κυριαρχίας και έθεταν στόχους κοινωνικού μετασχηματισμού (ακόμη και ο ΕΔΕΣ αναφερόταν στον «σοσιαλισμό»), αλλά και συνολικά αυτό που κυριαρχούσε στη σκέψη όσων συμμετείχαν στον αγώνα ήταν η διεκδίκηση μιας διαφορετικής κοινωνικής οργάνωσης την επαύριον της απελευθέρωσης[25] . Είναι άλλωστε σαφές ότι όταν μιλάμε για τον χαρακτήρα λαϊκής επανάστασης σε σχέση ειδικά με το ΕΑΜικό κίνημα, δεν αναφερόμαστε σε κάποιου τύπου συγκροτημένο επαναστατικό πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού, αλλά στη διαπίστωση ότι αντικειμενικά είχαν διαμορφωθεί μαζικές δυναμικές οι οποίες υπερέβαιναν τον στόχο της εθνικής απελευθέρωσης και έθεταν το θέμα της εξουσίας, κοινωνικής και πολιτικής, μέσα στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό[26]. Σε αυτή άλλωστε τη βάση μπορεί κανείς να δει την από σχετικά νωρίς προσπάθεια τόσο των αστικών δυνάμεων, όσο και των Άγγλων, να ανασυγκροτήσουν αντι-ΕΑΜικές δυνάμεις, όχι μόνο στο επίπεδο των πρακτικών αντίστασης, αλλά και στο επίπεδο των κρατικών μηχανισμών, με την υποστήριξη για τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας και συνολικά την προσπάθεια να εξωθηθούν τα πράγματα στην κατεύθυνση της ήττας του ΕΑΜικού κινήματος, ξεκινώντας ουσιαστικά την εμφύλια διαμάχη ήδη από το τέλος του 1943[27] .

Ο Γλέζος επιλέγει συνειδητά να μην αναφερθεί στη διάσταση της εμφύλιας σύγκρουσης μέσα στην Κατοχή, αναφέροντας ότι γι’ αυτό θα υπάρξει ξεχωριστή συγγραφή. Γίνεται δηλαδή σαφές ότι έχουμε να κάνουμε με μια μεθοδολογική επιλογή και όχι βέβαια για μια υποτίμηση της κομβικής αυτής διάστασης της περιόδου της Κατοχής. Αυτό οφείλεται και στην προσπάθεια του Γλέζου να κάνει μια διάκριση ως προς την επίτευξη των στόχων της Εθνικής Αντίστασης: Θεωρεί έτσι ότι η Αντίσταση πέτυχε το στόχο της ως προς την εκδίωξη των κατακτητών, δεν πέτυχε όμως το στόχο ούτε της εθνικής ανεξαρτησίας (δηλαδή της ρήξης με τον ιμπεριαλισμό), ούτε το στόχο του κοινωνικού μετασχηματισμού, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έθεσε. Αν θα μπορούσαμε να περιγράψουμε κάπως τη μεθοδολογία που επιλέγει ο Γλέζος θα λέγαμε ότι επέλεξε να θέσει «εντός παρενθέσεως» αυτές τις διαστάσεις της αντίστασης και να επικεντρωθεί στον αμιγώς εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.

3. Τα όρια μιας αποτίμησης

Το βιβλίο του Γλέζου θα πρέπει να κριθεί σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο επίπεδο θα πρέπει να το δούμε εντός της μεθοδολογίας που αναφέραμε, δηλαδή παρακάμπτοντας μεθοδολογικά τη διάσταση της εμφύλιας σύγκρουσης που σφράγισε την Αντίσταση. Με αυτό ως δεδομένο είναι σαφές ότι έχουμε να κάνουμε με μια μνημειώδη τοιχογραφία της Κατοχής, των δεινών ενός ολόκληρου λαού αλλά και ενός γαλαξία από πρακτικές αντίστασης και αγώνα που συνδιαμόρφωσαν ένα τεράστιο κίνημα. Αυτή τη διάσταση το βιβλίο του Γλέζου την πετυχαίνει, και ως σύνθεση στοιχείων και μαρτυριών αποτελεί μια αναγκαία αναφορά ιστορικής αυτογνωσίας. Είναι επίσης σαφές ότι το βιβλίο του Γλέζου, υπό αυτή την έννοια, υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια και τα χαρακτηριστικά που είχαν προηγούμενα βιβλία-μαρτυρίες. Αυτό προκύπτει από δύο βασικές πλευρές αυτού του έργου. Πρώτον, ότι ο Γλέζος αποφεύγει την προσφιλή σε αντίστοιχα έργα κατεύθυνση της γραμμικής αφήγησης γεγονότων που δίνει έμφαση στη δράση προσώπων (συνήθως των στελεχών της Αντίστασης ή/και της Αριστεράς), διαλέγοντας τη θεματική οργάνωση του βιβλίου. Δεύτερον, το βιβλίο υποστηρίζεται από μια ιδιαίτερα εκτεταμένη τεκμηρίωση, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ την τεκμηρίωση που υπήρχε στα πρώτα αφηγήματα-μαρτυρίες. Σε αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε και την ιδιαίτερα χρηστική μορφή του βιβλίου, με τις υποσημειώσεις, άρα και την τεκμηρίωση, να μην περιορίζεται στο κάτω μέρος της σελίδας ή στο τέλος του κειμένου, αλλά να βρίσκονται στις αριστερές (ζυγές) σελίδες, παίζοντας ουσιαστικά ισότιμο ρόλο με το κυρίως κείμενο και όντας έτσι πολύ πιο εύκολα προσβάσιμες για τον αναγνώστη.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, όμως, αυτή η μεθοδολογική επιλογή, με όλη την ηθική της εντιμότητα ως προς την προσπάθεια να αποκατασταθεί το μέγεθος, το μεγαλείο αλλά και η αποτελεσματικότητα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, σημαίνει ότι θα ήταν λάθος να αντιμετωπίσουμε το βιβλίο του Γλέζου ως το «οριστικό» βιβλίο για εκείνη την περίοδο. Η διάσταση της εμφύλιας σύγκρουσης και το ερώτημα της μεταπολεμικής κοινωνικής ηγεμονίας σφράγισε σχεδόν εξαρχής το ίδιο το γεγονός της Αντίστασης και οποιαδήποτε αποτίμηση εκείνης της περιόδου, αναγκαστικά, αναμετριέται και με αυτή. Με αυτή την έννοια, ούτως ή άλλως, η συζήτηση για την αποτίμηση εκείνης της ηρωικής και ταραγμένης περιόδου έχει ακόμη πολύ δρόμο να διανύσει.

Βιβλιογραφία

Αλιβιζάτος, Νίκος 1984, «Καθεστώς “Έκτακτης Ανάγκης” και πολιτικές ελευθερίες, 1946-1949», στο συλλογικό τόμο Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση, Αθήνα: Θεμέλιο: 383-398.

Βερβενιώτη, Τασούλα 1994, Η γυναίκα της Αντίστασης. Η είσοδος των γυναικών στην πολιτική, Αθήνα: Οδυσσέας.

Βερναρδάκης, Χριστόφορος και Γιάννης Μαυρής 1991, Κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στη προδικτατορική Ελλάδα. Οι προϋποθέσεις της μεταπολίτευσης, Αθήνα: Εξάντας.

Γλέζος, Μανόλης 2006, Εθνική Αντίσταση 1940-45, 2 τ., Αθήνα: Στοχαστής.

Δημητρίου, Πάνος (επιμ.) 1978, Η διάσπαση του ΚΚΕ, 2 τ., Αθήνα: Θεμέλιο.

Διμιτρόφ, Γκεόργκι 1978, Ο φασισμός, Αθήνα: Πορεία.

Ελεφάντης, Άγγελος 2 1979, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης. ΚΚΕ και αστισμός στο Μεσοπόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο.

Ελεφάντης, Άγγελος 2003, Μας πήραν την Αθήνα. Ξαναδιαβάζοντας την ιστορία 1941-50, Αθήνα, Βιβλιόραμα.

Εμμανουηλίδης, Μάριος 2002, Αιρετικές διαδρομές. Ο Ελληνικός τροτσκισμός και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Αθήνα: Φιλίστωρ.

Ηλιού, Φίλιππος 1996, «Παρέμβαση στο “στρογγυλό τραπέζι” του Συμποσίου με θέμα Ο Δεκέμβρης του 1944 στο πλαίσιο των μεταπολεμικών εξελίξεων» , σε Φαράκος (επιμ.) 1996: 242-246.

Ηλιού, Φίλιππος 2002, «Η πορεία προς τον Εμφύλιο: Από την ένοπλη εμπλοκή στην ένοπλη ρήξη», σε Νικολακόπουλος κ.ά. 2002 (επιμ.) 2002: 25-30.

«Ιός» της Κυριακής (Κωστόπουλος, Τάσος, Δημήτρης Τρίμης, Αγγέλικα Ψαρά, Άντα Ψαρά και Δημήτρης Ψαράς), 2004α, «Από τα Ες-Ες στην Ε.Ε. Οι νέοι βαλτικοί μας εταίροι», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 15/2/2004.

«Ιός» της Κυριακής (Κωστόπουλος, Τάσος, Δημήτρης Τρίμης, Αγγέλικα Ψαρά, Άντα Ψαρά και Δημήτρης Ψαράς), 2004β, «Εκσυγχρονισμένα κονσερβοκούτια. Η νέα “σοβιετολογία” για την κατοχή και την αντίσταση», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 5/12/2004.

Καλύβας, Στάθης 2002, «Μορφές, διαστάσεις και πρακτικέ της βίας στον Εμφύλιο (1943-1949): Μια πρώτη προσέγγιση» σε Νικολακόπουλος et al. (επιμ.) 2002: 188-207.

Καλύβας, Στάθης 2004, «Κόκκινη τρομοκρατία. Η βία της Αριστεράς στην Κατοχή», σε Mazower (επιμ.) 2004: 161-204.

Κλαουντίν, Φερνάντο 1981, Η κρίση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, 2 τ. Αθήνα: Γράμματα.

Κουλούρης, Νίκος 2000, Ελληνική Βιβλιογραφία του Εμφυλίου Πολέμου 1945-1949. Αυτοτελή δημοσιεύματα 1945-1949, Αθήνα: Φιλίστωρ.

Κύρκος, Λεωνίδας 2006, «Ευτυχώς που δεν νίκησε η επανάστασή μας!», συνέντευξη στον Αλέξη Παπαχελά, Καθημερινή 3/12/2006.

Κωστόπουλος, Τάσος 2005, Η αυτολογοκριμένη μνήμη. Τα Τάγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη, Αθήνα: Φιλίστωρ.

Mazower, Mark 1994, Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της κατοχής, Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Mazower, Mark (επιμ.) 2004, Μετά τον Πόλεμο. Η ανασυγκρότηση της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα 1943-1960, Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Μαραντζίδης Νίκος (επιμ.) 2005, Οι άλλοι καπετάνιοι. Αντικομμουνιστές ένοπλοι στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, Αθήνα: Βιβλιοπωλείο της Εστίας.

Μαργαρίτης, Γιώργος 1993, Από την ήττα στην εξέγερση, Αθήνα: Πολίτης.

Μαργαρίτης Γιώργος 1996, «Δεκέμβρης 1944: Η επανενοποίηση της ελληνικής κοινωνίας», σε Φαράκος (επιμ.) 1996: 21-30.

Μαργαρίτης, Γιώργος 2000, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, 2 τ. Αθήνα: Βιβλιόραμα.

Μηλιός, Γιάννης, 1988, Ο Ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, Αθήνα: Εξάντας, 2η αναθεωρημένη έκδοση Κριτική 2000.

Μούτουλας Παντελής, Πελοπόννησος 1940-45. Η περιπέτεια της επιβίωσης, του διχασμού, της απελευθέρωσης, Αθήνα: Βιβλιόραμα.

Μπαρτζιώτας, Βασίλης 1979, Η Εθνική Αντίσταση και ο Δεκέμβρης του ’44: Ιστορικό Δοκίμιο, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μπέικος, Γεωργούλας 1979, Η λαϊκή εξουσία στην Ελεύθερη Ελλάδα, 2 τ., Αθήνα: Θεμέλιο.

Μπουσχότεν, Ρίκι Βαν 1997, Ανάποδα χρόνια. Συλλογική μνήμη και ιστορία στο ζιάκα Γρεβενών (1900-1950), Αθήνα: Πλέθρον.

Νικολακόπουλος, Ηλίας, Άλκης Ρήγος και Γρηγόρης Ψαλίδας (επιμ.) 2002, Ο Εμφύλιος Πόλεμος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο. Φεβρουάριος 1945 - Αύγουστος 1949, Αθήνα: Θεμέλιο.

Papastratis, Prokopis 1984, British Policy towards Greece during the Second World War, 1941-1944, Cambridge and New York: Cambridge University Press.

Παπαστρατής, Προκόπης 1988, «Η ιστοριογραφία της δεκαετίας 1940-1950», Σύγχρονα Θέματα 35-36-37: 183-187.

Παρτσαλίδης, Μήτσος 1978, Διπλή αποκατάσταση της Εθνικής Αντίστασης, Αθήνα: Θεμέλιο.

Πετρόπουλος, Γιώργος (επιμ.) 2003, Η καθαίρεση του Ν. Ζαχαριάδη: Επέμβαση του ΚΚΣΕ στο ΚΚΕ, Αθήνα: Προσκήνιο.

Ρούσσος, Πέτρος 1976, Η Μεγάλη Πενταετία 1940-45. Η εθνική αντίσταση και ο ρόλος του ΚΚΕ, 2 τ., Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Σαράφη, Μάριον (επιμ.) 1982, Από την Αντίσταση στον Εμφύλιο Πόλεμο, Αθήνα: Νέα Σύνορα – Α. Λιβάνης.

Στίνας, Άγις, 1984, ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΟΠΛΑ, Αθήνα: Διεθνής Βιβλιοθήκη.

Τυροβούζης, Χρήστος 1991, Αυτοδιοίκηση και «Λαϊκή» Δικαιοσύνη 1942-1945. Συμβολή στην Ιστορία των θεσμών της Ελληνικής Αντίστασης, Αθήνα: Προσκήνιο.

Φαράκος, Γρηγόρης 2000, «Ο ΕΛΑΣ και η εξουσία», 2 τ., Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Φαράκος, Γρηγόρης (επιμ.) 1996, Δεκέμβρης του ’44. Νεότερη έρευνα – νέες προσεγγίσεις, Αθήνα: Φιλίστωρ.

Fleischer, Hagen και Νίκος Σβορώνος (επιμ.) 1989, Ελλάδα 1936-1944 Δικτατορία – Κατοχή – Αντίσταση. Πρακτική Α΄ Συνεδρίου Σύγχρονης Ιστορίας, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Αγροτικής Τράπεζας.

Φλάισερ, Χάγκεν 1995, Στέμμα και σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης, 2 τ. Αθήνα: Παπαζήσης.

Χαριτόπουλος, Διονύσης 1997, Άρης: ο αρχηγός των ατάκτων, 2 τ., Αθήνα: Εξάντας.

Χατζής, Θανάσης 1982, «ΕΑΜ – ΕΛΑΣ: Αντίσταση ή εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα» σε Σαράφη (επιμ.) 1982: 105-129

Χατζής, Θανάσης 3 1983, Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε, 4 τ., Αθήνα: Δωρικός Χατζής, Θανάσης 1996, Οι ρίζες της Εθνικής Αντίστασης. Προλεγόμενα στη Νικηφόρα Επανάσταση που χάθηκε, Αθήνα: Φιλίστωρ



[1] Για το θεσμικό καθεστώς πολιτικού αποκλεισμού που διαμορφώθηκε εναντίον του ΕΑΜικού κινήματος βλ. Αλιβιζάτος 1984.

[2] Αντίστοιχα π.χ. οι αναμνήσεις του Β. Μπαρτζιώτα (Μπαρτζιώτας 1979) χρωματίζονται από τη συστηματική προσπάθεια επίδειξης κομματικής νομιμοφροσύνης μετά την καθαίρεσή του το 1956.

[3] Και σε αυτή τη δυναμική είχε πρωτοπόρο ρόλο το πολιτικό δυναμικό του ΚΚΕ. Παρά την οργανωτική αποδιάρθρωση του μηχανισμού από τη μεταξική δικτατορία και παρά τα όρια και τις αντιφάσεις της ίδιας της γραμμής του ΚΚΕ και της Κομμ. Διεθνούς, θα είναι αυτό το δυναμικό (οργανωμένο και μη) που στηριζόμενο στη διαμόρφωση μιας νέας φιγούρας αγωνιστή στη δεκαετία του 1930 (Ελεφάντης 1979) θα πρωταγωνιστήσει σε όλα τα βήματα διαμόρφωσης της Αντίστασης, σε μια διαδικασία όπου συχνά το καθοριστικό δεν θα είναι οι αποφάσεις των όποιων κομματικών οργάνων, αλλά η πρωτοβουλία των ίδιων των αγωνιστών (Μούτουλας 2004). Για μια παρουσίαση των κοινωνικών μπλοκ και των δυναμικών κοινωνικού μετασχηματισμού που καταγράφηκαν εντός του ΕΑΜικού κινήματος βλ. Βερναδάκης / Μαυρής 1991.

[4] Για το βίωμα αυτής της επαναστατικής δυναμικής σε ένα χωριό των Γρεβενών στα χρόνια της Αντίστασης βλ. Μπουσχότεν 1997: 96-127.

[5] Γι’ αυτές τις μετατοπίσεις της ηγεσίας της Αριστεράς βλ. Ηλιού 1996, Ηλιού 2002, Κουλούρης 2000.

[6] Παράδειγμα αποτελούν οι συζητήσεις στα κομματικά σώματα του ΚΚΕ στη δεκαετία του 1950. Βλ. σχετικά Δημητρίου (επιμ.) 1978, Πετρόπουλος (επιμ.) 2003.

[7] Και που θα βρουν την κατοπτρική τους αντανάκλαση στην αναδρομική δαιμονοποίηση του Ν. Ζαχαριάδη.

[8] Βλ. για παράδειγμα την Ιστορία της Εθνικής Αντίστασης 1940-45 που εξέδωσε το ΚΚΕ το 1977.

[9] Για τους όρους εσωτερίκευσης της ήττας του Εμφυλίου από την Αριστερά βλ. Μηλιός 1988: 322-324.

[10] Το 1996 εκδόθηκε και το συμπληρωματικό του χειρόγραφο για τα γεγονότα μέχρι την ίδρυση του ΕΑΜ (Χατζης 1996).

[11] Χαρακτηριστική και ενδιαφέρουσα από αυτή την άποψη είναι και η διαφωνία του Χατζή με τη χρήση του όρου Εθνική Αντίσταση, θεωρώντας ότι η ευθεία μεταφορά του γαλλικού όρου Resistance υποτιμούσε την ευρύτερη δυναμική που είχε αυτό που ο ίδιος όριζε ως εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα (Χατζής 1982). Για την ιστορία της χρήσης του όρου Αντίσταση βλ. και Ελεφάντης 2003.

[12] Για τα προβλήματα και τα ερωτήματα που κλήθηκε να απαντήσει μετά τη μεταπολίτευση η ιστοριογραφία της δεκαετίας 1940-50 βλ. Παπαστρατής 1988. Εκτός των άλλων, η στροφή αυτή προς μια πιο επιστημονική προσέγγιση καταγράφηκε και στις εισηγήσεις σε τρία σημαντικά συνέδρια που έγιναν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Βλ. αντίστοιχα το συλλογικό τόμο Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-50 ? (Πρακτικά συνεδρίου στην Ουάσιγκτον το 1978), τα κείμενα σε Σαράφη (επιμ.) 1982? (Πρακτικά συνεδρίου στο Λονδίνο το 1978) και τα κείμενα σε Fleischer και Σβορώνος (επιμ.) 1989? (Πρακτικά συνεδρίου στην Αθήνα το 1984).

[13] Παρότι θα υπάρξουν και αρκετές παλινδρομήσεις σε μια παραδοσιακή και μάλλον μυθοποιητική σύλληψη του παρελθόντος. Βλ. π.χ. Χαριτόπουλος 1997.

[14] Βλ. για παράδειγμα τη μελέτη για τη Βρετανική εξωτερική πολιτική έναντι της Ελλάδας από τον Παπαστρατή (Papastratis 1984).

[15] Χαρακτηριστικό παράδειγμα από αυτή την άποψη αποτελούν οι διάφορες παρεμβάσεις του Στάθη Καλύβα (Καλύβας 2002? Καλύβας 2004). Σε παράλληλο κλίμα εντάσσεται και η προσπάθεια αναδρομικής νομιμοποίησης των αντικομουνιστικών «εθνικών» ομάδων (Μαραντζίδης [επιμ.][ 2005). Για μια αποτίμηση βλ. «Ιός» της Κυριακής 2004β.

[16] Βλ. σχετικά Κύρκος 2006.

[17] Πρωτοπόρο σε αυτή την κατεύθυνση είναι το έργο του Γιώργου Μαργαρίτη, που εφάρμοσε στοιχεία μιας οπτικής κοινωνικής ιστορίας μέσα στην ίδια την ιστοριογραφία της Αντίστασης (και αργότερα του Εμφυλίου), και στράφηκε προς πιο «ανώνυμες» μαζικές πλευρές της κοινωνικής πραγματικότητας και της καθημερινότητας, με αποτέλεσμα αρκετές αναμφίβολα ενδιαφέρουσες θεωρητικές προτάσεις, π.χ. αναφορικά με τη βαρύτητα των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων γύρω από τη διανομή της επισιτιστικής βοήθειας, αλλά και συνολικά για τους όρους αναδιάταξης των κοινωνικών συμμαχιών (Μαργαρίτης 1993? Μαργαρίτης 1996? Μαργαρίτης 2000). Αυτή η προσπάθεια για μια πιο κοινωνικά προσανατολισμένη ιστοριογραφία της Κατοχής και της Αντίστασης χρωματίζει επίσης και το έργο ξένων μελετητών όπως ο Mark Mazower (1994). Σημαντικό υλικό προσέφεραν και πιο προσανατολισμένες προς τις πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις μελέτες όπως π.χ. του Φλάισερ (Φλάισερ 1995) κ.ά.

[18] Βερβενιώτη 1994.

[19] Βλ. π.χ. Βαν Μπουσχότεν 1997.

[20] Σε αυτό το σημείο να τονίσουμε και το ιστορικό και ερευνητικό ήθος του Γλέζου, που δεν παραλείπει να συμπεριλάβει και όλες τις «εθνικές» αντιστασιακές ομάδες, ακόμη και κάποιες που είχαν μικρή έως ανύπαρκτη αντιστασιακή δράση, πριν στραφούν εναντίον του ΕΑΜικού κινήματος.

[21] Έκφραση αυτής της τάσης και η θετική αποτίμηση της συνεργασίας με τους Ναζί ακόμη και στην επίσημη ιστοριογραφία π.χ. των Βαλτικών κρατών. («Ιός» της Κυριακής 2004α).

[22] Αν και θα μπορούσε κανείς να δει ορισμένες θετικές πλευρές που προέκυψαν από τη στροφή σε ορισμένες πλευρές της γραμμής της Κομμ. Διεθνούς στο 7ο Συνέδριο του 1935 (αντιφασιστική ενότητα: Διμιτρόφ 1978).

[23] Η αδυναμία του τροτσκιστικού ρεύματος, παρά την προπολεμική οργανωτική του ανάπτυξη, να αποκτήσει γείωση μέσα στην Κατοχή, οφείλεται στην αδυναμία του να συλλάβει τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα ως κρίσιμο πολιτικό διακύβευμα, φτάνοντας, ορισμένες τάσεις του, έως την ανοιχτή πολεμική εναντίον του ΕΑΜικού κινήματος. Βλ. σχετικά Εμμανουηλίδης 2002, Στίνας 1984.

[24] Αντίθετα, η προσπάθεια να αντιμετωπιστούν αυτά τα μαζικά κινήματα υπό το πρίσμα τέτοιων διακρίσεων μάλλον απειλούσε να φαλκιδεύσει την αντικειμενική επαναστατική δυναμική ή να οδηγήσει σε στρατηγικές και τακτικές παλινωδίες.

[25] Άλλωστε και ο ίδιος ο Γλέζος ορίζει τον χαρακτήρα της Εθνικής Αντίστασης ως α) εθνικοαπελευθερωτικό, β) εθνικοανεξαρτησιακό, γ) δημοκρατικό - αντιφασιστικό, δ) κοινωνικό (Γλέζος 2006 α΄ 313-315). Επίσης διευκρινίζει ότι «ο αγώνας για την Εθνική Απελευθέρωση εμπεριείχε φυσιολογικά [..] και τον αγώνα για μια κοινωνική δικαιοσύνη» (Γλέζος 2006 α΄: 329).

[26] Όπως αναφέρει και ο ίδιος ο Γλέζος «[ο]ραματίζεται ο αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης και πέρα από την απελευθέρωση από τη σκλαβιά κι έναν κόσμο χωρίς διώξεις και βία, με ελευθερία στην έκφραση της γνώμης, με ελευθεροτυπία, με ελευθερία στο συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι. Έναν κόσμο, χωρίς κοινωνικές διακρίσεις και ανισότητες, με κοινωνική δικαιοσύνη» (Γλέζος 2006: 863).

[27] Για την ανάπτυξη και τη δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας και την προσπάθεια απώθησής τους ή εκ των υστέρων νομιμοποίησής τους βλ. Κωστόπουλος 2005.